Αρχεία | ΠΡΟΣΩΠΑ | Личности

ТЕОДОСИЈ ГОЛОГАНОВ – ΤΕΟΝΤΟΣΙΙ ΓΚΟΛΟΓΚΑΝΟΒ (1846 – 1926)

Ο Μητροπολίτης Теодосиј Гологанов ήταν Μακεδόνας πνευματικός ηγέτης, εκκλησιαστικός συγγραφέας και αγωνιστής για την επαναλειτούργηση της Αρχιεπισκοπής της Охрид-Όχριντ, όπως και την σύσταση μακεδόνικου εθνικού κράτους. Ήταν ένας από τους ενεργούς ακτιβιστές για τη δημιουργία ανεξάρτητης μακεδόνικης εκκλησίας, ακόμη από το 1874. Με τον ερχομό του ως Επίσκοπος στην εκκλησιαστική επαρχία του Σκόπιε, την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, ο  Теодосиј άρχισε ενεργά να εργάζεται στην απόσχιση των μακεδόνικων επαρχιών από την σύνθεση της Εξαρχείας. Κατανοώντας ότι δεν υπάρχουν συνθήκες η μακεδόνικη Εκκλησία να αναγνωριστεί στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ότι η μοναδική δυνατότητα που έδινε ελπίδες ήταν να τεθεί υπο την σκέπη αυτών των εκκλησιών που ήταν ήδη αναγνωρισμένες από την Αυτοκρατορία, ξεκίνησε συνεργασία με την Καθολική Εκκλησία με σκοπό την ένταξη στην Ούνια (Ένωση).   Αυτές οι δραστηριότητες προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις από πλευράς του Βούλγαρου Έξαρχου, ο οποίος και έλαβε αυστηρά μέτρα για να εμποδίσει το σχέδιο αυτό. Με τη βοήθεια των οθωμανικών αρχών, συνέλαβε τον Τεοντόσιι και τον οδήγησε καταρχήν στο Цариград-Τσάριγκραντ (Ίσταμπουλ-Κωνσταντινούπολη) και έπειτα τον απομόνωσαν στη Βουλγαρία εώς το τέλος της ζωής του.

Ο Теодосиј, του οποίου το κοσμικό όνομα ήταν Васил Гологанов-Βάσιλ Γκολογκάνοβ, γεννήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 1846 στο χωριό Трлис, Серско –Τ΄ρλις, Σέρσκο (Βαθύτοπος Σερρών). Βασική εκπαίδευση έλαβε από τον πατέρα του, τον ποπ-Ίλια και μετά τη μόρφωση στο σχολείο του χωριού του, φοίτησε στο ελληνικό γυμνάσιο Σερρών. Το 1860 στάλθηκε στο μοναστήρι „Св. Јован Претеча“(Σβέτι Γιόβαν Πρέτετσσα) του Серско-περιοχή Σερρών, όπου και έγινε μοναχός το 1862.

Ο Теодосиј ενεργά εντάχθηκε στο εθνικό κίνημα μέσω του αγώνα για άνοιγμα σχολείων και αντικατάσταση της ελληνικής με τη μακεδόνικη γλώσσα στις λειτουργίες το 1865. Το 1867-68 βρέθηκε στο Μόσταρ ως πρωτοσύγγελος του Μητροπολίτη Χερσεγκοβίνης Προκόπιι. Εκεί ήρθε κοντά με τους επαναστάτες της ευρύτερης περιοχής και με ψευδόνυμο έστελνε κείμενα στις σερβικές εφημερίδες, καλώντας τους λαούς των Βαλκανίων σε ξεσηκωμό εναντίων των Οθωμανικών αρχών. Με μήνυμα από πλευράς των επαναστατών της Χερσεγκοβίνης για ξεσηκωμό και στη Μακεδονία, κατευθύνθηκε μέσω Солун-Σόλουν (Θεσσαλονίκη) προς Сер-Σερ (Σέρρες), αλλά συλλήφθηκε από τις τουρκικές αρχές. Τον έσωσε ο μητροπολίτης της περιοχής. Αργότερα ο Τεοντόσιι αναχώρησε για το Πλόβντιβ, όπου τοποθετήθηκε εφημέριος του ναού Σβέτα Μπογκορόντιτσα (Παναγίας) και μετέπειτα ηγούμενος του μοναστηρίου Σβέτι Βρατςς (1869-1873).

Αν και είχε εκλεγεί ως εξαρχικός Μητροπολίτης της περιοχής του Σκόπιε στις 29.12.1884, μέχρι και το 1890 περίμενε στο Τσάριγκραντ για να του οριστεί μητροπολιτική θέση. Όλα αυτά οφείλονταν στις μεγάλες αντιδράσεις του Πατριαρχείου, με την στήριξη της Ελλάδας και της Σερβίας. Αυτό ωθούσε όλο και περισσότερο τους Μακεδόνες να σκέφτονται σχετικά με την ανασυγκρότηση της Αρχιεπισκοπής του Όχριντ. Μέσω του Коста Групчев-Κόστα Γκρούπτσσεβ και του   Наум Евро-Νάουμ Έβρο, το 1887, ο Τεοντόσιι ήρθε σε επαφή με το Тајниот македонски комитет-Τάινιοτ Μακεντόνσκι Κομιτέτ (Μυστική Μακεδόνικη Επιτροπή), μακεδόνικη οργάνωση διανοουμένων στην Σόφια, οι οποίοι αγωνίζονταν για την ανασυγκρότηση της Αρχιεπισκοπής του Όχριντ και απομάκρυνση των Βούλγαρων ιερέων και δασκάλων.

Κατα τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων της Μυστικής Μακεδόνικης Επιτροπής με την κυβέρνηση της Σερβίας το 1886, το Βελιγράδι κάνοντας την προπαγάνδα του, συμφώνησε υπο όρους, να επικαιροποιηθεί η ανασυγκρότηση της Αρχιεπισκοπής. Ο Τεοντόσιι εξέφρασε ετοιμότητα να αναλάβει την ηγεσία της.

Για να εμποδίσει την εξάπλωση της σερβικής προπαγάνδας, ο Έξαρχος Γιόσιφ Ι, με την στήριξη της βουλγαρικής κυβέρνησης, το 1890, ζήτησε και πάλι να εκδοθούν εντολές για τις εξαρχικές επισκοπές του Σκόπιε και του Όχριντ. Στις 15 Μαρτίου 1890, ο Μεγάλος Βεζύρης εξέδοσε μόνο άδειες για προσωρινή παραμονή. Ο Τεοντόσιι προσπάθησε να φτάσει στο Σκόπιε χωρίς το αναγκαίο μπεράτι, αλλά μετά από διαμαρτυρίες του Έλληνα και του Σέρβου προξένου, στις 27 Απριλίου 1890, ο Βαλής (ανώτατος αξιωματικός) τον ανάγκασε να επιστρέψει στο Τσάριγκραντ. ,,Εάν ανασυγκροτηθεί η Αρχιεπισκοπή του Όχριντ, εγώ θα παραιτηθώ από την Εξαρχεία,, δήλωσε στον Σέρβο πρόξενο στο Σόλουν, κατα τη διάρκεια του ταξιδιού με καράβι προς το Τσάριγκραντ.

Βλέποντας τις ζημιώδεις επιδράσεις των ξένων προπαγάνδων στη Μακεδονία και τον κίνδυνο για τη μακεδόνικη εθνική ταυτότητα, ο μητροπολίτης Теодосиј Гологанов, σε επιστολή του, της 22.7.1891, προς τον ηγούμενο Ντιονίσιι, έγραψε: „Εμείς οι Μακεδόνες, δεν υποφέρουμε τόσο από τους Τούρκους, όσο από τους Έλληνες, Βούλγαρους και Σέρβους, οι οποίοι σαν γύπες σε πτώμα όρμηξαν στην χιλιοβασανισμένη μας γη και θέλουν να την κομματιάσουν…Η Εξαρχεία μας, με την εκκλησιαστική και εκπαιδευτική της δράση εδώ στη Μακεδονία, στην ουσία εκτελεί την πλέον μίζερη δραστηριότητα, αφαιρεί το όνομα ενός λαού και το αλλάζει με άλλο, του αφαιρεί τη μητρική γλώσσα και του δίνει άλλη, του παίρνει τα εθνικά σύμβολα και τα αλλάζει με άλλα…Οι Τούρκοι αφαιρούν περιουσίες και ζωές από τους σκλαβωμένους, αλλά δεν εκτείνονται ως το πνεύμα του…Ενώ η ιερή Εξαρχεία μας, σκοτώνει αυτό το άλλο, το συνεχές…Εμείς οι πνευματικοί, με μακεδόνικη καταγωγή, πρέπει να ενωθούμε και ωθήσουμε το λαό μας να ξυπνήσει, να αποτάξει τις ξένες διοικήσεις, να αποτάξει την Πατριαρχεία και την Εξαρχεία και να ενωθεί πνευματικά υπο την σκέπη της Εκκλησίας του Όχριντ, την αληθινή του μητέρα Εκκλησία. Δεν είναι άραγε καιρός να σταματήσει ο εθνικός χωρισμός ενός ίδιου λαού μόνο και μόνο επειδή ο ένας αναγνωρίζει την Πατριαρχεία, ο άλλος την Εξαρχεία και ο τρίτος προσκυνάει τον Μωάμεθ;,,.

Αυτές οι δηλώσεις έφτασαν ως τον Έξαρχο Γιόσιφ Ι και όταν αυτός προσπάθησε να απομακρύνει τον Τεοντόσιι από τη θέση του Μητροπολίτη Σκόπιε, η Υψηλή Πύλη, η οποία στο μεταξύ είχε εκδόσει τα μπεράτια, υπο την πίεση της σερβικής κυβέρνησης, δεν έδωσε την άδεια για την πράξη αυτή.  Ο Теодосиј, μετά τη λήψη του μπερατιού, έφτασε στο Σκόπιε στις 25.7.1890. Εκεί ο Теодосиј έκανε μεγάλες αλλαγές σε προσωπικό και άλλα θέματα, τα οποία οδήγησαν προς την απόσχιση από την Εξαρχεία. Εισήγαγε τη χρήση της μακεδόνικης γλώσσας, δημιούργησε εκτυπωτήριο, σφραγίδες και άλλα έγγραφα. Λόγω των σκληρών αντιδράσεων του Έξαρχου, ο  Теодосиј ξεκίνησε συζητήσεις με τον Αυστρο-Ούγγαρο πρόξενο Σσμούκερ και με τον εκπρόσωπο του Βατικανού, Μπονέττι (3.12.1891) με σκοπό την ένταξη στην Ούνια, εάν ανεξαρτητοποιηθεί η Αρχιεπισκοπή στα σύνορα όλης της Μακεδονίας, σε ένωση με τους κανόνες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Ο Βούλγαρος Έξαρχος και εγγράφως τον απομέκρυνε από τα καθήκοντά του, ζητώντας από τις οθωμανικές αρχές να τον φέρουν στο Τσάριγκραντ. Τον Ιανουάριο του 1892, ο Μητροπολίτης Τεοντόσιι εγκατέλειψε το Σκόπιε για πάντα και στις 11 Μαρτίου στάλθηκε σε αναγκαστική παραμονή στο μοναστήρι Ντραγκάλεβ της Σόφια, όπου παρέμεινε απολύτως απομονωμένος εώς και το 1901. Με την στήριξη της επαρχίας Σκόπιε και τους ανθρώπους γύρω από τον Попарсов-Ποπάρσοβ, ο Τεοντόσιι έβαλε υποψηφιότητα στις εκλογές νέου μητροπολίτη της περιοχής το 1910. Ταυτόχρονα, μαζί με τον Ποπάρσοβ και τον Μισίρκοβ, κινήθηκαν με σκοπό την ίδρυση Ανώτατης Παιδαγωγικής Σχολής στο Σκόπιε, κάτι που τελικά δεν έγινε εφικτό.

