Ο Μητροπολίτης Теодосиј Гологанов ήταν Μακεδόνας πνευματικός ηγέτης, εκκλησιαστικός συγγραφέας και αγωνιστής για την επαναλειτούργηση της Αρχιεπισκοπής της Охрид-Όχριντ, όπως και την σύσταση μακεδόνικου εθνικού κράτους. Ήταν ένας από τους ενεργούς ακτιβιστές για τη δημιουργία ανεξάρτητης μακεδόνικης εκκλησίας, ακόμη από το 1874. Με τον ερχομό του ως Επίσκοπος στην εκκλησιαστική επαρχία του Σκόπιε, την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, ο Теодосиј άρχισε ενεργά να εργάζεται στην απόσχιση των μακεδόνικων επαρχιών από την σύνθεση της Εξαρχείας. Κατανοώντας ότι δεν υπάρχουν συνθήκες η μακεδόνικη Εκκλησία να αναγνωριστεί στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ότι η μοναδική δυνατότητα που έδινε ελπίδες ήταν να τεθεί υπο την σκέπη αυτών των εκκλησιών που ήταν ήδη αναγνωρισμένες από την Αυτοκρατορία, ξεκίνησε συνεργασία με την Καθολική Εκκλησία με σκοπό την ένταξη στην Ούνια (Ένωση). Αυτές οι δραστηριότητες προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις από πλευράς του Βούλγαρου Έξαρχου, ο οποίος και έλαβε αυστηρά μέτρα για να εμποδίσει το σχέδιο αυτό. Με τη βοήθεια των οθωμανικών αρχών, συνέλαβε τον Τεοντόσιι και τον οδήγησε καταρχήν στο Цариград-Τσάριγκραντ (Ίσταμπουλ-Κωνσταντινούπολη) και έπειτα τον απομόνωσαν στη Βουλγαρία εώς το τέλος της ζωής του.
Ο Теодосиј, του οποίου το κοσμικό όνομα ήταν Васил Гологанов-Βάσιλ Γκολογκάνοβ, γεννήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 1846 στο χωριό Трлис, Серско –Τ΄ρλις, Σέρσκο (Βαθύτοπος Σερρών). Βασική εκπαίδευση έλαβε από τον πατέρα του, τον ποπ-Ίλια και μετά τη μόρφωση στο σχολείο του χωριού του, φοίτησε στο ελληνικό γυμνάσιο Σερρών. Το 1860 στάλθηκε στο μοναστήρι „Св. Јован Претеча“(Σβέτι Γιόβαν Πρέτετσσα) του Серско-περιοχή Σερρών, όπου και έγινε μοναχός το 1862.
Ο Теодосиј ενεργά εντάχθηκε στο εθνικό κίνημα μέσω του αγώνα για άνοιγμα σχολείων και αντικατάσταση της ελληνικής με τη μακεδόνικη γλώσσα στις λειτουργίες το 1865. Το 1867-68 βρέθηκε στο Μόσταρ ως πρωτοσύγγελος του Μητροπολίτη Χερσεγκοβίνης Προκόπιι. Εκεί ήρθε κοντά με τους επαναστάτες της ευρύτερης περιοχής και με ψευδόνυμο έστελνε κείμενα στις σερβικές εφημερίδες, καλώντας τους λαούς των Βαλκανίων σε ξεσηκωμό εναντίων των Οθωμανικών αρχών. Με μήνυμα από πλευράς των επαναστατών της Χερσεγκοβίνης για ξεσηκωμό και στη Μακεδονία, κατευθύνθηκε μέσω Солун-Σόλουν (Θεσσαλονίκη) προς Сер-Σερ (Σέρρες), αλλά συλλήφθηκε από τις τουρκικές αρχές. Τον έσωσε ο μητροπολίτης της περιοχής. Αργότερα ο Τεοντόσιι αναχώρησε για το Πλόβντιβ, όπου τοποθετήθηκε εφημέριος του ναού Σβέτα Μπογκορόντιτσα (Παναγίας) και μετέπειτα ηγούμενος του μοναστηρίου Σβέτι Βρατςς (1869-1873).
