Αρχεία | ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ | Наши села

ЧИФЛИЏИК – ΤΣΣΙΦΛΙΤΖΖΙΚ

Σε προηγούμενα τεύχη, παρουσιάστηκαν μακεδόνικα χωριά, τα οποία είτε είναι «ζωντανά», είτε λόγω διωγμών και καταστροφών στο παρελθόν, σήμερα δεν υπάρχουν. Στο τεύχος αυτό, θα γίνει αναφορά για ένα από τα πολλά χωριά, τα οποία αν και συνέχισαν να υπάρχουν, άλλαξε η σύνθεση του πληθυσμού τους, μετά από εγκατάσταση άλλων πληθυσμών, με αποτέλεσμα να υπάρχουν λίγοι Μακεδόνες ή και καθόλου.

Ένα τέτοιο χωριό είναι και το Чифлиџик-Τσσίφλιτζζικ (μετονομάστηκε σε Στρυμονοχώρι το 1926).

Βρίσκεται σε υψόμετρο 50 μέτρων, δίπλα στον ποταμό Струма-Στρούμα (Στρυμώνας), κοντά στις παρυφές του βουνού Беласица-Μπελάσιτσα (Μπέλες), στη βόρεια πλευρά του γόνιμου κάμπου του Сер-Σερ (Σερρών). Διοικητικά ανήκει στη Околија Демирхисар-οκόλια Ντεμίρχισαρ (επαρχία Σιδηροκάστρου) και σ’αυτό ζουν περίπου 400 κάτοικοι. Συνορεύει βόρεια με το χωριό Драготин-Ντράγκοτιν (Προμαχώνας), νότια με τα χωριά Латрово-Λάτροβο (Χορτερό) και Спатово-Σπάτοβο (Κοίμηση), ανατολικά με το Радово-Ράντοβο (Χαρωπό) και δυτικά με το χωριό Мрсна-Μ’ρσνα (Γόνιμο), το οποίο είναι και το χωριό καταγωγής ενός από τους μεγαλύτερους Μακεδόνες ηθοποιούς, του Ристо Шишков-Ρίστο Σσίσσκοβ.  Το χωριό αποτελούσε παλαιότερα ένα σημαντικό σταυροδρόμι, επειδή από κοντά του περνούσε η σιδηροδρομική γραμμή Солун-Истамбул / Θεσσαλονίκη-Κωνσταντινούπολη και επίσης συνδεόταν σιδηροδρομικά και με την Σόφια της Βουλγαρίας. Το ίδιο συμβαίνει περίπου και σήμερα. Το χωριό συνδέεται άμεσα με την διεθνή οδό Βουλγαρίας-Ελλάδας, η οποία συνεχίζει και μέχρι την Τουρκία. Αυτά τα πλεονεκτήματα επιτρέπουν την επαφή του χωριού με σημαντικά οικονομικά, εμπορικά, πολιτιστικά κέντρα, όπως το  Солун-Σόλουν (Θεσσαλονίκη), Кукуш-Κούκουςς (Κιλκίς), Сер-Σερ (Σέρρες), Драм-Ντραμ (Δράμα) και άλλα.

Το χωριό δημιουργήθηκε την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Εκείνον τον καιρό, οι αγάδες και οι μπέηδες έκαναν σάραϊ και τσιφλίκια στα γονιμότερα και ομορφότερα μέρη. Έτσι, με την αύξηση του αριθμού των τσιφλικιών, αυξανόταν και ο αριθμός των Μακεδόνων εργατών-αγροτών που απασχολούνταν εκεί και με τον τρόπο αυτό, γεννιούνταν πολλές φορές ολόκληρα χωριά. Το ίδιο συναίβει και με το Τσσίφλιτζζικ. Σύμφωνα με μαρτυρίες γεροντότερων κατοίκων, οι περισσότεροι από αυτούς εκδιωγμένοι, το χωριό δημιουργήθηκε την περίοδο 1800-1810. Στις αρχές εκεί εγκαταστάθηκαν εννέα μακεδόνικες οικογένειες, αλλά το χωριό συνεχώς μεγάλωνε και έτσι το 1900 είχε περίπου 180 κάτοικους, όλοι εθνικά Μακεδόνες, το 1913, 208 κάτοικοι, το 1920, 329 κάτοικοι. Μετά το τέλος του ελληνο-τουρκικού πολέμου (1922) και την «εθελοντική» ανταλλαγή πλυθησμών με ταξύ των δύο κρατών, στο χωριό εγκαταστάθηκαν 433 πρόσφυγες από τον Πόντο και έτσι η εθνική σύνθεση έγινε πλέον μικτή, αυξάνοντας τον αριθμό των κατοίκων, οι οποίοι σύνφωνα με την απογραφή του 1928, ανέρχονταν στους 738. Μέχρι και τις αρχές του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, οι κάτοικοι αριθμούσαν 920.

Την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με την συνεχή εξάπλωση του χωριού, οι Μακεδόνες αποφάσισαν να υψώσουν δικό τους ναό. Έτσι, συγκεντρώνοντας μεταξύ τους χρήματα, πλήρωσαν όλα τα έξοδα οικοδόμησης και όλοι μαζί εργάστηκαν εθελοντικά στην υλοποίηση του έργου. Ο ναός αφιερώθηκε στον Свети Јован-Σβέτι Γιόβαν (Άγιο Ιωάννη) και οι εικόνες παραγγέλθηκαν από τους φημισμένους αγιογράφους του Дебар-Ντέμπαρ (πόλη της Δηοκρατίας της Μακεδονίας).

Όπως και σε όλη τη Μακεδονία, έτσι και στο Чифлиџик, την περίοδο της τουρκοκρατίας, η ζωή ήταν δύσκολη. Οι βασανισμοί και οι εκμεταλεύσεις του λαού από τους μπασιμποζούκους ήταν ένα καθημερινό θέαμα. Σταδιακά όμως, οι χωρικοί άρχισαν να οργανώνονται με σκοπό την άμυνά τους. Σύντομα οργανώθηκαν και από το ΒΜΡΟ. Υπέυθυνος του χωριού είχε τοποθετηθεί ο Костадин Мавраков-Κόνσταντιν Μαβράκοβ, ενώ στο χωριό και στην γύρω περιοχή, πολύ συχνά κινούνταν και ο μεγάλος Μακεδόνας Βόιβοντα Јане Сандански-Γιάνε Σάντανσκι.

Μετά το τέλος των Βαλκανικών πολέμων (1912-1913) και το διαμελισμό της Μακεδονίας μεταξύ της Ελλάδας, Βουλγαρίας και Σερβίας, το χωριό εντάχθηκε στην σύνθεση του Βασιλείου της Ελλάδας, κοντά στα σύνορα με τη Βουλγαρία. Κατα τη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου πολέμου (1914-1918), η γραμμή του «Μακεδόνικου Μετώπου», με την οποία διαχωρίζονταν οι δύο εμπόλεμες πλευρές, Αντάντα και Κεντρικές Δυνάμεις, περνούσε μόλις τρία χιλιόμετρα νότια του χωριού. Μετά το τέλος αυτού του πολέμου, τα σύνορα πλέον σταθεροποιήθηκαν.

Την περίοδο του ελληνοτουρκικού πολέμου, από το Τσσίφλιτζζικ επιστρατεύτηκαν 14 Μακεδόνες, από τους οποίους οι έξι σκοτώθηκαν. Μετά το τέλος αυτού του πολέμου, έγιναν δημογραφικές αλλαγές, με άσχημες συνέπειες για το μακεδόνικο λαό. Μετά τις αλλαγές αυτές, η σύνθεση του πληθυσμού του χωριού, έλαβε την εξής αναλογία: 65% νεοεγκατεστημένοι και 35% γηγενείς-Μακεδόνες. Χρησημοποιώντας την αναλογία αυτήκαι την πολιτική του ελληνικού κράτους, οι νεοεγκατεστηθέντες άρχισαν μετα βίας να αρπάζουν χωράφια, ζωντανά και άλλα αγαθά, από τους Μακεδόνικο πληθυσμό.

Ο επόμενος πόλεμος όπου επιστρατεύτηκαν Μακεδόνες από το Чифлиџик, ήταν ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος (1940). Συνολικά επιστρατεύτηκαν 22 Μακεδόνες και ακόμη τέσσερις επιστρατεύτηκαν την επόμενη χρονιά κατα τη διάρκεια της γερμανικής επίθεσης στην Ελλάδα. Την περίοδο του Δευτέρου Παφκοσμίου πολέμου, το χωριό βρισκόταν υπο τη βουλγαρική κατοχική ζώνη και τότε περίπου τριάντα μακεδόνικες οικογένειες με 130 άτομα, επέστρεψαν στο πατρικό τους χωριό από τη Βουλγαρία, όπου είχαν εκδιωχθεί νωρίτερα, ενώ όλοι οι κάτοικοι ποντιακής καταγωγής, εκτός δύο οικογενειών, εγκατέλειψαν το χωριό. έτσι το Τσσίφλιτζζικ, στις αρχές του 1941, αριθμούσε 530 κατοίκους, στη μεγάλη τους πλειοψηφία Μακεδόνες. Μετά το τέλος του πολέμου, οι ποντιακής καταγωγής κάτοικοι επέστρεψαν στο χωριό, ενώ μεγάλος αριθμός Μακεδόνων (60%), λόγω της τρομοκρατίας που επικρατούσε από τις ελληνικές αρχές και τους υπόλοιπους κατοίκους, αναγκάστηκαν και πάλι να εγκαταλείψουν τα πάτρια εδάφη.  Επίσης, και κατα τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, οι κάτοικοι συμμετείχαν στον αγώνα για τα δίκαιά τους και πολλοί από αυτούς χάθηκαν. Και πάλι στο τέλος οι Μακεδόνες υπέφεραν τις συνέπειες. Μεγάλο μέρος των εναπομείναντων εκδιώχθηκε ή αναγκάστηκε να καταφύγει σε γειτονικές χώρες.

Λόγω του γόνιμου εδάφους, η γεωργία ήταν από πάντα ανεπτυγμένη. Οι κάτοικοι ήταν οικονομικά σε πολύ καλό επίπεδο. Οι καλλιέργειες περιελάμβαναν καλαμπόκι, σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, βαμβάκι και σε μικρότερες ποσότητες παπαρούνα, φασόλι, σουσάμι, πατάτες κτλ. επίσης ανάπτυξη υπήρχε και στην κτηνοτροφία, κυρίως στην εκτροφή προβάτων.

Το χωριό σήμερα θα ήταν ένα μεγάλο χωριό, αλλά λόγω των «δημοκρατικότατων» αποφάσεων των ελληνικών αρχών, οι Μακεδόνες κάτοικοί του, ζουν σήμερα κυρίως στη Βουλγαρία και τη Δημοκρατία της Μακεδονίας, χωρίς δικαίωμα επιστροφής.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ОСТРОВО – ΟΣΤΡΟΒΟ

Το χωριό Острово-Όστροβο (μετονομάστηκε από τις ελληνικές αρχές σε Άρνισσα, το 1926), βρίσκεται στη βορειοανατολική όχθη του Островско езеро-λίμνη Όστροβσκο (Βεγορίτιδα), της περιοχής του Воден-Έδεσσας. Η τοποθεσία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την φημισμένη οδό της Ρωμαϊκής εποχής, Via Egnacia, η οποία ήταν ο κύριος σύνδεσμος των ανατολικών και δυτικών περιοχών των Βαλκανίων. Πρόκειται για μια όμορφη και γόνιμη μικρή πεδιάδα, πολύ κοντά στους πρόποδες του όρους Ниџе-Νίτζζε (Βόρας). Βόρεια το χωριό συνορεύει με τα χωριά Чеган-Τσσέγκαν (Άγιος Αθανάσιος) και Жерви-Ζζέρβι (Ζέρβη), νότια με τα χωριά Граматиково-Γκραματίκοβο (Άνω και Κάτω Γραμματικό) και Кочана-Κότσσανα (Περαία), ανατολικά με το Росилово-Ροσίλοβο (Ξανθόγεια), Друшка-Ντρούσσκα (Δροσιά) και Гугово-Γκούγκοβο (Βρυττά), νοτιοδυτικά με το Пателе-Πάτελε (Αγιος Παντελεήμων) και βορειοδυτικά με το Горничево-Γκορνίτσσεβο (Κέλλη).

Τα παλαιότερα χρόνια, οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με την γεωργοκτηνοτροφία και την αλιεία, αλλά και με το εμπόριο, λόγω της κατάλληλης θέσης του χωριού.

