Σε προηγούμενα τεύχη, παρουσιάστηκαν μακεδόνικα χωριά, τα οποία είτε είναι «ζωντανά», είτε λόγω διωγμών και καταστροφών στο παρελθόν, σήμερα δεν υπάρχουν. Στο τεύχος αυτό, θα γίνει αναφορά για ένα από τα πολλά χωριά, τα οποία αν και συνέχισαν να υπάρχουν, άλλαξε η σύνθεση του πληθυσμού τους, μετά από εγκατάσταση άλλων πληθυσμών, με αποτέλεσμα να υπάρχουν λίγοι Μακεδόνες ή και καθόλου.
Ένα τέτοιο χωριό είναι και το Чифлиџик-Τσσίφλιτζζικ (μετονομάστηκε σε Στρυμονοχώρι το 1926).
Βρίσκεται σε υψόμετρο 50 μέτρων, δίπλα στον ποταμό Струма-Στρούμα (Στρυμώνας), κοντά στις παρυφές του βουνού Беласица-Μπελάσιτσα (Μπέλες), στη βόρεια πλευρά του γόνιμου κάμπου του Сер-Σερ (Σερρών). Διοικητικά ανήκει στη Околија Демирхисар-οκόλια Ντεμίρχισαρ (επαρχία Σιδηροκάστρου) και σ’αυτό ζουν περίπου 400 κάτοικοι. Συνορεύει βόρεια με το χωριό Драготин-Ντράγκοτιν (Προμαχώνας), νότια με τα χωριά Латрово-Λάτροβο (Χορτερό) και Спатово-Σπάτοβο (Κοίμηση), ανατολικά με το Радово-Ράντοβο (Χαρωπό) και δυτικά με το χωριό Мрсна-Μ’ρσνα (Γόνιμο), το οποίο είναι και το χωριό καταγωγής ενός από τους μεγαλύτερους Μακεδόνες ηθοποιούς, του Ристо Шишков-Ρίστο Σσίσσκοβ. Το χωριό αποτελούσε παλαιότερα ένα σημαντικό σταυροδρόμι, επειδή από κοντά του περνούσε η σιδηροδρομική γραμμή Солун-Истамбул / Θεσσαλονίκη-Κωνσταντινούπολη και επίσης συνδεόταν σιδηροδρομικά και με την Σόφια της Βουλγαρίας. Το ίδιο συμβαίνει περίπου και σήμερα. Το χωριό συνδέεται άμεσα με την διεθνή οδό Βουλγαρίας-Ελλάδας, η οποία συνεχίζει και μέχρι την Τουρκία. Αυτά τα πλεονεκτήματα επιτρέπουν την επαφή του χωριού με σημαντικά οικονομικά, εμπορικά, πολιτιστικά κέντρα, όπως το Солун-Σόλουν (Θεσσαλονίκη), Кукуш-Κούκουςς (Κιλκίς), Сер-Σερ (Σέρρες), Драм-Ντραμ (Δράμα) και άλλα.
Το χωριό δημιουργήθηκε την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Εκείνον τον καιρό, οι αγάδες και οι μπέηδες έκαναν σάραϊ και τσιφλίκια στα γονιμότερα και ομορφότερα μέρη. Έτσι, με την αύξηση του αριθμού των τσιφλικιών, αυξανόταν και ο αριθμός των Μακεδόνων εργατών-αγροτών που απασχολούνταν εκεί και με τον τρόπο αυτό, γεννιούνταν πολλές φορές ολόκληρα χωριά. Το ίδιο συναίβει και με το Τσσίφλιτζζικ. Σύμφωνα με μαρτυρίες γεροντότερων κατοίκων, οι περισσότεροι από αυτούς εκδιωγμένοι, το χωριό δημιουργήθηκε την περίοδο 1800-1810. Στις αρχές εκεί εγκαταστάθηκαν εννέα μακεδόνικες οικογένειες, αλλά το χωριό συνεχώς μεγάλωνε και έτσι το 1900 είχε περίπου 180 κάτοικους, όλοι εθνικά Μακεδόνες, το 1913, 208 κάτοικοι, το 1920, 329 κάτοικοι. Μετά το τέλος του ελληνο-τουρκικού πολέμου (1922) και την «εθελοντική» ανταλλαγή πλυθησμών με ταξύ των δύο κρατών, στο χωριό εγκαταστάθηκαν 433 πρόσφυγες από τον Πόντο και έτσι η εθνική σύνθεση έγινε πλέον μικτή, αυξάνοντας τον αριθμό των κατοίκων, οι οποίοι σύνφωνα με την απογραφή του 1928, ανέρχονταν στους 738. Μέχρι και τις αρχές του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, οι κάτοικοι αριθμούσαν 920.