Ο Теодосија Гологанов έχει δημοσιεύσει πολλές λογοτεχνικές-επιστημονικές λειτουργικές μελέτες και μεταφράσεις. Όταν κατα τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, ο γερμανο-βουλγαρικός στρατός κυριάρχησε στη Μακεδονία και η Εξαρχεία ξαναπέκτησε τη δικαιοδοσία της, και πάλι δεν του επιτράπηκε να γίνει μητροπολίτης του Σκόπιε, αλλά στάλθηκε στην επαρχία της Γκιουμουρτζζίνα (Κομοτηνής). Μετά τον πόλεμο, τοποθετήθηκε στην Πνευματική Ακαδημία της Σόφια, χωρίς κανένα καθήκον και εκεί πέθανε την 1 Φεβρουαρίου 1926.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ГРИГОР ПРЛИЧЕВ – ΓΚΡΙΓΚΟΡ Π΄ΡΛΙΤΣΣΕΒ (1829 – 1893) Македонскиот Хомер – Ο Μακεδόνας Όμηρος

Ο Григор Прличев αποτελεί το μεγαλύτερο όνομα της μακεδόνικης λογοτεχνίας του 19ου αιώνα. Αυτή η  λογοτεχνική ιδιοφυΐα, σύμφωνα με την γλωσσική υπαγωγή, αποτελεί  συγγραφέα σε τρεις γλώσσες: μακεδόνικα, ελληνικά και βουλγάρικα και ενώνει στον εαυτό του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και την εποχή στην οποία έζησε και δημιούργησε, τον κλασικισμό και τον ρομαντισμό, ως σημάδια του στυλ του. Είναι συγγραφέας για τον οποίο η Μακεδονία είναι ,,и љубов и судба и болка и очај и неопходност и тага и лулка и гроб (ι λιούμποβ ι σούντμπα ι μπόλκα ι ότσσαϊ ι νεόπχοντνοστ ι τάγκα ι λούλκα ι γκρομπ – και αγάπη και μοίρα και πόνος και ανάγκη και θλίψη και λίκνο και τάφος),,.
Γεννήθηκε στην πόλη Охрид-Όχριντ, ως το τέταρτο και τελευταίο παιδί της Μάρια και του Στάβρε Π΄ρλιτσσεβ, τεχνίτη της πόλης. Σύντομα ο πατέρας του πέθανε και σε ηλικία μόλις έξι μηνών έμεινε ορφανό από πατέρα. Την φροντίδα της οικογένειας ανέλαβε ο παππούς του Γκρίγκορ, ο οποίος συγκέντρωνε ανθρωπιστική βοήθεια για τους πολιτικούς φυλακισμένους εκείνης της περιόδου και επίσης ήταν μεγάλος  οπαδός του βιβλίου. Όσο ο Γκρίγκορ μεγάλωνε, τόσο ο παππούς του του μετέδιδε την αγάπη για τη λογοτεχνία και σύντομα είδε ότι οι κόποι του άρχισαν να καρποφορούν. Κάθε μέρα τον πήγαινε στο σχολείο και πριν το θάνατό του άφησε κληροδότημα στη μητέρα του Γκρίγκορ, με όλα τα μέσα να συνεχίσει τη μόρφωση του παιδιού.
Ο Прличев ήταν μαθητής του Димитрија Миладинов (Ντιμίτρια Μιλάντινοβ), ενός ακόμη μεγάλου λογοτέχνη της εποχής, ο οποίος εκείνη την περίοδο δίδασκε στο Охрид. Ενώ μορφωνόταν, τα προς το ζειν τα εξασφάλιζε στον κεντρικό δρόμο πουλώντας αυγά και μούρα. Εργάστηκε επίσης για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα ως ράφτης και αργότερα ορίστικε δάσκαλος στα Τίρανα (Αλβανία). Όταν κατάφερε να συγκεντρώσει λίγα χρήματα, διψασμένος για μάθηση, το 1849 εγγράφηκε ως φοιτητής στην Σχολή Ιατρικής του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Αντί όμως να παρακολουθεί τα μαθήματα ιατρικής, ,,μεθυσμένος,, από τον Όμηρο, πολύ συχνά  διάβαζε ποιήματα αυτού και τα κρεμούσε στους τοίχους της πανεπιστημιακής αυλής. Τα χρήματα που είχε, γρήγορα ξοδεύτηκαν και σύντομα αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Μακεδονία.
Επέστρεψε το 1850 και εώς το 1859 εργάστηκε ως δάσκαλος σε περισσότερα μέρη, με σκοπό να συγκεντρώσει και πάλι χρήματα για να συνεχίσει τις σπουδές του. Ως δάσκαλος εργάστηκε και στις πόλεις Μπίτολα και Πρίλεπ, αλλά κυρίως στο Όχριντ, όπου κατάφερε να εξασφαλίσει τα χρήματα και να επιστρέψει στις σπουδές του στην Αθήνα.
Έφτασε στην Αθήνα το 1859, ως φοιτητής ιατρικής στο δεύτερο έτος. Αντί να ασχοληθεί με το αντικείμενό του, έγραψε το ποίημα ,,Ο Αρματωλός,, (Сердарот-Σέρνταροτ), το οποίο έπρεπε να παραδώσει το αργότερο ως και τις 13.2.1860, σε ποιητικό διαγωνισμό. Έτσι, το 1860, έλαβε το πρώτο βραβείο του μεγάλου αθηναικού διαγωνισμού για το καλύτερο ποίημα στην ελληνική γλώσσα, λαμβάνοντας χρηματικό ποσό και στεφάνι δάφνης. Την ίδια χρονιά, το έργο του δημοσιοποιήθηκε από τον τύπο. Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού ξεπέρασαν όλες τις προσδοκίες και ο  Прличев ανακυρήχτηκε ,,Δεύτερος Όμηρος,, κάτι που δεν είχε ξαναγίνει στην Αθήνα.
Το βραβείο όμως δεν έμεινε για πολύ στα χέρια του, ούτε του δόθηκε η υποτροφία που προβλεπόταν, επειδή δεν δέχτηκε να δηλώσει ότι είναι Έλληνας, όπως του ζήτησαν οι οργανωτές. Επέστρεψε άμεσα στο Охрид και αμέσως άρχισε να εργάζεται πάνω στο νέο του ποίημα με τίτλο „Скендербег,, (Σκέντερμπεγκ). Εργάστηκε και πάλι ως δάσκαλος στην πόλη και άρχισε να αισθάνεται τη δυσαρέσκεια του πληθυσμού λόγω της επιβολής της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία από την Πατριαρχεία. Στροφή στη ζωή του, σύμφωνα με δική του αφήγηση, αποτέλεσε ο θάνατος των αδελφών Μιλάντινοβ στις φυλακές του Τσάριγκραντ (Ίνσταμπουλ-Κωνσταντινούπολης).  Σε σύγκρουση με το Φαναριώτη Μητροπολίτη στο Όχριντ, Μελέτιο και ομάδα μεγαλέμπορων, κόλακων αυτού, πήρε το μέρος του μακεδόνικου λαού και απελευθερώθηκε από την ελληνιστική επίδραση. Μαζί με τον  Јаким Сапунџиев (Γιάκιμ Σαπουντζζίεβ), ξεκίνησαν τον αγώνα για την εισαγωγή της λαικής γλώσσας στα σχολεία. Με αυτό, ο Π΄ρλιτσσεβ επισημοποίησε τον αγώνα του εναντίων της ελληνικής προπαγάνδας στη Μακεδονία.
Το 1868, η οθωμανική εξουσία τον φυλάκισε σε φυλακή του Ντέμπαρ, λόγω συκοφαντίας από πλευράς του Έλληνα Μητροπολίτη της περιοχής. Μετά την αποφυλάκιση επισκέφτηκε το Μοναστήρι του Σβέτι Γιόβαν Μπίγκορσκι και εκεί έγραψε το φημισμένο ποίημα για τη διάλυση της Αρχιεπισκοπής της Οχρίδας. Το ποίημα αυτό έδωσε δύναμη στο λαό για τον αγώνα εναντίων των αφομοιωτικών πράξεων του μητροπολίτη.
Το επόμενο έτος, 1869, η μακεδόνικη λαική γλώσσα εισάχθηκε μαζικά στα σχολεία. Ο Γκρίγκορ παντρεύτηκε με την Анастасија (Αναστάσια), με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά (Κοσταντίνκα, Λίζα, Κίριλ, Ντέσπινα και Γκιόργκι). Την περίοδο αυτή έλαβε πρόσκληση από την Σύνταξη του βουλγάρικου περιοδικού στο Τσάριγκραντ,  „Читалиште“ (Τσσιτάλισστε) και ξεκίνησε με την εργασία μετάφρασης της Ιλιάδας του Ομήρου. Οι Βούλγαροι όμως τον κατηγόρησαν ότι δεν γνώριζε καλά τη βουλγάρικη γλώσσα και έδωσαν αρνητικές κριτικές στο έργο του, προκαλώντας του μεγάλο θυμό και απογοήτευση. Σταμάτησε την ενασχόλησή του με τη μετάφραση αυτή και σε λαική μακεδόνικη γλώσσα εξέδωσε τα ποιήματα „Сердарот (Σέρνταροτ)“,  „Скендербег (Σκέντερμπεγκ)“, όπως και την Ιλιάδα και Οδύσσεια του Ομήρου.  
Πολύ συχνά ο Прличев συνεργαζόταν με περιοδικά και εφημερίδες του Τσάριγκραντ (Ίσταμπουλ-Κωνσταντινούπολη), όπως και με έντυπα του Βελιγραδίου. Το 1872 δημοσίευσε το ποίημα „Во илјада седумстотин шездесет и второ лето (Βο ίλιαντα σεντουμστότινι σσέεσετ ι βτόρο λέτο – Το χίλια εφτακόσια εξήντα δύο έτος),, το οποίο σύντομα μελοποιήθηκε και τραγουδήθηκε από το μακεδόνικο λαό. Τραγουδιέται ακόμη και σήμερα από όλους τους Μακεδόνες ανα τον κόσμο.
Στο μεταξύ εργάζεται και στο πεδίο εξύψωσης των νέων γενεών στα μακεδόνικα σχολεία. Συμμετείχε στην επίσημη υποδοχή του πρώτου εξαρχικού επισκόπου Νατάναηλ Κουτσσέβισσκι, στο Όχριντ και με εκείνη την αφορμή έβγαλε λόγο χαιρετισμού και έγραψε ποίημα προς τιμήν του επισκόπου. Πολύ σύντομα όμως, ο  Прличев ήρθε σε ισχυρή σύγκρουση με τον επίσκοπο και το εκκλησιαστικό-σχολικό συμβούλιο, βλέποντας ότι ο εξαρχικός ιερέας ήθελε να κάνει στο μακεδόνικο λαό ότι έκανε νωρίτερα και ο πατριαρχικός.
Με τα χρήματα που είχε εξοικονομήσει όλο αυτό το διάστημα, διδάσκοντας στην πόλη Струга – Στρούγκα, αναχώρησε για την Σόφια της Βουλγαρίας, απ΄οπου είχε λάβει υποσχέσεις ότι θα του δινόντουσαν οι κατάλληλες συνθήκες για να δημιουργεί λογοτεχνία ανενόχλητος. Εκεί όμως οι υποσχέσεις αποδείχτηκαν ψεύτικες και ότι ο σκοπός όλου αυτού του σκηνικού ήταν να τον απομακρύνουν από το μακεδόνικο λαό. Για να μπορέσει να επιζήσει, την σχολική χρονιά 1879/1880, εργάστηκε στο γυμνάσιο του Γκάμπροβο, αλλά οι συνθήκες εργασίας που του δημιουργούσαν οι εκεί ,,πατριώτες,, ήταν αφόρητες και έτσι την επόμενη χρονιά βρέθηκε στη Λαική Βιβλιοθήκη της Σόφια, όπου ο ,,Δεύτερος Όμηρος, εργάστηκε σε ταπεινωτική γιαυτόν θέση, ως υπεύθυνος αρχείου. Δήλωσε παραίτηση και επέστρεψε στη Μακεδονία, λαμβάνοντας θέση δασκάλου στη Μπίτολα και έπειτα στο Όχριντ. Την περίοδο 1883 -1890, δίδαξε στο Γυμνάσιο Αρρένων του Солун (Σόλουν-Θεσσαλονίκη), όπου σπουδαστές ήταν πολλά από τα μετέπειτα βασικά μέλη του ΒΜΡΟ και αγωνιστές για τα δικαιώματα των Μακεδόνων, όπως ο Γκότσε Ντέλτσσεβ, Ντάμε Γκρούεβ, Πάντο Κλιάσσεβ κ.α. Εκείνη την περίοδο έγραψε και την ,,Αυτοβιογραφία,, του, η οποία εκδόθηκε μετά το θάνατό του, στην συλλογή „Сборник за народни умотворениа, наука и книжнина (Ζμπόρνικ ζα νάροντνι ουμοτβορένια, νάουκα ι κνιζζνίνα)“.
Απογοητευμένος και βαθιά στενοχωρημένος λόγω της άρνησης αποδοχής του έργου του από τους τότε ,,κύκλους διανόησης,, αποσύρθηκε το 1890 στο Όχριντ, όπου και πέθανε το 1893. Η τεράστια αξία του έργου του αναγνωρίστηκε πολύ μετά το θάνατό του, όπως εξάλου και πολλών άλλων διανοουμένων ανα τον κόσμο.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ДАМЕ ГРУЕВ – ΝΤΑΜΕ ΓΚΡΟΥΕΒ (1871 – 1906)

«Γεννήθηκα το 1871 στο χωριό Смилево,Битолско – Σμίλεβο της περιοχής Μπίτολα. Ο πατέρας μου λεγόταν Јован-Γιόβαν και ο παππούς μου Грујо-Γκρούιο. Ο πατέρας μου ήταν οικοδόμος…». Ο βίαιος εξισλαμισμός του μακεδόνικου λαού στην περιοχή των Μίατσι (δυτικό τμήμα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας), επέφερε μετακίνηση μεγάλου αριθμού οικογενειών από τα μέρη εκείνα. Τέτοια ήταν και η μοίρα της οικογένειας του Даме, η οποία από τη Река (Ρέκα) κατέφυγαν στο Смилево.