Την εποχή του Μεσαίωνα, το Όστροβο ήταν σημαντική πόλη και κάστρο. Σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες από το 1019, ανήκε εκκλησιαστικά στην επαρχία Меглен-Μέγκλεν (σημ.Αλμωπία) της Охридска Архиепископија-Αρχιεπισκοπής της Όχριδας.

Η μακεδόνικη ονομασία του χωριού, προέρχεται από την λέξη остров-όστροβ, που σημαίνει νησί. Στο παρελθόν, απέναντι από τον οικισμό, στα νερά της λίμνης, υπήρχε ένα νησί, αλλά σήμερα, λόγω της μείωσης της στάθμης του νερού, το νησί εξελίχθηκε σε μια μικρή χερσόνησο. Το Όστροβο, λόγω αυτής της στρατηγικής του θέσης και του νησιού, αποτελούσε αμυντικό καταφύγιο και γι’αυτό ήταν και μία από τις κατοικίες πολλών βασιλιάδων, όπως του Гаврило Радомир-Γκαβρίλο Ράντομιρ και του Петар Делјан-Πέταρ Ντέλιαν.

Κατα τη διάρκεια της πρώτης εκστρατείας των Σταυροφόρων (1096-1099), οι διάφοροι στρατοί, κινούμενοι στην Via Egnatia, περνούσαν από την περιοχή αυτή, πηγαίνοντας για την «Άγια Γη». Είναι γνωστό ότι στο πέρασμά τους λήστευαν πόλεις και χωριά, ιδιαίτερα εάν ήξεραν ότι εκεί υπήρχε κάποια αίρεση, όπως στην περίπτωση του Όστροβο, όπου μεγάλη εξέλιξη είχε ο βογομιλισμός. Σύμφωνα με λατινικές πηγές, το 1097, μετά από αίτημα των Χριστιανών Ορθόδοξων, οι Σταυροφόροι κατέστρεψαν το Όστροβο.  .

Η επόμενη φάση της ιστορίας του χωριού, ήταν η κατάκτησή του από το στρατό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η εξάπλωσή τους από ανατολή προς δύση, έγινε κυρίως μέσω της τοποθεσίας αυτής.

Μέσα στους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας στην περιοχή, στο Όστροβο εγκαταστάθηκαν Τούρκοι και έτσι άλλαξε μερικώς η εθνική σύσταση του πληθυσμού. Οι περισσότεροι όμως κάτοικοι ήταν και πάλι Μακεδόνες χριστιανοί και πολλά στοιχεία δώθηκαν για αυτό το θέμα, κατα τη διάρκεια του 19ου αιώνα, από ταξιδιώτες ιστορικούς και από έρευνες διαφόρων εθνογράφων των Βαλκανίων. Το χωριό περιγράφηκε το 1845 από τον Ρώσο εθνογράφο και ιστορικό, Виктор Иванович Григорович-Βίκτορ Ιβάνοβιτςς-Γκριγκόροβιτςς, ο οποίος ανέφερε ότι το χωριό Острово ήταν κατοικημένο από Μακεδόνες και Τούρκους. Στην Εθνογραφία των Βιλαετιών Адријанопол, Монастир и Салоника (Ethnographie des Vilayets d’Andrinople, de Monastir et de Salonique),τυπωμένη στη γαλλική γλώσσα το 1878, το Όστροβο παρουσιάζεται ως μικρή πόλη με 389 νοικοκυριά, 1400 Μακεδόνες χριστιανούς και 450 Πομάκους (Μακεδόνες Μωαμεθανοί). Λεπτομερέστερα στοιχεία έδωσε και ο Βούλγαρος εθνογράφος Васил К’нчов-Βάσιλ Κ’ντσσοβ, ο οποίος ανέφερε ότι το 1900, στο Όστροβο ζούσαν 750 Μακεδόνες και 450 Τούρκοι. Αυτήν όμως την περίοδο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο πληθυσμός δεν διαφοροποιούταν σε εθνική, αλλά σε θρησκευτική βάση και έτσι ίσως οι Μακεδόνες μουσουλμάνοι να αναφέρονταν ως Τούρκοι λόγω της θρησκείας τους.

Την περίοδο του ξεσηκωμού των Μακεδόνων εναντίων των οθωμανικών αρχών, την περίφημη Επανάσταση του Ίλιντεν, στο χωριό συστάθηκε κομιτέτ-επιτροπή της ΜΡΟ ή ΒΜΡΟ (Македонска револуционерна организација-Μακεδόνικη Επαναστατική Οργάνωση). Η ένταξη των κατοίκων ήταν μαζική. Το 1902, μέσω προδοσίας, οι οθωμανικές αρχές κατάφεραν να συλλάβουν τα βασικά μέλη και να διαλύσουν την επιτροπή αυτή, η οποία πολύ σύντομα ξανασυστάθηκε.

Ένα από τα σημαντικότερα μέλη της Οργάνωσης, ήταν και ο Βόιβοντα του χωριού, Атанас Брадата –Άτανας Μπράντατα, γνωστός και ως Караташо-Καρατάσσο. Ήταν ένας από τους υπαρχηγούς του Βόιβοντα του Воден-Βόντεν, Лука Иванов-Λούκα Ιβάνοβ. Μαζί μάχονταν κατα τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν και μαζί συνέχισαν να αγωνίζονται και εναντίων των ελληνικών αντάρτικων ομάδων, οι οποίες κατέφταναν από την Ελλάδα και προσπαθούσαν μέσω βίας να εξελληνίσουν το μακεδόνικο πληθυσμό. Σε μα από αυτές τις μάχες, στις 25 Αυγούστου 1906, οι δύο αυτοί μεγάλοι άντρες,  κοντά στο χωριό Зборско-Ζμπόρσκο (Πευκωτό Αλμωπίας), έπεσαν μαχόμενοι για τα δίκαια των Μακεδόνων.

Σημαντικό προς αναφορά είναι και το γεγονός συμμετοχής εννέα κατοίκων του χωριού, στο Македонско-Одринско Ополчение (Μακεδόνικο-Θρακικό Εθελοντικό Σώμα), κατα τη διάρκεια του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, το 1912.

Μετά το βαλκανικό πόλεμο το 1913 και την Συνθήκη του Βουκουρεστίου, όταν η Μακεδονία και ντε φάκτο μοιράστηκε μεταξύ της Ελλάδας, Βουλγαρίας και Σερβίας, το Όστροβο, όπως και όλη η ευρύτερη περιοχή, έγινε μέρος του ελληνικού κράτους. Με την Συνθήκη της Λωζάνης, περι ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, οι μουσουλμάνοι Μακεδόνες του χωριού αναχώρησαν «εθελοντικά» για την Τουρκία και στη θέση τους εγκαταστάθηκαν Πόντιοι από την Τουρκία.

Μεγάλη ήταν και συμμετοχή των κατοίκων του Όστροβο και στον Εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα, την περίοδο 1946-1949. Πολλά ήταν τα νέα παιδιά που έπεσαν μαχόμενα, ελπίζοντας σε καλύτερες μέρες για τους Μακεδόνες και απόκτηση των πολυπόθητων εθνικών, κοινωνικών, γλωσσικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων. Πολλοί είναι σήμερα οι Οστρόβτσσανι που ζουν στη Δημοκρατία της Μακεδονίας και σε άλλα κράτη και δεν μπορούν να επιστρέψουν στις πατρικές τους εστίες, επειδή για τις ελληνικές αρχές είναι «μη Έλληνες το γένος».

Σήμερα το Όστροβο είναι ένα μεγάλο και αρκετά ανεπτυγμένο χωριό, 1600 περίπου κατοίκων, με κύρια ασχολία τη γεωργία και την παραγωγή φρούτων, ιδιαίτερα μήλων. Τελευταία, μετά από κάποια στασιμότητα, άρχισε και πάλι να δραστηριοποιήται ο πολιτιστικός σύλλογος του χωριού και μετά από πολλά χρόνια, πέρυσι ξαναζωντάνεψε το μακεδόνικο έθιμο Џамалари-Τζζαμαλάρι, το οποίο συναντάται σε πολλά μακεδόνικα χωριά, εντός και εκτός Ελλάδας, με διάφορα ονόματα (δείτε Нова Зора τευχος 10). Η οδός Εγνατία και ο κύριος δρόμος Воден-Лерин (Έδεσσα-Φλώρινα) μπορεί να μην περνούν πλέον από εκεί, το Όστροβο όμως συνεχίζει να είναι ένα ζωντανό και όμορφο χωριό, όπου παρόλες τις πιέσεις, διατηρούνται πολλά στοιχεία της μακεδονικότητας του.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ПАТЕЛЕ – ΠΑΤΕΛΕ

Ένα χωριό ιστορικό, κατατρεγμένο, μακεδόνικο. Το Пателе. Το χωριό Пателе –Πάτελε (μετανομάστηκε από τις ελληνικές αρχές το 1926 σε Άγιο Παντελεήμων), βρίσκεται στη δυτική όχθη της λίμνης Островско езеро-Όστροβσκο έζερο (Βεγορίτιδα) και ανατολικά του Петерско езеро-Πέτερσκο έζερο (λίμνη Πετρών). Βόρεια του χωριού υψώνεται ψηλός λόφος, τον οποίο οι χωρικοί ονομάζουν Τумба-Τούμπα. Νότια του χωριού και σε απόσταση 7 χιλ, βρίσκεται η μικρή πόλη Соровичево-Σοροβίτσσεβο (Αμύνταιο), στο δήμο του οποίου και ανήκει.  Βόρεια συνορεύει με το χωριό Горничево-Γκορνίτσσεβο (Κέλη), ανατολικά με το Острово-Όστροβο (Άρνισσα) και δυτικά με τα χωριά Петрско-Πετ’ρσκο (Πέτρες) και Церово-Τσέροβο (Κλειδί). Δίπλα από το χωριό περνάει ή καλύτερα περνούσε, η σιδηροδρομική γραμμή  Солун (Θεσσαλονίκη) – Воден (Έδεσσα) – Лерин (Φλώρινα) – Битола (Μπίτολα).

Παλιά, από εκεί περνούσε ο ρωμαικός δρόμος  Via Egnatia. Λόγω της μεγάλης σημασίας του δρόμου αυτού, το χωριό έλαβε σιγά σιγά και το όνομά του. Πατ (δρόμος)-Πάτελε. Σύμφωνα με παλιές μαρτυρίες, το Пателе κατοικήθηκε από πληθυσμό του χωριού  Рошевци-Ρόσσεβτσι. Το χωριό αυτό βρισκόταν στη βόρεια όχθη της λίμνης Петерско езеро, στην τοποθεσία Куќартните-Κουκιάρτνιτε. Υπάρχουν εκεί ακόμα ερείπια κάποιου κάστρου και οι κάτοικοι το ονομάζουν Кале-Κάλε (πύργος). Το χωριό Рошевци, μάλλον λόγω κάποιας καταστροφής, εγκαταλείφτηκε και οι κάτοικοι του εγκαταστάθηκαν στο σημερινό  Пателе.

Την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στη Μακεδονία, το Πάτελε δεν διέφερε σε τίποτα από τα άλλα μακεδόνικα χωριά. Επειδή οι κάτοικοι ήταν χριστιανοί, κύρια υποχρέωσή τους ήταν καταβολή φόρων και η δωρεάν εργασία (αγγαρεία).

Οι κάτοικοι ασχολούνταν με διάφορες δουλείες. Για τη γεωργία δεν υπήρχαν ευνοϊκές συνθήκες και τις περιορισμένες εκτάσεις τις χρησιμοποιούσαν ως αμπέλια, για τα οποία ήταν πολύ γνωστοί ευρύτερα.  Επίσης ανεπτυγμένη ήταν και η αλιεία και λόγω της τοποθεσίας ανάμεσα σε δύο λίμνες, πολλές οικογένειες ζούσαν από την εργασία αυτή. Ανεπτυγμένο όμως, λόγω της οδού που περνούσε από εκεί, ήταν και το εμπόριο. Οι Παταλέιτσι εμπορεύονταν κρασί, σταφύλλια, ψάρια, σε όλες τις πόλεις της περιοχής και έφταναν μέχρι και τη Μπίτολα και το Солун-Θεσσαλονίκη.

Τον 19ο αιώνα, οι οικονομικά ισχυρότεροι κάτοικοι, άρχισαν να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο και μετά την αποφοίτηση από τα τοπικά σχολεία (Битола, Солун), κάποια από αυτά, συνέχιζαν και σε ανώτατες σχολές των Βαλκανίων και της Ευρώπης. Μεταξύ αυτών και τα αδέρφια Мишајков-Μισσάικοβ. Ο ένας, ο Др. Константин Мишајков, ήταν ο δημοτικός γιατρός της Μπίτολα και γνωστός αγωνιστής για τα δίκαια των Μακεδόνων.  Ο άλλος ήταν ο Μητροπολίτης Панарет-Πανάρετ. Είχε φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έπειτα ορίστηκε Μητροπολίτης Ξάνθης, υπο τη σκέπη του Πατριαρχείου. Με την ίδρυση της Εξαρχίας, προσχώρησε εκεί και ορίστηκε Μητροπολίτης του Пловдив-Πλόβντιβ.