Αν και είχε εκλεγεί ως εξαρχικός Μητροπολίτης της περιοχής του Σκόπιε στις 29.12.1884, μέχρι και το 1890 περίμενε στο Τσάριγκραντ για να του οριστεί μητροπολιτική θέση. Όλα αυτά οφείλονταν στις μεγάλες αντιδράσεις του Πατριαρχείου, με την στήριξη της Ελλάδας και της Σερβίας. Αυτό ωθούσε όλο και περισσότερο τους Μακεδόνες να σκέφτονται σχετικά με την ανασυγκρότηση της Αρχιεπισκοπής του Όχριντ. Μέσω του Коста Групчев-Κόστα Γκρούπτσσεβ και του Наум Евро-Νάουμ Έβρο, το 1887, ο Τεοντόσιι ήρθε σε επαφή με το Тајниот македонски комитет-Τάινιοτ Μακεντόνσκι Κομιτέτ (Μυστική Μακεδόνικη Επιτροπή), μακεδόνικη οργάνωση διανοουμένων στην Σόφια, οι οποίοι αγωνίζονταν για την ανασυγκρότηση της Αρχιεπισκοπής του Όχριντ και απομάκρυνση των Βούλγαρων ιερέων και δασκάλων.
Κατα τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων της Μυστικής Μακεδόνικης Επιτροπής με την κυβέρνηση της Σερβίας το 1886, το Βελιγράδι κάνοντας την προπαγάνδα του, συμφώνησε υπο όρους, να επικαιροποιηθεί η ανασυγκρότηση της Αρχιεπισκοπής. Ο Τεοντόσιι εξέφρασε ετοιμότητα να αναλάβει την ηγεσία της.
Για να εμποδίσει την εξάπλωση της σερβικής προπαγάνδας, ο Έξαρχος
Γιόσιφ Ι, με την στήριξη της βουλγαρικής κυβέρνησης, το 1890, ζήτησε και πάλι να εκδοθούν εντολές για τις εξαρχικές επισκοπές του Σκόπιε και του Όχριντ. Στις 15 Μαρτίου 1890, ο Μεγάλος Βεζύρης εξέδοσε μόνο άδειες για προσωρινή παραμονή. Ο Τεοντόσιι προσπάθησε να φτάσει στο Σκόπιε χωρίς το αναγκαίο μπεράτι, αλλά μετά από διαμαρτυρίες του Έλληνα και του Σέρβου προξένου, στις 27 Απριλίου 1890, ο Βαλής (ανώτατος αξιωματικός) τον ανάγκασε να επιστρέψει στο Τσάριγκραντ. ,,Εάν ανασυγκροτηθεί η Αρχιεπισκοπή του Όχριντ, εγώ θα παραιτηθώ από την Εξαρχεία,, δήλωσε στον Σέρβο πρόξενο στο Σόλουν, κατα τη διάρκεια του ταξιδιού με καράβι προς το Τσάριγκραντ.
Βλέποντας τις ζημιώδεις επιδράσεις των ξένων προπαγάνδων στη Μακεδονία και τον κίνδυνο για τη μακεδόνικη εθνική ταυτότητα, ο μητροπολίτης Теодосиј Гологанов, σε επιστολή του, της 22.7.1891, προς τον ηγούμενο Ντιονίσιι, έγραψε: „Εμείς οι Μακεδόνες, δεν υποφέρουμε τόσο από τους Τούρκους, όσο από τους Έλληνες, Βούλγαρους και Σέρβους, οι οποίοι σαν γύπες σε πτώμα όρμηξαν στην χιλιοβασανισμένη μας γη και θέλουν να την κομματιάσουν…Η Εξαρχεία μας, με την εκκλησιαστική και εκπαιδευτική της δράση εδώ στη Μακεδονία, στην ουσία εκτελεί την πλέον μίζερη δραστηριότητα, αφαιρεί το όνομα ενός λαού και το αλλάζει με άλλο, του αφαιρεί τη μητρική γλώσσα και του δίνει άλλη, του παίρνει τα εθνικά σύμβολα και τα αλλάζει με άλλα…Οι Τούρκοι αφαιρούν περιουσίες και ζωές από τους σκλαβωμένους, αλλά δεν εκτείνονται ως το πνεύμα του…Ενώ η ιερή Εξαρχεία μας, σκοτώνει αυτό το άλλο, το συνεχές…Εμείς οι πνευματικοί, με μακεδόνικη καταγωγή, πρέπει να ενωθούμε και ωθήσουμε το λαό μας να ξυπνήσει, να αποτάξει τις ξένες διοικήσεις, να αποτάξει την Πατριαρχεία και την Εξαρχεία και να ενωθεί πνευματικά υπο την σκέπη της Εκκλησίας του Όχριντ, την αληθινή του μητέρα Εκκλησία. Δεν είναι άραγε καιρός να σταματήσει ο εθνικός χωρισμός ενός ίδιου λαού μόνο και μόνο επειδή ο ένας αναγνωρίζει την Πατριαρχεία, ο άλλος την Εξαρχεία και ο τρίτος προσκυνάει τον Μωάμεθ;,,.