«Στην αρχή φοιτούσα στο χωριό, όπου υπήρχε βασικό σχολείο. Δάσκαλός μου ήταν ο Атанас Башев-Άτανας Μπάσσεβ από την πόλη Ресен-Ρέσεν. Έπειτα από την πρώτη ως την τέταρτη τάξη, πήγα στη Битола και από την πέμπτη ως την έκτη τάξη στο Солун-Σόλουν (Θεσσαλονίκη), απ’ όπου αναχώρησα για το Βελιγράδι και εκεί συνέχισα τη μόρφωσή μου, παραμένοντας ενάμιση χρόνο περίπου. Από το Βελιγράδι πήγα στην Σόφια και εγγράφηκα ως φοιτητής ιστορίας σε ανώτατη σχολή. Αυτό ήταν το 1889. Προς το τέλος της χρονιάς εγκατέλειψα την σχολή, λόγω του γνωστού εκπαιδευτικού σκανδάλου με τον Рачо Косев-Ράτσσο Κόσεβ και επέστρεψα στη Μακεδονία…». Στην Σόφια, ο Даме εγγράφηκε στο τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου Σβέτι Κλίμεντ Όχριντσκι. Εκεί ζούσε μαζί με τον καλό του φίλο  Димитар Мирчев-Ντιμίταρ Μίρτσσεβ. Εκείνη την περίοδο, πρωθυπουργός της βουλγάρικης κυβέρνησης ήταν ο Стефан Стамболов-Στέφαν Σταμπόλοβ. Αυτός ο πολιτικός  ήταν γνωστός φίλος των Οθωμανών και προσπαθούσε με την πολιτική του να αποκτήσει μεγαλύτερες ελευθερίες από την Μεγάλη Πύλη, σε ότι αφορούσε τη βουλγάρικη προπαγάνδα στη Μακεδονία. Ο Стамболов ήταν εναντίων όλων των υποβολών με στόχο την Οθωμανική Αυτοκρατορία, συμπεριλαμβάνοντας και αυτές των Μακεδόνων μεταναστών στη Βουλγαρία και των Μακεδόνων μαθητών και φοιτητών.

Παρόλη το άσχημο πολιτικό κλίμα στη Βουλγαρία, ο Даме με μερικούς φίλους του, τέλη του 1900, ίδρυσε μυστικό σύλλογο με το όνομα Македонско студенско друштво-Μακέντονσκο στούντενσκο ντρούσστβο (Μακεδόνικος φοιτητικός σύλλογος).

Τα σχέδια του Συλλόγου αυτού ματαιώθηκαν λόγω της δολοφονίας του Υπουργού Οικονομικών της Βουλγαρίας, Христо Белчев-Χρίστο Μπέλτσσεβ. Αυτό το χτύπημα δραστηριοποίησε τις βουλγάρικες αρχές, οι οποίες άρχισαν μαζικές συλλήψεις. Ο  Даме τέθηκε υπο κράτηση σε αστυνομικό τμήμα, όπου και παρέμεινε 15 μέρες. Η ανάκρισή του επικεντρώθηκε καταρχήν στις σχέσεις του με σοσιαλιστικό κίνημα Νοβ Ζζίβοτ και έπειτα η έρευνα επικεντρώθηκε στο Македонското студенско друштво. Στο τμήμα τον ρώτησαν για ποιό λόγο υπήρχε η ανάγκη για οργάνωση των Μακεδόνων φοιτητών σε ξεχωριστό σύλλογο. Ο Даме απάντησε ότι η Μακεδονία έχει έλλειψη διανοουμένων, οι οποίοι όταν επιστρέψουν στην πατρίδα τους θα προστατέψουν τα συμφέροντά της. Τον ρώτησαν επίσης εάν όλο αυτό οδηγεί σε αποσχιστικές τάσεις και με αυτό προκαλείται ζημία στο βουλγαρισμό της Μακεδονίας. Ο Ντάμε απάντησε ότι: «Η μέχρι σήμερα εμπειρία μας, των Μακεδόνων, μας έδειξε ότι μόνο με τις δικές μας δυνάμεις θα καταφέρουμε να απελευθερώσουμε τη Μακεδονία». Ενώ βρισκόταν υπο κράτηση, εκδιώχθηκε από την Ανώτατη Σχολή και έλαβε πρόσκληση για να υπηρετήσει στρατιωτική θητεία. Για το λόγο αυτό, ο Даме και ο Никола Наумов-Νίκολα Ναούμοβ, αναχώρησαν για τη Μακεδονία.   Όλα αυτά τα γεγονότα οδήγησαν στη διάλυση του Македонско студенско друштво.

Επιστρέφοντας, εγκαταστάθηκε στη Битола και εργάστηκε ως δάσκαλος στο χωριό του, το Смилево και έπειτα στην πόλη Прилеп-Πρίλεπ. Αργότερα βρέθηκε στο Солун (Θεσσαλονίκη), όπου προσλήφθηκε ως επιμελητής στο τυπογραφείο του Коне Самарџиев-Κόνε Σαμαρτζζίεβ. Εκεί, στο Солун, ο Даме γνώρισε πολλούς ομοϊδεάτες του. Στις 23 Οκτωβρίου 1893, έλαβε μέρος συνεδρίαση, στην οποία συμμετείχαν οι: Д-р Христо Татарчев,лекар (Δόκτορ Ρίστο Τατάρτσσεβ, γιατρός) από το Ρέσεν, Даме Груев, Петар Поп Арсов, учител (Πέταρ Ποπ Άρσοβ, δάσκαλος) από το χωριό Μπογκόμιλα του Βέλες, Иван Хаџи Николов, книжар (Ίβαν Χατζζινικόλοβ, βιβλιοπώλης) από το Кукуш-Κούκουςς (Κιλκίς), Антон Димитров, учител (Άντον Ντιμίτροβ, δάσκαλος) από το χωριό Ајватово-Αϊβάτοβο (Λητή Θεσσαλονίκης) και Христо Батанџиев, учител (Ρίστο Μπαταντζζίεβ, δάσκαλος) από το Гуменџе-Γκούμεντζζε (Γουμένισσα Κιλκίς). Σ’ αυτήν την συνάντηση συζητήθηκε η γενική κατάσταση στη Μακεδονία και το συμπέρασμα ήταν ότι ο πληθυσμός της πλέον βρίσκεται σε απελπιστική κατάσταση, η οποία για να βελτιωθεί χρειάζεται:  «σχεδιασμένη και σοβαρή δράση, όσο το δυνατό συντομότερα, για να υπάρξει μεγαλύτερη επιτυχία». Αυτή την ημερομηνία στην ουσία ιδρύθηκε το ВМРО.

Στις 5 Ιανουαρίου 1894, κατα τη διάρκεια των χριστουγεννιάτικων εορτών, ξαναέγινε συνεδρίαση και επίσημα ιδρύθηκε η Внатрешна Македонска Револуционерна Организација-Βνάτρεσσνα Μακεντόνσκα Ρεβολουτσιονέρνα Οργκανιζάτσια (Εσωτερική Μακεδόνικη Επαναστατική Οργάνωση), ΒΜΡΟ. Επίσης, προσδιορίστηκε ο σκοπός της, το όνομα και το Κεντρικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελούταν από έξι ιδρυτές. Πρόεδρος εκλέχτηκε ο Христо Татарчев, γραμματέας και ταμίας ο Даме Груев και αντιπρόεδρος ο Иван Хаџи Николов.

Με τον τρόπο αυτό ξεκίνησε και η αποστολική δράση του Даме Груев, σχετικά με την οργάνωση του μακεδόνικου λαού στον αγώνα για την απελευθέρωση από τις Οθωμανικές αρχές. Στο έργο αυτό αφιέρωσε όλη του τη ζωή.

Στην ουσία, ήταν μαζί με τον Гоце Делчев-Γκότσε Ντέλτσσεβ, ηγέτης της Οργάνωσης για το εσωτερικό της Μακεδονίας. Το 1897/1898, περιορίστηκε από τις οθωμανικές αρχές στη Μπίτολα, όπου λόγω διαφόρων επαναστατικών γεγονότων, συλλήφθηκε στις 6 Αυγούστου και καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα ετών. Την άνοιξη του 1903, του δόθηκε αμνηστία και ελευθερώθηκε. Στο Συνέδριο του Σμίλεβο, Μάη του 1903, εκλέχτηκε μέλος του Γενικού Επιτελείου της Επανάστασης του Ίλιντεν, υπεύθυνος για την περιοχή της Μπίτολα και Σέβερεν Λέριν (βόρειο τμήμα της περιοχής του Λέριν-Φλώρινας). Μετά την αποτυχία του ξεσηκωμού παρέμεινε στη Μακεδονία και ασχοληθηκε με την ανανέωση των βάσεων του ΒΜΡΟ. Τον Οκτώβριο του 1905, συμμετείχε στο Συνέδριο του Рила-Ρίλα (όρος στη Μακεδονία του Πίριν-Βουλγαρία) και εκλέχτηκε μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου. Σκοτώθηκε σε μάχη με τον οθωμανικό στρατό στις 10 Δεκεμβρίου 1906, κοντά στο χωριό Русиново-Ρουσίνοβο (ανατολικό τμήμα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας).

Με την ίδρυση του ανεξάρτητου μακεδόνικου εθνικού κράτους, ο Ντάμε Γκρούεβ ανακυρήχτηκε ως ένας από τους εθνικούς ήρωες, σύμβολο της Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Το όνομά του αναφέρεται στον εθνικό ύμνο της χώρας και επίσης έτσι ονομάζονται πολλά σχολεία, οδοί, συνοικίες, μη κυβερνητικές οργανώσεις και συλλόγοι. Την ημέρα γέννησης ή θανάτου του, οργανώνονται πολυάριθμες εκδηλώσεις και τελετές. Φέτος συμπληρώνονται 105 χρόνια από το θάνατο αυτού του Μακεδόνα αγωνιστή και ιδεολόγου.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ДИМИТАР ВЛАХОВ ΝΤΙΜΙΤΑΡ ΒΛΑΧΟΒ (1878 – 1953)

Ο Димитар Влахов ήταν Μακεδόνας επαναστάτης, πολιτικός, μέλος του μακεδόνικου επαναστατικού κινήματος, ακτιβιστής του Σοσιαλδημοκρατικού εργατικού κόμματος της Βουλγαρίας, της μακεδόνικης επαναστατικής οργάνωσης (ВМРО), του Λαικού Ομοσπονδιακού Κόμματος (НФП), του ВМРО (Αυτονομιστική), του ВМРО (Ενωμένη), του βουλγάρικου κομμουνιστικού κόμματος, της Κομιτέρνα και του κομμουνιστικού κόμματος της Γιουγκοσλαβίας, αλλά και ένας από τους κύριους ιδεολόγους της μακεδόνικης εθνικής ιδέας.

Γεννήθηκε στο Кукуш-Κούκουςς (Κιλκίς) το 1878, πόλη η οποία τότε ήταν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Βλάχοβι ήταν επαναστατική οικογένεια. Ο αδερφός του Христо Влахов ήταν επίσης επαναστάτης, όπως και ο συγγενής του Христо Станишев-Χρίστο Στανίσσεβ. Τελείωσε μέση εκπαίδευση στο Πρώτο Γυμνάσιο Αρρένων της Σόφιας και έπειτα έγινε δάσκαλος. Συνέχισε τη μόρφωσή του στη Γερμανία και την Ελβετία όπου σπούδασε χημεία και εκεί άρχισε να κινείται στους σοσιαλιστικούς κύκλους. Το 1903 αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Σόφιας.

Σύντομα μετά την αποφοίτησή του, το φθινόπωρο του 1903, ο Βλάχοβ εντάχθηκε στις τάξεις του μακεδόνικου εθνικο-απελευθερωτικού κινήματος. Το 1904 ήταν μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου του ΒΜΡΟ και υπεύθυνος του ΒΜΡΟ για το Солун-Σόλουν (Θεσσαλονίκη). Συλλήφθηκε το 1904 και παρέμεινε στις φυλακές ως το 1905.

