Αρχεία | ΠΡΟΣΩΠΑ | Личности

БРАЌА МИЛАДИНОВЦИ – ΜΠΡΑΚΙΑ (ΑΔΕΛΦΙΑ) ΜΙΛΑΝΤΙΝΟΒΤΣΙ

Τα αδέρφια Димитар (Ντίμιταρ) και Константин (Κόνσταντιν)  Миладинов (Μιλάντινοβ) γεννήθηκαν στην πόλη Στρούγκα, ο πρώτος το 1810 και ο δεύτερος το 1830, ενώ και οι δύο απεβίωσαν στο Τσάριγκραντ ή Ίσταμπουλ ή Κωνσταντινούπολη, στα μέσα Ιανουαρίου 1862, με λίγες μέρες διαφορά. Ήταν δύο από τους κύριους εκπροσώπους της μακεδόνικης αναγέννησης στα μέσα του 19ου αιώνα.

Ντίμιταρ Μιλάντινοβ

Ντίμιταρ Μιλάντινοβ

Κόνσταντιν Μιλάντινοβ

Κόνσταντιν Μιλάντινοβ

Ο Ντιμίταρ και ο Κόνσταντιν γεννήθηκαν στην οικογένεια του αγγειοπλάστη Ристе Миладинов (Ρίστε Μιλάντινοβ) και της συζύγου του Σούλτανα Μιλαντίνοβα, η οποία είχε συνολικά οχτώ παιδιά, έξι γιούς (Ντιμίταρ, Τάνε, Νάουμ, Μάτε, Άποστολ και Κόνσταντιν) και δύο κόρες, την Άνα και την Κ΄ρστα.

Τα αδέρφια τελείωσαν τη βασική τους εκπαίδευση στην Στρούγκα και έπειτα τη μέση εκπαίδευση στην πόλη Γιάννινα, σημερινή Ελλάδα.

Ο μεσαίος αδερφός, ο Νάουμ Μιλάντινοβ, αποφοίτησε από την Πνευματική Σχολή του Πατριαρχικού Πανεπιστημίου της Χάλκης στο Τσάριγκραντ και έλαβε πτυχίο από το τμήμα Μουσικής και Γραμματικής. Ο Νάουμ το 1843 εξέδωσε βιβλίο μουσικής, το πρώτο αυτού του είδους στη Μακεδονία, ενώ κατά την συγκέντρωση των παραδοσιακών τραγουδιών, αυτά τα έγραφε με σημειώσεις νοτών, τα μελογραφούσε και έτσι έμεινε στην ιστορία ως ο πρώτος επίσημος Μακεδόνας μουσικός και μελογράφος.

Ο μικρότερος, ο Κόνσταντιν, αποφοίτησε το 1852 από τη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας, τμήμα ελληνικής φιλολογίας.

Με πτυχίο δασκάλων, τα αδέρφια επέστρεψαν στα πατρικά τους εδάφη, όπου και δίδαξαν σε περισσότερα μέρη. Σε ένα από τα σχολεία της πόλης Όχριντ, ο Ντίμιταρ Μιλάντινοβ συναντήθηκε με το φημισμένο Ρώσο επιστήμονα και ιστορικό, Βίκτορ Ιβάνοβιτς Γκριγκόροβιτς. Η συνάντηση αυτή έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφαση των αδερφών να ξεκινήσουν να ασχολούνται και με τη συλλεκτική δραστηριότητα – συλλογή και εγγραφή μακεδόνικων παραδοσιακών τραγουδιών και άλλων λαϊκών έργων, τα οποία αργότερα εκτύπωσαν σε ένα μεγάλο Зборник (Ζμπόρνικ – Συλλογή).  Στη δραστηριότητα εκείνη είχε συμμετάσχει και ο μεσαίος αδερφός, Νάουμ Μιλάντινοβ.

Μακεδόνικα Παραδοσιακά Τραγούδια

Μακεδόνικα Παραδοσιακά Τραγούδια

Εκείνη την περίοδο η Μακεδονία ήταν τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εκτός από την τυραννική κυριαρχία των Τούρκων, ο λαός της Μακεδονίας αντιμετώπιζε και μια ακόμη απειλή, την απεθνικοποίηση και ελληνοποίηση μέσω κυρίως του Πατριαρχείου, το οποίο λειτουργούσε στην ουσία ως ελληνική εκκλησία.

Ο Ντίμιταρ Μιλάντινοβ, ο οποίος ήταν ,,γεμάτος,, με μακεδόνικα πατριωτικά αισθήματα, συχνά ερχόταν σε σύγκρουση με τους φορείς της ελληνικής προπαγάνδας στη Μπίτολα και κυρίως με τις εκκλησιαστικές αρχές. Μετά από μια τέτοιου είδους σύγκρουση με το μητροπολίτη της Μπίτολα, Βένεντικτ, ο Ντίμιταρ εγκατέλειψε τη Μπίτολα και γενικά τη Μακεδονία. Επέστρεψε λίγο καιρό αργότερα και εργάστηκε ως δάσκαλος μακεδόνικης γλώσσας στο βλάχικο σχολείο του βλάχικου χωριού Трново (Τ΄ρνοβο) κοντά στη Μπίτολα, διαδεχόμενος τον παππού του. Ανήσυχο όμως πνεύμα, σύντομα ταξίδεψε και εγκαταστάθηκε στις πόλεις Σρέμσκι Κάρλοβτσι και Νόβι Σαντ, όπου είχε την ευκαιρία να γνωρίζει από κοντά τη ζωή των Σέρβων υπό την Αυστρο-Ουγγρική εξουσία, όπου απολάμβαναν απεριόριστη γλωσσική και πολιτιστική αυτονομία. Αργότερα αναχώρησε για το Βελιγράδι. Κατά την παραμονή του στα μέρη αυτά, ο Ντίμιταρ ήρθε σε επαφή με τις ιδέες του Πανσλαβισμού και του Ιλλυρικού κινήματος, τις οποίες εξ ολοκλήρου αποδέχτηκε ως και δικές του. Προς τα τέλη του 1856, ο Ντίμιταρ Μιλάντινοβ επέστρεψε στην Στρούγκα και έστειλε τον αδερφό του Κόνσταντιν στη Ρωσία για να σπουδάσει σλαβική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Αυτοκρατορικού Πανεπιστημίου της Μόσχας.