Την περίοδο της Επανάστασης του Ίλιντεν, ήταν πολλοί οι Παταλέιτσι που αγωνίστηκαν για την ελευθερία τους. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο Дине Абдарманов-Ντίνε Αμπνταρμάνοβ, ο οποίος ήταν υπεύθυνος της Οργάνωσης ΒΜΡΟ για το Πάτελε. Τον Ιούνιο του 1902, η τσσέτα του ένδοξου βόιβοντα  Марко Лерински-Μάρκο Λέρινσκι, περικυκλώθηκε στο Пателе από πολυάριθμο οθωμανικό στρατό. Κατα τη διάρκεια της μάχης,ο μεγάλος αυτός οπλαρχηγός σκοτώθηκε και ο  Дине Абдарманов, έξαλλος λόγω του θανάτου του Лерински, αποφάσισε να μην εγκαταλείψει το χωριό του και να παραμείνει για να πολεμήσει εναντίων των Οθωμανών. Μετά από τετραήμερη μάχη, σκοτώθηκε και το όνομά του γράφτηκε στη μακεδόνικη ιστορία. Ο ηρωικός του θάνατος ώθησε πολλούς νέους του χωριού να ενταχθούν στην Οργάνωση και να αγωνιστούν για το λαό τους.

Κατα το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο (1941-1945), μεγάλο μέρος του πληθυσμού του Пателе, εντάχθηκε στην κίνηση της αντίστασης εναντίων των φασιστών κατακτητών. Ο πλέον εξέχων ακτιβιστής της περιόδου εκείνης, ήταν ο Андреја Чипов-Αντρέια Τσσίποβ. Το 1933 ήταν μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ και το 1934 έγινε γενικός γραμματέας του ΒΜΡΟ-Ενωτική, για όλη τη Μακεδονία της Ελλάδας. Επι δικτατορίας του Μεταξά φυλακίστηκε στο Ακροναύπλιο. Το 1941 ορίστηκε Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ.

Όταν άρχισε ο Εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα (1946-1949), εκατοντάδες κάτοικοι του Пателе εντάχθηκαν στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού, πιστεύοντας ότι έτσι θα πολεμήσουν για τα δικαιώματα των εθνικά Μακεδόνων. Ένας από τους μεγαλύτερους αγωνιστές και ήρωας του πολέμου ήταν ο Илија Црнаков-Ίλια Τσ’ρνάκοβ, γεννημένος το 1910. Κατα τη διάρκεια της σύντομης ζωής του, ο Ίλια πολέμησε σε όλους τους πολέμους και σε όλα τα μέτωπα που έλαβαν μέρος στην περιοχή. Στο αλβανικό μέτωπο, στην αντίσταση, στον Εμφύλιο. Χάθηκε κοντά στην Κλεισούρα, στο βουνό Вич-Βιτςς (Βίτσι), χτυπημένος από εχθρική βόμβα, τον Οκτώβριο του 1947. Εδώ θα πρέπει να αναφερθούν και τρεις ακόμα κάτοικοι του χωριού, οι οποίοι πέθαναν από βασανιστήρια στις φυλακές όπου βρίσκονταν λόγω της συμμετοχής τους στις μάχες της περίοδου εκείνης. Βασανίστηκαν άγρια επειδή δεν ήθελαν να απαρνηθούν τη μακεδονικότητά τους και τη γλώσσα τους. Αυτοί ήταν ο Михаил Кљанев-Μίχαηλ Κλιάνεβ, ο Методија Береов-Μετόντια Μπερέοβ και ο Томе Качоров-Τόμε Κατσσόροβ.

Σήμερα το Пателе είναι ένα ζωντανό χωριό, με 1150 κάτοικους περίπου, οι οποίοι ασχολούνται κυρίως με την αμπελουργία, αλλά και με την αλιεία και τον τουρισμό. Οι τουριστικές εγκαταστάσεις είναι σε καλό επίπεδο ανεπτυγμένες, ικανές να ευχαριστήσουν όλες τις απαιτήσεις των επισκεπτών. Επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει και το τριήμερο μακεδόνικων πολιτιστικών εκδηλώσεων του χωριού, που λαμβάνουν μέρος κάθε χρόνο από 25-27 Ιουλίου.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

В’МБЕЛ – Β’Μ’ΜΠΕΛ

Εκτός των πολλών μακεδόνικων χωριών που υπάρχουν και σήμερα, πολλά είναι και τα χωριά τα οποία την περίοδο μετά το 1913 ή κατα τον Εμφύλιο πόλεμο 1946-1949, βίαια ερήμωσαν και καταστράφηκαν, αφήνοντας βαθιά σημάδια στη μακεδόνικη ιστορία. Κατα καιρούς, θα παρουσιάζουμε κάποια από αυτά. Την ιστορία ενός τέτοιου θρυλικού, ερειπωμένου πια χωριού, θα δούμε και στο τεύχος αυτό. Του В’мбел. Ενός χωριού, του οποίου η υλική υπόσταση δεν υπάρχει πια, αλλά υπάρχει η πνευματική, αφού μεγάλος αριθμός των κατοίκων του, ζει διασκορπισμένος σε όλα τα σημεία του πλανήτη μας.

Ότι απέμεινε από το χωριό - Ο γκρεμισμένος ναός

Το В’мбел βρίσκεται (ή τουλάχιστον τα ερείπιά του) στους πρόποδες του βουνού Горбеч-Γκόρμπετςς (Τρικλάριο), στην κορυφή Козик-Κόζικ της περιοχής Корешта-Κόρεσστα (Κορέστεια) του Νομού Καστοριάς, σε υψόμετρο 1200μ. Απέχει 40χμ βορειοδυτικά του Костур-Καστοριά και 54χμ νοτιοδυτικά του Лерин-Φλώρινα. Το 1913 εξελληνίστηκε η ονομασία του σε Βαμπέλι και μετονομάστηκε σε Μοσχοχώρι το 1927 με τα γνωστά βασιλικά διατάγματα (ΦΕΚ 206 / 28.9.1927). Βόρεια συνορεύει με το χωριό Бесфина-Μπέσφινα (Σφήκα), νότια με τα χωριά Косинец-Κόσινετς (Ιεροπηγή) και Крчишта-Κ’ρτσσισστα (Πολυάνεμο), ανατολικά με το Смрдеш-Σμ’ρντεςς (Κρυσταλοπηγή) και Брезница-Μπρέζνιτσα (Βατοχώρι) και δυτικά με την Αλβανία. Η κύρια ασχολία των κατοίκων ήταν η κτηνοτροφία και το εμπόριο βοτάνων, ιδιαίτερα του τσαγιού και σε μικρότερο βαθμό η γεωργία (κυρίως για την κάλυψη δικών τους αναγκών). Ήταν πολύ γνωστό το τσάι βουνού του В’мбел, σε όλα τα μεγάλα παζάρια της περιοχής όπως του Билишта-Μπίλισστα και της Корча-Κόρτσσα (σήμερα Αλβανία), του Костур, του Лерин, ακόμα και του Солун-Θεσσαλονίκης. Πολλοί κάτοικοι επίσης, κατα καιρούς μετανάστευαν σε κοντινές ή και μακρυνές χώρες, αλλά πάντοτε επέστρεφαν σχετικά σύντομα στις εστίες τους.
Κατα τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν (1903), όλοι οι κάτοικοι του В’мбел, συμμετείχαν στον αγώνα των Μακεδόνων για ελευθερία. Βοεβόδας της ευρύτερης περιφέρειας που υπαγόταν και το χωριό, ήταν ο Митре Влаот-Μίτρε Βλάοτ, από το χωριό Кономлади-Κονόμλαντι (Μακροχώρι Καστοριάς), ο οποίος είχε υπό τη διοίκησή του 120 άνδρες. Βοεβόντας της τσσέτα του χωριού ήταν ο Мурто-Μούρτο και άλλοι γνωστοί κόμιτι ήταν οι Пандо Андреев-Πάντο Αντρέεβ, Васил Жуглов-Βάσιλ Ζζούγκλοβ, Мито Атанасов-Μίτο Ατανάσοβ, Илија Дигалов-Ίλια Ντιγκάλοβ κ.α. Ως αντίποινα για τη δράση αυτή, ο οθωμανικός στρατός έκαψε το χωριό, αφήνοντας πίσω του μόνο ερείπια. Πυρπολήθηκαν και τα 120 σπίτια του χωριού. Άγνωστος είναι ο ακριβής αριθμός των νεκρών κατοίκων κατά την επίθεση. Μεταξύ των θυμάτων βρίσκονταν ο Ставре Мошенски-Στάβρε Μόσσενσκι 108 ετών (κάηκε μέσα σε στάβλο), και η γερόντισσα Стојаница-Στογιάνιτσα 100 ετών.

Κόμιτι του χωριού την περίοδο της Επανάστασης του Ίλιντεν

Κόμιτι του χωριού την περίοδο της Επανάστασης του Ίλιντεν

Στη συνέχεια το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού, περίπου 750 άτομα τότε, προσχώρησε στην εξαρχία. Οι Έλληνες «μακεδονομάχοι» θεωρούσαν το Βάμπελ εχθρικό χωριό.
Μεταξύ 1907-1912 μετανάστευσαν από το χωριό 15 άτομα για τις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island (γραφείο υποδοχής και καταγραφής μεταναστών) δήλωσαν στις αρχές εθνικά Μακεδόνες. Αυτοί ήταν οι : Το 1907, Теодор Гергов-Τέοντορ Γκέργκοβ, Васил Гјоргев-Βάσιλ Γκιόργκεβ, Андон Јанев-Άντον Γιάνεβ, Коле Наум-Κόλε Νάουμ, Наум Нанев-Νάουμ Νάνεβ, Андон Тандов-Άντον Τάντοβ, Никола Трајков-Νίκολα Τράικοβ και Константин Вангел-Κόνσταντιν Βάνγκελ. Το 1910 οι Вангел Дуов-Βάνγκελ Ντούοβ, Сотер Василев-Σότερ Βασίλεβ και Стојана Носторова-Στόγιανα Νοστόροβα. Το 1912 οι Никола Андонов-Νίκολα Αντόνοβ, Пандо Гјоргов-Πάντο Γκιόργκοβ, Јоно Лазов-Ιόνο Λάζοβ και Ламбро Ристов-Λάμπρο Ρίστοβ.
Τα πρώτα χρόνια της ελληνικής διοίκησης και συγκεκριμένα το 1916, ένας αριθμός κατοίκων, 17 οικογένειες, μετανάστευσε από το В’мбел για τη Βουλγαρία. Ήδη το 1928 ο πληθυσμός του οικισμού είχε μειωθεί στα 500 περίπου άτομα. Αυτό τον πληθυσμό, οι ελληνικές αρχές ασφαλείας χαρακτήριζαν καθ’ όλη την περίοδο του μεσοπολέμου ως «ανθελληνικών φρονημάτων». Φρόντισαν επίσης να του φερθούν με τον ανάλογο τρόπο. Ένα από τα πολλά περιστατικά τρομοκρατίας του πληθυσμού, συνέβη το 1932, και οι τότε εφημερίδες έγραψαν χαρακτηριστηκά: «Στο Βαμπέλι της Καστοριάς δάρθηκαν μέχρις αιμοπτυσίας κι ύστερα καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 10 νέοι γιατί τραγουδούσαν στη γλώσσα τους».
Κατά τη διάρκειά της κατοχής αρκετοί από το χωριό οργανώθηκαν στον ΕΛΑΣ. Στη συνέχεια πολλοί περισσότεροι εντάχθηκαν στο Δημοκρατικό Στρατό, σύνολο 105 άτομα. Οι γνωστότεροι ματαξύ αυτών ήταν οι Јани Лукаров-Γιάνε Λουκάροβ και Леонид Дулев-Λέονιντ Ντούλεβ. Στις 13 Ιανουαρίου 1948 συνήλθε στο χωριό το πρώτο συνέδριο του ΝΟΦ, στο οποίο συμμετείχαν 500 αντιπρόσωποι. Τα δεινά της εποχής του Ίλιντεν συνεχίστηκαν και κατα τον Εμφύλιο πόλεμο. 37 άτομα, μεταξύ τους και άμαχοι, έχασαν τη ζωή τους στον αγώνα για τα δικαιώματα των Μακεδόνων. 138 παιδιά του χωριού και 9 παιδαγωγοί συντοπίτες τους κατέφυγαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου σχεδόν όλοι οι κάτοικοί του εγκατέλειψαν το χωριό, παίρνοντας το δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς. 81 οικογένειες ή 419 άτομα.
Μεταπολεμικά το κράτος παραχώρησε τις εγκαταλειμμένες εκτάσεις του χωριού για βοσκοτόπια, σε ελληνόφρονες βλάχους έποικους.
Σύμφωνα με τις απογραφές, το 1913-733 κάτοικοι, 1920-574 κάτοικοι, 1928-444 κάτοικοι, 1940-483 κάτοικοι, 1951-0 κάτοικοι.
Αν και διωγμένοι μακριά από τις πατρικές εστίες, οι Β’μπέλτσσανι συνέχισαν να προοδεύουν. Πολλοί είναι αυτοί οι οποίοι έγιναν γνωστοί, ο καθένας στον τομέα του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα οι Ендрју Росос-Άντριου Ρόσσος, ιστορικός στον Καναδά, Сократ Лафазановски-Σόκρατ Λαφαζάνοβσκι, καλλιτέχνης, Крате Пановски-Κράτε Πάνοβσκι, συγγραφέας κ.α.