Την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με την συνεχή εξάπλωση του χωριού, οι Μακεδόνες αποφάσισαν να υψώσουν δικό τους ναό. Έτσι, συγκεντρώνοντας μεταξύ τους χρήματα, πλήρωσαν όλα τα έξοδα οικοδόμησης και όλοι μαζί εργάστηκαν εθελοντικά στην υλοποίηση του έργου. Ο ναός αφιερώθηκε στον Свети Јован-Σβέτι Γιόβαν (Άγιο Ιωάννη) και οι εικόνες παραγγέλθηκαν από τους φημισμένους αγιογράφους του Дебар-Ντέμπαρ (πόλη της Δηοκρατίας της Μακεδονίας).
Όπως και σε όλη τη Μακεδονία, έτσι και στο Чифлиџик, την περίοδο της τουρκοκρατίας, η ζωή ήταν δύσκολη. Οι βασανισμοί και οι εκμεταλεύσεις του λαού από τους μπασιμποζούκους ήταν ένα καθημερινό θέαμα. Σταδιακά όμως, οι χωρικοί άρχισαν να οργανώνονται με σκοπό την άμυνά τους. Σύντομα οργανώθηκαν και από το ΒΜΡΟ. Υπέυθυνος του χωριού είχε τοποθετηθεί ο Костадин Мавраков-Κόνσταντιν Μαβράκοβ, ενώ στο χωριό και στην γύρω περιοχή, πολύ συχνά κινούνταν και ο μεγάλος Μακεδόνας Βόιβοντα Јане Сандански-Γιάνε Σάντανσκι.
Μετά το τέλος των Βαλκανικών πολέμων (1912-1913) και το διαμελισμό της Μακεδονίας μεταξύ της Ελλάδας, Βουλγαρίας και Σερβίας, το χωριό εντάχθηκε στην σύνθεση του Βασιλείου της Ελλάδας, κοντά στα σύνορα με τη Βουλγαρία. Κατα τη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου πολέμου (1914-1918), η γραμμή του «Μακεδόνικου Μετώπου», με την οποία διαχωρίζονταν οι δύο εμπόλεμες πλευρές, Αντάντα και Κεντρικές Δυνάμεις, περνούσε μόλις τρία χιλιόμετρα νότια του χωριού. Μετά το τέλος αυτού του πολέμου, τα σύνορα πλέον σταθεροποιήθηκαν.
Την περίοδο του ελληνοτουρκικού πολέμου, από το Τσσίφλιτζζικ επιστρατεύτηκαν 14 Μακεδόνες, από τους οποίους οι έξι σκοτώθηκαν. Μετά το τέλος αυτού του πολέμου, έγιναν δημογραφικές αλλαγές, με άσχημες συνέπειες για το μακεδόνικο λαό. Μετά τις αλλαγές αυτές, η σύνθεση του πληθυσμού του χωριού, έλαβε την εξής αναλογία: 65% νεοεγκατεστημένοι και 35% γηγενείς-Μακεδόνες. Χρησημοποιώντας την αναλογία αυτήκαι την πολιτική του ελληνικού κράτους, οι νεοεγκατεστηθέντες άρχισαν μετα βίας να αρπάζουν χωράφια, ζωντανά και άλλα αγαθά, από τους Μακεδόνικο πληθυσμό.
