Μεταξύ των πολυάριθμων Μακεδόνων αγωνιστών και επαναστατών,
σημαντική θέση κατέχει και ο Симеон Кавракиров – Συμεών Καβρακίροβ. Ο Σίμε ανήκε στη νεότερη γενιά Μακεδόνων επαναστατών, οι οποίοι ζούσαν και μάχονταν σε μια ιδιαίτερα δύσκολη και περίπλοκη περίοδο της μακεδόνικης ιστορίας. Η Μακεδονία ήταν ήδη διαιρεμένη, ενώ ο μακεδόνικος λαός, απελευθερωμένος από την αιώνια εξουσία των Οθωμανών Σουλτάνων, βρέθηκε υπο την κυριαρχία νέων εξουσιαστών, των τριών γειτονικών κρατών, Ελλάδα, Βουλγαρία και Σερβία.
Ο Симеон Кавракиров γεννήθηκε στο Солун-Σόλουν (Θεσσαλονίκη) στις 16 Νοεμβρίου 1898, από επαναστατική μακεδόνικη οικογένεια. Από παιδί ακόμη, έμεινε ορφανό. Η δύσκολη κατάσταση που βρισκόταν ο μακεδόνικος λαός υπό την οθωμανική εξουσία, η διαπαιδαγώγηση του από το σπίτι και η σκληρή ζωή του ορφανού που ακολούθησε, εμφύτεψαν στον χαρακτήρα του Σίμε αγάπη για τον συνάνθρωπο και την ελευθερία και όλα αυτά έπαιξαν σημαντικό ρόλο αργότερα, κατά τη διάρκεια του προσδιορισμού του ως επαναστάτη και ηγετικού στελέχους. Οι πολέμοι των Βασιλείων της Βουλγαρίας, Ελλάδας και Σερβίας, με σκοπό το διαμελισμό της Μακεδονίας, οι οποίοι έγιναν την περίοδο 1912-1913, άφησαν βαριά τραύματα στην ψυχή του δεκαπεντάχρονου τότε Σίμε και άλλαξαν ριζικά τη ζωή του και την άποψή του για τη δικαιοσύνη και την ελευθερία. Οι αλλαγές που επήλθαν από την υποχώρηση των Οθωμανών και την προσάρτηση του Солун-Σόλουν (Θεσσαλονίκη) και της μισής περίπου Μακεδονίας στην Ελλάδα, ανάγκασαν την οικογένεια Кавракирови-Καβρακίροβι να μεταναστεύσει στη Βουλγαρία.
Εώς και τον Ιούνιο του 1923, στη Βουλγαρία έγιναν μεγάλες αλλαγές. Η
προοδευτική και δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του Αλεξάνταρ Σταμπολίσκι, μέσω αιματηρών γεγονότων και τον δάκτυλο των νεοβαρχοβιστών, αντικαταστάθηκε από άλλη, η οποία εισήγαγε σύστημα τρομοκρατίας και διωγμών οτιδήποτε προοδευτικού στη χώρα. Ιδιαίτερα ,,χτυπήθηκε,, η προοδευτική μακεδόνικη μετανάστευση εκεί, η οποία ήταν οργανωμένη σε συλλόγους, τις αποκαλούμενες αδερφότητες, όπως επίσης και ο μακεδόνικος λαός στη Μακεδονία του Πίριν. Παρόλα αυτά όμως, οι Μακεδόνες πατριώτες – επαναστάτες δεν υποχώρησαν. Με ενέργειές τους, κατάφεραν την συνενόηση και την ένωση όλων αυτών των Μακεδόνων που επιθυμούσαν την επανένωση και την απελευθέρωση της πατρίδας τους. Με βάση το φημισμένο Мајски манифест (Μάισκι Μανιφέστ – Μανιφέστο του Μάη) του 1924, συστάθηκε η οργάνωση ВМРО Обединета (ΒΜΡΟ Ομπεντίνετα – ΒΜΡΟ Ενωμένη).