Έχοντας το συγκεντρωμένο υλικό από τα παραδοσιακά τραγούδια και ποιήματα, ο Κόνσταντιν αφιερώθηκε εξ ολοκλήρου στην υλοποίηση της ιδέας για την εκτύπωσή τους. Εργαζόμενος στη επεξεργασία των τραγουδιών και των υπολοίπων λαϊκών έργων και την προετοιμασία τους για το Ζμπόρνικ, ο Κόνσταντιν άρχισε και ο ίδιος να γράφει ποίηση. Η ποιητική δημιουργία του Κόνσταντιν Μιλάντινοβ, αν και ταπεινή, μόνο δεκαπέντε ποιήματα, τον τοποθετεί στο υψηλότερο βάθρο της νέας μακεδόνικης λογοτεχνίας, ως θεμελιωτής της μακεδόνικης καλλιτεχνικής ποίησης. Με το ποίημά του „Т’га за југ“ (Τ΄γκα ζα γιούγκ – Νοσταλγία για το νότο), το οποίο έχει απαγγελθεί με εβδομήντα διαφορετικούς τρόπους σε 42 διαφορετικές γλώσσες του κόσμου, κάθε χρόνο ανοίγουν οι Ποιητικές Βραδιές τησ Στρούγκα, μια από τις γνωστότερες παγκοσμίως εκδηλώσεις ποίησης, με την συμμετοχή των γνωστότερων ποιητών του κόσμου.

Ο βαρύς χειμώνας και η μίζερη ζωή ζημίωσαν την υγεία του Κόνσταντιν, ο οποίος το 1859 αρρώστησε από φυματίωση. Εκτός από την ύπουλη και βαριά ασθένεια, ο Κόνσταντιν απογοητεύτηκε πολύ και από την αποτυχία στην επιμονή να εκτυπωθεί το Ζμπόρνικ παραδοσιακών τραγουδιών. Η βασική αιτία για τη μη εκτύπωση του Ζμπόρνικ στη Μόσχα, ήταν η σύγκρουση των αδερφών Μιλαντίνοβτσι με το Πατριαρχείο του Τσάριγκραντ (Κωνσταντινούπολης) στο ζενίθ του αναγεννησιακού αγώνα.

Τον Ιούνιο του 1860, χωρίς να έχει τελειώσει με τις σπουδές του, ο Κόνσταντιν Μιλάντινοβ εγκατέλειψε τη Μόσχα. Στο ταξίδι για την πατρική του εστία, στη Βιέννη, συναντήθηκε με τον Κροάτη επίσκοπο Γιόσιπ Γιουράι Στροσμάερ, επικεφαλή τότε  της κροατικής καθολικής εκκλησίας,  με τον οποίο είχε επικοινωνήσει πριν εγκαταλείψει τη Μόσχα, γράφοντάς του για την επιθυμία του να εκτυπώσει το Ζμπόρνικ. Κατά τη διάρκεια αυτής της συνάντησης, ο επίσκοπος Στροσμάερ δέχτηκε να χρηματοδοτήσει την εκτύπωση αυτήν.

Στις 24 Ιουνίου 1861, από το εκτυπωτήριο του Άντε Γιάκιτς, στο Ζάγκρεμπ, εκδόθηκε το Ζμπόρνικ παραδοσιακών μακεδόνικων τραγουδιών των αδερφών Μιλαντίνοβτσι – ”Народни песни”,  συγκεντρωμένα από τους αδερφούς Μιλαντίνοβτσι, έργο που περιείχε 677 μακεδόνικα παραδοσιακά τραγούδια και ποιήματα. Λίγα χρόνια αργότερα, η βουλγαρική προπαγάνδα χρηματοδότησε άλλη μια εκτύπωση του έργου, με τίτλο ,,Βουλγάρικα παραδοσιακά τραγούδια,,.

Σε επιπρόσθετο του Ζμπόρνικ, βρίσκεται επίσης και τμήμα του πρώτου Μακεδονο-Κροατικού Λεξικού, που ο Μιλάντινοβ είχε ετοιμάσει, αλλά δεν το εξέδωσε ολόκληρο (2000 λέξεις) λόγω του μεγέθους του Ζμπόρνικ.

Το Ζμπόρνικ αφύπνησε μεγάλο ενδιαφέρον ανάμεσα στους φιλολογικούς και πολιτιστικούς κύκλους διαφόρων χωρών της Ευρώπης, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τα ονόματα των συνδρομητών που είχαν πληρώσει για να λάβουν αντίτυπο της Συλλογής αυτής.

Ο Κόνσταντιν, πανευτυχής που ένας στόχος ζωής, αυτού και του αδερφού του, εκπληρώθηκε, πήρε μερικά αντίτυπα του Ζμπόρνικ και στα μέσα του Ιούλη του 1861 εγκατέλειψε το Ζάγκρεμπ, ξεκινώντας ταξίδι για τα πατρικά του εδάφη. Κατά την επιστροφή καθυστέρησε λίγο χρονικό διάστημα στο Βελιγράδι, όπου έμαθε ότι ο αδερφός του Ντίμιταρ ήδη μίσο χρόνο σαπίζει στις τουρκικές φυλακές.

Έτσι, αντί για την Στρούγκα, ξεκίνησε κατευθείαν για το Τσάριγκραντ και ποτέ του πλέον δεν ξαναείδε τη Μακεδονία και το πατρικό του σπίτι. Με το που έφτασε στο Τσάριγκραντ, και ο Κόνσταντιν συλλήφθηκε και κλείστηκε στις φυλακές.