Ο επόμενος πόλεμος όπου επιστρατεύτηκαν Μακεδόνες από το Чифлиџик, ήταν ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος (1940). Συνολικά επιστρατεύτηκαν 22 Μακεδόνες και ακόμη τέσσερις επιστρατεύτηκαν την επόμενη χρονιά κατα τη διάρκεια της γερμανικής επίθεσης στην Ελλάδα. Την περίοδο του Δευτέρου Παφκοσμίου πολέμου, το χωριό βρισκόταν υπο τη βουλγαρική κατοχική ζώνη και τότε περίπου τριάντα μακεδόνικες οικογένειες με 130 άτομα, επέστρεψαν στο πατρικό τους χωριό από τη Βουλγαρία, όπου είχαν εκδιωχθεί νωρίτερα, ενώ όλοι οι κάτοικοι ποντιακής καταγωγής, εκτός δύο οικογενειών, εγκατέλειψαν το χωριό. έτσι το Τσσίφλιτζζικ, στις αρχές του 1941, αριθμούσε 530 κατοίκους, στη μεγάλη τους πλειοψηφία Μακεδόνες. Μετά το τέλος του πολέμου, οι ποντιακής καταγωγής κάτοικοι επέστρεψαν στο χωριό, ενώ μεγάλος αριθμός Μακεδόνων (60%), λόγω της τρομοκρατίας που επικρατούσε από τις ελληνικές αρχές και τους υπόλοιπους κατοίκους, αναγκάστηκαν και πάλι να εγκαταλείψουν τα πάτρια εδάφη. Επίσης, και κατα τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, οι κάτοικοι συμμετείχαν στον αγώνα για τα δίκαιά τους και πολλοί από αυτούς χάθηκαν. Και πάλι στο τέλος οι Μακεδόνες υπέφεραν τις συνέπειες. Μεγάλο μέρος των εναπομείναντων εκδιώχθηκε ή αναγκάστηκε να καταφύγει σε γειτονικές χώρες.
Λόγω του γόνιμου εδάφους, η γεωργία ήταν από πάντα ανεπτυγμένη. Οι κάτοικοι ήταν οικονομικά σε πολύ καλό επίπεδο. Οι καλλιέργειες περιελάμβαναν καλαμπόκι, σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, βαμβάκι και σε μικρότερες ποσότητες παπαρούνα, φασόλι, σουσάμι, πατάτες κτλ. επίσης ανάπτυξη υπήρχε και στην κτηνοτροφία, κυρίως στην εκτροφή προβάτων.
Το χωριό σήμερα θα ήταν ένα μεγάλο χωριό, αλλά λόγω των «δημοκρατικότατων» αποφάσεων των ελληνικών αρχών, οι Μακεδόνες κάτοικοί του, ζουν σήμερα κυρίως στη Βουλγαρία και τη Δημοκρατία της Μακεδονίας, χωρίς δικαίωμα επιστροφής.
Το χωριό Острово-Όστροβο (μετονομάστηκε από τις ελληνικές αρχές σε Άρνισσα, το 1926), βρίσκεται στη βορειοανατολική όχθη του Островско езеро-λίμνη Όστροβσκο (Βεγορίτιδα), της περιοχής του Воден-Έδεσσας. Η τοποθεσία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την φημισμένη οδό της Ρωμαϊκής εποχής, Via Egnacia, η οποία ήταν ο κύριος σύνδεσμος των ανατολικών και δυτικών περιοχών των Βαλκανίων. Πρόκειται για μια όμορφη και γόνιμη μικρή πεδιάδα, πολύ κοντά στους πρόποδες του όρους Ниџе-Νίτζζε (Βόρας). Βόρεια το χωριό συνορεύει με τα χωριά Чеган-Τσσέγκαν (Άγιος Αθανάσιος) και Жерви-Ζζέρβι (Ζέρβη), νότια με τα χωριά Граматиково-Γκραματίκοβο (Άνω και Κάτω Γραμματικό) και Кочана-Κότσσανα (Περαία), ανατολικά με το Росилово-Ροσίλοβο (Ξανθόγεια), Друшка-Ντρούσσκα (Δροσιά) και Гугово-Γκούγκοβο (Βρυττά), νοτιοδυτικά με το Пателе-Πάτελε (Αγιος Παντελεήμων) και βορειοδυτικά με το Горничево-Γκορνίτσσεβο (Κέλλη).
Την περίοδο του ξεσηκωμού των Μακεδόνων εναντίων των οθωμανικών αρχών, την περίφημη Επανάσταση του Ίλιντεν, στο χωριό συστάθηκε κομιτέτ-επιτροπή της ΜΡΟ ή ΒΜΡΟ (Македонска револуционерна организација-Μακεδόνικη Επαναστατική Οργάνωση). Η ένταξη των κατοίκων ήταν μαζική. Το 1902, μέσω προδοσίας, οι οθωμανικές αρχές κατάφεραν να συλλάβουν τα βασικά μέλη και να διαλύσουν την επιτροπή αυτή, η οποία πολύ σύντομα ξανασυστάθηκε.