Μετά την Επανάσταση των Νεοτούρκων (1908), το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, εκλέχτηκε βουλευτής στο κοινοβούλιο των Νεότουρκων, μαζί με τον Христо Далчев-Χρίστο Ντάλτσσεβ από το Сер (Σέρρες), ως εκπρόσωποι της αριστεράς του μακεδόνικου απελευθερωτικού κινήματος. Συμμετείχε στην έκδοση της εφημερίδας  „Единство“ (έντινστβο-ενότητα), η οποία ήταν όργανο του ΒΜΡΟ της περιοχής της Στρούμιτσα.  Έγινε εξέχον μέλος του Λαικού Ομοσπονδιακού Κόμματος και στο Συνέδριο του κόμματος εκλέχτηκε πρόεδρος του Κεντρικού Γραφείου. Σύντομα όμως συγκρούστηκε με τον Јане Сандански-Γιάνε Σάντανσκι και τον Ιανουάριο του 1909, διαγράφηκε από το κόμμα. Δεν συμμετείχε στο έκτακτο συνέδριο του κόμματος, όπου εκλέχτηκε νέα ηγεσία. Δραστηριοποιήθηκε και στα πλαίσια της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας του Σόλουν (Θεσσαλονίκης) και το 1912 επανεκλέχτηκε βουλευτής στο οθωμανικό κοινοβούλιο.

Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους (1912 – 1913) την επαναστατική του δραστηριότητα την συνέχισε στο εξωτερικό, ως μετανάστης. Στα „Мемоари“ (Απομνημονεύματά του) έγραψε ότι θεωρούσε τις ενέργειες του Димитрија Чуповски-Ντιμίτρια Τσσούποβσκι, ελεγχόμενες από την Ρωσία και επίσης ανέφερε όλες τις προσπάθειες που έγιναν στην Οδησσό της Ρωσίας σχετικά με την αναγνώριση των Μακεδόνων. Το 1916, μετά την προσάρτιση της Μακεδονίας από τη Βουλγαρία, ο Βλάχοβ έγινε διαχειριστής της περιοχής της Πρίστινα και μετά το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου πόλεμου, εκτελούσε καθήκον πρόξενου της Βουλγαρίας στην Οδησσό της Ρωσίας και έπειτα στη Βιέννη της Αυστρίας.

Αμέσως μετά την επανίδρυση του ВМРО, το 1920, ο Βλάχοβ εκλέχτηκε αναπληρωματικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, ως εκπρόσωπος της αριστερής πτέρυγας. Ορίστηκε εκπρόσωπος του ΒΜΡΟ στην Σοβιετική Ένωση, με σκοπό τις εκεί πολιτικές επαφές. Την ίδια περίοδο ήταν και μέλος του Μακεδόνικου Επιστημονικού Ινστιτούτου και το 1924 ήταν ένας από τους διοργανωτές του λεγόμενου Μανιφέστου του Μάη, όπου το ΒΜΡΟ συμφώνησε και υπέγραψε συνεργασία με όλα τα κομμουνιστικά κόμματα των Βαλκανίων. Με την υπογραφή αυτού του Μανιφέστου, μέσω του οποίου προσπάθησε να ηρεμήσει τους αντίπαλους ηγέτες του ΒΜΡΟ, ο Димитар Влахов ανακλήθηκε από την κυβέρνηση της Βουλγαρίας. Η συμπλήρωση του Μανιφέστου έγινε στις 29 Απριλίου 1924 και η έκδοσή του αναβλήθηκε λόγω της αναμονής της επιστροφής του Тодор Александров στην Σόφια, με σκοπό να συμβουλευτούν και τα υπόλοιπα κόμματα.  Στην Σόφια, ορισμένοι κύκλοι έπεισαν τον Αλεξάντροβ να μην υπογράψει το Μανιφέστο και αυτός ειδοποίησε τον Βλάχοβ και τον Πέταρ Τσσαούλεβ να μην το εκδόσουν και αμέσως να επιστρέψουν στην Σόφια.

Ο Влахов αρνήθηκε και έτσι εντάχθηκε στην κίνηση ίδρυσης του ВМРО (Обединета). Το ВМРО (Обединета) αγωνιζόταν  για ίδρυση ανεξάρτητης αυτόνομης Μακεδονίας, στα πλαίσια Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Επίσης, κύρηξε πόλεμο σε όλες τις βαλκανικές κυβερνήσεις που αντιδρούσαν σε αυτό το σχέδιο, συμπεριλαμβανομένης και της βουλγάρικης κυβέρνησης, η οποία υποστήριζε τους βαρχοβιστές, οι οποίοι προσπαθούσαν να προσαρτήσουν όλη τη Μακεδονία στα πλαίσια του βουλγαρικού κράτους. Μη συμφωνώντας με τις τρομοκρατικές μεθόδους του ВМРО, το οποίο εκείνη την περίοδο είχε πιαστεί στα δίχτυα της επίδρασης του Βάντσσο Μιχάιλοβ και έπαιζε τον ρόλο πιονιού στα βουλγάρικα και ιταλικά σχέδια εξάπλωσης της Βουλγαρίας στα Βαλκάνια, ο Βλάχοβ, εξέφρασε τις ιδέες του στο γνωστό του βιβλίο „Балканска федерациja“ (μπάλκανσκα φεντεράτσια-βαλκανική ομοσπονδία), στο οποίο είπε: „Η ενσωμάτωση είναι μεγαλοσερβική ιδέα, το ομοσπονδιακό σύστημα είναι γιουγκοσλάβικη ιδέα. Για μας η ομοσπονδία αποκτά έννοια μόνο εάν μέσω αυτής μπορέσουμε να δούμε τα ορκισμένα ιδεώδη μας, την ελευθερία της πατρίδας μας…“. Ο Влахов δεν έβλεπε ούτε προς τη Βουλγαρία ούτε προς τη Γιουγκοσλαβία, στην οποία τότε επικρατούσε πολιτική άκαμπτου συγκεντρωτισμού, αλλά προς την Σοβιετική Ένωση, με τη βοήθεια της οποίας έλπιζε να ενώσει τις χώρες των νότιων Βαλκανίων και στα πλαίσια αυτά να δημιουργήσει η Μακεδονία ξεχωριστή ομόσπονδη μονάδα. Αν και ο Влахов συνέχισε να επιθυμεί και να διακυρήσει την χρήση μη βίαιων μεθόδων για την υλοποίηση των στόχων, η οργάνωσή του έπαψε να υπάρχει μετά τον ερχομό στην εξουσία της Βουλγαρίας της κυβέρνησης της Στρατιωτικής Λίγκας το 1934, η οποία συνέλαβε τα μέλη της οργάνωσης και τα καταδίκασε σε πολύχρονη φυλάκιση με την κατηγορία ένοπλου ξεσηκωμού.

Από το 1925 μέχρι και το 1944 ήταν μέλος του κομμουνιστικού κόμματος της Βουλγαρίας. Ως μετανάστης ήταν συντάκτης της εφημερίδας „Македонско дело“ (Μακεντόνσκο Ντέλο – Μακεδόνικο Έργο) στη Βιέννη, Βερολίνο, Παρίσι. Ενώ βρισκόταν στο Παρίσι, συνεργαζόταν με τον Георги Димитров από την Κομιτέρνα, σε θέματα συνδεδεμένα με τον Εμφύλιο πόλεμο στην Ισπανία.

Την περίοδο 1936-1944, έζησε στην Σοβιετική Ένωση. Μετά την επίθεση της Γερμανίας εναντίων της Σοβιετικής Ένωσης τον Ιούνιο του 1941, συμμετείχε στην Πανσλαβική Επιτροπή ως εκπρόσωπος του μακεδόνικου λαού. Στη Δεύτερη Συνεδρίαση του АВНОЈ (ΑΒΝΟΪ) στις 29 Νοεμβρίου 1943, αν και απών, εκλέχτηκε μέλος του Προεδρείου του. Το Νοέμβριο του 1944, επέστρεψε στο μόλις απελευθερωμένο Σκόπιε και έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Μακεδονίας και στις 26 Νοεμβρίου, στην Πρώτη Συνεδρίαση  Λαικού Απελευθερωτικού Μετώπου της Μακεδονίας (АСНОМ – ΑΣΝΟΜ),  εκλέχτηκε πρόεδρός του. Στη Δεύτερη Συνεδρίαση του АСНОМ, το Δεκέμβριο του 1944, εκλέχτηκε αντιπρόεδρος και έπειτα και αντιπρόεδρος του Κοινοβουλίου Ένωσης της Γιουγκοσλαβίας. Το 1946 ήταν μέλος της γιουγκοσλαβικής αντιπροσωπείας στην Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων.

Η ηγεσία των κομμουνιστών της Μακεδονίας, με υπεύθυνο το Лазар Колишевски (Λάζαρ Κολισσέβσκι), σιγά σιγά απομάκρυνε το Βλάχοβ από την εξουσία. Πέθανε στο Βελιγράδι το 1953.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ЃОРЧЕ ПЕТРОВ – ΓΚΙΟΡΤΣΣΕ ΠΕΤΡΟΒ (1865-1921)

Ο Ѓорче Петров, με την πολύχρονη, 35ετη δραστηριοποίησή του, σχετικά με τις οργανώσεις και τον επαναστατικό αγώνα στη Μακεδονία, αποτελεί έαν από τους πλέον φημισμένους ηγέτες του μακεδόνικου λαϊκοαπελευθερωτικού κινήματος, την περίοδο του τέλους του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. Η δράση του εκτεινόταν σε πολλά επίπεδα και εκτός του ένοπλου επαναστατικού αγώνα, κατείχε εξέχουσα θέση στη μακεδόνικη διπλοματία της εποχής, όπως και στη βοήθεια που παρείχε ως δικηγόρος, στα ιδιαίτερα μακεδόνικα συμφέροντα. Επίσης, ακούραστος αγωνιστής και προπαγανδιστής μεταξύ της μακεδόνικης διασποράς στο τότε Βασίλειο της Βουλγαρίας, όπως και μεταξύ των μακεδονόφιλων ανα τον κόσμο. Ως Βόιβοντα τσσέτας την περίοδο της Επανάστασης του Ίλιντεν (1903), κολώνα της μακεδόνικης υπομονής απέναντι στις προπαγάνδες των γειτονικών χωρών και ως καρπερός εκδότης, ο οποίος με την πένα του, τακτικά δημιουργούσε μονοπάτια στο ομιχλώδες τοπίο της προόδου της Μακεδονίας του.

Ο Ѓорче Петров, ολόκληρο το όνομα του ήταν Георги Петров Николов (Γκεόργκι Πέτροβ Νίκολοβ), γεννήθηκε στις 2 Απριλίου 1865 στο χωριό ВарошПрилепско (Βάροςς του Πρίλεπ). Μορφώθηκε στο ПрилепБитола и Солун (Πρίλεπ, Μπίτολα και Σόλουν-Θεσσαλονίκη). Στο Γυμνάσιο του Σόλουν παρέμεινε ως το 1885, όταν λόγω της συμμετοχής του στο μαθητικό ξεσηκωμό, εκδιώχθηκε μαζί με ομάδα δώδεκα Μακεδόνων μαθητών, μεταξύ των οποίων και ο μελλοντικός επαναστάτης Пере Тошев (Πέρε Τόσσεβ).

Πέρασε κάποιο διάστημα στην ανατολική Ρωμυλία, όπου συγκέντρωνε χρηματική βοήθεια για την αγορά οπλισμού για τις μελλοντικές επαναστατικές ένοπλες δράσεις στη Μακεδονία. Το 1885 τελείωσε την έκτη τάξη του γυμνασίου στην πόλη Пловдив-Πλόβντιβ της Βουλγαρίας. Λόγω της αδύναμης υγείας του, επέστρεψε στη Μακεδονία και το υπόλοιπο της χρονιάς, εργάστηκε ως δάσκαλος στην πόλη Штип (Σστιπ).

Το 1888, αναχώρησε για το Солун, ως επιμελητής στο τυπογραφείο του Коне Самарџиев (Κόνε Σαμαρτζζίεβ). Το 1889 ορίστηκε καθηγητής στο Γυμνάσιο του Σκόπιε, όπου και παρέμεινε ως το 1890 και εκεί γνωρίστηκε με το Μητροπολίτη Теодосиј (Τεοντόσιι), έναν από τους μαχητές για την ανασυγκρότηση της Αρχιεπισκοπής του Όχριντ. Ως δάσκαλος βρέθηκε στη Μπίτολα από το 1888, ως και το 1891. Έπειτε αναχώρησε για τη Βουλγαρία, το διάστημα που αποδείχτηκε ως σημαντικό για την ίδρυση του ΒΜΡΟ (Βνάτρεσσνα Μακέντονσκα Ρεβολουτσιονέρνα Οργκανιζάτσια – Εσωτερική Μακεδόνικη Επαναστατική Οργάνωση).