Η οικία των Μιλάντινοβ στην Στρούγκα

Η οικία των Μιλάντινοβ στην Στρούγκα

Κατηγορούμενοι ως κατάσκοποι (ποιών;), κατά των οποίων ετοιμάζεται, σύμφωνα με δήλωση των επισήμων τουρκικών αρχών, δικαστική διαδικασία, τα αδέρφια Μιλαντίνοβτσι πέθαναν στις φυλακές του Τσάριγκραντ, το έτος 1862, υπό αδιευκρίνιστες ακόμη και σήμερα συνθήκες.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

КРАЛЕ МАРКО – ΚΡΑΛΕ ΜΑΡΚΟ

Ο Крале Марко (περίπου 1335 – 17 Μάη 1395 , κραλ=βασιλιάς) — ήταν ο τελευταίος βασιλιάς που βασίλεψε στο μεγαλύτερο τμήμα της

Εικόνα του Κράλε Μάρκο, Μάρκοβ Μάναστιρ, χωριό Σούσσιτσα Σκόπιε, μεταξύ 1366 και 1371

Εικόνα του Κράλε Μάρκο, Μάρκοβ Μάναστιρ, χωριό Σούσσιτσα Σκόπιε, μεταξύ 1366 και 1371

Μακεδονίας, πριν την έναρξη της περισσοτέρων αιώνων κυριαρχίας των Οθωμανών σουλτάνων. Παράλληλα, είναι και το γνωστότερο παλικάρι τησ επικής λαϊκής παράδοσης, όχι μόνο των Μακεδόνων, αλλά και ευρύτερα. Το Βασίλειο του Μάρκο είχε ως πρωτεύουσα την πόλη Прилеп (Πρίλεπ).

Ο Κράλε Μάρκο ήταν ένας από τους τέσσερις γιούς του βασιλιά Волкашин (Βόλκασσιν) και της συζύγου του Έλενα. Εκτός από τους αδερφούς του Άντρεαςς, Ίβανιςς και Ντιμίτρι, ο Μάρκο είχε και αδερφές: την Ολιβέρα, τη Μίλιτσα, ενώ στις προφορικές αφηγήσεις και θρύλους του λαού αναφέρονται και οι Μάρια, Ούγκρα, Κίτα, Τζβέζντα, Ντέβα, Βίντα, Σσάινα και Μπέντα. Ο Μάρκο είχε δύο συζύγους, την Έλενα και τη Τόντορκα, αλλά δεν είναι γνωστό εάν είχε και διάδοχο.

Κατά τη περίοδο της βασιλείας του πατέρα του, ο Μάρκο έφερε τον τίτλο “млад крал“ (νεαρός βασιλιάς), δηλαδή ο διάδοχος του θρόνου. Στη μάχη της Μάριτσσκα το 1371, ο Μάρκο δεν συμμετείχε, αλλά είχε παραμείνει για να διοικήσει τα εδάφη του πατέρα του και του θείου του. Μετά τη μάχη αυτή και το θάνατο των αδερφών Μ΄ρνιάβτσσεβι, ο Μάρκο στέφθηκε βασιλιάς και νομικά-τυπικά συγκυβερνήτης του βασιλιά Урош (Ούροςς).

Η κυριαρχία όμως του Κράλε Μάρκο αντιμετώπιζε συνεχείς πιέσεις και από από πλευράς των Σέρβων αρχόντων, όπως και από πλευράς των Τούρκων, οι οποίοι σταδιακά επέκτειναν την κυριαρχία τους στα Βαλκάνια. Σύντομα, κάποια τμήματα του βασιλείου του, έπεσαν στα χέρια του Κνεζ Λάζαρ, του Νίκολα Αλτομάνοβιτς, του Μπάλσσα και των Τούρκων. Ήταν εκείνη η περίοδος που πολλοί από τους άρχοντες της ευρύτερης περιοχής υπέγραφαν σύμφωνο ειρήνης με τους Οθωμανούς και γίνονταν υποτελείς τους με κάποιο τίτλο. Έτσι, μετά από πολύχρονες πιέσεις και πολιορκίες, και ο Μάρκο αναγνώρισε την ανώτατη εξουσία του σουλτάνου Μούρατ Ι, αποδέχτηκε να του καταβάλει φόρους και να υπηρετεί με τους άντρες του τον οθωμανικό στρατό στις εκστρατείες του.

Υπάρχουν διάφορες παραδοχές σχετικά με το έτος το οποίο ο Κράλε Μάρκο έγινε υποτελής των Τούρκων. Κάποιες θεωρούν ότι αυτό συνέβη το 1371, αμέσως μετά τη μάχη της Μάριτσσκα, αλλά υπάρχουν και έγγραφα που αναφέρουν τις τουρκικές πολιορκίες του Πρίλεπ και τησ Μπίτολα το 1385, όπου το βασίλειο του Μάρκο παρουσιάζεται ως ανεξάρτητη περιοχή σχετικά με την τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρόλο που έγινε υποτελής των Τούρκων, ο Κράλε Μάρκο εξυψώθηκε σε επίπεδο θρυλικού εθνικού ήρωα, υπό την κυριαρχία του οποίου ο λαός αισθανόταν προστατευμένος και περισσότερο ενωμένος σε σύγκριση με τους γειτονικούς λαούς. Ο Μούζαφερ Τούφαν στο βιβλίο του „Ο Κράλε Μάρκο σε κάποιες τουρκικές πηγές“ εξήγησε ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός „ότι ο Μάρκο κατάφερε επί μακρόχρονη περίοδο να διατηρήσει την εσωτερική αυτονομία και στο γεγονός ότι αυτό το πέτυχε με βάση την τακτικότητά του, την κρατική του σοφία και την ετοιμότητα για συμμαχίες, ακόμη και αν αυτός θα αυτοθυσιαζόταν, με σκοπό να διατηρηθεί όσο περισσότερο η εσωτερική αυτονομία και η συνεργασία στα Βαλκάνια“.