Ένα χωριό ιστορικό, κατατρεγμένο, μακεδόνικο. Το Пателе. Το χωριό Пателе –Πάτελε (μετανομάστηκε από τις ελληνικές αρχές το 1926 σε Άγιο Παντελεήμων), βρίσκεται στη δυτική όχθη της λίμνης Островско езеро-Όστροβσκο έζερο (Βεγορίτιδα) και ανατολικά του Петерско езеро-Πέτερσκο έζερο (λίμνη Πετρών). Βόρεια του χωριού υψώνεται ψηλός λόφος, τον οποίο οι χωρικοί ονομάζουν Τумба-Τούμπα. Νότια του χωριού και σε απόσταση 7 χιλ, βρίσκεται η μικρή πόλη Соровичево-Σοροβίτσσεβο (Αμύνταιο), στο δήμο του οποίου και ανήκει. Βόρεια συνορεύει με το χωριό Горничево-Γκορνίτσσεβο (Κέλη), ανατολικά με το Острово-Όστροβο (Άρνισσα) και δυτικά με τα χωριά Петрско-Πετ’ρσκο (Πέτρες) και Церово-Τσέροβο (Κλειδί). Δίπλα από το χωριό περνάει ή καλύτερα περνούσε, η σιδηροδρομική γραμμή Солун (Θεσσαλονίκη) – Воден (Έδεσσα) – Лерин (Φλώρινα) – Битола (Μπίτολα).
Την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στη Μακεδονία, το Πάτελε δεν διέφερε σε τίποτα από τα άλλα μακεδόνικα χωριά. Επειδή οι κάτοικοι ήταν χριστιανοί, κύρια υποχρέωσή τους ήταν καταβολή φόρων και η δωρεάν εργασία (αγγαρεία).
Όταν άρχισε ο Εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα (1946-1949), εκατοντάδες κάτοικοι του Пателе εντάχθηκαν στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού, πιστεύοντας ότι έτσι θα πολεμήσουν για τα δικαιώματα των εθνικά Μακεδόνων. Ένας από τους μεγαλύτερους αγωνιστές και ήρωας του πολέμου ήταν ο Илија Црнаков-Ίλια Τσ’ρνάκοβ, γεννημένος το 1910. Κατα τη διάρκεια της σύντομης ζωής του, ο Ίλια πολέμησε σε όλους τους πολέμους και σε όλα τα μέτωπα που έλαβαν μέρος στην περιοχή. Στο αλβανικό μέτωπο, στην αντίσταση, στον Εμφύλιο. Χάθηκε κοντά στην Κλεισούρα, στο βουνό Вич-Βιτςς (Βίτσι), χτυπημένος από εχθρική βόμβα, τον Οκτώβριο του 1947. Εδώ θα πρέπει να αναφερθούν και τρεις ακόμα κάτοικοι του χωριού, οι οποίοι πέθαναν από βασανιστήρια στις φυλακές όπου βρίσκονταν λόγω της συμμετοχής τους στις μάχες της περίοδου εκείνης. Βασανίστηκαν άγρια επειδή δεν ήθελαν να απαρνηθούν τη μακεδονικότητά τους και τη γλώσσα τους. Αυτοί ήταν ο Михаил Кљанев-Μίχαηλ Κλιάνεβ, ο Методија Береов-Μετόντια Μπερέοβ και ο Томе Качоров-Τόμε Κατσσόροβ.



Ένα χωριό θρύλος. Ένα χωριό θεμέλιο της μακεδονικότητας και των αγώνων των Μακεδόνων για εθνικά δικαιώματα, το οποίο έδωσε αμέτρητους μαχητές και πέρασε τα πάνδεινα. Σφαγές, καταστροφές, διωγμούς, πυρπολισμούς.

Буф-Μπουφ. Ένα από τα ιστορικότερα μακεδόνικα χωριά, ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα του μακεδονισμού, σε όλες τις περιόδους των αγώνων των Μακεδόνων για τα δίκαιά τους, ένα φυτώριο μαχητών και πολιτικών ακτιβιστών κατα την Επανάσταση του Ίλιντεν και κατα τον Εμφύλιο πόλεμο του ’46-’49.
Πέλιστερ-Βαρνούς (Μπέλα Βόντα), όπου από την άλλη πλευρά του είναι τα χωριά της Πρέσπας, όπως Герман-Γκέρμαν (Άγιος Γερμανός) και Рудари-Ρούνταρι (Καλλιθέα).