Αμέσως μετά την σύσταση του ΒΜΡΟ (1893), ο Петров έγινε μέλος της. Μεγάλη ήταν η δραστηριότητά του, όσο αφορά την εγγραφή νέων μελών στην οργάνωση, από την περιοχή της Μπίτολα και του Лерин-Λέριν. Στη Μπίτολα εξέδιδε την εφημερίδα  „На оружје“ (Στα Όπλα). Ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΒΜΡΟ, την ίδια χρονιά συμμετείχε στο Συνέδριο της Οργάνωσης στο Σόλουν και μετά το γεγονός αυτό, μαζί με το μεγάλο Μακεδόνα Гоце Делчев (Γκότσε Ντέλτσσεβ), έγινε επι πολλά χρόνια μέλος της Επιτροπής της αντιπροσωπείας του ΒΜΡΟ στην Σόφια της Βουλγαρίας, όπου το 1898 και 1899, εξέδιδε την εφημερίδα „Бунтовник“ (Επαναστάτης). Δύο φορές αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Σόφια, επειδή οι βουλγαρικές αρχές τον συλλάμβαναν και τον φυλάκιζαν. Το φθινόπωρο του 1902, επέστρεψε και πάλι στην Σόφια και συμμετείχε σε συζητήσεις σχετικά με την έναρξη της Επανάστασης του Ίλιντεν. Στην Επανάσταση του Ίλιντεν συμμετείχε ως Βόιβοντα με την τσσέτα του (ένοπλη ομάδα), κυρίως στην περιοχή γύρω από το Πρίλεπ και το Μαρίοβο. Επίσης έδωσε μάχες και στην περιοχή γύρω από το ποτάμι Стара Река (Στάρα Ρέκα) και τα χωριά Сетина, Попадија, Крушоради, Овчарани, Забрдени (Σκοπός, Παπαδιά, Αχλάδα, Μελίτη, Λόφοι). Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η μάχη που έδωσε κοντά στο χωριό Чаниште (Τσσάνισστε), όπου μαζί με επαναστάτες από τα χωριά του Κόστουρ-Καστοριάς, κατάφεραν να ξεφύγουν από τον κλοιό πολυάριθμου οθωμανικού στρατού.

Μετά το άδοξο τέλος της Επανάστασης, ο Ѓорче δεν εγκατέλειψε τη Μακεδονία και συνέχισε ενεργά να συμμετέχει στην αναδιοργάνωση του δικτύου του ΒΜΡΟ και για το λόγο αυτό, συμμετείχε σε συνέδρια της Επαναστατικής Περιοχής Μπίτολα, όπως και στο Γενικό Συνέδριο όλης της οργάνωσης στο μοναστήρι Ρίλσκι (Οκτώβριος 1905).  Στο συνέδριο αυτό, κέρδισαν οι αριστερές δυνάμεις, υπο την ηγεσία του Ѓорче Петров και το Јане Сандаски (Γιάνε Σαντάνσκι), οι οποίοι επέμεναν στην ανεξαρτησία της οργάνωσης και συνέχιση του δρόμου που χάραξε ο Гоце Делчев. Εκλέχτηκε και πάλι εκπρόσωπος της Οργάνωσης στην Σόφια. Για την επιτυχία αυτής της νίκης της «αριστεράς», μεγάλο ρόλο έπαιξαν οι ικανότητες ομιλίας και πειθούς του Γκιόρτσσε. Συμμετείχε επίσης και στην σύσταση όλων των εγγράφων προγραμμάτων του ΒΜΡΟ, μέχρι και το 1905, όπως κανονισμοί, βασικές διακυρήξεις, καταστατικά κ.α.

Μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων (1908), ο Петров, μαζί με τον Антон Страшимиров (Άντον Στρασσιμίροβ), εξέδιδε το περιοδικό „Културно единство“ (Πολιτιστική Ένωση), όπου δημοσίευε υλικό εναντίων των ξένων προπαγανδιστικών κινήσεων στη Μακεδονία. Έπειτα, συμμετείχε στους Βαλκανικούς πολέμους, όπου η Μακεδονία διαμελίστηκε και μοιράστηκε στα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη. Η ιστορία επαναλήφθηκε λίγα χρόνια αργότερα. Παρόλα τα βάσανα του μακεδόνικου λαού κατα τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, ο διαμελισμός του επιβεβαιώθηκε και μετά το τέλος του πολέμου αυτού, μέσω της Συνθήκης των Βερσαλιών. Σε μία από τις επιστολές του Γκιόρτσσε προς τους εκπροσώπους των μεγάλων δυνάμεων στις Βερσαλίες, έγραψε: «Εμείς θεωρούμε την ιδέα της αυτόνομης Μακεδονίας ως άμεσο σκοπό του πληθυσμού της και ως τον καλύτερο και επιτρεπτό τρόπο εφαρμογής της αρχής αυτοπροσδιορισμού των λαών με άλλους όρους και λογικές σχετικά με την λύση του μακεδόνικου ζητήματος».

Παρέμεινε στη Βουλγαρία, όπου ήταν μέλος της Προσωρινής Αντιπροσωπείας του πρώην ΒΜΡΟ, αλλά λόγω αντιπαραθέσεων με τον Димо Хаџи Димов (Ντίμο Χαντζζι Ντίμοβ), αυτή η οργάνωση διαλύθηκε το φθινόπωρο του 1919. Με τον ερχομό στην εξουσία της γεωργικής κυβέρνησης του Αλεξάνταρ Σταμπολίσκι, ο Γκιόρτσσε ορίστηκε υπεύθυνος του Γραφείου εγκατάστασης προσφύγων, υπηρεσία του βουλγαρικού Υπουργείου Εξωτερικών. Μαζί με άλλους εξέχοντες Μακεδόνες, αιτήθηκαν στο τότε Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, άδεια επιστροφής στα πατρικά τους εδάφη. Η αίτηση απορίφθηκε. Ο θάνατος τον βρήκε στην Σόφια, όπου στις 28 Ιουνίου 1921, ύπουλα, πισώπλατα, δολοφονήθηκε στους δρόμους της Σόφια.

Ο Ѓорче κατείχε ηγετική θέση στην διαμόρφωση του μακεδόνικου επαναστατικού κινήματος και για το λόγο αυτό ήταν πρώτος στην μαύρη λίστα των θυμάτων πολιτικών δολοφονιών στη Βουλγαρία, την περίοδο 1921-1934. Έτσι, εάν ο Гоце Делчев είχε αποκαλεστεί «ψυχή» του ВМРО και ο Јане Сандански ως ο «Βασιλιάς του Πίριν», τότε ο Ѓорче ήταν ο διπλομάτης της Οργάνωσης. Το κοινό σημείο όμως όλων αυτών των μεγάλων αντρών, ήταν ο αγώνας για ελεύθερη Μακεδονία και μακεδόνικο λαό και για την ιδέα τους αυτή πέθαναν.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ВАСИЛ ЧАКАЛАРОВ – ΒΑΣΙΛ ΤΣΣΑΚΑΛΑΡΟΒ (1874 – 1913)

Ο Васил Чакаларов ήταν ένας από τους μεγαλύτερους θρύλους της Επανάστασης του Ίλιντεν (1903), ένα από τα σημαντικότερα μέλη του ΒΜΡΟ, ένας από τους σπουδαιότερους αγωνιστές για τα δίκαια του μακεδόνικου λαού. Οι υπεύθυνοι της ένοπλης ελληνικής προπαγάνδας στη Μακεδονία, τον αποκαλούσαν ,,κύριο εχθρό του Ελληνισμού,,.

Γεννήθηκε το 1874 στο χωριό Смрдеш-Σμ’ρντεςς (Κρυσταλοπηγή Καστοριάς). Στις αρχές παρακολουθούσε πατριαρχικό σχολείο, αλλά λόγω δικής του επιμονής, έπεισε τον πατέρα του να τον γράψει στο εξαρχικό σχολείο. Τελείωσε την τέταρτη τάξη και παράλληλα εργαζόταν μαζί με τον πατέρα του, ως μετανάστες στην Ελλάδα. Εκτός της μακεδόνικης, μιλούσε πολύ καλά και την ελληνική και την αλβανική γλώσσα. Το 1894 φυλακίστηκε λόγω των προοδευτικών του ιδεών στις φυλακές του Костур-Καστοριάς, αλλά πολύ σύντομα δραπέτευσε και κατέφυγε στη Βουλγαρία, όπου εργάστηκε ως τσαγγάρης και οικοδόμος και κατα τη διάρκεια της παραμονής του στην πόλη Шумен-Σσούμεν, τελείωσε το νυχτερινό γυμνάσιο.

Το 1901, μετέβηκε στην Σόφια, όπου εκλέχτηκε πρόεδρος του Костурско Друштво (Συλλόγου Καστοριανών) και έγινε καλός φίλος με τον Борис Сарафов-Μπόρις Σαράφοβ.  Αμέσως άρχισε τις δραστηριότητές του. Μαζί με τον Лазар Киселинчев-Λάζαρ Κισελίντσσεβ, δημιούργησαν κανάλια για αγορά όπλων από την Ελλάδα. Σύντομα στάλθηκε στην Περιφεριακή Επαναστατική Επιτροπή της Битола-Μπίτολα, για να βοηθήσει τον Панде Кљашев-Πάντε Κλιάσσεβ και τον Лазар Москов-Λάζαρ Μόσκοβ, στην προετοιμασία της περιοχής του Костур. Όταν βρισκόταν στην Ελλάδα για να αγοράσει όπλα και πολεμοφόδια, οι έμποροι εκεί δεν ήθελαν να πουλούν όπλα στους Μακεδόνες (γιατί άραγε; Αφού και οι μεν και οι δε πολεμούσαν έναν κοινό εχθρό) και για το λόγο αυτό ο Чакаларов χρησιμοποιούσε τα αλβανικά του και αγόραζε ως Αλβανός.

Στις αρχές του 1902, ο Гоце Делчев επισκέφτηκε την περιοχή του Κόστουρ. Στην συνέλευση που έγινε τότε, η οργάνωση καταδίκασε τον Κότε Χρίστοβ για προδοσία, αλλά του δόθηκε αμνηστεία από τον ίδιο τον Ντέλτσσεβ, μετά από υποσχέσεις του Κότε ότι δεν θα ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Η τελευταία παραγγελία όπλων κατέφθασε από την Ελλάδα και η περιοχή Κόστουρ και Λέριν, ήταν πλέον έτοιμη για ξεσηκωμό.

Τον Αύγουστο, οι ενωμένες τσσέτες του Κόστουρ, υπο την ηγεσία του Васил Чакаларов, έδωσαν μάχη με τον προδότη Коте Христов, κοντά στο χωριό Ошчима-Όσστσσιμα (Τρίγωνο Πρεσπών). Στην συνέχεια εμπόδισαν τον συνταγματάρχη Атанас Јанков-Άτανας Γιάνγκοβ και τον Κότε Χρίστοβ να προκαλέσουν ξεσηκωμό στην περιοχή, σύμφωνα με την ιδέα των Βαρχοβιστών, δηλαδή των ελεγχωμένων από τη Βουλγαρία. Το χειμώνα, ο Βάσιλ δημιούργησε στο χωριό του, εργαστήριο κατασκευής βομβών και όλοι οι κάτοικοι βοηθούσαν εκεί.

Στις 28 Μαρτίου του 1903, περικυκλώθηκε από οθωμανικό στρατό μέσα στο χωριό του, αλλά με τη βοήθεια των συγχωριανών του, κατάφερε να ξεφύγει. Στα μέσα του Απρίλη, μετέβηκε στο Смилево-Σμίλεβο της Битола, όπου και συμμετείχε στην Συνδιάσκεψη του ΒΜΡΟ, ως εκπρόσωπος της περιοχής Κόστουρ, μαζί με τον συναγωνιστή του Пандо Кљашев.

Ξεκίνησαν οι προετοιμασίες για την Επανάσταση. Στις 7 του Μάη, ο Васил Чакаларов προστάτευε το χωριό του από επαναεπίθεση, το οποίο είχε καεί από τον οθωμανικό στρατό. Στις 31 του Μάη 1903, 1000 Οθωμανοί στρατιώτες, περικύκλωσαν το χωριό Д’мбени-Ντ’μπενι (Δενδροχώρι Καστοριάς), ενώ η τσσέτα του Лазар ПопТрајков-Λάζαρ ΠοπΤράικοβ, κατέλαβε το ύψωμα Βίνιαρι, προκαλώντας  μάχη, όπου συμμετείχαν και οι τσσέτι του Чакаларов, του Пандо Кљашев και του Митре Влаот-Μίτρε Βλάοτ.