Αυτές οι δηλώσεις έφτασαν ως τον Έξαρχο Γιόσιφ Ι και όταν αυτός προσπάθησε να απομακρύνει τον Τεοντόσιι από τη θέση του Μητροπολίτη Σκόπιε, η Υψηλή Πύλη, η οποία στο μεταξύ είχε εκδόσει τα μπεράτια, υπο την πίεση της σερβικής κυβέρνησης, δεν έδωσε την άδεια για την πράξη αυτή. Ο Теодосиј, μετά τη λήψη του μπερατιού, έφτασε στο Σκόπιε στις 25.7.1890. Εκεί ο Теодосиј έκανε μεγάλες αλλαγές σε προσωπικό και άλλα θέματα, τα οποία οδήγησαν προς την απόσχιση από την Εξαρχεία. Εισήγαγε τη χρήση της μακεδόνικης γλώσσας, δημιούργησε εκτυπωτήριο, σφραγίδες και άλλα έγγραφα. Λόγω των σκληρών αντιδράσεων του Έξαρχου, ο Теодосиј ξεκίνησε συζητήσεις με τον Αυστρο-Ούγγαρο πρόξενο Σσμούκερ και με τον εκπρόσωπο του Βατικανού, Μπονέττι (3.12.1891) με σκοπό την ένταξη στην Ούνια, εάν ανεξαρτητοποιηθεί η Αρχιεπισκοπή στα σύνορα όλης της Μακεδονίας, σε ένωση με τους κανόνες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Ο Βούλγαρος Έξαρχος και εγγράφως τον απομέκρυνε από τα καθήκοντά του, ζητώντας από τις οθωμανικές αρχές να τον φέρουν στο Τσάριγκραντ. Τον Ιανουάριο του 1892, ο Μητροπολίτης Τεοντόσιι εγκατέλειψε το Σκόπιε για πάντα και στις 11 Μαρτίου στάλθηκε σε αναγκαστική παραμονή στο μοναστήρι Ντραγκάλεβ της Σόφια, όπου παρέμεινε απολύτως απομονωμένος εώς και το 1901. Με την στήριξη της επαρχίας Σκόπιε και τους ανθρώπους γύρω από τον Попарсов-Ποπάρσοβ, ο Τεοντόσιι έβαλε υποψηφιότητα στις εκλογές νέου μητροπολίτη της περιοχής το 1910. Ταυτόχρονα, μαζί με τον Ποπάρσοβ και τον Μισίρκοβ, κινήθηκαν με σκοπό την ίδρυση Ανώτατης Παιδαγωγικής Σχολής στο Σκόπιε, κάτι που τελικά δεν έγινε εφικτό.
Ο Теодосија Гологанов έχει δημοσιεύσει πολλές λογοτεχνικές-επιστημονικές λειτουργικές μελέτες και μεταφράσεις. Όταν κατα τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, ο γερμανο-βουλγαρικός στρατός κυριάρχησε στη Μακεδονία και η Εξαρχεία ξαναπέκτησε τη δικαιοδοσία της, και πάλι δεν του επιτράπηκε να γίνει μητροπολίτης του Σκόπιε, αλλά στάλθηκε στην επαρχία της Γκιουμουρτζζίνα (Κομοτηνής). Μετά τον πόλεμο, τοποθετήθηκε στην Πνευματική Ακαδημία της Σόφια, χωρίς κανένα καθήκον και εκεί πέθανε την 1 Φεβρουαρίου 1926.