Στις πρώτες γραμμές του αγώνα για εθνική απελευθέρωση και ένωση του μακεδόνικου λαού στη Βουλγαρία στάθηκαν οι Симе Кавракиров, Христо Трајков-Χρίστο Τράικοβ, Божидар Митрев – Μπόζζινταρ Μίτρεβ, Митко Сурлев – Μίτκο Σούρλεβ και άλλοι. Ο Кавракиров, μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες δραστηριοποίησης, όταν σε όλη τη Βουλγαρία και ιδιαίτερα στη Μακεδονία του Πίριν οι βαρχοβιστές συλλάμβαναν και σκότωναν χωρίς δίκες, κατάφερε να φέρει σε επαφή τα διαλυμένα στελέχη του προοδευτικού μακεδόνικου κινήματος και μέσω αυτών να εισέλθει στις μακεδόνικες αδελφότητες και να οργανώσει τον αγώνα εναντίων των βαρχοβιστών. Οι Μακεδόνες μετανάστες στη Βουλγαρία και ο μακεδόνικος λαός στη Μακεδονία του Πίριν, ήταν πλέον έτοιμοι να ενταχθούν στον αγώνα για ελευθερία που ξεκίνησε η ВМРО Об. Ο Кавракиров και οι υπόλοιποι επαναστάτες, έβαλαν όλες τους τις δυνάμεις για να αναλάβουν την ηγεσία των αδελφοτήτων και να απομακρύνουν τους μετανάστες από την επίδραση των Βαρχοβιστών. Εκτός αυτού, ο Σίμε ως γραμματέας της Τρίτης Περιφερειακής Επιτροπής της ВМРО Об. η οποία παράνομα εξάπλωνε το δίκτυό της, περιόδευε τη χώρα και δημιουργούσε μυστικές ομάδες. Παρόλες τις πολύ δύσκολες συνθήκες και την συνεχή επαγρύπνηση των βαρχοβιστικών πρακτόρων, ο Кавракиров κατάφερε δύο φορές να περιοδεύσει σε όλη τη Μακεδονία του Πίριν και να δημιουργήσει μυστικές ομάδες της Οργάνωσης σχεδόν σε όλες τις πόλεις και τα μεγαλύτερα χωριά.
Ο Кавракиров είχε τη γνώμη ότι η Μακεδονία θα σωζόταν μόνο εάν
ενώνονταν όλες οι μακεδονικές πατριωτικές δυνάμεις στη Βουλγαρία, Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία. Κατά τη διάρκεια των επισκέψεών του σε πόλεις και χωριά, ο Кавракиров και οι συναγωνιστές του έβγαζαν ζωντανούς λόγους, όπως και εξέδιδαν πολλές παράνομες εφημερίδες, φυλλάδια, καλέσματα κτλ. Στον Симе οφειλόταν κατά ένα μεγάλο μέρος και η οργάνωση της μεγαλύτερης διαμαρτυρίας των δασκάλων στη Μακεδονία του Πίριν, ενάντια στην τρομοκρατία και την εκμετάλευση που εκτελούσαν οι Βαρχοβιστές. Μετά από προσεκτική παρακολούθηση, οι πράκτορες των Βαρχοβιστών κατάλαβαν στο τέλος ότι ο ήσυχος τραγουδιστής της χορωδίας της Όπερας της Σόφιας, Симеон Кавракиров, ήταν ο κύριος οργανωτής των αγώνων των Μακεδόνων και το βράδι της 8 Ιουνίου 1932, τον απήγαγαν. Ο Σίμε αντιστάθηκε ανδρεία, αλλά οι απαγωγείς τον έριξαν αναίσθητο και τον έβαλαν σε αυτοκίνητο.