Εσωτερικό του ναού

Εσωτερικό του ναού

Το μόνο κτίριο, μισογκρεμισμένο και αυτό, το οποίο υπάρχει στην τοποθεσία του χωριού, είναι ο ναός του Свети Димитрија-Αγίου Δημητρίου, το οποίο έχτισαν οι κάτοικοι το 1870. Οι γνωστοί «άγνωστοι», του «αφαίρεσαν» ότι πολίτιμο και άγιο.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ЗАГОРИЧАНИ – ΖΑΓΚΟΡΙΤΣΣΑΝΙ

Ένα χωριό θρύλος. Ένα χωριό θεμέλιο της μακεδονικότητας και των αγώνων των Μακεδόνων για εθνικά δικαιώματα, το οποίο έδωσε αμέτρητους μαχητές και πέρασε τα πάνδεινα. Σφαγές, καταστροφές, διωγμούς, πυρπολισμούς.

Загоричани-Ζαγκορίτσσανι, σημαίνει στη μακεδόνικη γλώσσα «ζα γκόρε» (για πάνω) και δείχνει την ορεινή τοποθεσία που βρίσκεται το χωριό. Ονομάστηκε Βασιλειάδα την δεκαετία του 1920, όταν οι ελληνικές αρχές, μαζικά ελληνοποίησαν τα μακεδόνικα τοπονύμια. Το όνομα αυτό δεν έχει καμιά σχέση με το χωριό.

Η Загоричани βρίσκεται στην περιοχή Пополе-Πόπολε του νομού Καστοριάς-Костур, στους πρόποδες του βουνού Врбица-Β’ρμπιτσα, 18 χιλιόμετρα από την πόλη Костур-Καστοριά.

Βόρεια συνορεύει με τα χωριά Олиште-Όλισστε (Μελισσότοπος), Черешница-Τσσερέσσνιτσα (Πολυκέρασο) και Прекопана-Πρεκόπανα (Περικοπή). Νότια συνορεύει με τα χωριά Бобишта-Μπόμπισστα (Βέργα) και Куманичево-Κουμανίτσσεβο (Λιθιά). Ανατολικά με το Лехово-Λέχοβο και το Мокрени-Μόκρενι (Βαρυκό) και δυτικά με το Б’мпоки-Μπ’μποκι (Σταυροπόταμος), Личиште-Λίτσσισστε (Πολυκάρπη) και Фотиниште-Φοτίνισστε (Φωτεινή).

Στο μακρινό παρελθόν οι κάτοικοι του ασχολούνταν με τη γεωργία και πολλοί από αυτούς μετανάστευαν σε χώρες μακρινές ή περιοδικά εργάζονταν σε βαλκανικές χώρες, κυρίως στη Βουλγαρία. Γραπτά στοιχεία για το χωριό και συγκεκριμένα ονόματα, παρουσιάζονται σε οθωμανικά μητρώα καταβολής φόρου του 15ου αιώνα. Αναφέρονται 15 αρχηγοί οικογενειών (οι οικογένειες τότε ήταν πολυάριθμες) και ένας ανύπαντρος: Трајко-Τράικο, Стајко-Στάικο, Стеван-Στέβαν, Тодор-Τόντορ, Драго-Ντράγκο, Стамат-Στάματ, Којо-Κόιο, Јорги-Ιόργκι, Никола-Νίκολα, Добрил-Ντόμπριλ, Васил-Βάσιλ, Јано-Ιάνο, Никола-Νίκολα, Јано-Ιάνο, Мано-Μάνο και Петруш-Πέτρουςς, όπως και δύο χήρες, η Стана-Στάνα και η Кала-Κάλα.

Загоричани: Ερείπια μετά το κάψιμο του χωριού

Загоричани: Ερείπια μετά το κάψιμο του χωριού

Την περίοδο της Επανάστασης των Μακεδόνων εναντίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το 1903, γνωστή με το όνομα Επανάσταση του Ίλιντεν, το χωριό είχε περισσότερους από 2500 κάτοικους. Πολλοί ήταν αυτοί που αγωνίστηκαν για τα δίκαια των Μακεδόνων. Γνωστοί οπλαρχηγοί της εποχής εκείνης ήταν οι Кузман Стевов- Κούζμαν Στέφοβ, Маслина Грнчарова-Μάσλινα Γκ’ρντσσάροβα, Петар Погончев-Πέταρ Πογκόντσσεβ κ.α. Λόγω της δύναμης αυτής, το χωριό μπήκε στο στόχαστρο των ελληνικών αντάρτικων ομάδων, οι οποίες είχαν μεταβεί στη Μακεδονία για να προπαγανδίζουν τις ελληνικές θέσεις και μέσω τρομοκρατίας να πείθουν το πληθυσμό να ενταχθεί στο Πατριαρχείο. Έτσι, στις 25 Μαρτίου 1905 (με το παλιό ημερολόγιο), επιτέθηκαν στη Ζαγκορίτσσανι και έγραψαν μιά από τις φρικτότερες σελίδες της μακεδόνικης ιστορίας. Ο τότε Πρόξενος της Αυστρίας στη Μπίτολα, Όσκαρ Πρόχασκα, επισκέφτηκε το χωριό, λίγο μετά την σφαγή και σε λεπτομερή Έκθεση, μεταξύ των άλλων, ανέφερε: «Η ελληνική ένοπλη ομάδα, επιτέθηκε την αυγή από περισσότερες πλευρές ταυτόχρονα…Οι Έλληνες πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι, εκεί που μπορούσαν να μπουν, σκότωναν τους άντρες, αλλά σκότωναν επίσης και τις γυναίκες και τα παιδιά με τρόπο βάρβαρο. Πολλά κτίρια στα οποία δεν μπόρεσαν να μπουν, τα ανατίναξαν με δυναμίτη ή τα έκαψαν. Αιχμαλώτισαν 20 άντρες, τους έδεσαν και τους μετέφεραν σε κοντινή κοιλάδα όπου και τους σκότωσαν. Ταυτόχρονα πλιατσικολογούσαν, λήστευαν και έκλεβαν χρήματα. Με αυτό τον τρόπο λυσούσε η ένοπλη ομάδα περίπου 3 ώρες… Όταν  εμείς φτάσαμε, πήγαμε από σπίτι σε σπίτι και είδαμε μόνο πτώματα και τραυματίες. Ο συνολικός αριθμός σκοτωμένων ανερχόταν σε 60. 53 άντρες και 7 γυναίκες. Επίσης δολοφονήθηκαν και περισσότερα παιδιά. Πολλά από τα πτώματα βρίσκονταν σε αποσύνθεση και πολλά, λόγω των βομβών, ήταν παραμορφωμένα. Σε ένα σπίτι βρήκαμε μια πενταμελή οικογένεια ξεκληρισμένη. Με λόγχη είχαν σκοτώσει 5χρονο κοριτσάκι το οποίο προσπαθούσε να φύγει από το σπίτι. Ένας από τους δύο ιερείς του χωριού δολοφονήθηκε με πολλές μαχαιριές. Παντού κοίτονταν νεκρά ζώα, στα οποία μπορούσαμε να δούμε τρύπες από σφαίρες και λογχισμούς».

Σε πρόσθετη Έκθεση, ο Πρόχασκα ανέφερε ότι μεταξύ των αντρών της ένοπλης ομάδας, βρίσκονταν 16 μέλη του Βασιλείου της Ελλάδας και Κρητικοί. Είχαν μαζί τους 4 κάδους με πετρέλαιο για να κάψουν το χωριό. Αρχηγός της ομάδας ήταν ο Έλληνας Υπολοχαγός Γεώργιος Βάρδας Τσόντας, από την Κρήτη.

Η ελληνική ιστοριογραφία, για να μειώσει τη φρίκη που προκάλεσε σε όλη την Ευρώπη η σφαγή, υποστήριξε ότι στο χωριό είχε βρει κατάλυμα μια βουλγαρική τσέτα και ότι αυτήν χτύπησαν οι Έλληνες. Πρόκειται για ένα ακόμα ψέμα.

Στο αρχείο του Στέφανου Δραγούμη, υπάρχει ένα ανυπόγραφο ντοκουμέντο με τίτλο “Αι εν Ζαγοριτσάνη σφαγαί”12, και ημερομηνία 19/4/1905, το οποίο απαντά σε αυτό το ιστορικό ψέμα. Παρουσιάζεται εδώ, εις μνήμην των θυμάτων, καθώς δημοσιεύονται για πρώτη φορά τα ονόματα τους:

«Εξηκριβώθη ότι υπό του σώματος του υπολοχαγού του πεζικού Στεφάνου Δούκα εν Ζαγοριτσάνη διεπράχθησαν σφαγαί κατά αόπλων πληθυσμών, και ότι ουδεμία συμπλοκή εγένετο προς Βουλγάρους, διότι Βούλγαροι δεν είχον καταφύγει εις Ζαγορίτσανη».

Το 1907, κάτοικοι της Ζαγκορίτσσανι, ίδρυσαν στο Τορόντο του Καναδά, τον σύλλογο Мир-Μιρ (ειρήνη), ο οποίος βοηθούσε τους μετανάστες στη βόρειο Αμερική σε περίπτωση αρρώστειας, ανεργίας κ.α. Το 1913, το χωριό αριθμούσε 2320 κατοίκους.

Στον Εμφύλιο Πόλεμο η Ζαγκορίτσσανι έδωσε 62 νεκρούς, ενώ 242 άνθρωποι μετανάστευσαν. 174 παιδιά, ως παιδιά πρόσφυγες, μεταφέρθηκαν σε άλλες χώρες για να γλιτώσουν από τους βομβαρδισμούς. Το χωριό σιγά σιγά ερήμωνε. Σήμερα οι κάτοικοί του είναι περίπου 400. Πολλοί είναι αυτοί που ζουν στη Δημοκρατία της Μακεδονίας και τη Βουλγαρία, όπως και στη βόρειο Αμερική. Ένας από τους γνωστότερους είναι και ο Лефтер Манче-Λέφτερ Μάντσσε, ένας από τους πλέον φημισμένους πλαστικούς χειρούργους των ΗΠΑ και του Καναδά.

Ένα από τα αξιοθέατα του χωριού είναι ο τεράστιος ναός, αφιερωμένος στη Богородица-Παναγία, με διαστάσεις 24χ14 μέτρα και βρίσκεται στο κέντρο του χωριού.

Σήμερα οι κατα πολύ μειωμένοι κάτοικοι, ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία.

Τα πολλά εγκατελειμμένα σπίτια και τα ερείπια γύρω από το χωριό, είναι ορατά σημάδια άλλης ένδοξης εποχής και μαρτυρούν την αιματοβαμμένη ιστορία του Загоричани.

Όλα αυτά και σε συνδιασμό με την γύρω φυσική ομορφιά, αποτελούν μια καλή αιτία και αφορμή για να το επισκευτείτε!

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

БУФ – ΜΠΟΥΦ

Буф-Μπουφ. Ένα από τα ιστορικότερα μακεδόνικα χωριά, ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα του μακεδονισμού, σε όλες τις περιόδους των αγώνων των Μακεδόνων για τα δίκαιά τους, ένα φυτώριο μαχητών και πολιτικών ακτιβιστών κατα την Επανάσταση του Ίλιντεν και κατα τον Εμφύλιο πόλεμο του ’46-’49.