Ο Григор Прличев αποτελεί το μεγαλύτερο όνομα της μακεδόνικης λογοτεχνίας του 19ου αιώνα. Αυτή η λογοτεχνική ιδιοφυΐα, σύμφωνα με την γλωσσική υπαγωγή, αποτελεί συγγραφέα σε τρεις γλώσσες: μακεδόνικα, ελληνικά και βουλγάρικα και ενώνει στον εαυτό του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και την εποχή στην οποία έζησε και δημιούργησε, τον κλασικισμό και τον ρομαντισμό, ως σημάδια του στυλ του. Είναι συγγραφέας για τον οποίο η Μακεδονία είναι ,,и љубов и судба и болка и очај и неопходност и тага и лулка и гроб (ι λιούμποβ ι σούντμπα ι μπόλκα ι ότσσαϊ ι νεόπχοντνοστ ι τάγκα ι λούλκα ι γκρομπ – και αγάπη και μοίρα και πόνος και ανάγκη και θλίψη και λίκνο και τάφος),,.
εξασφάλιζε στον κεντρικό δρόμο πουλώντας αυγά και μούρα. Εργάστηκε επίσης για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα ως ράφτης και αργότερα ορίστικε δάσκαλος στα Τίρανα (Αλβανία). Όταν κατάφερε να συγκεντρώσει λίγα χρήματα, διψασμένος για μάθηση, το 1849 εγγράφηκε ως φοιτητής στην Σχολή Ιατρικής του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Αντί όμως να παρακολουθεί τα μαθήματα ιατρικής, ,,μεθυσμένος,, από τον Όμηρο, πολύ συχνά διάβαζε ποιήματα αυτού και τα κρεμούσε στους τοίχους της πανεπιστημιακής αυλής. Τα χρήματα που είχε, γρήγορα ξοδεύτηκαν και σύντομα αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Μακεδονία.
Το βραβείο όμως δεν έμεινε για πολύ στα χέρια του, ούτε του δόθηκε η υποτροφία που προβλεπόταν, επειδή δεν δέχτηκε να δηλώσει ότι είναι Έλληνας, όπως του ζήτησαν οι οργανωτές. Επέστρεψε άμεσα στο Охрид και αμέσως άρχισε να εργάζεται πάνω στο νέο του ποίημα με τίτλο „Скендербег,, (Σκέντερμπεγκ). Εργάστηκε και πάλι ως δάσκαλος στην πόλη και άρχισε να αισθάνεται τη δυσαρέσκεια του πληθυσμού λόγω της επιβολής της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία από την Πατριαρχεία. Στροφή στη ζωή του, σύμφωνα με δική του αφήγηση, αποτέλεσε ο θάνατος των αδελφών Μιλάντινοβ στις φυλακές του Τσάριγκραντ (Ίνσταμπουλ-Κωνσταντινούπολης). Σε σύγκρουση με το Φαναριώτη Μητροπολίτη στο Όχριντ, Μελέτιο και ομάδα μεγαλέμπορων, κόλακων αυτού, πήρε το μέρος του μακεδόνικου λαού και απελευθερώθηκε από την ελληνιστική επίδραση. Μαζί με τον Јаким Сапунџиев (Γιάκιμ Σαπουντζζίεβ), ξεκίνησαν τον αγώνα για την εισαγωγή της λαικής γλώσσας στα σχολεία. Με αυτό, ο Π΄ρλιτσσεβ επισημοποίησε τον αγώνα του εναντίων της ελληνικής προπαγάνδας στη Μακεδονία.
«Γεννήθηκα το 1871 στο χωριό Смилево,Битолско – Σμίλεβο της περιοχής Μπίτολα. Ο πατέρας μου λεγόταν Јован-Γιόβαν και ο παππούς μου Грујо-Γκρούιο. Ο πατέρας μου ήταν οικοδόμος…». Ο βίαιος εξισλαμισμός του μακεδόνικου λαού στην περιοχή των Μίατσι (δυτικό τμήμα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας), επέφερε μετακίνηση μεγάλου αριθμού οικογενειών από τα μέρη εκείνα. Τέτοια ήταν και η μοίρα της οικογένειας του Даме, η οποία από τη Река (Ρέκα) κατέφυγαν στο Смилево.