Μετά την απαγωγή του Кавракиров, οι Βαρχοβιστές άρχισαν νέα σειρά δολοφονιών Μακεδόνων προοδευτικών. Τον Σίμε δεν τον σκότωσαν αμέσως, αλλά στο μεταξύ δολοφόνησαν πολλούς άλλους στη Βουλγαρία. Στις 15 Νοεμβρίου 1932, δολοφονήθηκε ο Божидар Митрев-Μπόζζινταρ Μίτρεβ, γιός του θρυλικού βόιβοντα του Κόστουρσκο (Καστοριάς) Митре Влаот. Στις 24 Ιανουαρίου 1933, δολοφονήθηκε ο Христо Трајков-Χρίστο Τράικοβ από το Кукуш-Κούκουςς (Κιλκίς). Πολλοί ήταν αυτοί που διαμαρτυρήθηκαν επίσημα για την απαγωγή του Кавракиров στις βουλγάρικες αρχές.
Δύο ολόκληρα χρόνια οι Βαρχοβίστες κρατούσαν τον Σίμε αιχμάλωτο. Βασανισμένος και ταπεινωμένος, μεταφέρονταν από ένα μέρος σε άλλο, ως και τις 13 Ιουνίου 1934, όταν τον σκότωσαν κοντά στο χωριό Драглиште – Разлошко (Ντράγκλισστε – Ράζλοσσκο) της Μακεδονίας του Πίριν.
Εκτιμώντας τη θέση του Симеон Кавракиров στην ιστορία του μακεδόνικου λαού, ένας σύγχρονός του, μεταξύ άλλων, έγραψε: „Ο Кавракиров και οι συναγωνιστές του, δίκαια μπορούν, μέσα στις νέες συνθήκες, να θεωρηθούν ως πραγματικοί και πιστοί συνεχιστές των επαναστατικών όρκων του Гоце Делчев-Γκότσε Ντέλτσσεβ, του Димо Хаџи Димов-Ντίμο Χατζζι Ντίμοβ και του Јане Сандански-Γιάνε Σαντάνσκι, και επίσης οι νεαροί αυτοί ήταν και εκπρόσωποι της νέας υψηλότερης φάσης του μακεδόνικου κινήματος – φάση της ένωσής του και του συνδιασμού του με το μεγάλο απελευθερωτικό κίνημα… Αυτή είναι η φάση της νίκης των εθνικών ιδεωδών του μακεδόνικου λαού. Για το λόγο αυτό, το όνομα του πύρινου αγωνιστή – του επαναστάτη Симе Кавракиров, θα συνεχίσει να λάμπει στο μακεδόνικο ουρανό και δεν θα ξεχαστεί όσο οι Μακεδόνες συνεχίζουν να ζουν στη γη τους“.
Στις 10 Φεβρουαρίου 1990, μετά από βαριά και μακροχρόνια αρρώστεια, πέθανε στο Σκόπιε της Δημοκρατίας Μακεδονίας, ο Павле Раковски-Πάβλε Ράκοβσκι, ένας από τους εξέχοντες Μακεδόνες αγωνιστές και ηγέτες της μακεδόνικης οργάνωσης στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου, НОФ (ΝΟΦ – Νάροντνο Οσλομποντίτελεν Φροντ – Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο). Εκτός των δραστηριοτήτων ως οργανωτής και μαχητής για τα εθνικά δικαιώματα και ελευθερίες, ο Ράκοβσκι δημιούργησε και δικό του μακεδόνικο αλφάβητο με 24 γράμματα, με σκοπό την πνευματική άνθιση του λαού του, μέσα στη μπόρα του πολέμου στην Ελλάδα.


(1893), το οποίο μετά από δύο χρόνια αρχισε να δικτυώνεται και στην περιοχή του Κρούσσεβο. Έγινε φίλος με την οικογένεια Зердев-Ζέρντεβ, η οποία είχε ταβέρνα στο Кичево-Κίτσσεβο. Με αφορμή αυτό, άνοιξε και ο ίδιος καφενείο στο Κρούσσεβο, στην τοποθεσία Κιόσσκοτ της Βλάσσκα Κόρια. Ως μέλος πλέον της οργάνωσης, μετέτρεψε το καφενείο σε μέρος συνάντησης και οργάνωσης της τσσέτα του Дуко Тасев-Ντούκο Τάσεβ, σύντροφου από τις ημέρες εξορίας και φυλακής. Μέσω αυτού, η τοπική οργάνωση διατηρούσε σχέσεις με τις τσσέτες του ΒΜΡΟ. Εκείνα τα χρόνια, το 1895 ή 1896, παντρέυτηκε με την Εβγκένια, κόρη κτηνοτρόφου της πόλης και έτσι δημιούργησε οικογένεια, αποκτώντας τρεις γιούς και μία κόρη.