Στις 20 Ιουλίου 1903, η Επανάσταση του Ίλιντεν εκδηλώθηκε και στην περιοχή του Κόστουρ και συμμετείχαν περίπου 2000 κόμιτι. Επίσης, στις 23 Ιουλίου, κατέλαβαν την Κλεισούρα. Στις 12 Αυγούστου, μετά από σκληρή μάχη, κατέλαβαν την Νέβεσκα (Νυμφαίο Φλώρινας). Οι μάχες που έδωσε ο Τσσακαλάροβ με την τσσέτα του ήταν πολλές και αιματηρές. Στις 27 Αυγούστου, λήφθηκε απόφαση υποχώρησης των ένοπλων ομάδων της περιοχής, με σκοπό να προστατέψουν τον άμαχο πληθυσμό από αντίποινα των 15.000 Οθωμανών στρατιωτών που κατέφθασαν. Με πρωτοβουλία του Чакаларов, στάλθηκε επιστολή προς τους ξένους διπλωμάτες στη Битола, όπου περιγράφονταν οι θηριωδίες του στρατού εναντίων του άμαχου πληθυσμού. Ο Васил Чакаларов ηγούταν ομάδας 450 επαναστατών. Στις 29 Αυγούστου, στο χωριό Апоскеп-Άποσκεπ (Απόσκεπος Καστοριάς), έγινε σκληρή και πολύνεκρη μάχη, και ως αποτέλεσμα αυτού, στις 1 Σεπτεμβρίου, στο χωριό Нестрам-Νέστραμ (Νεστόριο), τιμώρησαν τους προδότες και διέλυσαν μια οθωμανική πολεμική μονάδα. Στο τέλος επέστρεψε στη κατεστραμένη περιοχή του, όπου οι τσσέτες διαλύθηκαν. Ο Βάσιλ, με την αδερφή του Зоја-Ζόια, τον Пандо Кљашев και τον Лазар Киселинчев, πέρασαν μυστικά στην Ελλάδα και από εκεί με πλοίο, μετέβηκαν στη Βουλγαρία.

Με την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων το 1912, ο Чакаларов τοποθετήθηκε υπεύθυνος τσσέτας, τμήμα της ενωμένης τσσέτας του Κόστουρ, μαζί με τον Иван Попов-Ίβαν Πόποβ και την τσσέτα του Христо Силјанов-Χρίστο Σιλιάνοβ. Μετά τις πρώτες συγκρούσεις, η ένοπλη ομάδα επικεντρώθηκε στην περιοχή Λέριν και Κόστουρ, όπου και συναντήθηκε και πάλι με τον πρώην αντάρτη καπετάνιο Γεώργιο Τσόντο-Βάρδα.

Κατα τη διάρκεια του Δεύετρου Βαλκανικού πολέμου, ο Чакаларов και ο Иван Попов, οργάνωσαν και πάλι μεγάλη τσσέτα, η οποία είχε ως στόχο την παρεμπόδιση του ελληνικού στρατού. Τον Ιούνιο του 1913, οι Βόιβοντι και οι τσσέτες τους, επέστρεψαν από το Дојран-Ντόιραν (Δοϊράνη) στο Костурско (περιοχή Καστοριάς).

Ο Чакаларов και η ομάδα του, κυνηγήθηκαν από τις ελληνικές δυνάμεις και η προδοσία έγινε στις 4 Ιουλίου, κοντά στο χωριό Чеган-Τσσέγκαν (Άγιος Αθανάσιος Πέλλας). Στη μάχη που ακολούθησε, ο Βάσιλ τραυματίστηκε ελαφρα. Η τσσέτα μοιράστηκε στα δύο και οι Βόιβοντι Иван Попов και Панде Сидов-Πάντε Σίντοβ, αναχώρησαν για τη Баница-Μπάνιτσα όπου και ηττήθηκαν. Την ίδια μέρα, η τσσέτα του Чакаларов διαλύθηκε και αυτός και πάλι τραυματίστηκε, αλλά κατάφερε να φτάσει ως το όρος Вич-Βίτςς (Βίτσι), στις 8 Ιουλίου. Σε μάχη κοντά στο χωριό Белкамен-Μπέλκαμεν (Δροσοπηγή Φλώρινας), στις 9 Ιουλίου 1913, τραυματίστηκε θανάσιμα. Οι εχθροί του, του έκοψαν το κεφάλι και το πήγαν στο Лерин-Φλώρινα, όπου φώναζαν δυνατά:

Го нема Чакаларов, ја нема Македонија, го уништивме Чакаларов, а со него и сите Чакаларовци! – Τέρμα ο Τσσακαλάροβ, τέρμα η Μακεδονία, διαλύσαμε τον Τσσακαλάροβ και όλους τους Τσακαλαραίους.

Έπειτα ο Έλληνας Λοχαγός, ανάγκασε τον Илија Димушев-Ίλια Ντιμούσσεβ να κουβαλάει το κεφάλι, στην παρέλαση στην πόλη. Ένας Σέρβος αξιωματικός διαμαρτυρήθηκε έντονα και το κεφάλι παραδόθηκε στον επίτροπο του ναού του Αγίου Παντελεήμωνα, όπου και θάφτηκε. Εικοσιέξι άτομα της τσσέτας του Βάσιλ, καταδικάστηκαν στο Солун-Θεσσαλονίκη, από στρατιωτικό δικαστήριο, λαμβάνοντας διάφορες ποινές.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ТАНЕ СТОЈЧЕВ КЉАНЧОВ | ΤΑΝΕ ΣΤΟΪΤΣΣΕΒ ΚΛΙΑΝΤΣΣΟΒ

Του Δημήτρη Παπαδημητρίου

Ο Τάνε βοϊβόντα γεννήθηκε το 1874 στο χωριό Горничево-Γκορνίτσεβο (Κέλη Φλώρινας). Μετά τον Ρίστε και τον Λάζο, ήταν το τρίτο παιδί του Стојче Кљанчов-Στόϊτσε Κλιάντσσοβ, καλού νοι­κοκύρη της περιοχής, με καλή σειρά και το χάνι το μεγάλο εκεί στην πλατεία του χωριού. Και οι ταξιδιώτες που πηγαίνανε από Битола-Μπίτολα για Солун-Θεσσαλονίκη και αντίστροφα, εκεί βρίσκανε ζεστό πιάτο και κρεβάτι, το φιλικό χαμόγελο του μπάι-Στόιτσσε και για τα ζώα τους σανό.

Ο Τάνε το ατίθασο αυτό παιδί, είχε κλίση στη μάθηση. Γρήγορα συνδέθηκε με άλλους ανήσυχους νέους και μιά μέρα βρέθηκαν -μη έχοντας που αλλού να φοιτή­σουν- φοιτητές της Σχολής Αξιω­ματικών της Σόφιας. Και κει επει­δή και αυτός δεν υπηρέτησε τα σωβινιστικά σχέδια των Βουλγά­ρων προτού συμπληρώσει τις σπουδές του με το πρόσχημα πως ήταν σοσιαλιστής,

Τζζόλε οντ Μπάνιτσα ι Τάνε οντ Γκορνίτσσεβο

Τζζόλε οντ Μπάνιτσα ι Τάνε οντ Γκορνίτσσεβο

εκδιώχτηκε, μαζί με τον Гоце Делчев-Γκότσε Ντέλτσεβ, τον Караташо-Καρατάσο και με άλλους ένθερ­μους νέους. Με υψηλά ιδανικά και οράματα και με τη ψυχή τους γε­μάτη πίκρα για τη σκλαβωμένη τους πατρίδα, αποτελέσανε τον πυρήνα του ξεσηκωμού του μακε­δόνικου λαού.

Το 1901 ήδη είχε τη δική του τσέτα και ήταν βοϊβόντας επαρ­χίας. Κατά την επική εξέγερση του Ιλιντεν, ήταν υπεύθυνος γιά την περιοχή του Ниџе-Νίτζζε (όρος Βόρας) και πήρε μέρος σε όλες τις μεγάλες μάχες. Τον Ιανουάριο του 1906 έγινε βοϊβό­ντας περιοχής είχε την περιοχή του Лерин-Φλώρι­νας. Και το Μάη του 1907 όταν η τσσέτα του Апостол Петков Терзиев-Αποστόλ Πέτκοβ Τερζίεβ στο βάλτο των Γιαννιτσών ήταν κυκλωμένη, μετά από συνεν­νόηση με τον βόιβοντα Колиман- Κολιμάν, με τη τσέτα του πήγε και βοήθησε τον μεγάλο βοϊβόντα Αποστόλ.

Σήμερα αν κανείς πάει στο χωριό του Τάνε, θα δια­πιστώσει την αδιαφορία της πολι­τείας για το χωριό (λίγες ώρες το εικοσιτετράωρο έχουν νερό γιά να πιούνε και να πληθούνε και όλοι οι νέοι έχουν φύγει γιά Αυ­στραλία και Καναδά).

Αν μπείς στο χωριό θα βρεις πολλά γεροντάκια να κάθονται στα παγκάκια της πλατείας και μαζί τους εύκολα θα πιάσεις κου­βέντα, όταν όμως έρθει ο λόγος στο Τάνε κομπιάζουν στην αρχή, μετά ξανοίγονται και σου μιλάνε με θέρμη και σεβασμό για τον άν­θρωπο που πολέμησε για τη λευ­τεριά της πατρίδας και δόξασε τόσο πολύ το χωριό τους. Θαυμά­ζουν την εξυπνάδα, την αυταπάρ­νηση του Τάνε. Οι Τούρκοι τον λέ­γανε μεγάλο, τον λέγανε στρατηγό και είχαν δίκιο. Μας λέγανε οι γονείς μας πως κάποτε πιό πάνω από το χωριό σε μιά μεγάλη χαράδρα οι Τούρκοι τον είχαν κυ­κλώσει και πίστευαν πως αυτή τη φορά δεν θα τους ξέφευγε. Ο Τάνε όμως άλλα είχε κατά νου. Εβαλε τους λιγοστούς συντρό­φους του να περνάνε από ένα ορατό από τους Τούρκους σημείο και από αθέατο να επιστρέφουν και να ξαναπερνάνε από το ορατό και να δίνουν την εικόνα πως απο­τελούν μιά ατέλειωτη φάλαγγα, ότι είναι μιά πολύ μεγάλη δύνα­μη. Και αυτό φόβισε τους Τούρ­κους και δεν τολμήσανε να κάνουν επίθεση, μέχρι που βράδιασε και βρήκανε την ευκαιρία να ξεφύ­γουν.

Μιά άλλη μέρα συνεχίζει ο συ­νομιλητής μου στο χωριό Жерви-Ζέρβη, ενώ ήταν μόνος σε κάποιο φιλικό σπίτι, μετά από προδοσία βρέθηκε το χωριό κυκλωμένο και οι Τούρ­κοι από σπίτι σε σπίτι γυρέυανε να τον βρούνε. Αυτός φόρεσε γυ­ναικεία ρούχα, έκανε πως περι­ποιείται το μικρό παιδί και από δικά του τσιμπήματα με το κλάμα του σήκωνε το κόσμο στο πόδι. Ολα αυτά τα έξυπνα και τολμηρά, είχαν κάνει εντύπωση στους Τούρ­κους και άρχισαν να τον εκτιμάνε σαν ικανό αντίπαλο που του έπρε­πε σεβασμός. Και ακόμα κίνη­σε τη περιέργια και την επιθυμία του Τούρκου διοικητή της Баница-Μπάνιτσα (Βεύη Φλώρινας) να πάει στο Γκορνίτσσεβο να ρωτήσει τι σόι άνθρωπος είναι αυτός ο “διάβολος” ο Τάνε.

Μιά ηλιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα πήρε λοσιόν ο διοικητής της Μπάνιτσα, τη συνοδεία του και πήγε στο χωριό Γκορνίτσσεβο. Εκεί στην άκρη του χωριού συναντήθη­κε με έναν λεβέντη καβαλάρη. Χαι­ρετήθηκαν και αυτοί προχωρήσανε προς τη πλατεία και στάθηκαν μπρος στα γεροντάκια που ακουμπησμένα στα ντουβάρια των σπι­τιών λιάζονταν στο χειμωνιάτικο ήλιο. Και χωρίς περιστροφές ρώ­τησε ο αξιωματικός:

«Μορείτε να μου πείτε, αυτός ο χωριανός σας ο Τάνε βοίβόντα τι άνθρωπος είναι;»

Τα γεροντάκια αλληλοκοιτάχτηκαν, χαμογέλασαν και είπανε:

«Μα μόλις τον συναντήσατε και τον χαιρετήσατε. Ηταν ο καβαλά­ρης που έβγαινε από το χωριό».

Ο διοικητής της Μπάνιτσας, έκ­πληκτος, έμεινε με ανοιχτό το στόμα.

Το άτι το σπαθάτο με την κόκκινη σέλα και άσπρο στο κάτω μέρος των ποδιών, με το χρώμα του το καφέ και το κούτελο το άσπρο, ο Μπρέζο, ήταν ο πιστός και αχώριστος σύντροφος του. Καθημερινά ζούσε και αυτό τους μεγάλους κινδύνους. Λες και γνώ­ριζε ο Μπρέζο πως οι εχθροί είναι από δίπλα τους και αποφεύγοντας το κανονικό δρόμο περνούσε από ρεματιές και δασωμένες πλαγιές μεταφέροντας το Τάνε εκεί που τον πρόσταζαν οι ανάγκες.