σχέσεις του με σοσιαλιστικό κίνημα Νοβ Ζζίβοτ και έπειτα η έρευνα επικεντρώθηκε στο
Груев,
ελευθερώθηκε. Στο Συνέδριο του Σμίλεβο, Μάη του 1903, εκλέχτηκε μέλος του Γενικού Επιτελείου της Επανάστασης του Ίλιντεν, υπεύθυνος για την περιοχή της Μπίτολα και Σέβερεν Λέριν (βόρειο τμήμα της περιοχής του Λέριν-Φλώρινας). Μετά την αποτυχία του ξεσηκωμού παρέμεινε στη Μακεδονία και ασχοληθηκε με την ανανέωση των βάσεων του ΒΜΡΟ. Τον Οκτώβριο του 1905, συμμετείχε στο Συνέδριο του Рила-Ρίλα (όρος στη Μακεδονία του Πίριν-Βουλγαρία) και εκλέχτηκε μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου. Σκοτώθηκε σε μάχη με τον οθωμανικό στρατό στις 10 Δεκεμβρίου 1906, κοντά στο χωριό Русиново-Ρουσίνοβο (ανατολικό τμήμα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας).
Ο Димитар Влахов ήταν Μακεδόνας επαναστάτης, πολιτικός, μέλος του μακεδόνικου επαναστατικού κινήματος, ακτιβιστής του Σοσιαλδημοκρατικού εργατικού κόμματος της Βουλγαρίας, της μακεδόνικης επαναστατικής οργάνωσης (ВМРО), του Λαικού Ομοσπονδιακού Κόμματος (НФП), του
μακεδόνικου απελευθερωτικού κινήματος. Συμμετείχε στην έκδοση της εφημερίδας „Единство“ (έντινστβο-ενότητα), η οποία ήταν όργανο του ΒΜΡΟ της περιοχής της Στρούμιτσα. Έγινε εξέχον μέλος του Λαικού Ομοσπονδιακού Κόμματος και στο Συνέδριο του κόμματος εκλέχτηκε πρόεδρος του Κεντρικού Γραφείου. Σύντομα όμως συγκρούστηκε με τον 
Ο Ѓорче Петров, με την πολύχρονη, 35ετη δραστηριοποίησή του, σχετικά με τις οργανώσεις και τον επαναστατικό αγώνα στη Μακεδονία, αποτελεί έαν από τους πλέον φημισμένους ηγέτες του μακεδόνικου λαϊκοαπελευθερωτικού κινήματος, την περίοδο του τέλους του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. Η δράση του εκτεινόταν σε πολλά επίπεδα και εκτός του ένοπλου επαναστατικού αγώνα, κατείχε εξέχουσα θέση στη μακεδόνικη διπλοματία της εποχής, όπως και στη βοήθεια που παρείχε ως δικηγόρος, στα ιδιαίτερα μακεδόνικα συμφέροντα. Επίσης, ακούραστος αγωνιστής και προπαγανδιστής μεταξύ της μακεδόνικης διασποράς στο τότε Βασίλειο της Βουλγαρίας, όπως και μεταξύ των μακεδονόφιλων ανα τον κόσμο. Ως Βόιβοντα τσσέτας την περίοδο της Επανάστασης του Ίλιντεν (1903), κολώνα της μακεδόνικης υπομονής απέναντι στις προπαγάνδες των γειτονικών χωρών και ως καρπερός εκδότης, ο οποίος με την πένα του, τακτικά δημιουργούσε μονοπάτια στο ομιχλώδες τοπίο της προόδου της Μακεδονίας του.
τον Димо Хаџи Димов (Ντίμο Χαντζζι Ντίμοβ), αυτή η οργάνωση διαλύθηκε το φθινόπωρο του 1919. Με τον ερχομό στην εξουσία της γεωργικής κυβέρνησης του Αλεξάνταρ Σταμπολίσκι, ο Γκιόρτσσε ορίστηκε υπεύθυνος του Γραφείου εγκατάστασης προσφύγων, υπηρεσία του βουλγαρικού Υπουργείου Εξωτερικών. Μαζί με άλλους εξέχοντες Μακεδόνες, αιτήθηκαν στο τότε Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, άδεια επιστροφής στα πατρικά τους εδάφη. Η αίτηση απορίφθηκε. Ο θάνατος τον βρήκε στην Σόφια, όπου στις 28 Ιουνίου 1921, ύπουλα, πισώπλατα, δολοφονήθηκε στους δρόμους της Σόφια.
Ο Васил Чакаларов ήταν ένας από τους μεγαλύτερους θρύλους της Επανάστασης του Ίλιντεν (1903), ένα από τα σημαντικότερα μέλη του ΒΜΡΟ, ένας από τους σπουδαιότερους αγωνιστές για τα δίκαια του μακεδόνικου λαού. Οι υπεύθυνοι της ένοπλης ελληνικής προπαγάνδας στη Μακεδονία, τον αποκαλούσαν ,,κύριο εχθρό του Ελληνισμού,,.