Ο Μητροπολίτης Теодосиј Гологанов ήταν Μακεδόνας πνευματικός ηγέτης, εκκλησιαστικός συγγραφέας και αγωνιστής για την επαναλειτούργηση της Αρχιεπισκοπής της Охрид-Όχριντ, όπως και την σύσταση μακεδόνικου εθνικού κράτους. Ήταν ένας από τους ενεργούς ακτιβιστές για τη δημιουργία ανεξάρτητης μακεδόνικης εκκλησίας, ακόμη από το 1874. Με τον ερχομό του ως Επίσκοπος στην εκκλησιαστική επαρχία του Σκόπιε, την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, ο Теодосиј άρχισε ενεργά να εργάζεται στην απόσχιση των μακεδόνικων επαρχιών από την σύνθεση της Εξαρχείας. Κατανοώντας ότι δεν υπάρχουν συνθήκες η μακεδόνικη Εκκλησία να αναγνωριστεί στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ότι η μοναδική δυνατότητα που έδινε ελπίδες ήταν να τεθεί υπο την σκέπη αυτών των εκκλησιών που ήταν ήδη αναγνωρισμένες από την Αυτοκρατορία, ξεκίνησε συνεργασία με την Καθολική Εκκλησία με σκοπό την ένταξη στην Ούνια (Ένωση). Αυτές οι δραστηριότητες προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις από πλευράς του Βούλγαρου Έξαρχου, ο οποίος και έλαβε αυστηρά μέτρα για να εμποδίσει το σχέδιο αυτό. Με τη βοήθεια των οθωμανικών αρχών, συνέλαβε τον Τεοντόσιι και τον οδήγησε καταρχήν στο Цариград-Τσάριγκραντ (Ίσταμπουλ-Κωνσταντινούπολη) και έπειτα τον απομόνωσαν στη Βουλγαρία εώς το τέλος της ζωής του.
Γιόσιφ Ι, με την στήριξη της βουλγαρικής κυβέρνησης, το 1890, ζήτησε και πάλι να εκδοθούν εντολές για τις εξαρχικές επισκοπές του Σκόπιε και του Όχριντ. Στις 15 Μαρτίου 1890, ο Μεγάλος Βεζύρης εξέδοσε μόνο άδειες για προσωρινή παραμονή. Ο Τεοντόσιι προσπάθησε να φτάσει στο Σκόπιε χωρίς το αναγκαίο μπεράτι, αλλά μετά από διαμαρτυρίες του Έλληνα και του Σέρβου προξένου, στις 27 Απριλίου 1890, ο Βαλής (ανώτατος αξιωματικός) τον ανάγκασε να επιστρέψει στο Τσάριγκραντ. ,,Εάν ανασυγκροτηθεί η Αρχιεπισκοπή του Όχριντ, εγώ θα παραιτηθώ από την Εξαρχεία,, δήλωσε στον Σέρβο πρόξενο στο Σόλουν, κατα τη διάρκεια του ταξιδιού με καράβι προς το Τσάριγκραντ.
Ο Григор Прличев αποτελεί το μεγαλύτερο όνομα της μακεδόνικης λογοτεχνίας του 19ου αιώνα. Αυτή η λογοτεχνική ιδιοφυΐα, σύμφωνα με την γλωσσική υπαγωγή, αποτελεί συγγραφέα σε τρεις γλώσσες: μακεδόνικα, ελληνικά και βουλγάρικα και ενώνει στον εαυτό του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και την εποχή στην οποία έζησε και δημιούργησε, τον κλασικισμό και τον ρομαντισμό, ως σημάδια του στυλ του. Είναι συγγραφέας για τον οποίο η Μακεδονία είναι ,,и љубов и судба и болка и очај и неопходност и тага и лулка и гроб (ι λιούμποβ ι σούντμπα ι μπόλκα ι ότσσαϊ ι νεόπχοντνοστ ι τάγκα ι λούλκα ι γκρομπ – και αγάπη και μοίρα και πόνος και ανάγκη και θλίψη και λίκνο και τάφος),,.