Ο θάνατος του Κράλε Μάρκο – του Νόβακ Ράντονιτς Μονομαχία του

Ο θάνατος του Κράλε Μάρκο – του Νόβακ Ράντονιτς

Στις 17 Μάη 1395,  στη μάχη του Ρόβινε, στεκόμενος στο πλευρό του Τούρκου Σουλτάνου Μπαγιαζίτ Ι, σε μάχη ενάντια στο Βλάχο άρχοντα Γιόβαν Μίρτσσε, ο Κράλε Μάρκο σκοτώθηκε,  προκαλώντας μια σειρά θεωριών σχετικά για το πού ακριβώς συνέβη το γεγονός κα πού θάφτηκε το νεκρό του σώμα. Σύμφωνα με το Μάβρο Όρμπινι, ο Κράλε Μάρκο έχασε τη μάχη με το Γιόβαν Μίρτσσε κοντά στο Κράλεβο και έπειτα υποχώρησε σε κάποιο δάσος, όπου κατά  λάθος τον σκότωσε ένας Βλάχος, ο οποίος νόμιζε ότι πρόκειται για κάποιο θηρίο. Το σώμα του θάφτηκε τελικά κοντά στην πόλη Σκόπιε, στο μοναστήρι Μπλάτσσανι. Άλλοι επιστήμονες πιστεύουν ότι η μαρμάρινη πλάκα στον τοίχο της τραπεζαρίας του Μάρκοβ Μάναστιρ (Μοναστήρι του Μάρκο – νότια της πόλης Σκόπιε) υποδεικνύει ότι ο τάφος του βρίσκεται στο μέρος αυτό. Ούτε μία όμως από τις θεωρίες αυτές δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί. Ο θρύλος λέει ότι άμεσα πριν τη μάχη, ο Μάρκο είχε πει στον δεσπότη της περιοχής Κουμάνοβο – Κράτοβο, Κόνσταντιν Ντεγιάνοβ (Κόνσταντιν Ντράγκαςς), ο οποίος επίσης μαχόταν στην πλευρά των Οθωμανών και σκοτώθηκε στη μάχη, τις παρακάτω λέξεις: „Παρακαλώ το Θεό να βοηθήσει τους χριστιανούς, ενώ εγώ πρώτος να σκοτωθώ σε αυτήν τη μάχη“.

Ο Κράλε Μάρκο είναι ίσως ο γενναιότερος άντρας στη λαϊκή παράδοση του μακεδόνικου λαού, αλλά και ευρύτερα: για αυτόν υπάρχουν πολυάριθμοι θρύλοι και παραδόσεις και είναι ο πλέον τραγουδισμένος στη λαϊκή επική ποίηση. Επίσης, στα παραδοσιακά τραγούδια, ο Κράλε Μάρκο είναι προικισμένος με ασυνήθιστες ιδιότητες και με τεράστια, απίστευτη δύναμη, την οποία είχε αποκτήσει με τη γέννησή του. Έτσι, ακόμη από την τρίτη μέρα της ζωής του, στο παλάτι του πατέρα του Βόλκασσιν είχαν καταφτάσει οι три Наречници (τρι Ναρέτσσνιτσι – τρεις Μοίρες), και μία από αυτές είχε προβλέψει ότι „ο Μάρκο γενναίος θα είναι, όταν το αγόρι μεγαλώσει, στον πατέρα του κόκαλα να σπάζει“.

Σύμφωνα με άλλους θρύλους, ο Μάρκο απέκτησε γενναίο άλογο, το Σσάρετς, το οποίο καταγόταν από τη φοράδα που καβαλούσε ο Βόλκασσιν. Ο Σσάρετς, επίσης ήταν προικισμένος με ασυνήθιστες ικανότητες, όπως παράδειγμα μπορούσε να μιλάει και πολλές φορές να δίνει χρήσιμες συμβουλές στο Μάρκο.

Ένας άλλος θρύλος αναφέρει ότι ο Μάρκο ήταν παντρεμένος με την Αγγελίνα, την κόρη του σιδερά Γιάνο από το Σόλουν, ο οποιός ήταν

Μονομαχία του Μούσα Κεσέτζζια με τον Κράλε Μάρκο

Μονομαχία του Μούσα Κεσέτζζια με τον Κράλε Μάρκο

πομπράτιμος του πατέρα του Βόλκασσιν και του πετάλωνε το άλογο. Επίσης, ο Μάρκο δεν είχε κατακτήσει την Αγγελίνα με τη γενναιότητά του, ούτε είχε τραβήξει την προσοχή της, αλλά την είχε αρπάξει την ημέρα του γάμου της, χρησιμοποιώντας πονηριά: „Η Αγγελίνα τον προσκύνησε και του φίλησε χέρι. Τότε ο Μάρκο της έπιασε το χέρι και την πέταξε πίσω στο άλογό του…και όρμηξε σε λευκούς δρόμους“. Σύμφωνα με παραδοσιακό τραγούδι, αργότερα ο Μάρκο μάλωσε με την Αγγελίνα για κάτι ασήμαντο και εκείνη επέστρεψε στο Σόλουν, όπου παρέμεινε για τρία χρόνια. Από εκεί ξαναπαντρεύτηκε και πήρε τον γενναίο Μπέλε από το Κόστουρ, ο Μάρκο όμως πήγε εκεί και την έκαψε ζωντανή.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι θρύλοι σχετικά με το παρουσιαστικό του Μάρκο, ο οποίος μόνο με την εμφάνισή του έσπερνε το φόβο. Παράδειγμα, αυτός είχε „μουστάκι ως τρεις προβιές, μάτια γερακιού και άνω αυτών φρύδια βδέλες σαν μαύρα φτερά χελιδονιού“, ενώ κάπου αλλού τα μουστάκια του περιγράφονται ως εξής: „στο στόμα του φέρει κάτι μαύρο, σαν αρνί χρονιάρικο“. Όταν ο Μάρκο καβαλούσε το άλογό του, η δύναμή του ήταν τόσο μεγάλη που „έτρεμε η καταραμένη μαύρη γη, φυσούσαν δυνατοί άνεμοι, σταματούσε η ροή ποταμών και ξεραίνονταν λίμνες, οι άνθρωποι φοβόντουσαν στις πόλεις και τα θηρία κρύβονταν στις σπηλιές, όλοι τους χορταράκια στο χώμα“.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

КАРПОШОВО ВОСТАНИЕ – Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΠΟΣΣ


То Карпошово востание (Επανάσταση του Κάρποςς) ήταν ο πρώτος μεγάλος ένοπλος ξεσηκωμός του Μακεδόνικου λαού ενάντια στην

Κάρποςς βόιβοντα

Κάρποςς βόιβοντα

Οθωμανική Αυτοκρατορία, το έτος 1689. Το όνομα δόθηκε σύμφωνα με τον ηγέτη της επανάστασης, Κάρποςς βόιβοντα. Άμεση αφορμή για την έναρξη της επανάστασης ήταν ο μεγάλος πόλεμος μεταξύ Αυστρίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ οι αιτίες βρίσκονταν στην κάκιστη οικονομικο-κοινωνική και πολιτική θέση του μακεδόνικου λαού.