καταδίκασε τον Κότε Χρίστοβ για προδοσία, αλλά του δόθηκε αμνηστεία από τον ίδιο τον Ντέλτσσεβ, μετά από υποσχέσεις του Κότε ότι δεν θα ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Η τελευταία παραγγελία όπλων κατέφθασε από την Ελλάδα και η περιοχή Κόστουρ και Λέριν, ήταν πλέον έτοιμη για ξεσηκωμό.
Στις 20 Ιουλίου 1903, η Επανάσταση του Ίλιντεν εκδηλώθηκε και στην περιοχή του Κόστουρ και συμμετείχαν περίπου 2000 κόμιτι. Επίσης, στις 23 Ιουλίου, κατέλαβαν την Κλεισούρα. Στις 12 Αυγούστου, μετά από σκληρή μάχη, κατέλαβαν την Νέβεσκα (Νυμφαίο Φλώρινας). Οι μάχες που έδωσε ο Τσσακαλάροβ με την τσσέτα του ήταν πολλές και αιματηρές. Στις 27 Αυγούστου, λήφθηκε απόφαση υποχώρησης των ένοπλων ομάδων της περιοχής, με σκοπό να προστατέψουν τον άμαχο πληθυσμό από αντίποινα των 15.000 Οθωμανών στρατιωτών που κατέφθασαν. Με πρωτοβουλία του Чакаларов, στάλθηκε επιστολή προς τους ξένους διπλωμάτες στη Битола, όπου περιγράφονταν οι θηριωδίες του στρατού εναντίων του άμαχου πληθυσμού. Ο Васил Чакаларов ηγούταν ομάδας 450 επαναστατών. Στις 29 Αυγούστου, στο χωριό Апоскеп-Άποσκεπ (Απόσκεπος Καστοριάς), έγινε σκληρή και πολύνεκρη μάχη, και ως αποτέλεσμα αυτού, στις 1 Σεπτεμβρίου, στο χωριό Нестрам-Νέστραμ (Νεστόριο), τιμώρησαν τους προδότες και διέλυσαν μια οθωμανική πολεμική μονάδα. Στο τέλος επέστρεψε στη κατεστραμένη περιοχή του, όπου οι τσσέτες διαλύθηκαν. Ο Βάσιλ, με την αδερφή του Зоја-Ζόια, τον Пандо Кљашев και τον Лазар Киселинчев, πέρασαν μυστικά στην Ελλάδα και από εκεί με πλοίο, μετέβηκαν στη Βουλγαρία.
Ο Τάνε βοϊβόντα γεννήθηκε το 1874 στο χωριό Горничево-Γκορνίτσεβο (Κέλη Φλώρινας). Μετά τον Ρίστε και τον Λάζο, ήταν το τρίτο παιδί του Стојче Кљанчов-Στόϊτσε Κλιάντσσοβ, καλού νοικοκύρη της περιοχής, με καλή σειρά και το χάνι το μεγάλο εκεί στην πλατεία του χωριού. Και οι ταξιδιώτες που πηγαίνανε από Битола-Μπίτολα για Солун-Θεσσαλονίκη και αντίστροφα, εκεί βρίσκανε ζεστό πιάτο και κρεβάτι, το φιλικό χαμόγελο του μπάι-Στόιτσσε και για τα ζώα τους σανό.
Στην πλειάδα Μακεδόνων επαναστατών που έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία και τα δίκαια του μακεδόνικου λαού, εξέχουσα θέση κατέχει και ο θρυλικός Александар Турунџев. Ήταν ένας από τους γνωστότερους Βόιβοντες της Εσωτερικής Μακεδόνικης Επαναστατικής Οργάνωσης (ВМРО) στο Λέρινσκο-περιοχή Φλώρινας, ο οποίος άφησε βαθιά χνάρια στη μνήμη των Μακεδόνων, οι οποίοι του σύνθεσαν πολλά τραγούδια, αφηγήθηκαν ηρωικές ιστορίες, φράσεις οι οποίες μεταφέρθηκαν από γενιά σε γενιά.