Ο Τάνε βοίβόντα είχε στενή συ­νεργασία με τους βόιβοντες του Воден-Βόντεν (Έδεσσας), Лука Иванов- Λούκα Ιβάνοβ, Атанас Брадата-Άτανας Μπράντατα και Колиман-Κολιμάν και μιά μέρα του Σεπτέμβρη 1907, όταν επέ­στρεφε από τη περιοχή του Меглен-Μέγκλεν (Αλμωπία), όπου είχε πάρει μέρος σε σύσκεψη και περνώντας από χα­ράδρες και πυκνώματα, κουράστη­κε και νύσταζε. Οταν έφτασε στην περιοχή μεταξύ Жерви και Чеган-Τσσέγκαν (Αγ.Αθανάσιο), δεν μπόρεσε να νικήσει τη νύστα. Και τον πήρε η ώρα. Και πέ­ρασε χρόνος πολύς και το μεση­μέρι έγινε απόγευμα.

Κακή του μοίρα όμως από κει κοντά του, την ώρα που ” άκουγε της λευτεριάς οι καμπάνες να χτυ­πούν” πέρασε ο “Σατανάς”, πέρα­σε ο σπιούνος από κοντά του και ευθύς έτρεξε στους Τούρκους να προλάβει και να έχει μερτικό.

«Θέλετε τον φοβερό Τάνε βοίβό­ντα; ελάτε μαζί μου ξέρω που είναι».

Και αμέσως κινήσανε και τον βρήκανε ακόμα να κοιμάται. Ο Μπρέζο, ο σύντροφος του, του κάκου δυνατά χλιμίντριζε και με το πόδι χτυπούσε τη γη. Ο αφέ­ντης δεν έλεγε να ξυπνήσει και ο κίνδυνος ήταν εκεί δίπλα. Οταν πλησιάσανε οι Τούρκοι κάποιος είπε να τον ξυπνήσουν και να τον συλλάβουνε.

«Οχι, φώναξε ο σπιούνος. Αν τον ξυπνήσετε θα  βρούμε  το μπελά μάς».

Αδικα ο Μπρέζο συνέχιζε να χλιμιντρίζει και να σκάβει τη γη. Ο αφέντης δεν ξύπνησε.

Ξαφνικά ομοβροντίες τουφεκιών και βαριά λαβωμένος από των Τούρκων τα βόλια, “ξύπνησε” και πριν ξεψυχήσει ανάμεσα τους σκόρπισε το θάνατο και μαζί του πήρε εφτά Τούρκους.

Το ουρλιαχτό του σκύλου που πάντα είναι προάγγελος κακών μηνυμάτων, τη νύχτα εκείνη, έκανε τη Στόιτσσενα να μη κλείσει μάτι.

Κακά προαισθήματα και ανησυ­χίες δεν την κρατούσαν στο στρώ­μα και πολύ πρωί βγήκε έξω από το σπίτι. Και ξαφνικά μαρμάρωσε. Τα γόνατα της λίγισαν και ήταν έτοιμη να σωριαστεί. Εκεί μπρο­στά της, στη μέση της αυλής ο Μπρέζο: χωρίς καβαλάρη έστεκε ακίνητος και έδειχνε θλιμμένος. Βρήκε τη δύναμη η δόλια έτρεξε ως εκεί πιάστηκε από τη πλούσια χαίτη /ακούμπησε το κεφάλι της στο κεφάλι του αλόγου, το έλου­ζε με δάκρυα και με σβησμένη φωνή το ρωτούσε και ξαναρωτού­σε:

«Που είναι ο αφέντης σου; Που είναι ο γιος μου ο Τάνε;»

Κόνιοτ σι ντόίντε, Τάνε γκο νέμα

Μπάμπα γκο πίτα, κόντσσε μπρε κόντσσε

Κάζζι μι κόίντσσε κάντε ε Τάνε

Κόνιοτ σε τσσούντε κάκο ντα μου κάζζε

Κόνιοτ σε τσσούντε, ντόμπρι σάλζι ρόνε

Ντίλμι με πίταςς πράβο κε τι κάζζαμ

Τάνε σε οζζένι μπάμπο ζα μόμα ρομπίνκα

ζα μόμα ρομπίνκα, ζα Μακεντόνια

Το 1916 στο ανήμπορο ματωμέ­νο κορμί δέχτηκε άλλη μιά πληγή, ο δύστυχος γέρο Στόιτσσε. Τού καψαν το χάνι και έχασε όλο το βιός και απαρνημένος από τη ζωή, τη τελευταία του πνοή την άφησε στο σπίτι κάποιου φιλόξε­νου γείτονα.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

АЛЕКСАНДАР ТУРУНЏЕВ ΑΛΕΞΑΝΤΑΡ ΤΟΥΡΟΥΝΤΖΖΕΒ (1872 – 1905)

Στην πλειάδα Μακεδόνων επαναστατών που έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία και τα δίκαια του μακεδόνικου λαού, εξέχουσα θέση κατέχει και ο θρυλικός Александар Турунџев. Ήταν ένας από τους γνωστότερους Βόιβοντες της Εσωτερικής Μακεδόνικης Επαναστατικής Οργάνωσης (ВМРО) στο Λέρινσκο-περιοχή Φλώρινας, ο οποίος άφησε βαθιά χνάρια στη μνήμη των Μακεδόνων, οι οποίοι του σύνθεσαν πολλά τραγούδια, αφηγήθηκαν ηρωικές ιστορίες, φράσεις οι οποίες μεταφέρθηκαν από γενιά σε γενιά.

Γεννήθηκε το 1872 στο χωριό Екши Су (Горно Врбени)-Έκσσι Σου (Γκόρνο Β’ρμπενι)-Ξυνό Νερό, Леринско-Φλώρινας. Στις αρχές της επαναστατικής του δράσης ήταν μέλος αντάρτικης ομάδας και έπειτα έγινε μέλος και του ΒΜΡΟ, όπου εντάχθηκε πολύ νέος, καταρχήν ως κόμιτα και μετέπειτα ως βόιβοντα. Κατα τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν, με την τσσέτα του (ένοπλη ομάδα), συμμετείχε ενεργά σε όλες τις μάχες στην περιοχή του Λέρινσκο-Φλώρινας.

Κατα τη διάρκεια του αγώνα του, ο Τούρουντζζεβ, τακτικά επισκέπτονταν τα χωριά του Λέρινσκο και κάποια από τα χωριά της Ντόλνα Πρέσπα και της Μπίτολα. Ήταν πολύ αγαπητός στο λαό, λόγω της γενναιότητάς του και της μεγάλης επιθυμίας του για απελευθέρωση του λαού του. Εκτός αυτού, ήταν δυνατός άντρας, γεροδεμένος, ψηλός, με μακριά μαλλιά και μεγάλη γενειάδα, πλατύ μέτωπο και γερακίσιο βλέμμα. Παντού τον υποδέχονταν εγκάρδια, επειδή μαζί με τους συντρόφους του, είχε απαλλάξει την περιοχή από τους βασανιστές του μακεδόνικου λαού, υπεύθυνους για τις βιαιότητες και τις ληστείες και με τη δράση του δεν επέτρεπε σε νέους τέτοιους να εμφανιστούν.

Μετά την απόφαση του ВМРО για ξεσηκωμό στο Συνέδριο του Солун-Θεσσαλονίκης (Ιανουάριος 1903) και την επιβεβαίωση αυτής από το Συνέδριο στο Смилево-Σμίλεβο, χωριό της Μπίτολα (Μάης 1903), ο Турунџев έλαβε καθήκοντα να αναδιοργανώσει το χωριό του και να το προετοιμάσει για την Επανάσταση. Εκπαίδευσε πολλούς συγχωριανούς του στην τέχνη του πολέμου, νέους 20-25 ετών και άνω και έπειτα έκαναν δοκιμαστικές μάχες. Εκπαίδευσε περίπου 230 άτομα.

Κατα την Επανάσταση του Ίλιντεν, στην περιοχή του Λέριν, σύμφωνα με τις διαταγές του Συνεδρίου, οι μάχες δίνονταν με αντάρτικο τρόπο. Μάχονταν μόνο οι τσσέτες των Βόιβοντι και οι χωρικοί έμειναν στα χωριά τους, περιμένοντας να βοηθήσουν εάν χρειαζόταν. Επιστρατεύτηκαν μόνο 500 χωρικοί, από τους οποίους οι 100 περίπου ήταν από το χωριό του Αλεξάνταρ, το Β΄ρμπενι.

Ο οθωμανικός στρατός συνέθεσε λεπτομερές σχέδιο για αντεπίθεση στους Μακεδόνες επαναστάτες και τις πολεμικές τους ομάδες. Για να εμποδίσουν την παραπέρα ενδυνάμωση της κίνησης στο Λέρινσκο, οι οθωμανικές αρχές του βιλαετίου της Μπίτολα, αποφάσισαν να εγκαταστήσουν ένοπλη μονάδα στο χωριό του Турунџев, η οποία και κατέφθασε με το διοικητή της στις 14 Νοεμβρίου 1903. Η παρουσία όμως του στρατού δεν φόβισε τα μέλη του ΒΜΡΟ στο θρυλικό Екши-Су, ούτε και σταμάτησε την οργανωτική δραστηριότητα του ηρωικού του γιου Александар Турунџев, ο οποίος ξεκίνησε με την ανανέωση του δικτύου της περιοχής, όλο και πιο αγαπητός, ιδιαίτερα μετά την επίσκεψη από τον Даме Груев-Ντάμε Γκρούεβ, γενικό διοικητή της ευρύτερης περιοχής και του υπαρχηγού του, βόιβοντα Ѓорѓи Сугарев-Γκιόργκι Σούγκαρεβ. Δεν υπέκυψε στην προσφορά αμνηστείας από πλευράς του Σουλτάνου, αλλά σύντομα προδώθηκε από έναν ύπουλο, πληρωμένο χαφιέ, ο οποίος καταχράστηκε την επιστοσύνη του.

Η προδοσία έλαβε μέρος στο χωριό Ајтуш-Άιτουςς (Леринско-Φλώρινας), κατα τη διάρκεια των εργασιών για την ανανέωση του επαναστατικού δικτύου. Ήταν τέλη του 1904, όταν προδόθηκε από τον Митре Гинков-Μίτρε Γκίνκοβ. Η προδοσία έγινε με τον εξής τρόπο: ο Τουρούντζζεβ έφτασε στο Ајтуш. Ήδη η προδοσία είχε ξεκινήσει νωρίτερα. Γνωρίζοντας το θάρρος και τη γενναιότητα του Αλεξάνταρ, τα πάντα οργανώθηκαν με ακρίβεια. Ο Βόιβοντας φιλοξενήθηκε από «πιστό» φίλο και όταν αποκοιμήθηκε, ο «φίλος» ειδοποίησε τις οθωμανικές αρχές ότι όλα είναι έτοιμα και ότι ο Τουρούντζζεβ κοιμάται. Αμέσως κατέφθασε στρατός. Ο «φίλος» άνοιξε αθόρυβα την πόρτα και δεκαριά στρατιώτες χύμηξαν πάνω στον Βόιβοντα, τον έδεσαν και τον μετέφεραν στις ξακουστές φυλακές της Μπίτολα. Η τσσέτα του, επίτηδες, είχε εγκατασταθεί από τον «φίλο» σε άλλα σπίτια του χωριού. Το δεξί χέρι του Турунџев, ο  Кокончев-Κοκόντσσεβ, έμεινε πιστός στις διαταγές του αρχηγού του και μετέφερε τους άντρες στην περιοχή του Костур-Καστοριάς, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για επέμβαση, την οποία όμως ο παλυάριθμος οθωμανικός στρατός δεν επέτρεψε.

Αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε στις φυλακές. Εκεί βασανίστηκε αφάνταστα επι ένα χρόνο. Επειδή αποτελούσε το φόβο και τον τρόμο των Οθωμανών, οι αρχές των φυλακών αποφάσισαν να μη βγει ζωντανός από την απομόνωση.  Τον βασάνιζαν, του έβαζαν ξυλαράκια στα νύχια, τον έκαιγαν με πυρωμένο σίδερο, για να πει ποιοί ήταν οι συνεργάτες του στην Μπίτολα. Η απάντησή του ήταν πάντα μία: «Битола ја познавам, во Битола никого не познавам-Την Μπίτολα την ξέρω, στην Μπίτολα κανέναν δεν ξέρω». Ο Турунџев άντεξε όλα τα βασανιστήρια χωρίς να παρακαλέσει για οίκτο. Πολλές φορές λόγω του αφόρρητου πόνου λιποθυμούσε και κάποιες φορές προσπάθησε να αυτοκτονήσει. Η φύλαξή του έγινε ακόμα μεγαλύτερη. Αλυσίδες στα χέρια και στα πόδια, όπως και στο λαιμό. Όταν κατάλαβαν ότι δεν θα καταφέρουν να του αποσπάσουν τίποτα, οι αρχές ετοίμασαν, μέσω του Στρατοδικείου, δικαστική διαδικασία. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε θάνατο και η ποινή εκτελέστηκε με δημόσιο κρέμασμα σε μια πλατεία της Μπίτολα, το Ατ-παζάρ, στις 29 Αυγούστου 1905. Αυτό το μακάβριο γεγονός φυλάχτηκε και σε φωτογραφία, η οποία έμεινε απόδειξη του θάρρους αυτού του γενναίου Βόιβοντα, του Александар Турунџев, ο οποίος πριν κρεμαστεί, φώναξε: «Македонија ќе биде слободна-Η Μακεδονία θα απελευθερωθεί!».