Το 1683, οι Οθωμανοί, για δεύτερη φορά, προσπάθησαν να καταλάβουν τη Βιέννη. Μετά όμως από δίμηνη πολιορκία, κατέφτασε βοήθεια για την πόλη από άλλες περιοχές, όπως και από τον πολωνικό στρατό, υπό την ηγεσία του άρχοντα Ιάν Σομπιέσκι και έτσι ο τουρκικός στρατός ηττήθηκε, κάτι που επέφερε μεγάλες εδαφικές αλλαγές και πολλά ανθρώπινα θύματα. Σύντομα, το Μάρτιο του 1684, ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία συστάθηκε η Ιερά Συμμαχία , στην οποία εκτός της Αυστρίας και της Πολωνίας, εντάχθηκε και η Ενετική Δημοκρατία και αργότερα και η Ρωσική Αυτοκρατορία. Κατεβαίνοντας σταδιακά προς το νότο, οι Αυστριακοί έφτασαν ως τη Μακεδονία και ήδη στις 25 Οκτωβρίου 1689, υπό την ηγεσία του στρατηγού Πικολομίνι, μπήκαν στην περιοχή του Σκόπιε, όπου με χαρά τους υποδέχτηκε ο τοπικός μακεδόνικος πληθυσμός. Ο στρατός μπήκε στην εγκαταλειμένη πόλη Σκόπιε, η οποία ήταν γεμάτη από τρόφιμα και εμπορεύματα, αλλά ο Πικολομίνι αποφάσισε άμεσα να υποχωρήσουν σε ανοιχτό έδαφος και έβαλε φωτιά στην πόλη λόγω πανούκλας που υπήρχε εκεί και επί τρεις μέρες, 26, 27 και 28 Οκτωβρίου 1689, η φωτιά κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος του Σκόπιε. Σε επιστολή προς το βασιλιά Λέοπολντ, ο Πικολομίνι είχε γράψει: „Η πόλη Σκόπιε είναι μεγάλη σχεδόν όσο και η Πράγα. Δεν έχει τείχη και χαρακώματα. Τη βρήκα εγκατελειμένη και στερημένη απ΄όλα τα πολύτιμα, αλλά είναι γεμάτη με εμπορεύματα…“

Μετά την υποχώρηση από το Σκόπιε, οι αυστριακοί έκαναν περισσότερες μικρές εκστρατείες προς το εσωτερικό της Μακεδονίας και σε μια από αυτές ηγήθηκε ο Ερζεγοβίνος Χολστάιν, ο οποίος είχε στο μεταξύ αντικαταστήσει τον Πικολομίνι, που είχε πεθάνει από την πανούκλα. Ξεκινώντας από το σημείο που είχαν στρατοπεδεύσει, κοντά στο χωριό Ορίζαρι του Κουμάνοβο, τα αυστριακά σώματα βρέθηκαν πριν την πόλη Σστιπ, ξημερώματα της 10 Νοεμβρίου 1689. Εκεί έγινε και η σκληρότερη μάχη μεταξύ των αυστριακών και των τουρκικών στρατών σε μακεδόνικα εδάφη. Αφήνοντας πίσω περίπου δύο χιλιάδες νεκρούς, ο τουρκικός στρατός αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Οι αυστριακοί έκαψαν την πόλη και έπειτα, κατά την επιστροφή, διέλυσαν ακόμη ένα τουρκικό σώμα 300 αντρών.

Τα χρόνια εκείνου του πολέμου η οικονομική και πολιτική κατάσταση του πληθυσμού χειροτέρεψε άμεσα. Οι φορολογικές πιέσεις, η ανασφάλεια και οι βιαιότητες έφτασαν σε μια πρωτοφανή κλίμακα για την εποχή εκείνη. Ο οθωμανικός στρατός αγόραζε μέσω εξαναγκασμού, σε πολύ χαμηλές τιμές τα αγαθά που χρειαζόταν για τον πόλεμο, όπως επίσης είχαν εισαχθεί και νέοι έκτακτοι φόροι. Στους δύσκολους αυτούς καιρούς, ο απλός λαός υπέφερε μεταξύ άλλων και από τους Τούρκους λιποτάχτες και παράνομους, μεταξύ των οποίων ο πλέον κακόφημος ήταν ο Γιέγκεν Πασάς, πρώην μπέης της Ρούμελης, ο οποίος με 10.000 άντρες έκανε πλιάτσικο στα Βαλκάνια.

Επιστολή του Λέοπολντ Ι

Επιστολή του Λέοπολντ Ι

Οι πολεμικές καταστροφές και η χαώδης κατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δημιούργησαν ιδανικές συνθήκες για σύσταση ομάδων άιντουτι (ένοπλων παρανόμων-κάτι σαν αρματωλούς και κλέφτες) σε όλες τις περιοχές της Μακεδονίας και ιδιαίτερα στις περιοχές του Μαρίοβο, Μπίτολα, Τίκβεςς, Βέλες, Σστιπ κ.α. Σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, η απροσδόκητη εμφάνιση του αυστριακού στρατού ενέργησε ιδιαίτερα θετικά στη διάθεση του μακεδόνικου λαού. Στα μέσα του Οκτώβρη 1689, στο βορειοανατολικό τμήμα της Μακεδονίας, στα εδάφη μεταξύ Κιούστεντιλ και Σκόπιε, έγινε ξεσηκωμός, υπό την ηγεσία του πασίγνωστου τότε  βόιβοντα Карпош (Κάρποςς). Το όνομα του βόιβοντα ήταν Πέταρ Κάρποςς και είχε γεννηθεί το 1655 στο χωριό Војник, Кумановско (Βόινικ της περιοχής του Κουμάνοβο). Κύριο οχυρό της ελεύθερης επαναστατικής περιοχής είχε γίνει η πόλη Κρίβα Πάλανκα, η οποία είχε δημιουργηθεί το 1636. Εκεί οι επαναστάτες είχαν καταφέρει να αρπάξουν έξι κανόνια και εκτός αυτού, είχαν χτίσει και νέο οχυρό κοντά στο Κουμάνοβο. Είναι πιθανό, οι Μακεδόνες επαναστάτες να δρούσαν από κοινού με τους Αυστριακούς κατά την εκστρατεία των τελευταίων στη Μακεδονία. Οι τότε Τούρκοι ιστορικοί, όπως και οι τοπικές λαϊκές παραδόσεις, ονομάζουν τον Κάρποςς ως „βασιλιά του Κουμάνοβο“, τον οποίο τίτλο είχε δώσει ή είχε επιβεβαιώσει ο βασιλιάς της Αυστρίας Λέοπολντ Ι, στέλνοντας στον Κάρποςς και κάλπακ (επίσημο γούνινο καπέλο), ως εξωτερικό σύμβολο της αναγνώρισης.