Την περίοδο 1925-1928, όταν δηλαδή οι επίσημες αρχές εξελλήνιζαν μέσω προεδρικών διαταγμάτων τα μακεδόνικα τοπονύμια, το Μπουφ, απλώς «κέρδισε» μια κατάληξη και έγινε Μπούφι. Μετονομάστηκε σε Ακρίτας το 1955.

Το Μπουφ βρίσκεται 17 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Лерин-Φλώρινας, χτισμένο στην πανέμορφη κοιλάδα Буфкол-Μπούφκολ, στους πρόποδες του βουνού Пелистер-Πέλιστερ, σε υψόμετρο 972 μέτρων.

Βόρεια συνορεύει με τα χωριά Раково-Ράκοβο (Κρατερό) και Опсирино-Οψίρινο (Εθνικό), νότια με το χωριό Арменско-Άρμενσκο (Άλωνα), ανατολικά με τα χωριά Горно Клештино-Γκόρνο Κλέσστινο (Άνω Κλεινές), Долно Клештино-Ντόλνο Κλέσστινο (Κάτω Κλεινές), Кладораби-Κλαντόραμπι (Κλαδοράχη) και Кабасница-Καμπάσνιτσα (Πρώτη) και δυτικά βρίσκεται το όρος Πέλιστερ-Βαρνούς (Μπέλα Βόντα), όπου από την άλλη πλευρά του είναι τα χωριά της Πρέσπας, όπως Герман-Γκέρμαν (Άγιος Γερμανός) και Рудари-Ρούνταρι (Καλλιθέα).

Σήμερα οι κάτοικοί του, μόλις 134 σύμφωνα με την απογραφή του 2001, ασχολούνται κυρίως με τη γεωργοκτηνοτροφία και τα επαγγέλματα του βουνού. Τα πράμματα όμως δεν ήταν πάντοτε έτσι.

Το χωριό πρωτοχτίστηκε τον 15ο αιώνα και υπάρχουν μέχρι και σήμερα ερείπια τειχών στην τοποθεσία Градиште-Γκράντισστε. Αναφέρεται σε οθωμανικά φορολογικά μητρώα του 1611 ως Μπουφ, με 19 οικογένειες (την εποχή εκείνη οι οικογένειες ήταν πολυάριθμες, επειδή ως τέτοιες θεωρούνταν τα σόγια). Ο Μακεδόνας Βοεβόντα-οπλαρχηγός Ѓорче Петров-Γκιόρτσσε Πέτροβ, σε κείμενό του είχε αναφέρει ότι το 1896, το Μπουφ ήταν χωριό με άνω των 300 σπιτιών και 2120 κατοίκους, όλοι Μακεδόνες. Ανέφερε επίσης ότι εκεί λειτουργούσε σχολείο αρρένων και θηλέων, όπου η διδασκαλία γινόταν στη μακεδόνικη γλώσσα. Επίσης τόνισε ότι οι Μπούφτσσανι ήταν γενναίοι άνθρωποι, ενωμένοι μεταξύ τους. Παρουσίασε το χωριό ως χωριό-ηγέτης των δίπλα χωριών, χωριό το οποίο άμεσα βοηθούσε τα άλλα που δέχονταν επίθεση. Όσοι καταζητούνταν από τους Τούρκους, κατέφευγαν στο Μπουφ για να κρυφτούν.

Οι κομίτι και βοεβόντι του Μπουφ κατα τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν, ήταν πολυάριθμοι. Γνωστότεροι από αυτούς ήταν ο Наум Петров Буфчето-Νάουμ Πέτροβ Μπούφτσσετο, ο Крсте Кљашев-Κ’ρστε Κλιάσσεβ και ο Сотер Брајанов-Σότερ Μπραγιάνοβ, αλλά και οι Атанас Ферманов-Άτανας Φερμάνοβ, Димитар Вучков-Ντιμίταρ Βούτσσκοβ, Констандин Буфски-Κόνσταντιν Μπούφσκι κ.α.

Μέχρι και το 1900, το χωριό αριθμούσε άνω των 2000 κατοίκων. Την περίοδο εκείνη δυνάμωσε κατα πολύ η μετανάστευση στη βόρεια Αμερική και έτσι το 1904, αριθμεί περίπου 350 κάτοικους.

Η μετανάστευση όμως δεν είχε χαρακτήρα μεγάλης διάρκειας και έτσι η απογραφή του 1913, έδειξε 2288 κάτοικους, όλοι Μακεδόνες. Μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων, 60 περίπου οικογένειες του Μπουφ μετοίκησαν στη Μπίτολα και δημιούργησαν εκεί τη Буфска Маала-Μπούφσκα Μάαλα.

Οι αγώνες και η μακεδονικότητα δεν άλλαξε ούτε και κατα την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Σύμφωνα με έκθεση των αρχών, στο Μπουφ το 1939, ζούσαν 340 οικογένειες, από τις οποίες οι 310 με «δεδηλωμένα σλαβικά φρονήματα». Παρόμοιο έγγραφο είχε υπογράψει και ο διοικητής της αστυνομίας του Лерин-Φλώρινας το 1940, όπου παρουσίαζε το Μπουφ, μαζί με τα χωριά Загоричани-Ζαγκορίτσσανι (Βασιλειάδα), Мокрени-Μόκρενι (Βαρυκό) και Врбени-Β’ρμπενι (Ξυνό Νερό), ως χωριά με τη μεγάλη συγκέντρωση «μακεδονόφρονων» στην περιοχή.

Μακεδόνικο σχολείο ξαναλειτούργησε στο χωριό, κατα τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Το συμβούλιο της κοινότητας, αποτελούμενο από τους Πέταρ Αντόνοβ, Κόστα Κλιότοβ, Ίλια Τόμοβ, Λάζαρ Σ’ρμπίνοβ, Τρέντο Β’λτσσεβ, Φίλιπ Γκρούιοβ, Νίκολα Μπέικοβ, Σίμε Κλιάσσεβ, Ίβαν Τόμοβ και Άτανας Πάνοβ, μετέβηκαν στο Λέριν-Φλώρινα και ζήτησαν άδεια για την επαναλειτουργία του σχολείου στη μακεδόνικη γλώσσα.

Το 1945, το Μπουφ είχε 2007 κατοίκους, από τους οποίους, σύμφωνα με έγγραφο των τότε αρχών, οι 1000 με «μη ελληνική εθνική συνείδηση», οι 37 με «ελληνική συνείδηση» και οι 970 με «ρευστή εθνική συνείδηση».

Μεγάλη ήταν και η συμμετοχή των κατοίκων στον Εμφύλιο πόλεμο, στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού. Μετά το τέλος του πολέμου αυτού, το χωριό έπαθε πολλά δεινά. 189 οικογένειες με 686 μέλη, εκδιώχθηκαν ή κατέφυγαν στην τότε Γιουγκοσλαβία και 96 οικογένειες με 400 μέλη, σε άλλες τότε σοσιαλιστικές χώρες.

Σήμερα μπορεί το χωριό να έχει μόνο 134 κατοίκους, αλλά σύμφωνα με έρευνες συλλόγων μεταναστών από το Μπουφ του εξωτερικού, οι Μπούφτσσαντσι που ζουν στη Δημ.Μακεδονίας, ΗΠΑ, Καναδά και Αυστραλία, είναι παραπάνω από 14.000 άτομα.

Απόρρητη έκθεση του 1993, αναφέρει το χωριό ως «καθαρό σλαβόφωνο» και ότι η μακεδόνικη γλώσσα έχει διατηρηθεί σε «μέτριο επίπεδο».

Είναι ένα πανέμορφο χωριό, όπου τα στοιχεία του μέγεθούς του και της πολυτάραχης ιστορίας του, είναι ακόμα ορατα. Αξίζει να το επισκευτείτε για να θαυμάσετε τον ναό του Свети Никола-Αγίου Νικολάου, ο οποίος χτίστηκε από τον μάστορα Бран-Μπραν (από την Στρούγκα της Δημ.Μακεδονίας) το 1872, όπως και το σχολείο του χωριού, του οποίου το μέγεθος μαρτυρεί για τον μεγάλο αριθμό μαθητών που κάποτε φοιτούσαν εκεί.

Επίσης το καταπράσινο τοπίο με τα γάργαρα νερά, συνδιαζόμενα με τοπικούς μεζέδες και ράκια, θα σας μαγέψουν.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

МОКРЕНИ – ΜΟΚΡΕΝΙ

Мокрени – Μόκρενι (ή Μόκρενα)-Βαρικό. Мокро στη μακεδόνικη γλώσσα σημαίνει υγρό, μουσκεμένο και αυτό όχι χωρίς λόγο, επειδή το χωριό αυτό είναι περικυκλωμένο από νερά και πράσινο. Ένα χωριό πανέμορφο, ήσυχο, φιλόξενο. Τίποτε δε μαρτυρά την πολυτάραχη ιστορία του και τους αγώνες του για τα δίκαια των Μακεδόνων, τα θύματα που έχει δώσει για τον σκοπό αυτό και τις κακουχίες που πέρασαν οι κάτοικοι του, σε όλες τις περιόδους της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας του τόπου.

Το Μόκρενι ή σήμερα στα ελληνικά Βαρικό (μετονομάστηκε με Προεδρικό Διάταγμα το 1926), ανήκει στο Νομό Φλώρινας-Лерин και βρίσκεται στο νοτιοδυτικό του άκρο, εκεί όπου συνορεύουν οι νομοί Καστοριάς-Костур και Κοζάνης-Кожани. Χτισμένο στους πρόποδες του Вичо планина – όρους Βίτσσο (Βίτσι), σε υψόμετρο 650 περίπου μέτρων, μέσα στην κοιλάδα Сарѓол-Σάργκιολ, απέχει 55 χιλιόμετρα από την πόλη Лерин-Φλώρινα, 20 χιλ. από την πόλη Кајлари-Πτολεμαḯδα και 35 χιλ. από το Костур-Καστοριά.

Το σπίτι της Κατίνα Αντρέεβα - Τσβέτα

Το σπίτι της Κατίνα Αντρέεβα - Τσβέτα

Βόρεια συνορεύει με το Илиево-Ιλιέβο (Λέχοβο), νότια με το χωριό Палјор-Παλιόρ (Φούφα), ανατολικά με το χωριό Ракита-Ράκιτα (Ολυμπιάδα) και δυτικά την Клисура-Κλεισούρα.

Στις αρχές του περασμένου αιώνα, το Μόκρενι αριθμούσε περίπου 1300 κατοίκους, όλοι Μακεδόνες. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργοκτηνοτροφία, την ξυλεία και την εκμετάλευση της γειτονικής λίμνης Врапчен-Βράπτσσεν (Χειμαδίτιδα).

Οι αγώνες των απλών αυτών ανθρώπων για τα δίκαια των Μακεδόνων, ήταν μεγάλοι. Την περίοδο της Επανάστασης του Ίλιντεν, πολλοί γενναίοι κάτοικοι, ως κόμιτι, πολέμησαν για την απελευθέρωση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ένας από τους γνωστότερους ήταν και ο Никола Андреев – Νίκολα Αντρέεβ, ο Βοḯβόντα (οπλαρχηγός) της περιοχής, γνωστός και με το παρατσούκλι Αλάι Μπέη. Ο Νίκολα γεννήθηκε το 1879 στο Μόκρενι, σχολείο τελείωσε στη Μπίτολα και στρατιωτική σχολή στην Σόφια της Βουλγαρίας. Εντάχθηκε στις τάξεις του ΒΜΡΟ από τον Τόμα Νταβίντοβ και τον Λάζαρ ΠοπΤράικοβ, αγωνιστές του Κόστουρ. Ήταν ένας από τους πολλούς που βοήθησαν τους Βοϊβόντες Πάντο Κλιάσσεβ και Βάσιλ Τσσακαλάροβ, να ελευθερώσουν τις κωμοπόλεις Клисура-Κλεισούρα και Невеска-Νέβεσκα (Νυμφαίο), από τις οθωμανικές αρχές. Στις αρχές ήταν το δεξί χέρι του Βοϊβόντα του Λέριν-Φλώρινας, Μάρκο Λέρινσκι και έπειτα δημιούργησε τη δική του τσσέτα (ένοπλη ομάδα), ενεργώντας στην περιοχή Κόστουρ και Κάιλαρι. Σκοτώθηκε το 1911. Επίσης γνωστός αγωνιστής της περιόδου εκείνης από το Μόκρενι, σε πολιτικό όμως επίπεδο, ήταν και ο Никола Милев – Νίκολα Μίλεβ. Άτομο με υψηλή μόρφωση, λόγω σπουδών στην Αίγυπτο, Τσάριγκραντ-Κωνσταντινούπολη, Σόφια και ειδικότητα Ιστορίας στη Βιέννη, Φλωρεντία και Ρόμη, εργάστηκε ως δάσκαλος και δημοσιογράφος, προσφέροντας πολλά στον αγώνα των Μακεδόνων για τα δίκαιά τους. Άλλοι γνωστοί αγωνιστές από το Μόκρενι ήταν και οι Георги Тасев-Γκεόργκι Τάσεβ, Никола Сиин-Νίκολα Σίιν, Симеон Сиин-Συμεών Σίιν, Владимир Гоев-Βλάντιμιρ Γκόεβ, Димитар Стојанов Нанов-Ντιμίταρ Στογιάνοβ Νάνοβ κ.α.