Οι κομίτι και βοεβόντι του Μπουφ κατα τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν, ήταν πολυάριθμοι. Γνωστότεροι από αυτούς ήταν ο Наум Петров Буфчето-Νάουμ Πέτροβ Μπούφτσσετο, ο Крсте Кљашев-Κ’ρστε Κλιάσσεβ και ο Сотер Брајанов-Σότερ Μπραγιάνοβ, αλλά και οι Атанас Ферманов-Άτανας Φερμάνοβ, Димитар Вучков-Ντιμίταρ Βούτσσκοβ, Констандин Буфски-Κόνσταντιν Μπούφσκι κ.α.
Μακεδόνικο σχολείο ξαναλειτούργησε στο χωριό, κατα τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Το συμβούλιο της κοινότητας, αποτελούμενο από τους Πέταρ Αντόνοβ, Κόστα Κλιότοβ, Ίλια Τόμοβ, Λάζαρ Σ’ρμπίνοβ, Τρέντο Β’λτσσεβ, Φίλιπ Γκρούιοβ, Νίκολα Μπέικοβ, Σίμε Κλιάσσεβ, Ίβαν Τόμοβ και Άτανας Πάνοβ, μετέβηκαν στο Λέριν-Φλώρινα και ζήτησαν άδεια για την επαναλειτουργία του σχολείου στη μακεδόνικη γλώσσα.
Мокрени – Μόκρενι (ή Μόκρενα)-Βαρικό. Мокро στη μακεδόνικη γλώσσα σημαίνει υγρό, μουσκεμένο και αυτό όχι χωρίς λόγο, επειδή το χωριό αυτό είναι περικυκλωμένο από νερά και πράσινο. Ένα χωριό πανέμορφο, ήσυχο, φιλόξενο. Τίποτε δε μαρτυρά την πολυτάραχη ιστορία του και τους αγώνες του για τα δίκαια των Μακεδόνων, τα θύματα που έχει δώσει για τον σκοπό αυτό και τις κακουχίες που πέρασαν οι κάτοικοι του, σε όλες τις περιόδους της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας του τόπου.







παρυφές του όρους Каракамен планина-Καρακάμεν Πλάνινα-Βέρμιο, είκοσι χιλιόμετρα περίπου ανατολικά της Πτολεμαίδας – Κάιλαρι. Βόρεια συνορεύει με τα χωριά Арбиново-Αρμπίνοβο-Καρυοχώρι και Требиште-Τρέμπισστε-Άγιος Χριστόφορος, νότια με το χωριό Шел-Σσελ-Σέλι, δυτικά με την πόλη Кајлари-Κάιλαρι-Πτολεμαίδα και ανατολικά με το Καρακάμεν, όπου στην άλλη πλευρά του βρίσκεται η περιοχή Негуш-Νέγκουςς-Νάουσα.
Вргуљгуф-Β’ργκουλγκουφ, Бакво-Μπάκβο, Ленишки Мост-Λένισσκι Μοστ, Бурлика-Μπούρλικα. Η Μπούρλικα ήταν το μέρος απ’ όπου παλαιότερα οι Ράντσσανι έκοβαν ξυλεία για τις ανάγκες τους, αλλά και για εμπόριο.