Σύντομα η στρατιωτικο-πολιτική κατάσταση στα Βαλκάνια αντιστράφηκε και το γεγονός αυτό ήταν μοιραίο για την επανάσταση. Οι Οθωμανοί έλαβαν δραστικά μέτρα για την σταθεροποίηση της όλης κατάστασης στη χώρα και άρχισαν τις ετοιμασίες για επίθεση ενάντια στους Μακεδόνες επαναστάτες και τον αυστριακό στρατό. Ως βοήθεια για τους Τούρκους κατέφτασε ο χαν της Κριμαίας Σελίμ Γκιράι, με τα σκληρά μαχητικά ταταρικά του στρατιωτικά σώματα. Σε συμβούλιο στην Σόφια, στις 14 Νοεμβρίου 1689, αποφασίστηκε η επίθεση να ξεκινήσει μέσω της πόλης Κιούσταντιλ και αρχικά να διαλυθεί η επανάσταση του Κάρποςς. Πρώτη δέχτηκε επίθεση η Κρίβα Παλάνκα, όπου μερικές χιλιάδες επαναστατών ετοιμάζονταν για επίθεση στο Κιούσταντιλ. Μαθαίνοντας για την υπεροχή του αντιπάλου, εγκατέλειψαν την Κρίβα Παλάνκα και μετέβηκαν στο Κουμάνοβο. Την επόμενη μέρα οι τουρκικές και ταταρικές δυνάμεις εμφανίστηκαν στην πόλη αυτή. Οι Μακεδόνες επαναστάτες περίμεναν τον εχθρό στο νεοοικοδομημένο οχυρό. Στην μάχη που ακολούθησε αιχμαλωτίστηκε ο Κάρποςς και μεγάλος αριθμός αντρών και οι νικητές κατευθύνθηκαν προς το Σκόπιε, σέρνοντας μαζί τους και τους αιχμαλώτους. Στο Σκόπιε, πάνω στο Κάμεν Μοστ του Βάρνταρ (Πέτρινη Γέφυρα, η οποία είναι και σήμερα η κεντρική γέφυρα της πόλης), ο Κάρποςς οδηγήθηκε ενωπίον Σελίμ Γκιράι, τον κάρφωσαν σε παλούκι, τον τρύπησαν με τα δόρατα και τον πέταξαν στο ποτάμι. Ήταν οι πρώτες μέρες του Δεκέμβρη. Ο τραγικός θάνατος του Κάρποςς σήμαινε ταυτόχρονα και το τέλος της επανάστασης.

Ο Μακεδόνας χωρικός πλήρωσε ακριβά την προσπάθεια για απελευθέρωση. Για πολλούς επαναστάτες η μοναδική σωτηρία ήταν να φύγουν μακριά στο βορρά, πίσω από τους ποταμούς Σάβα και Δούναβη. Μέρος αυτών αργότερα έφτασαν μέχρι και τη Ρωσία, όπου και δημιούργησαν δικά τους στρατιωτικά σώματα και ξεχωριστό ,,Μακεδόνικο Σύνταγμα,, το οποίο δρούσε ως τμήμα του τακτικού ρωσικού στρατού. Στα έρημα πλέον μέρη της βορειοδυτικής Μακεδονίας, μαζικά είχε αρχίσει εγκατάσταση αλβανικού πληθυσμού.

Στις 6 Απριλίου 1690, ο βασιλιάς της Αυστρίας Λέοπολντ I (1657-1705) εξέδωσε μανιφέστο με το οποίο καλούσε „όλους τους λαούς της Αλβανίας, Σερβίας, Μισίας, Βουλγαρίας, Μακεδονίας, Σιλιστρίας, Ιλιρίας, να συνταχθούν με τους Αυστριακούς και να πάρουν τα όπλα ενάντια στους Τούρκους“. Σχεδόν ταυτόχρονα, στις 26 Απριλίου 1690, ο Λέοπολντ εξέδωσε και μια επιστολή με την οποία έθετε υπό την προστασία του το μακεδόνικο λαό.Την πρωτοβουλία αυτής της πράξης είχαν οι σύμβουλοι του βασιλιά, Марко Крајда (Μάρκο Κράιντα), γεννημένος στο Κόζζανι (Κοζάνη) και Димитри Георгија Поповиќ (Ντιμίτρι Γκεόργκια Πόποβιτς), από το Σόλουν (Θεσσαλονίκη). Στην επιστολή, μεταξύ άλλων, αναφερόταν:…„το μακεδόνικο λαό εξ ολοκλήρου το δεχόμαστε από κάθε άποψη καλοκάγαθα υπό τη βασιλική μας προστασία“. Στις  31 Μαίου 1690, ο βασιλιάς εξέδωσε ακόμη μία επιστολή, με την οποία  επέκτεινε την προστασία του στους πληθυσμούς της Βουλγαρίας, Σερβίας, Μακεδονίας και Αλβανίας. Στο μεταξύ όμως η Μακεδονία έγινε και πάλι βαθιά επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έτσι το μανιφέστο και οι επιστολές προστασίας δε μπόρεσαν να υλοποιηθούν σημαντικά σχετικά με την κατάσταση του μακεδόνικου λαού.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