Ως αντίποινα όμως, οι Τούρκοι έκαψαν το χωριό στις 30 Αυγούστου 1903 και σκότωσαν 300 άτομα. Διακόσια σπίτια κάηκαν και καταστράφηκε ολοσχερώς ο ναός .

Κατίνα Αντρέεβα - Τσβέτα

Η συμμετοχή όμως των κατοίκων του χωριού, στους αγώνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα των Μακεδόνων δεν σταμάτησε εκεί. Μεγάλη ήταν και η προσφορά τους και κατα τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα. Πολλοί ήταν οι Μοκρέντσσανι, οι οποίοι εντάχθηκαν στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού, πιστεύοντας στις υποσχέσεις πως μετά τη νίκη, οι Μακεδόνες θα απολάμβαναν όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα, σε πολιτιστικό, γλωσσικό και εθνικό επίπεδο. 150 άτομα σκοτώθηκαν την περίοδο εκείνη. Ένα από τα φωτεινότερα πρόσωπα τότε ήταν και η Катина Андреева-Цвета  -  Κατίνα Αντρέεβα-Τσβέτα, η οποία έδωσε τη ζωή της για τον σκοπό αυτό (Νόβα Ζόρα, 1ο τεύχος). Πολλοί ήταν αυτοί που εκδιώχθηκαν από τις ελληνικές αρχές, ως μη Έλληνες το γένος και πολλοί αυτοί που

Νίκολα Μίλεβ

αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε διπλανές χώρες. Οι κάτοικοι, από 1340 το 1940, απέμειναν στους 680 το 1950. Ένας από τους γνωστότερους πολιτικούς πρόσφυγες με καταγωγή από το Μόκρενι, είναι και η γνωστή τραγουδίστρια της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, Фана Шомова-Φάνα Σσόμοβα.

Σήμερα, το Μόκρενι είναι ένα πανέμορφο χωριό, με 750 περίπου κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Το προϊόν  που έχει κάνει το χωριό γνωστό και ευρύτερα, είναι το πολύ καλό боб-μπομπ (φασόλι), με πολλές ποικιλίες και μεγάλη παραγωγή. Πολλές και γνωστές, είναι και οι ψησταριές και τα μεζεδοπωλεία του χωριού.

Βόιβοντα Νίκολα Αντρέεβ

Πολλά από τα μακεδόνικα στοιχεία, έχουν παραμείνει μέχρι και σήμερα στην καθημερινότητα των κατοίκων. Εκτός από τη μακεδόνικη γλώσσα, η οποία ομιλείται από μεγάλο ποσοστό των κατοίκων, πολλά είναι και τα μακεδόνικα έθιμα που διατηρούνται ακόμα. Коледа-Κόλεντα (Κάλαντα), Ешкари-Έσσκαρι (Καρναβάλια), κ.α. Το χωριό γιορτάζει δύο πανηγύρια. Της Παναγίας-Богородица-Μπογκορόντιτσα στις 15 Αυγούστου και του Свети Танас-Σβέτι Τάνας (Αγίου Αθανασίου) στις 2 Μαḯου, σε εξωκλήσι, πάνω στο βουνό.

Είναι ένα χωριό, το οποίο είναι «ζωντανό» και το οποίο αξίζει να επισκευτείτε.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ГУМЕНЏЕ – ΓΚΟΥΜΕΝΤΖΖΕ – ΓΟΥΜΕΝΙΣΣΑ


Στο βορειοδυτικό τμήμα του Солунско Поле-Σόλουνσκο Πόλε (κάμπος της Θεσσαλονίκης) και στις ανατολικές παρυφές του όρους Пајак-Πάιακ (Πάικο),ανάμεσα σε καταπράσινα τοπία και γάργαρα νερά, εκεί όπου αντηχούν οι νότες των πασίγνωστων μουσικών της, βρίσκεται η πανέμορφη μακεδόνικη κωμόπολη Гуменџе-Γκούμεντζζε-Γουμένισσα, γεμάτη με πολυτάραχη ιστορία. Ιστορία, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας συστηματικά αποσιωπείται. Όπως και για όλα τα μακεδόνικα χωριά και πόλεις άλλωστε.

Η Γκούμεντζζε ή Γκούμεντζζα (μετονομάστηκε σε Γουμένισσα με προεδρικό διάταγμα το 1926), χτισμένη σε υψόμετρο 300 περίπου μέτρων, μέχρι πρόσφατα ήταν η πρωτεύουσα του ομόνυμου Δήμου και σήμερα ανήκει στο Δήμο Παιωνίας, με πρωτεύουσα το Πολύκαστρο (μακ.Ραγκούνοβετς). Απέχει 70 χιλιόμετρα από το Солун-Σόλουν-Θεσσαλονίκη, 75 χιλ. από το Кукуш-Κούκουςς-Κιλκίς  και 20 περίπου χιλιόμετρα από τις πόλεις Ениџевардар-Ενιτζζεβάρνταρ-Γιαννιτσά και Постол-Πόστολ-Πέλλα.

Βόρεια συνορεύει με το χωριό Црна Река-Τσ’ρνα Ρέκα (Κάρπη), το οποίο κατοικείται από Βλάχους, νότια συνορεύει με τα χωριά Петгс-Πέτγκς (Πεντάλοφος), Рамна-Ράμνα (Ομαλό) και Либаово-Λιμπάοβο (Φιλυριά),προσφυγικό χωριό,  ανατολικά με το χωριό Тошилово-Τοσσίλοβο (Στάθης) και δυτικά με τα χωριά Крива-Κρίβα (Γρίβα) και Баровица-Μπαρόβιτσα (Καστανερή).

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα σημεία της μικρής πόλης, είναι η Чешма-Τσσέσμα-Βρύση, χτισμένη το 1918 από Γάλλους στρατιώτες οι οποίοι συμμετείχαν στις μάχες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Εκεί συναντήσαμε κατοίκους , οι οποίοι μας αποκάλυψαν πολλά στοιχεία της ιστορίας της πόλης, τα οποία η επίσημη ιστορία αποκρύβει.

«Βεβαίως και μιλάμε μακεδόνικα. Μακεδόνες είμαστε. Όπως και το μεγαλύτερο ποσοστό από τους 4000 και άνω κατοίκους της Γκούμεντζζα. Χωρίς να υπολογίζουμε τον μεγάλο αριθμό συμπολιτών μας και συγγενών μας που το κράτος έδιωξε κατα καιρούς. Έχουμε πολλούς δικούς μας στη Βουλγαρία, στη Δημοκρατία της Μακεδονίας κ.α. Πολλούς. Εδώ που καθόμαστε τώρα, η πλατεία, λέγεται Сред Село-Σρεντ Σέλο. Υπάρχουν και άλλες πλατείες όπως η Бакалница-Μπακάλνιτσα και το Думчево Бунар-Ντούμτσσεβο Μπουνάρ».

«Γνωστές γειτονιές είναι η Чука Маала-Τσσούκα Μάαλα, η Јурвит Маала-Ιούρβιτ Μάαλα όπου υπάρχει η βρύση Јурвица-Ιούρβιτσα και κάποτε έλεγαν πως όποιος πιεί νερό από εκεί, θα παντρευτεί Γκουμεντζζάνκα. Επειδή έχουμε убави моми-όμορφα κορίτσια, οι φαντάροι έτρεχαν για να πιουν νερό. Επίσης γνωστή γειτονιά είναι η Клопа-Κλόπα, όπου σήμερα βρίσκονται τα σχολεία της πόλης. Η Γκούμεντζζα έχει δύο κύριες εισόδους. Η είσοδος στην πόλη ερχόμενοι από Σόλουν-Θεσσαλονίκη διέρχεται από το Поројот-Πόροϊοτ και η είσοδος ερχόμενοι από Ениџевардар-Γιαννιτσά, διέρχεται από τη γειτονιά Поп Стојанови Порти-Ποπ Στογιάνοβι Πόρτι».

«Αλλά και τα τοπονύμια των διαφόρων τοποθεσιών γύρω από τη Γκούμεντζζε, είναι όλα μακεδόνικα και έτσι τα χρησιμοποιούμε μέχρι και σήμερα. Песокта-Πέσοκτα, Карапирот-Καραπίροτ, Попова Шума-Πόποβα Σσούμα, Рамништа-Ραμνίσστα, Дунковиц-Ντούνκοβιτς, Бела Прс-Μπέλα Πρ’ς, Селишта-Σέλισστα, Градишта-Γκράντισστα, Билто-Μπίλτο, Прдикоњ-Π’ρντικον και πολλά άλλα».

«Η τοποθεσία είναι καταπράσινη. Σ’αυτό συμβάλουν τα πολλά ποτάμια που υπάρχουν στην γύρω περιοχή. Ένα από τα μεγαλύτερα είναι η Батанска Река-Μπάτανσκα Ρέκα. Επίσης από την Κρίβα κατεβαίνει το Син Вир-Σιν Βιρ και από το Πέτγκ’ς έρχεται η Цикарциица-Τσικαρτσίιτσα. Τα δύο τελευταία αυτά ποτάμια ενώνονται έξω από τη Γουμένισσα και δημιουργούν το ποτάμι Восиличка-Βοσίλιτσσκα».

«Η Γκούμεντζζα έχει αναδείξει πολλούς αγωνιστές, κυρίως κατα την Επανάσταση του Ίλιντεν. Οι Οθωμανοί κατέκτησαν την περιοχή το 1387. Οι μεγαλύτερες προσπάθειες απελευθέρωσης έγιναν την περίοδο του Ίλιντεν, αλλά και πριν και μετά από αυτό. Υπήρξαν πολλοί που αγωνίστηκαν για τα ιδανικά των Μακεδόνων, αλλά και κάποιοι που αγωνίστηκαν για τα συμφέροντα του τότε Ελληνικού Βασιλείου. Οι γνωστοί Γκ’ρκομάνηδες».

Γνωστός Μακεδόνας επαναστάτης από τη Γκούμεντζζα ήταν ο Ристо Батанџиев –Ρίστο Μπαταντζζίεβ, ένας από τους ιδρυτές της μακεδόνικης οργάνωσης ΤΜΟΡΟ  και μετέπειτα ΒΜΡΟ ο οποίος εργαζόταν ως δάσκαλος στο Γυμνάσιο Αρρένων στο Σόλουν-Θεσσαλονίκη ,,Σβέτι Κίριλ ι Μέτοντι,,. Επίσης γνωστός επαναστάτης ήταν και ο Михаил Чаков-Μίχαηλ Τσσάκοβ, ο οποίος γεννήθηκε στη Γκούμεντζζα στις 16 Μαρτίου  1873. Γυμνάσιο τελείωσε στο Σόλουν-Θεσσαλονίκη και μέλος της μακεδόνικης οργάνωσης έγινε το 1897. Ήταν κόμιτα στην τσσέτα (ένοπλη ομάδα) του Πόπετο και έπειτα έγινε βοϊβόντα (οπλαρχηγός) στην περιοχή Порој-Πόροϊ (σήμερα Πορόια Σερρών). Ήταν ένας από τους εκλεκτούς άντρες του Гоце Делчев-Γκότσε Ντέλτσσεβ και πολέμησε δίπλα του όταν αυτός (ο Ντέλτσσεβ) έπεσε ηρωικά στο χωριό Μπάνιτσα (Καρυές Σερρών).

Γνωστοί επίσης Μακεδόνες μαχητές της περιοχής ήταν και τα αδέρφια Дојамов-Ντογιάμοβ (Δογιάμας), από το χωριό Баровица-Μπαρόβιτσα-Καστανερή. Ο Γκόνο, ο Λάζο και ο Τράιο. Αν και ήταν μέλη του ΒΜΡΟ και πολέμησαν στις τάξεις του για την ελευθερία των Μακεδόνων, για …κάποιους λόγους οι Γκόνο και Λάζο προσχώρησαν στις ελληνικές αντάρτικες ομάδες που κινούνταν στην περιοχή. Ο Τράιο όμως παρέμεινε πιστός στα μακεδόνικα ιδεώδη. Σήμερα  υπάρχουν προτομές μόνο των δύο πρώτων!!;

Κατα τη διάρκεια του αγώνα κατα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η περιοχή ανήκε στο Δεύτερο Επαναστατικό Τομέα «Кожуф-Κόζζουφ». Υπέυθυνος του τομέα αυτού ήταν ο Βοϊβόντα Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ, από τη Μποέμιτσα-Αξιούπολη. Επίσης στην περιοχή έδιναν ένοπλες μάχες και οι βοϊβόντες Σάβα Μιχάιλοβ και Άργκιρ Μανασίεβ.