εξασφάλιζε στον κεντρικό δρόμο πουλώντας αυγά και μούρα. Εργάστηκε επίσης για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα ως ράφτης και αργότερα ορίστικε δάσκαλος στα Τίρανα (Αλβανία). Όταν κατάφερε να συγκεντρώσει λίγα χρήματα, διψασμένος για μάθηση, το 1849 εγγράφηκε ως φοιτητής στην Σχολή Ιατρικής του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Αντί όμως να παρακολουθεί τα μαθήματα ιατρικής, ,,μεθυσμένος,, από τον Όμηρο, πολύ συχνά διάβαζε ποιήματα αυτού και τα κρεμούσε στους τοίχους της πανεπιστημιακής αυλής. Τα χρήματα που είχε, γρήγορα ξοδεύτηκαν και σύντομα αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Μακεδονία.
Το βραβείο όμως δεν έμεινε για πολύ στα χέρια του, ούτε του δόθηκε η υποτροφία που προβλεπόταν, επειδή δεν δέχτηκε να δηλώσει ότι είναι Έλληνας, όπως του ζήτησαν οι οργανωτές. Επέστρεψε άμεσα στο Охрид και αμέσως άρχισε να εργάζεται πάνω στο νέο του ποίημα με τίτλο „Скендербег,, (Σκέντερμπεγκ). Εργάστηκε και πάλι ως δάσκαλος στην πόλη και άρχισε να αισθάνεται τη δυσαρέσκεια του πληθυσμού λόγω της επιβολής της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία από την Πατριαρχεία. Στροφή στη ζωή του, σύμφωνα με δική του αφήγηση, αποτέλεσε ο θάνατος των αδελφών Μιλάντινοβ στις φυλακές του Τσάριγκραντ (Ίνσταμπουλ-Κωνσταντινούπολης). Σε σύγκρουση με το Φαναριώτη Μητροπολίτη στο Όχριντ, Μελέτιο και ομάδα μεγαλέμπορων, κόλακων αυτού, πήρε το μέρος του μακεδόνικου λαού και απελευθερώθηκε από την ελληνιστική επίδραση. Μαζί με τον Јаким Сапунџиев (Γιάκιμ Σαπουντζζίεβ), ξεκίνησαν τον αγώνα για την εισαγωγή της λαικής γλώσσας στα σχολεία. Με αυτό, ο Π΄ρλιτσσεβ επισημοποίησε τον αγώνα του εναντίων της ελληνικής προπαγάνδας στη Μακεδονία.
«Γεννήθηκα το 1871 στο χωριό Смилево,Битолско – Σμίλεβο της περιοχής Μπίτολα. Ο πατέρας μου λεγόταν Јован-Γιόβαν και ο παππούς μου Грујо-Γκρούιο. Ο πατέρας μου ήταν οικοδόμος…». Ο βίαιος εξισλαμισμός του μακεδόνικου λαού στην περιοχή των Μίατσι (δυτικό τμήμα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας), επέφερε μετακίνηση μεγάλου αριθμού οικογενειών από τα μέρη εκείνα. Τέτοια ήταν και η μοίρα της οικογένειας του Даме, η οποία από τη Река (Ρέκα) κατέφυγαν στο Смилево.