καλοκαιρινή περίοδο, λόγω των πολλών τουριστών που κατακλύζουν το χωριό για να κάνουν χρήση των ιαματικών νερών και να απολαύσουν την υπέροχη φύση που το περιτρι- γυρίζει. Υπάρχουν πολλά ξε- νοδοχεία και μοτέλ, ταβέρνες οι οποίες προσφέρουν πολλές από τις γεύσεις της μακεδόνι- κης κουζίνας, αλλά και πισίνες, κέντρα διασκεδάσεως και πολλά άλλα. Είναι χτισμένο σε υψόμετρο 300 μέτρων περίπου και απέχει 10 χιλιόμετρα από το С’ботско-Σ’μποτσκο (Αριδαία Πέλλας) και 35 χιλιόμετρα από το Воден-Βόντεν (Έδεσσα). Δυτικά συνορεύει με το χωριό Тресино-Τρέσινο (Όρμα), ανατολικά με τα χωριά Биџова Маала-Μπίτζζοβα Μάαλα (Πιπεριά) και Струпино- Στρούπινο (Λυκόστομο), νότια με το Бизово-Μπίζοβο (Μεγαπλάτανος) και βόρεια βρίσκονται τα σύνορα με τη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Οι φυσικές ομορφιές είναι απερίγραπτες. Πολλά ποτάμια όπως η Μπέλιτσα ρέκα, η Τόπλιτσα ρέκα, η Μέγκλενσκα ρέκα και η Τσ’ρνάρκα ρέκα, και πανύψηλα βουνά, με το Ниџе-Νίτζζε (Βόρας) και το Голјак-Γκόλιακ να βρίσκονται πολύ κοντά και λίγο μακρύτε- ρα στα ανατολικά, το βουνό Пајак-Πάιακ (Πάικο). Βουνά γεμάτα ιστορία και μακεδόνικο αίμα, στα οποία διατηρούνται μέχρι και σήμερα, όπως και στην υπόλοιπη γύρω περιο- χή, τα μακεδόνικα τοπονύ- μια. Добро поле-Ντόμπρο πόλε, όπου έβοσκαν πολλές αγελάδες γνωστές ως καρ- ντάρκι, Катуниц-Κάτουνιτς, Влагасира-Βλαγκασίρα, Среднија Солуна-Σρέντνια Σόλουνα, όπου από εκεί με τον
κατάλληλο καιρό φαί- νεται η πόλη Солун-Σόλουν (Θεσσαλονίκη), Мишов камен-Μίσσοβ κάμεν, Марјан- Μάριαν, Сокол-Σόκολ κ.α. «Το χωριό μας σήμερα μπορεί να είναι μεγάλο και ανεπτυγ- μένο, αλλά το ίδιο μεγάλο και πλούσιο ήταν και στο παρελθόν», μας είπαν κάτοικοι του χωριού, κάποιοι και σή- μερα κάτοικοί του και κάποιοι εκδιωγμένοι από τις ελληνι- κές αρχές, χωρίς δικαίωμα επιστροφής. «Το κυρίως χωριό παλαιότερα ήταν το Горно Пожар-Γκόρνο Πόζζαρ και το σημερινό χτίστηκε λίγα χρόνια πριν τον εμφύλιο πόλεμο. Δύο φορές έκαψαν το χωριό μας. Το έκαψε ο Γαρέφης, οπλαρχη- γός από το Βόλο, ο οποίος την εποχή μετά το Ίλιντεν (1904+) τρομοκρατούσε την περιοχή μας και τελικά τον σκότωσε ο Весков-Βέσκοβ από το Баово-Μπάοβο (Προμάχοι Αριδαίας) και το έκαψαν και οι κυβερνητικές δυνάμεις την πε- ρίοδο του εμφυλίου πολέμου, επειδή σχεδόν στο σύνολό του το χωριό, μέσω των τάξεων του Δημοκρατικού Στρατού, αγωνιζόταν για τα δικαιώμα- τα των εθνικά Μακεδόνων». «Οι κάτοικοι ήταν από πάντα ικανοί και δραστήριοι. Κατα περιόδους, παλαιότερα, μετοι- κούσαν και στη γύρω περιοχή και δημιουργούσαν και άλλα χωριά. Μεγάλο μέρος των χωριών Јаворник-Ιάβορνικ (Πλατάνη Έδεσσας), Каменик- Κάμενικ (Πετριά Γιαννιτσών) και Гадиново-Γκαντίνοβο (Γαλατάδες Γιαννιτσών), δημι- ουργήθηκε από Пожаренци- Ποζζαρέντσι». «Τον καιρό εκεί- νο οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με τις πίπερκι-πιπεριές, με τη μπούμπα-μετάξι, το οποίο το μάζευαν το μήνα Ιούνιο, το συγκέντρωναν στο С’ботско-Σ’μποτσκο-Αριδαία και έπειτα το μετέφεραν στο Воден-Βόντεν –Έδεσσα, όπου υπήρχε εργοστάσιο επεξερ- γασίας του προιόντος αυτού. Πολλά ήταν επίσης τα κοπάδια προβάτων και ανεπτυγμένη ήταν και η καλλιέργεια μπομπ- φασολιού, κόστενι-κάστανα και κροκάρι-κρεμμυδάκια». «Επι Τουρκοκρατίας, τον καιρό της Επανάστασης του Ίλιντεν, οι πρόγονοί μας ήταν πάντοτε