Μεγάλο αριθμό αγωνιστών για τα δίκαια των Μακεδόνων προσέφερε η Γκούμεντζζα και κατα τον Εμφύλιο Πόλεμο. Πολλοί ήταν αυτοί που εντάχθηκαν στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού ελπίζοντας πως έτσι θα κατακτήσουν τα ανθρώπινα δικαιώματά τους. Μετά την ήττα του Δημ.Στρατού, για ακόμα μια φορά, πολλοί κάτοικοι εκδιώχθηκαν ή αναγκάστηκαν να φύγουν. Σήμερα δεν μπορούν να επιστρέψουν διότι δεν είναι «Έλληνες το γένος». Και οι συγγενείς τους που παρέμειναν στην Γκούμεντζζα, τί είναι;…

«Τα παλιά τα χρόνια ζούσαμε καλά. Αυτό το μαρτυρούν και τα μεγάλα παλιά σπίτια που βλέπετε, όπως και οι μεγάλοι ναοί που υπάρχουν. Του Свети Георги-Αγίου Γεωργίου και της Богородица-Παναγίας.  Το μισό χωριό δούλευε στα μεταξουργεία, στη Χρυσαλίδα, και το άλλο μισό ασχολούταν με τα αμπέλια. Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Δουλειά για τους νέους δεν υπάρχει. Λίγοι ασχολούνται με τα αμπέλια, λίγοι με την αγροτιά και όσοι «κατάφεραν» να μπουν στο δημόσιο. Πεθαίνει η Γκουμέντζζα. Ωραίο το κρασί μας, αλλά κέρδος δεν αφήνει. Πολύ γνωστοί οι οργανοπαίχτες χαλκίνων μουσικών οργάνων, αλλά γλέντι χωρίς λεφτά γίνεται; Διατηρητέα τα παλιά μας σπίτια, αλλά κανείς δεν τα διατηρεί και αναπαλαιώνει. Θα μου πείτε το κράτος δεν δίνει πλέον λεφτά στην «Παλιά Ελλάδα», σε μάς θα δώσει;»

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

РАНЦИ – ΡΑΝΤΣΙ

Ранци – Ράντσι – Ερμακιά. Ένα από τα μεγαλύτερα μακεδόνικα χωριά της Εορδαίας κάποτε, μικρό χωριό, με λίγους κάτοικους σήμερα. Ένα χωριό με μεγάλη ιστορία, αγώνες και θυσίες. Αγώνες για τα δίκαια των Μακεδόνων, τη δημοκρατία και την ισοτιμία. Ένα χωριό το οποίο κάηκε ολότελα τέσσερις φορές και άλλες τόσες ξαναχτίστηκε, από τους κατοίκους του, γνωστούς σε όλη την ευρύτερη περιοχή ως μάστορες και τεχνίτες της πέτρας. Ένα χωριό, το οποίο σήμερα έχει πολύ περισσότερους ανθρώπους του εκτός συνόρων, από ότι στην Ελλάδα. Άνθρωπους τους οποίους το ελληνικό κράτος και επισήμως τους χαρακτηρίζει «μη Έλληνες το γένος» και δεν επιτρέπει τον επαναπατρισμό τους.

Το Ράντσι είναι χτισμένο σε υψόμετρο χιλίων μέτρων περίπου, στις παρυφές του όρους Каракамен планина-Καρακάμεν Πλάνινα-Βέρμιο, είκοσι χιλιόμετρα περίπου ανατολικά της Πτολεμαίδας – Κάιλαρι. Βόρεια συνορεύει με τα χωριά Арбиново-Αρμπίνοβο-Καρυοχώρι και Требиште-Τρέμπισστε-Άγιος Χριστόφορος, νότια με το χωριό Шел-Σσελ-Σέλι, δυτικά με την πόλη Кајлари-Κάιλαρι-Πτολεμαίδα και ανατολικά με το Καρακάμεν, όπου στην άλλη πλευρά του βρίσκεται η περιοχή Негуш-Νέγκουςς-Νάουσα.

Είναι ένα μέρος με λίγο πράσινο, πετρωτό και απόκρυμνο, αλλά όλα αυτά τα στοιχεία δίνουν μια άγρια ομορφιά και δέος. Η πέτρα κυριαρχεί. Σχεδόν όλα τα παλαιότερα σπίτια είναι πέτρινα. Το παράλογο όμως είναι πως αν και ο τόπος γύρω είναι ξερός, στο χωριό υπάρχουν  πολλές δημόσιες βρύσες με άφθονο και κρύο νερό. Τα τοπονύμια, όπως και σε όλα τα μακεδόνικα χωριά, συνεχίζουν να υπάρχουν στη μακεδόνικη γλώσσα. Мочара-Μότσσαρα, Вргуљгуф-Β’ργκουλγκουφ, Бакво-Μπάκβο, Ленишки Мост-Λένισσκι Μοστ, Бурлика-Μπούρλικα. Η Μπούρλικα ήταν το μέρος απ’ όπου παλαιότερα οι Ράντσσανι έκοβαν ξυλεία για τις ανάγκες τους, αλλά και για εμπόριο.

Πολλοί και οι ναοί που υπάρχουν στο Ράντσι. Свети Танас- Άγιος Αθανάσιος, Света Петка-Αγία Παρασκευή, Успение на Богородица-Κοίμηση της Θεοτόκου.

Σε μια βρυσούλα, δίπλα στον παλαιό ναό του Σβέτι Τάνας, συναντήσαμε κατοίκους του χωριού. Ανάμεσά τους και ο Методија Тошевски-Μετόντια Τόσσεβσκι, ο οποίος κατάγεται από το χωριό και ως πολιτικός πρόσφυγας ζει στη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Τους ρωτήσαμε για το παρελθόν του χωριού.

«Παλιά το χωριό ασχολούταν με την κτηνοτροφία, την μελισσοκομία, την ξυλεία και πολλοί κάτοικοι ήταν χτίστες. Επίσης πολλοί δούλευαν ως θεριστές στον κάμπο του Солун-Θεσσαλονίκης. Κάποτε ήμασταν μεγάλο χωριό, αλλά έδιωξαν πολλούς από μας και τέσσερις φορές έκαψαν τα σπίτια μας. Το 1941 εδώ ζούσαν περίπου 2000 άτομα. Το 1944 όμως, αναγκάστηκαν να φύγουν 1200 άτομα και να εγκατασταθούν στη Μπίτολα της Δ.Μακεδονίας ή στη Βουλγαρία, μαζί με πολλές άλλες οικογένειες από Δράμα και Σέρρες. Οι περισσότεροι από Βουλγαρία επέστρεψαν στη Δ.Μακεδονίας και εγκαταστάθηκαν στο Τέτοβο, στο Πρίλεπ και στο Σστιπ. Σήμερα εκεί υπάρχουν πάνω από 1500 Ράντσσανι. Επίσης πολλοί μετανάστευσαν και μέσα στην Ελλάδα, όπως στην Καστοριά-Κόστουρ, Νάουσα-Νέγκουςς και Αθήνα, αλλά και στο εξωτερικό, κυρίως στον Καναδά και Αυστραλία.».

«Τον καιρό του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου που ακολούθησε, το χωριό μας ήταν ένα δυνατό χωριό, με πολλούς αγωνιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα των Μακεδόνων και ενάντια στο μοναρχοφασισμό. Ο πρώτος που σκότωσαν τότε, τα δύσκολα εκείνα χρόνια, ήταν ένας βοσκός, ο Пејо Пејов-Πέιο Πέιοβ. Ακολούθησε η εκτέλεση εξήντα συγχωριανών μας από τον κυβερνητικό στρατό, επειδή αρνήθηκαν να παραδώσουν τον οπλισμό τους. Ένας από τους ηγέτες ήταν και ο Γκιόργκι Κόμπρι, ο οποίος βασανίστηκε σκληρά στις φυλακές της Κοζάνης, αλλά δεν πρόδωσε τους συντρόφους του. Γνωστός επίσης αγωνιστής ήταν και ο Фори Манолев-Φόρι Μανόλεβ, ο οποίος συμμετείχε σε όλους τους πολέμους της εποχής, κατέφυγε στην Τασκένδη και έπειτα στο Πρίλεπ της Δ.Μακεδονίας όπου και πέθανε. Υπήρχε και ένας δάσκαλος, ο Димитриев-Ντιμιτρίεβ,δεν θυμόμαστε το μικρό του όνομα,  άτρομος ακτιβιστής, ο οποίος καταρχήν εκδιώχθηκε από τις ελληνικές αρχές και έπειτα δολοφονήθηκε από τις ίδιες. Δεν πρέπει να ξεχάσουμε και τον Таши Тунев-Τάσσι Τούνεβ, παρτιζάνος και μορφωμένος άνθρωπος, με πολιτικές δράσεις την εποχή εκείνη. Ήταν πολλά τα άτομα που αγωνίστηκαν και χάθηκαν. Αμέτρητα. Δεν τα θυμόμαστε όλα».

«Μεγάλοι ήταν και οι αγώνες των Ράντσσανι και κατα τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν, αλλά και πριν από αυτή. Το χωριό συμμετείχε και στο Негушко Востание – Ξεσηκωμό της Νάουσας, το 1822, όπου μετά την ήττα από τον τούρκικο στρατό, οι συνέπειες ήταν φοβερές. Λόγω της συμμετοχής αυτής και λόγω  της βοήθειας που παρείχαν στους κατατρεγμένους κατοίκους του Горни Шел-Γκόρνι Σσελ-Άνω Σέλι και Долни Шел-Ντόλνι Σσελ-Κάτω Σέλι, το χωριό τιμωρήθηκε σκληρά και πολλοί κάτοικοι πλήρωσαν με τη ζωή τους. Ενδεικτικά, η οικογένεια Танев-Τάνεβ, ξεκληρίστηκε ολόκληρη».

«Στο χωριό δεν είχαμε βοεβόντα, αλλά πολλοί κάτοικοι, το καιρό του Ίλιντεν, έγιναν κόμιτι και εντάχθηκαν στην τσσέτα (ομάδα) του Βοεβόντα Никола Мокренчев-Νίκολα Μοκρέντσσεβ, από το χωριό Мокрени-Μόκρενι-Βαρυκό Φλώρινας».

«Τη δεκαετία του ’60, οι αρχές αποφάσισαν να μεταφέρουν το χωριό, μακριά από την περιοχή, αλλά οι κάτοικοι αντέδρασαν και τελικά χτίστηκε οικισμός στην Πτολεμαίδα, όπου εγκαταστάθηκαν 38 οικογένειες. Το 1966 το χωριό αριθμούσε 470 κατοίκους, ενώ το 1988, 584 κάτοικους. Η απογραφή του 2001, ανέφερε πως στο χωριό μας ζουν 436 άτομα. Σήμερα είμαστε πολύ λιγότεροι από τον αριθμό αυτό. Και να σκεφτείτε πως λίγες δεκαετίες νωρίτερα, είμασταν πάνω από 2000 άνθρωποι. Πολύ  λυπηρό».

Σήμερα οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού ζουν στην Πτολεμαίδα και εργάζονται κυρίως στα ορυχεία της ΔΕΗ, τα οποία βρίσκονται στη γύρω περιοχή. Το χωριό μετονομάστηκε σε Ερμακιά, στις 20 Ιανουαρίου 1927 (Εφημερίδα της Κυβέρνησης 18/1927), την περίοδο εξελληνισμού των ονομάτων όλων των μακεδόνικων χωριών από τις ελληνικές αρχές. Ράντσσανι υπάρχουν πλέον σε όλο τον κόσμο. Πολύ από αυτούς επιτυχημένοι και σεβαστοί πολίτες των πόλεων και κρατών που ζουν σήμερα. Τα παραδείγματα πολλά. Ванчо Каргов-Βάντσσο Κάργκοβ Γενικός Διευθυντής των Τελωνείων της Δημ.Μακεδονίας, Методија Тошевски-Μετόντια Τόσσεβσκι πρωην Υπουργός Οικονομίας της Γιουγκοσλαβίας, Ристо Гушков-Ρίστο Γκούσσκοβ επιτυχημένος επιχειρηματίας, Трифун Карапетров-Τρίφουν Καραπέτροβ γνωστός Διπλομάτης, Атанаско Туневски-Ατανάσκο Τούνεβσκι Καθηγητής Πανεπιστημίου, πολλοί γιατροί, δικηγόροι, έμποροι κτλ.