σχέσεις του με σοσιαλιστικό κίνημα Νοβ Ζζίβοτ και έπειτα η έρευνα επικεντρώθηκε στο
Груев,
ελευθερώθηκε. Στο Συνέδριο του Σμίλεβο, Μάη του 1903, εκλέχτηκε μέλος του Γενικού Επιτελείου της Επανάστασης του Ίλιντεν, υπεύθυνος για την περιοχή της Μπίτολα και Σέβερεν Λέριν (βόρειο τμήμα της περιοχής του Λέριν-Φλώρινας). Μετά την αποτυχία του ξεσηκωμού παρέμεινε στη Μακεδονία και ασχοληθηκε με την ανανέωση των βάσεων του ΒΜΡΟ. Τον Οκτώβριο του 1905, συμμετείχε στο Συνέδριο του Рила-Ρίλα (όρος στη Μακεδονία του Πίριν-Βουλγαρία) και εκλέχτηκε μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου. Σκοτώθηκε σε μάχη με τον οθωμανικό στρατό στις 10 Δεκεμβρίου 1906, κοντά στο χωριό Русиново-Ρουσίνοβο (ανατολικό τμήμα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας).
Ο Димитар Влахов ήταν Μακεδόνας επαναστάτης, πολιτικός, μέλος του μακεδόνικου επαναστατικού κινήματος, ακτιβιστής του Σοσιαλδημοκρατικού εργατικού κόμματος της Βουλγαρίας, της μακεδόνικης επαναστατικής οργάνωσης (ВМРО), του Λαικού Ομοσπονδιακού Κόμματος (НФП), του
μακεδόνικου απελευθερωτικού κινήματος. Συμμετείχε στην έκδοση της εφημερίδας „Единство“ (έντινστβο-ενότητα), η οποία ήταν όργανο του ΒΜΡΟ της περιοχής της Στρούμιτσα. Έγινε εξέχον μέλος του Λαικού Ομοσπονδιακού Κόμματος και στο Συνέδριο του κόμματος εκλέχτηκε πρόεδρος του Κεντρικού Γραφείου. Σύντομα όμως συγκρούστηκε με τον 
Ο Ѓорче Петров, με την πολύχρονη, 35ετη δραστηριοποίησή του, σχετικά με τις οργανώσεις και τον επαναστατικό αγώνα στη Μακεδονία, αποτελεί έαν από τους πλέον φημισμένους ηγέτες του μακεδόνικου λαϊκοαπελευθερωτικού κινήματος, την περίοδο του τέλους του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. Η δράση του εκτεινόταν σε πολλά επίπεδα και εκτός του ένοπλου επαναστατικού αγώνα, κατείχε εξέχουσα θέση στη μακεδόνικη διπλοματία της εποχής, όπως και στη βοήθεια που παρείχε ως δικηγόρος, στα ιδιαίτερα μακεδόνικα συμφέροντα. Επίσης, ακούραστος αγωνιστής και προπαγανδιστής μεταξύ της μακεδόνικης διασποράς στο τότε Βασίλειο της Βουλγαρίας, όπως και μεταξύ των μακεδονόφιλων ανα τον κόσμο. Ως Βόιβοντα τσσέτας την περίοδο της Επανάστασης του Ίλιντεν (1903), κολώνα της μακεδόνικης υπομονής απέναντι στις προπαγάνδες των γειτονικών χωρών και ως καρπερός εκδότης, ο οποίος με την πένα του, τακτικά δημιουργούσε μονοπάτια στο ομιχλώδες τοπίο της προόδου της Μακεδονίας του.
τον Димо Хаџи Димов (Ντίμο Χαντζζι Ντίμοβ), αυτή η οργάνωση διαλύθηκε το φθινόπωρο του 1919. Με τον ερχομό στην εξουσία της γεωργικής κυβέρνησης του Αλεξάνταρ Σταμπολίσκι, ο Γκιόρτσσε ορίστηκε υπεύθυνος του Γραφείου εγκατάστασης προσφύγων, υπηρεσία του βουλγαρικού Υπουργείου Εξωτερικών. Μαζί με άλλους εξέχοντες Μακεδόνες, αιτήθηκαν στο τότε Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, άδεια επιστροφής στα πατρικά τους εδάφη. Η αίτηση απορίφθηκε. Ο θάνατος τον βρήκε στην Σόφια, όπου στις 28 Ιουνίου 1921, ύπουλα, πισώπλατα, δολοφονήθηκε στους δρόμους της Σόφια.