СТАНИШ НАКОВ – ΣΤΑΝΙΣΣ ΝΑΚΟΒ

Ο Станиш Наков (Στάνιςς Νάκοβ), γνωστός και ως Στάνιςς Κουκουσσάνινα, ήταν Μακεδόνας επαναστάτης, βόιβοντα της περιοχής του Κούκους (σήμερα Κιλκίς) της Οργάνωσης του ΒΜΡΟ. Ο Στάνε γεννήθηκε στο χωριό Граманда, Кукушко (Γκράμαντα Κούκουσσκο – Ευκαρπία Κιλκίς), τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το 1903 ήταν κόμιτα της τσσέτας του μεγάλου Μακεδόνα Γκότσε Ντέλτσσεβ και συμμετείχε στη μάχη κοντά στο ποτάμι Άγκιστα. Αργότερα έγινε βόιβοντα της περιοχής του Κούκουςς και έδωσε πολλές μάχες με τον τουρκικό στρατό και τους Έλληνες αντάρτες. Το καλοκαίρι του 1905, μαζί με το βόιβοντα Ντέλο Κάλτσσεβ έδωσε πολλές μάχες κοντά στο χωριό Στογιάκοβο της Γκεβγκέλια. Πέθανε το 1918, χτυπημένος σε μάχη. Δεν είναι γνωστή η τοποθεσία ταφής του.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ВАСИЛ ЧЕХЛАРОВ – ΒΑΣΙΛ ΤΣΣΕΧΛΑΡΟΒ

Ο Васил Чехларов (Βάσιλ Τσσεχλάροβ) ήταν Μακεδόνας επαναστάτης, μέλος του ΒΜΡΟ, της επιτροπής του Σόλουν (Θεσσαλονίκης). Γεννήθηκε το έτος 1879 στο χωριό Коритен, Солунско (Κόριτεν, Σόλουνσκο – Ξηροχώρι Θεσσαλονίκης), ένα χωριό κοντά στο Илинџиево (Ιλιντζζίεβο – Χαλκηδόνα).  Μετά το φόνο του βόιβοντα Атанас Чопката (Άτανας Τσσόπκατα) το 1899, έγινε υπεύθυνος τσσέτας, με την οποία έδωσε 18 μάχες με τον τούρκικο στρατό και οχτώ με τις ελληνικές ανταρτοσυμμορίες. Μετά τη δράση των Σόλουνσκι Ατεντάτι / Γκεμίτζζιι, συλλήφθηκε και καταδικάστηκε από τις οθωμανικές αρχές σε 101 χρόνια φυλάκιση. Απελευθερώθηκε το έτος 1904 μετά τη γενική αμνηστία που είχαν δώσει οι οθωμανικές αρχές. Μετά την απελευθέρωσή του ήταν κόμιτα στην τσσέτα του Μίτο Παταροζλίεβ το 1910, στην τσσέτα του Ρίστο Τσσερνοπέεβ το 1911 και του Τόντορ Αλεξάντροβ το 1912.  Από το Μάη του 1923 ηγήθηκε της τσσέτας του ΒΜΡΟ της περιοχής του Σόλουν, όπου σε συνεργασία με τσσέτες της ευρύτερης περιοχής έδωσαν πολλές μάχες. Δεν κατάφεραν όμως να εμποδίσουν τον εκδιωγμό χιλιάδων Μακεδόνων από το Σόλουνσκο προς τη Βουλγαρία, γεγονός που το ελληνικό κράτος ονόμασε ,,εθελοντική ανταλλαγή πληθυσμών,,. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στην πόλη Πλόβντιβ της Βουλγαρίας, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ДИМИТАР ДИМАШЕВ – ΝΤΙΜΙΤΑΡ ΝΤΙΜΑΣΣΕΒ

Ο Ντιμίταρ (Μίτο) Ντιμάσσεβ, που ήταν γνωστός και ως Ντίμαςς βόιβοντα ή και Κρούμοβσκι, ήταν Μακεδόνας επαναστάτης, βόιβοντα της Εσωτερικής Μακεδόνικης Επαναστατικής Οργάνωσης – ΒΜΡΟ.  Γεννήθηκε το έτος 1889 στο χωριό Αλέξοβο, Κούκουσσκο (σήμερα Μυλοχώρι Κιλκίς). Ήδη από το 1912 έγινε κόμιτα του ΒΜΡΟ και συμμετείχε στην πολιτιφυλακή Μακεδονίας – Θράκης κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, στην τσσέτα του Κούκουςς. Μετά τους πολέμους αυτούς, άρχισε να ζει με την οικογένειά του στο χωριό Όρμαν της περιοχής του Πέτριτςς (Μακεδονία του Πίριν – Βουλγαρία). Από την αναδιοργάνωση του ΒΜΡΟ το 1920 και μέχρι το 1928 δεν έπαψε να αγωνίζεται για τα δίκαια του Μακεδόνικου λαού, ως βόιβοντα, ως υπεύθυνος επαναστατικών περιοχών, όπως το Κούκουσσκο (Κιλκίς), το Σόλουνσκο (Θεσσαλονίκη) και το Πάζαρσκο (Γιαννιτσά). Συμμετείχε σε πολλές μάχες ενάντια του ελληνικού και σερβικού στρατού και σκοτώθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1928 στο Σάμοκοβ της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, μαζί με τον Ίβαν Μπαμπούνσκι.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ИЧКО ДИМИТРОВ – ΙΤΣΣΚΟ ΝΤΙΜΙΤΡΟΒ