αυτής από το Συνέδριο στο Смилево-Σμίλεβο, χωριό της Μπίτολα (Μάης 1903), ο Турунџев έλαβε καθήκοντα να αναδιοργανώσει το χωριό του και να το προετοιμάσει για την Επανάσταση. Εκπαίδευσε πολλούς συγχωριανούς του στην τέχνη του πολέμου, νέους 20-25 ετών και άνω και έπειτα έκαναν δοκιμαστικές μάχες. Εκπαίδευσε περίπου 230 άτομα.
Η προδοσία έλαβε μέρος στο χωριό Ајтуш-Άιτουςς (Леринско-Φλώρινας), κατα τη διάρκεια των εργασιών για την ανανέωση του επαναστατικού δικτύου. Ήταν τέλη του 1904, όταν προδόθηκε από τον Митре Гинков-Μίτρε Γκίνκοβ. Η προδοσία έγινε με τον εξής τρόπο: ο Τουρούντζζεβ έφτασε στο Ајтуш. Ήδη η προδοσία είχε ξεκινήσει νωρίτερα. Γνωρίζοντας το θάρρος και τη γενναιότητα του Αλεξάνταρ, τα πάντα οργανώθηκαν με ακρίβεια. Ο Βόιβοντας φιλοξενήθηκε από «πιστό» φίλο και όταν αποκοιμήθηκε, ο «φίλος» ειδοποίησε τις οθωμανικές αρχές ότι όλα είναι έτοιμα και ότι ο Τουρούντζζεβ κοιμάται. Αμέσως κατέφθασε στρατός. Ο «φίλος» άνοιξε αθόρυβα την πόρτα και δεκαριά στρατιώτες χύμηξαν πάνω στον Βόιβοντα, τον έδεσαν και τον μετέφεραν στις ξακουστές φυλακές της Μπίτολα. Η τσσέτα του, επίτηδες, είχε εγκατασταθεί από τον «φίλο» σε άλλα σπίτια του χωριού. Το δεξί χέρι του Турунџев, ο Кокончев-Κοκόντσσεβ, έμεινε πιστός στις διαταγές του αρχηγού του και μετέφερε τους άντρες στην περιοχή του Костур-Καστοριάς, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για επέμβαση, την οποία όμως ο παλυάριθμος οθωμανικός στρατός δεν επέτρεψε.
κανέναν δεν ξέρω». Ο Турунџев άντεξε όλα τα βασανιστήρια χωρίς να παρακαλέσει για οίκτο. Πολλές φορές λόγω του αφόρρητου πόνου λιποθυμούσε και κάποιες φορές προσπάθησε να αυτοκτονήσει. Η φύλαξή του έγινε ακόμα μεγαλύτερη. Αλυσίδες στα χέρια και στα πόδια, όπως και στο λαιμό. Όταν κατάλαβαν ότι δεν θα καταφέρουν να του αποσπάσουν τίποτα, οι αρχές ετοίμασαν, μέσω του Στρατοδικείου, δικαστική διαδικασία. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε θάνατο και η ποινή εκτελέστηκε με δημόσιο κρέμασμα σε μια πλατεία της Μπίτολα, το Ατ-παζάρ, στις 29 Αυγούστου 1905. Αυτό το μακάβριο γεγονός φυλάχτηκε και σε φωτογραφία, η οποία έμεινε απόδειξη του θάρρους αυτού του γενναίου Βόιβοντα, του Александар Турунџев, ο οποίος πριν κρεμαστεί, φώναξε: «Македонија ќе биде слободна-Η Μακεδονία θα απελευθερωθεί!».
Ο Μάτε Μπούλεβ (Ματθαίος Μπούλες) ήταν ένας δραστήριος αγωνιστής που αγωνίστηκε και θυσιάστηκε για τα δίκαια του μακεδόνικου λαού ενάντια στον ξένο κατακτητή αλλά και τη εγχώρια καταπίεση.
Ο Кочо Робев (Κώστας Ρόμπης)γεννήθηκε το 1915 στο χωριό Баница-Μπάνιτσα (Βεύη Φλώρινας) από φτωχή αγροτική οικογένεια. Ο πατέρας του Трифо-Τρύφо, λόγω οικονομικών δυσκολιών, αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Αμερική, όπου πέθανε μετά από μικρό χρονικό διάστημα χωρίς να ξαναδεί την οικογένεια του. Η γυναίκα του Сирма-Σύρμα μαζί με τους δύο γιους και τις τέσσερις κόρες έμεινε μόνη χωρίς καμιά υποστήριξη και βοήθεια.