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

МАТE БУЛЕВ – ΜΑΤE ΜΠΟΥΛΕΒ 1904 -1949

Ο Μάτε Μπούλεβ (Ματθαίος Μπούλες) ήταν ένας δραστήριος αγωνι­στής που αγωνίστηκε και θυσιάστηκε για τα δίκαια του μακεδόνικου λαού ενάντια στον ξένο κατακτητή αλλά και τη εγχώρια καταπίεση.

Γεννήθηκε το 1904 στο επαναστατικό μακεδόνικο χωριό Врбени-Β’ρμπενι ( Ξυνό Νερό Φλώρινας) από φτωχή αγροτική οικογένεια. Από μικρή ακόμη ηλικία, άρχισε να αναδεικνύεται ο τολμηρός και μαχητικός του χαρακτήρας. Με τις δημο­κρατικές του ιδέες ο Μάτε έγινε γνωστός το 1926, όταν στις βουλευτικές εκλογές αγωνίστηκε για το “Εθνικό Ενω­τικό Μέτωπο”. Συμμετείχε ενεργά στους κοινωνικούς αγώνες και σε όλες τις βουλευτικές εκλογές μέχρι το 1932, οπότε έγινε μέλος του ΚΚΕ και συνεργάστηκε με τα άλλα ενεργά στελέχη, αναλαμβάνοντας διάφορες κομμα­τικές υποχρεώσεις. Πολλές φορές συμμετείχε ενεργά σε συγκρούσεις με καταπιεστικές δυνάμεις του τόπου και την αστυνομία με αποτέλεσμα να φυλακιστεί και στη συνέχεια να εξοριστεί. Το σπίτι του πολλές φορές γινόταν καταφύγιο κυνη­γημένων δημοκρατών και άλλες φορές γινόταν ο χώρος όπου συγκεντρώνονταν και συνεδρίαζαν τα μέλη του κόμματος σε τοπικό επίπεδο. Στις βουλευτικές εκλογές του 1936, ο Μάτε μαζί με άλλους τριάντα συγχωριανούς του, επι­σκέφτηκαν τα χωριά του Соровичево-Σοροβίτσσεβο (Αμύνταιο)και ενη­μέρωσαν το λαό για το πρόγραμμα του “Εθνικού Μετώ­που”. Στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, για ένα διάστημα βρέθηκε στην περιοχή της Νιγρίτας, όπου τον συνέλαβαν και τον εξόρισαν στη Χίο. Με την κατοχή της Ελλάδος από τους Γερμανούς, Ιταλούς και Βουλγάρους φασίστες, ο Μάτε βγήκε από την φυλακή και άρχισε πάλι να αγωνίζεται για τη δημιουργία παρτιζάνικων ομάδων στις γραμμές του Ε.Λ.Α.Σ. Ήταν ένας μεγάλος σαμποτέρ – κομάντο με πολυάριθμες ενέργειες ειδικά στην καταστροφή δρόμων, γεφυρών, σιδηροδρομικών γραμμών, όπως και στην ανα­τίναξη φασιστικών οχημάτων και τρένων. Με την λήξη του πολέμου και τη γνωστή Συμφωνία της Βάρκιζας, σύμφωνα με την οποία η ηγεσία της αντίστασης παρέδωσε τον οπλισμό, ο Μάτε Μπούλεβ συντάχθηκε με αυτούς που την θεώρησαν λαθεμένη και αμφέβαλαν για την ειλικρίνεια της αντιδραστικής πλευράς και δεν παρέ­δωσαν τον οπλισμό τους. Έτσι έγινε ένας από τους πιό δραστήριους αγωνιστές ενάντια στη εγχώρια μοναρχοφασιστική αντίδραση. Το φθινόπωρο του ‘46 όταν ήδη είχε αρχίσει ο Εμ­φύλιος πόλεμος, μαχόταν στο βουνό Радош-Ράντοςς. Εκεί συνάντησε και άλλους κυνηγημένους Μακεδόνες από τα χωριά Ајтос-Άιτος (Αετός), Сребрено-Σρέμπενο (Ασπρόγεια), Баница-Μπάνιτσα (Βεύη), Зеленич-Ζέλενιτςς (Σκλήθρο) και δημιούργησαν μια ένοπλη ομάδα. Σαν αντίποινα για αυτή του την δραστηριότητα, οι αντιδραστικές συμμορίες έβαλαν φωτιά στο σπίτι του. Στις 10 Ιανουαρίου του 1949 μια κυβερνητική τα­ξιαρχία τοποθετήθηκε στο Άιτος- Αετό και άρχισε βίαια να διώ­χνει τους κατοίκους από τα χωριά Спанци-Σπάντσι (Φανός), Гулјанци-Γκουλιάντσι (Ροδώνα), Лјубетина-Λιουμπέτινα (Πεδινό),Ајтос-Άιτος (Αετός), Долно Неволјани-Ντόλνο Νεβόλιανη (Βαλτόνερα), Горско-Γκόρσκο (Αγραπιδιά), Сребрено-Σρέμπενο (Ασπρόγεια), Елово-Έλοβο (Ελατιά) και άλλα. Η βίαιη αυτή απομάκρυνση των Μακεδόνων από τα σπίτια τους και από τον τόπο τους κράτησε περίπου δέκα μέρες. Στις 19 Απριλίου 1949 ένα τάγμα του κυβερνητικού στρατού επιτέθηκε στις ανταρτικές θέσεις κοντά στο Зеленич-Ζέ­λενιτς, όπου μάχονταν και ο Μάτε. Μετά από πολύωρη μάχη μια σφαίρα του εχθρού έβαλε τέλος στην ηρωική του δράση.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

КОЧО (ДИНЕ) РОБЕВ – ΚΟΤΣΣΟ (ΝΤΙΝΕ) ΡΟΜΠΕΒ 1915-1947

Ο Кочо Робев (Κώστας Ρόμπης)γεννήθηκε το 1915 στο χωριό Баница-Μπάνιτσα (Βεύη Φλώρινας) από φτωχή αγροτική οικογένεια. Ο πατέρας του Трифо-Τρύφо, λόγω οικονομικών δυσκολιών, αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Αμερική, όπου πέθανε μετά από μικρό χρονικό διάστημα χωρίς να ξαναδεί την οικογένεια του. Η γυναίκα του Сирма-Σύρμα μαζί με τους δύο γιους και τις τέσσερις κόρες έμεινε μόνη χωρίς καμιά υποστήριξη και βοήθεια.

Κάτω απο αυτές τις δύσκολες συνθήκες τα παιδιά από μικρή ηλικία αναγκάστηκαν να δουλέψουν σκληρά. Έτσι και ο Κότσσο μόλις έγινε 15 χρονών, άρχισε να εργάζεται στα ορυχεία της Μπάνιτσα. Μέσα σ’ αυτές τις δύσκολες συνθήκες εργασίας ο Κότσσο εγίνε δραστήριο μέλος και οργανωτικό στέλεχος του συνδικάτου των ανθρακωρύχων. Μέσα από το συνδι­κάτο μαζί με άλλους συντρόφους και εργάτες αγωνίστηκε με απεργιακές κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και την καθιέρωση του οκταώρου. Το 1932 έγίνε μέλος της οργάνωσης “Εργατική Αλληλεγγύη”. Το 1936 άρχισε να υπηρετεί την στρατιωτική του θητεία στο Лерин-Λέριν (Φλώρινα) με τον βαθμό του Λοχία και το Πάσχα του ιδίου έτους πήρε εορταστική άδεια και επέστρεψε στο χωριό του. Εκεί υπήρχε το έθιμο να γίνεται γλέντι στην πλατεία με μακεδόνικους παραδοσιακούς χορούς. Είναι γνω­στό από τα έθιμα και την παράδοση, ότι όταν χορεύουν οι άνδρες, δεν έχει κανείς το δικαίωμα να διακόψει τον χορό και το τραγούδι. Εκείνο το απόγευμα ο Κότσσο έσερνε πρώτος το μακεδόνικο χορό Бајраче-Μπαϊράτσσε. Ξαφνικά εμφανίστηκε η αστυνομία με σκοπό να δια­λύσει το γλέντι. Ο Κότσσο, που ήταν ντυμένος με τα στρατιωτικά ρούχα, αντιστάθηκε με αποτέλεσμα να προπηλακιστεί από τους χωροφύλακες, ενώ μαζί με τους συγχωριανούς του προσπάθησαν να συνεχίσουν το γλέντι. Οι χωροφύ­λακες αφού δεν κατόρθωσαν να διαλύσουν το γλέντι απευθύνθηκαν για βοήθεια στον συνοριακό στρατώνα. Με την άφιξη ίων στρατιωτών ο διοικητής διέταξε τον Κότσσο να πάρει θέση υπέρ της χωροφυλακής και να στραφεί εναντίον των συγχωριανών του. Όπως ήταν φυσικό, αρνήθηκε με αποτέλε­σμα να τιμωρηθεί και να εξορισθεί μαζί με άλλους τέσσερις από την Μπάνιτσα στο νησί Αγιος Ευστράτιος. Εκεί έμεινε μέχρι το 1940, δηλαδή μέχρι την επίθεση της φασι­στικής Ιταλίας εναντίον της Ελλάδος.

Στις 29 Οκτωβρίου 1940, μιά μέρα μετά την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου, ο Κότσσο με 20 κρατούμε­νους συγχωριανούς του μεταφέρθηκαν στη νήσο Χίο. Το ίδιο διάστημα εκατοντάδες Μακεδόνες εξορίστη­καν στα ξερονήσια του Αιγαίου και στην Πελλοπόνησο. Τον Μάϊο του 1941 ο Κότσσο Ρόμπεβ μαζί με άλλους συγκρατούμενούς του κατόρθωσαν να δραπετεύσουν από τις φυλακές της Χίου. Επέστρεψε στη Μπάνιτσα και άρ­χισε την οργανωτική δουλειά ενάντια στην φασιστική κατοχή. Στις 18 Ιανουαρίου 1944 μαζί με τον ακτιβιστή Лазо Кочев-Λάζο Κότσσεβ, μετά από προδοσία συνελήφθησαν από τους Γερ­μανούς κατακτητές και οδηγήθηκαν στις φυλακές του στρατοπέδου “Παύλου Μελά” στην Θεσσαλονίκη. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος από την Γερ­μανική κατοχή και τη γνωστή συμφωνία της Βάρκιζας η εξουσία πέρασε στα χέρια αυταρχικών κυβερνήσεων.

Το κλίμα τρομοκρατίας που επέβαλε το ελληνικό κράτος και παρακράτος, ανάγκασε τον Κότσσο, μαζί με άλ­λους συναγωνιστές του, να απομακρυνθούν για ένα διάστημα από την Ελ­λάδα και να μεταφερθούν στο μακρυνό Μπούλκες στη Βοϊβοντίνα. Τον Σεπτέμβριο του 1946 επέστρεψε στο Λέριν-Φλώρινα και με την ιδιότητα του κομματικού επιτετραμένου συνέχισε τον αγώνα ενάντια στον εγχώριο φασισμό. Τον Ιανουάριο του 1947 ακτιβιστές από το χωριό Пополжани-Ποπόλζζανι (Παπαγιάννη Φλώρινας) ενημέρωσαν τον Κότσσο, ότι οι αρχές του χω­ριού κάνουν προσπάθειες να οπλίσουν και να στρέψουν τους χωρικούς εναντίον του Δ.Σ.Ε. Αυτός μαζί με τους συντρόφους του Константин Цингов-Κόσταντιν Τσίγκοβ και Танас Ашлаков-Τάνας Ασσλάκοβ πήγαν στο χωριό για να αποτρέψουν τους χωρικούς από μια τέτοια ενέργεια. Εκεί σε μάχη με αντίπαλες ομάδες έπεσε νεκρός.

Μετά από αυτό οι στρατιώτες δεν σεβάστηκαν το νεκρό Κότσσο. Αφού τον έδεσαν πίσω από στρατιωτικό φορτηγό, τον έσερναν μέσα στους δρόμους του Λέριν-Φλώρινα.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Κατηγορίες

Loading

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


EMPORIKI BANK-Branch 501 Florina

Bank account 5638/32

IBAN:GR75 0120 5010 0000 0005 9667 441

BIC EMPOCRAA

  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2012 (59)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)
  • Τελευταίο
  • Δημοφιλή
  • Σχόλια