μάχιμοι και ανυπότακτοι. Στο χωριό μας και στο γειτονικό χωριό Μπάοβο-Πρόμαχοι, Τούρκοι δεν πάτησαν ποτέ. Πολλές φορές όμως, έρχονταν κρυφά και μας έκλεβαν τα κορίτσια μας. Κάποια στιγμή οι κάτοικοι τους έπιασαν και τους σκότωσαν, με αποτέλεσμα να καταφτάσει μεγάλος τούρκι- κος στρατός για να τιμωρήσει τους άντρες. Ο τότε κμετ- πρόεδρος του χωριού, Νίκολα Κίρκοβ, έπεισε τους άντρες να ξυριστούν, να ντυθούν γυναι- κεία και να μείνουν στο σπίτι. Έπειτα έστειλε τις γυναίκες στα χωράφια και στον κάμπο. Όταν έφτασε ο στρατός, άντρες δεν βρήκε πουθενά. Λόγω του περιστατικού αυτού, άλλαξε και το επώνυμο του προέδρου. Από Κίρκοβ, έγινε Λάζζεβ (ψεύτης)». «Οι μεγάλες οικογένειες τότε του χωριού ήταν του Самандов-Σαμάντοβ, του Кирков-Κίρκοβ, του Кироваков-Κιροβάκοβ, του Причков-Πρίτσσκοβ, του Јанов-Γιάνοβ, του Дурдобаков-Ντουρντομπάκοβ, του Нушков-Νούσσκοβ, του Џеков-Τζζέκοβ κ.α.». «Μετά την εγκατάσταση των ελληνι- κών αρχών, και συγκεκριμένα το 1916, πολλοί εξαναγκάστη- καν, λόγω διαφόρων πιέσεων, να εγκαταλείψουν το χωριό και να καταφύγουν στη Βουλγα- ρία. 5000 περίπου κατοίκους είχε κάποτε το χωριό. 10 παπάδες. Επίσης πολλοί ήταν και εκείνοι οι οποίοι εκδιώχθη- καν από τον ελληνικό στρατό, μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Σήμερα δεν μπο- ρούν να επιστρέψουν επειδή όπως λέει και ο νόμος ,,δεν είναι Έλληνες το γένος,,. Πολύς ήταν ο κόσμος από το χωριό μας που εντάχθηκε στις τάξεις του Δημ.Στρατού. Μάλιστα, μία από τις ταξιαρχίες του ήταν σταθμευμένη εδώ κοντά, στο χωριό Фуштани-Φούσστανι (Φούστανη)». «Σήμερα το χωριό μας ασχο- λείται κυρίως με τον τουρισμό λόγω των θεραπευτικών νερών και με τα κεράσια. Τα Μπάνια όπως τα λέμε, τα δούλευαν από ανέκαθεν οι χωριανοί. Μετά το 1913 δόθη- καν από το κράτος σε κάποιον άσχετο και επιστράφηκαν στο χωριό μόλις το 1982. Σήμερα τα δουλέυει ο Δήμος». «Έχου- με και πολλά πανηγύρια. Το πανηγύρι του Σβέτι Γκιόργκι- Αγίου Γεωργίου, αφιερωμένο σε έναν ναό μας, χτισμένο γύρω στο 1500, τον οποίο κα- τέστρεψαν ανόητοι νομίζοντας πως εκεί θα βρουν χρυσάφι. Επίσης υπάρχει και ο ναός του Σβέτι Νίκολα-Αγίου Νικολάου, χτισμένος γύρω στο 1700. Το 1916, οι Σέρβοι άρχισαν να οικοδομούν ναό τον οποίο τελείωσαν οι κάτοικοι του χωριού και είναι αφιερωμένος στον Σβέτι Γιόβαν. Παλαιότερα χορός στο κέντρο του χωριού γινόταν κάθε εβδομάδα. Στο Όρλισστε. Σήμερα μεγάλος χορός και εκδηλώσεις γίνονται στο τέλος Αυγούστου, τα γνω- στά Ποζαρίτικα». Το χωριό δεν έχει να ζηλέ- ψει τίποτα από άλλα χωριά. Εκείνα ίσως ζηλεύουν την απέραντη ομορφιά του και την οργανωμένη τουριστική του υποδομή. Χιλιάδες κόσμου το επισκέπτονται όλες τις εποχές του έτους. Γίνετε και εσείς ένας από αυτούς !!