Ο Васил Чакаларов ήταν ένας από τους μεγαλύτερους θρύλους της Επανάστασης του Ίλιντεν (1903), ένα από τα σημαντικότερα μέλη του ΒΜΡΟ, ένας από τους σπουδαιότερους αγωνιστές για τα δίκαια του μακεδόνικου λαού. Οι υπεύθυνοι της ένοπλης ελληνικής προπαγάνδας στη Μακεδονία, τον αποκαλούσαν ,,κύριο εχθρό του Ελληνισμού,,.
καταδίκασε τον Κότε Χρίστοβ για προδοσία, αλλά του δόθηκε αμνηστεία από τον ίδιο τον Ντέλτσσεβ, μετά από υποσχέσεις του Κότε ότι δεν θα ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Η τελευταία παραγγελία όπλων κατέφθασε από την Ελλάδα και η περιοχή Κόστουρ και Λέριν, ήταν πλέον έτοιμη για ξεσηκωμό.
Στις 20 Ιουλίου 1903, η Επανάσταση του Ίλιντεν εκδηλώθηκε και στην περιοχή του Κόστουρ και συμμετείχαν περίπου 2000 κόμιτι. Επίσης, στις 23 Ιουλίου, κατέλαβαν την Κλεισούρα. Στις 12 Αυγούστου, μετά από σκληρή μάχη, κατέλαβαν την Νέβεσκα (Νυμφαίο Φλώρινας). Οι μάχες που έδωσε ο Τσσακαλάροβ με την τσσέτα του ήταν πολλές και αιματηρές. Στις 27 Αυγούστου, λήφθηκε απόφαση υποχώρησης των ένοπλων ομάδων της περιοχής, με σκοπό να προστατέψουν τον άμαχο πληθυσμό από αντίποινα των 15.000 Οθωμανών στρατιωτών που κατέφθασαν. Με πρωτοβουλία του Чакаларов, στάλθηκε επιστολή προς τους ξένους διπλωμάτες στη Битола, όπου περιγράφονταν οι θηριωδίες του στρατού εναντίων του άμαχου πληθυσμού. Ο Васил Чакаларов ηγούταν ομάδας 450 επαναστατών. Στις 29 Αυγούστου, στο χωριό Апоскеп-Άποσκεπ (Απόσκεπος Καστοριάς), έγινε σκληρή και πολύνεκρη μάχη, και ως αποτέλεσμα αυτού, στις 1 Σεπτεμβρίου, στο χωριό Нестрам-Νέστραμ (Νεστόριο), τιμώρησαν τους προδότες και διέλυσαν μια οθωμανική πολεμική μονάδα. Στο τέλος επέστρεψε στη κατεστραμένη περιοχή του, όπου οι τσσέτες διαλύθηκαν. Ο Βάσιλ, με την αδερφή του Зоја-Ζόια, τον Пандо Кљашев και τον Лазар Киселинчев, πέρασαν μυστικά στην Ελλάδα και από εκεί με πλοίο, μετέβηκαν στη Βουλγαρία.
Ο Τάνε βοϊβόντα γεννήθηκε το 1874 στο χωριό Горничево-Γκορνίτσεβο (Κέλη Φλώρινας). Μετά τον Ρίστε και τον Λάζο, ήταν το τρίτο παιδί του Стојче Кљанчов-Στόϊτσε Κλιάντσσοβ, καλού νοικοκύρη της περιοχής, με καλή σειρά και το χάνι το μεγάλο εκεί στην πλατεία του χωριού. Και οι ταξιδιώτες που πηγαίνανε από Битола-Μπίτολα για Солун-Θεσσαλονίκη και αντίστροφα, εκεί βρίσκανε ζεστό πιάτο και κρεβάτι, το φιλικό χαμόγελο του μπάι-Στόιτσσε και για τα ζώα τους σανό.