Παλαιότερα, μέχρι και τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, το πανηγύρι του χωριού, γινόταν το Μάρτιο. Πολλά όμως  νέα παιδιά χάθηκαν στις μάχες του πολέμου αυτού και οι κάτοικοι αποφάσισαν να μην ξαναγιορτάσουν το πανηγύρι εκείνο. Σήμερα, πανηγύρι και διήμερες  εκδηλώσεις γίνονται  το Δεκαπεντάυγουστο.

Ορατά είναι τα σημάδια, ακόμα και σήμερα, του πώς ήταν κάποτε το χωριό και του τί απέμεινε σήμερα. Τα μισά σπίτια του χωριού είναι εγκατελειμένα από τους κατοίκους που εκδιώχθηκαν και δεν τους επιτρέπεται να επιστρέψουν. Είναι ένα χωριό όπου συνυπάρχει το παρελθόν με το παρόν. Η ιστορία που πλανιέται στον αέρα και η άγρια ομορφιά του γύρω τοπίου, είναι υπεραρκετά στοιχεία για να σας πείσουν να το επισκεφτείτε !

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

П О Ж А Р – Π Ο Ζ Ζ Α Ρ

Пожар-Πόζζαρ ση- μαίνει πυρκαγιά. Οι παλαιότεροι λένε ότι το όνομα δόθηκε λόγω των πολλών καυτών ιαματικών νερών που υπάρχουν γύρω από το χωριό και τα οποία ρέουν άφθονα μέχρι και σήμερα, δίνοντας στο χωριό ιδιαίτερη αξία και ανεπτυγμένο τουρισμό. Πυρκαγιές όμως το Πόζ- ζαρ γνώρισε πολλές φο- ρές κατα το παρελθόν, αφού κάηκε ολοσχε- ρώς, τουλάχιστον δύο φορές. Αλλά και σήμερα το όνομα του ταιριάζει απόλυτα!! Είναι ένα από τα «καυτά» μακεδόνικα χωριά, το οποίο διατη- ρεί τη μακεδονικότητά του και ανάμεσα στους κατοίκους του, υπάρχει μεγάλος αριθμός ακτιβι- στών, οι οποίοι αγωνίζο- νται για τα δικαιώματα των Μακεδόνων

Το Пожар είναι ένα μεγάλο και σύγχρονο μακεδόνικο χωριό, 1300 κατοίκων περί- που και ο αριθμός αυτός αυ- ξάνεται κατά πολύ, κυρίως την καλοκαιρινή περίοδο, λόγω των πολλών τουριστών που κατακλύζουν το χωριό για να κάνουν χρήση των ιαματικών νερών και να απολαύσουν την υπέροχη φύση που το περιτρι- γυρίζει. Υπάρχουν πολλά ξε- νοδοχεία και μοτέλ, ταβέρνες οι οποίες προσφέρουν πολλές από τις γεύσεις της μακεδόνι- κης κουζίνας, αλλά και πισίνες, κέντρα διασκεδάσεως και πολλά άλλα. Είναι χτισμένο σε υψόμετρο 300 μέτρων περίπου και απέχει 10 χιλιόμετρα από το С’ботско-Σ’μποτσκο (Αριδαία Πέλλας) και 35 χιλιόμετρα από το Воден-Βόντεν (Έδεσσα). Δυτικά συνορεύει με το χωριό Тресино-Τρέσινο (Όρμα), ανατολικά με τα χωριά Биџова Маала-Μπίτζζοβα Μάαλα (Πιπεριά) και Струпино- Στρούπινο (Λυκόστομο), νότια με το Бизово-Μπίζοβο (Μεγαπλάτανος) και βόρεια βρίσκονται τα σύνορα με τη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Οι φυσικές ομορφιές είναι απερίγραπτες. Πολλά ποτάμια όπως η Μπέλιτσα ρέκα, η Τόπλιτσα ρέκα, η Μέγκλενσκα ρέκα και η Τσ’ρνάρκα ρέκα, και πανύψηλα βουνά, με το Ниџе-Νίτζζε (Βόρας) και το Голјак-Γκόλιακ να βρίσκονται πολύ κοντά και λίγο μακρύτε- ρα στα ανατολικά, το βουνό Пајак-Πάιακ (Πάικο). Βουνά γεμάτα ιστορία και μακεδόνικο αίμα, στα οποία διατηρούνται μέχρι και σήμερα, όπως και στην υπόλοιπη γύρω περιο- χή, τα μακεδόνικα τοπονύ- μια. Добро поле-Ντόμπρο πόλε, όπου έβοσκαν πολλές αγελάδες γνωστές ως καρ- ντάρκι, Катуниц-Κάτουνιτς, Влагасира-Βλαγκασίρα, Среднија Солуна-Σρέντνια Σόλουνα, όπου από εκεί με τον κατάλληλο καιρό φαί- νεται η πόλη Солун-Σόλουν (Θεσσαλονίκη), Мишов камен-Μίσσοβ κάμεν, Марјан- Μάριαν, Сокол-Σόκολ κ.α. «Το χωριό μας σήμερα μπορεί να είναι μεγάλο και ανεπτυγ- μένο, αλλά το ίδιο μεγάλο και πλούσιο ήταν και στο παρελθόν», μας είπαν κάτοικοι του χωριού, κάποιοι και σή- μερα κάτοικοί του και κάποιοι εκδιωγμένοι από τις ελληνι- κές αρχές, χωρίς δικαίωμα επιστροφής. «Το κυρίως χωριό παλαιότερα ήταν το Горно Пожар-Γκόρνο Πόζζαρ και το σημερινό χτίστηκε λίγα χρόνια πριν τον εμφύλιο πόλεμο. Δύο φορές έκαψαν το χωριό μας. Το έκαψε ο Γαρέφης, οπλαρχη- γός από το Βόλο, ο οποίος την εποχή μετά το Ίλιντεν (1904+) τρομοκρατούσε την περιοχή μας και τελικά τον σκότωσε ο Весков-Βέσκοβ από το Баово-Μπάοβο (Προμάχοι Αριδαίας) και το έκαψαν και οι κυβερνητικές δυνάμεις την πε- ρίοδο του εμφυλίου πολέμου, επειδή σχεδόν στο σύνολό του το χωριό, μέσω των τάξεων του Δημοκρατικού Στρατού, αγωνιζόταν για τα δικαιώμα- τα των εθνικά Μακεδόνων». «Οι κάτοικοι ήταν από πάντα ικανοί και δραστήριοι. Κατα περιόδους, παλαιότερα, μετοι- κούσαν και στη γύρω περιοχή και δημιουργούσαν και άλλα χωριά. Μεγάλο μέρος των χωριών Јаворник-Ιάβορνικ (Πλατάνη Έδεσσας), Каменик- Κάμενικ (Πετριά Γιαννιτσών) και Гадиново-Γκαντίνοβο (Γαλατάδες Γιαννιτσών), δημι- ουργήθηκε από Пожаренци- Ποζζαρέντσι». «Τον καιρό εκεί- νο οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με τις πίπερκι-πιπεριές, με τη μπούμπα-μετάξι, το οποίο το μάζευαν το μήνα Ιούνιο, το συγκέντρωναν στο С’ботско-Σ’μποτσκο-Αριδαία και έπειτα το μετέφεραν στο Воден-Βόντεν –Έδεσσα, όπου υπήρχε εργοστάσιο επεξερ- γασίας του προιόντος αυτού. Πολλά ήταν επίσης τα κοπάδια προβάτων και ανεπτυγμένη ήταν και η καλλιέργεια μπομπ- φασολιού, κόστενι-κάστανα και κροκάρι-κρεμμυδάκια». «Επι Τουρκοκρατίας, τον καιρό της Επανάστασης του Ίλιντεν, οι πρόγονοί μας ήταν πάντοτε μάχιμοι και ανυπότακτοι. Στο χωριό μας και στο γειτονικό χωριό Μπάοβο-Πρόμαχοι, Τούρκοι δεν πάτησαν ποτέ. Πολλές φορές όμως, έρχονταν κρυφά και μας έκλεβαν τα κορίτσια μας. Κάποια στιγμή οι κάτοικοι τους έπιασαν και τους σκότωσαν, με αποτέλεσμα να καταφτάσει μεγάλος τούρκι- κος στρατός για να τιμωρήσει τους άντρες. Ο τότε κμετ- πρόεδρος του χωριού, Νίκολα Κίρκοβ, έπεισε τους άντρες να ξυριστούν, να ντυθούν γυναι- κεία και να μείνουν στο σπίτι. Έπειτα έστειλε τις γυναίκες στα χωράφια και στον κάμπο. Όταν έφτασε ο στρατός, άντρες δεν βρήκε πουθενά. Λόγω του περιστατικού αυτού, άλλαξε και το επώνυμο του προέδρου. Από Κίρκοβ, έγινε Λάζζεβ (ψεύτης)». «Οι μεγάλες οικογένειες τότε του χωριού ήταν του Самандов-Σαμάντοβ, του Кирков-Κίρκοβ, του Кироваков-Κιροβάκοβ, του Причков-Πρίτσσκοβ, του Јанов-Γιάνοβ, του Дурдобаков-Ντουρντομπάκοβ, του Нушков-Νούσσκοβ, του Џеков-Τζζέκοβ κ.α.». «Μετά την εγκατάσταση των ελληνι- κών αρχών, και συγκεκριμένα το 1916, πολλοί εξαναγκάστη- καν, λόγω διαφόρων πιέσεων, να εγκαταλείψουν το χωριό και να καταφύγουν στη Βουλγα- ρία. 5000 περίπου κατοίκους είχε κάποτε το χωριό. 10 παπάδες. Επίσης πολλοί ήταν και εκείνοι οι οποίοι εκδιώχθη- καν από τον ελληνικό στρατό, μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Σήμερα δεν μπο- ρούν να επιστρέψουν επειδή όπως λέει και ο νόμος ,,δεν είναι Έλληνες το γένος,,. Πολύς ήταν ο κόσμος από το χωριό μας που εντάχθηκε στις τάξεις του Δημ.Στρατού. Μάλιστα, μία από τις ταξιαρχίες του ήταν σταθμευμένη εδώ κοντά, στο χωριό Фуштани-Φούσστανι (Φούστανη)». «Σήμερα το χωριό μας ασχο- λείται κυρίως με τον τουρισμό λόγω των θεραπευτικών νερών και με τα κεράσια. Τα Μπάνια όπως τα λέμε, τα δούλευαν από ανέκαθεν οι χωριανοί. Μετά το 1913 δόθη- καν από το κράτος σε κάποιον άσχετο και επιστράφηκαν στο χωριό μόλις το 1982. Σήμερα τα δουλέυει ο Δήμος». «Έχου- με και πολλά πανηγύρια. Το πανηγύρι του Σβέτι Γκιόργκι- Αγίου Γεωργίου, αφιερωμένο σε έναν ναό μας, χτισμένο γύρω στο 1500, τον οποίο κα- τέστρεψαν ανόητοι νομίζοντας πως εκεί θα βρουν χρυσάφι. Επίσης υπάρχει και ο ναός του Σβέτι Νίκολα-Αγίου Νικολάου, χτισμένος γύρω στο 1700. Το 1916, οι Σέρβοι άρχισαν να οικοδομούν ναό τον οποίο τελείωσαν οι κάτοικοι του χωριού και είναι αφιερωμένος στον Σβέτι Γιόβαν. Παλαιότερα χορός στο κέντρο του χωριού γινόταν κάθε εβδομάδα. Στο Όρλισστε. Σήμερα μεγάλος χορός και εκδηλώσεις γίνονται στο τέλος Αυγούστου, τα γνω- στά Ποζαρίτικα». Το χωριό δεν έχει να ζηλέ- ψει τίποτα από άλλα χωριά. Εκείνα ίσως ζηλεύουν την απέραντη ομορφιά του και την οργανωμένη τουριστική του υποδομή. Χιλιάδες κόσμου το επισκέπτονται όλες τις εποχές του έτους. Γίνετε και εσείς ένας από αυτούς !!

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Κατηγορίες

Loading

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


EMPORIKI BANK-Branch 501 Florina

Bank account 59667441

IBAN:GR75 0120 5010 0000 0005 9667 441

BIC EMPOCRAA

  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2012 (153)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)
  • Τελευταίο
  • Δημοφιλή
  • Σχόλια