Ο Ρίστο (Ίτσσκο) Ντιμίτροβ, γνωστός και ως Γκιούπτσσετο, Γκιούπτσσεβ ή Παϊάτσσκιοτ Λαβ (το λιοντάρι του Πάιακ), ήταν Μακεδόνας επαναστάτης, υπεύθυνος της Επαναστατικής Περιφέρειας του Σόλουν (Θεσσαλονίκη) της Εσωτερικής Μακεδόνικης Επαναστατικής Οργάνωσης – ΒΜΡΟ. Ο Ίτσσκο γεννήθηκε το έτος 1880, στο χωριό Баровица, Гуменџиско (Μπαρόβιτσα, Γκουμέντζζισκο – σήμερα Καστανερή Γουμένισσας). Ήταν παιδί γεωργικής οικογένειας και τελείωσε τη βασική εκπαίδευση στο χωριό του.  Την τρίτη τάξη του Γυμνασίου την τελείωσε στο Γκούμεντζζε (Γουμένισσα) και το 1896 έγινε μέλος του ΒΜΡΟ, ως νόμιμο μέλος, ενώ λίγο αργότερα έγινε κόμιτα στην τσσέτα (ένοπλη ομάδα) του βόιβοντα Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ. Από το 1902 ήταν πλέον βοηθός βόιβοντα στην τσσέτα του βόιβοντα Ίβαν (Ίβαντσσο) Ορτζζάνοβ Καρασουλίατα. Τραυματίστηκε σε μάχη στις 21 Μαρτίου 1905 κοντά στο χωριό Λέσκοβο, Μέγκλενσκο (Τρία Έλατα Αλμωπίας), μέχη στην οποία σκοτώθηκε ο Ίβαν Καρασουλίατα. Ο Ίτσσκο βρέθηκε στη Βουλγαρία για θεραπεία και έπειτα επέστρεψε στη Μακεδονία και έγινε ανέξάρτητος βόιβοντα του Γκούμεντζζε από το 1907. Στις 15 Απριλίου της ίδιας χρονιάς, έδωσε μάχη με τον τουρκικό στρατό στο όρος Πάιακ (Πάικο), όπου τραυματίστηκε στο χέρι και το πρόσωπο και αναχώρησε και πάλι για τη Βουλγαρία για να του γίνει θεραπεία των τραυμάτων. Μετά την Επανάσταση των Νεοτούρκων, από τον Ιούλιο του 1908 έγινε πλέον νόμιμος (αμνηστία των κατηγοριών) και το 1909 συμμετείχε στην εκστρατεία προς το Τσάριγκραντ (Ίσταμπουλ/Κωνσταντινούπολη), ενώ μετά το γεγονός αυτό εργάστηκε ως διευθυντής στο ξενοδεοχείο ,,Μπάλκαν,, του Σόλουν.  Μετά την έναρξη του αφοπλισμού των Νεότουρκων, αναγκάστηκε να καταφύγει στη Βουλγαρία, όπου μαζί με τους βόιβοντες Ρίστο Τσσερνοπέεβ, Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ και Βάντο Γκιόσσεβ, εισήλθε και πάλι σε μακεδόνικα εδάφη. Ο Ίτσσκο Ντιμίτροβ με μικρή τσσέτα δρούσε στην περιοχή της Γκεβγκέλια, ενώ ο Άποστολ Πέτκοβ είχε οριστεί ως κεντρικός βόιβοντα της ευρύτερης περιοχής. Μετά το θάνατο του Πέτκοβ στις 2 Αυγούστου 1911, ο Ίτσσκο ανέλαβε την ηγεσία για όλη την Επαναστατική Περιφέρεια του Σόλουν.

Βόιβοντα και αγωνιστής για τα δίκαια του μακεδόνικου λαού ήταν μέχρι και το 1920, όταν τραυματίστηκε σε μάχη κοντά στο χωριό Ούντοβο της Γκεβγκέλια και αυτοκτόνησε για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

АТАНАС КОРОВЕШОВСКИ – ΑΤΑΝΑΣ ΚΟΡΟΒΕΣΣΟΒΣΚΙ (1918-1945)

Ο Атанас Коровешовски (Άτανας Κοροβέσσοβσκι) γεννήθηκε το έτος 1918 στο χωριό  Смрдеш, Костурско (Σμ΄ρντεςς, Κόστουρσκο – Κρυσταλοπηγή Καστορίας, σήμερα Φλώρινας). Τα παιδικά του, όπως και τα εφηβικά του χρόνια, τα πέρασε στο χωριό του, όπου τελείωσε και τη βασική εκπαίδευση. Από μικρό παιδί ακόμη, άρχισε να εργάζεται στα χωράφια της οικογένειάς τους, γευόμενος έτσι όλα τα βάσανα της τότε ζωής του χωριού, αλλά και την σκληρή, απάνθρωπη συμπεριφορά και τις ταπεινώσεις των ελληνικών αρχών προς το μακεδόνικο πληθυσμό.

Κατά τη διάρκεια της φασιστικής κατοχής, ο Άτανας, γαλουχημένος στο πνεύμα των ιδανικών των προγόνων του, επαναστατών του Ίλιντεν, ενεργά εντάχθηκε στο λαϊκο-απελευθερωτικό κίνημα των Μακεδόνων στην Ελλάδα.

Όταν το καλοκαίρι του 1943 στην περιοχή Корештата (Κορέσστατα – Κορέστια) δημιουργήθηκε το πρώτο παρτιζάνικο σώμα, ο Άτανας εντάχθηκε αμέσως εθελοντικά και ηγήθηκε ενός λόχου. Πολλές ήταν οι επιτυχημένες δράσεις του σώματος αυτού ενάντια στις κατοχικές δυνάμεις που κινούνταν στο δρόμο Корча-Лерин (Κόρτσσα – Λέριν / Κορυτσά – Φλώρινα), όπως και ενάντια στους εγχώριους προδότες και ένοπλες συμμορίες.

Το παρτιζάνικο σώμα, το οποίο ονομαζόταν με το όνομα του θρυλικού ηγετικού στελέχους και επαναστάτη Лазо Трповски (Λάζο Τ΄ρποβσκι), και στο οποίο υπηρετούσε ο Κοροβέσσοβσκι, έπαιξε μεγάλο ρόλο στην αποκάλυψη των ύπουλων σκοπών της βουλγαρικής προπαγάνδας, τη διάλυση των κόντρα ομάδων που είχαν συστάσει οι Βούλγαροι πράκτορες, όπως και στην εξύψωση της εθνικής συνείδησης στους Μακεδόνες.

Τον Απρίλιο του 1944, ως αποτέλεσμα της άδικης και ,,υποβρύχιας,, πολιτικής του ΚΚΕ σχετικά με το μακεδόνικο ζήτημα και την απόφαση απεσύστασης του ΣΝΟΦ στην περιοχή του Κόστουρ / Καστοριάς, επήλθε διαχωρισμός. Ο Άτανας με το λόχο του ακολούθησε ένα τμήμα της ηγεσίας του ΣΝΟΦ και άλλων Μακεδόνων, απεσπάστηκε από τον ΕΛΑΣ και πέρασε σε εδάφη της Μακεδονίας του Βαρδάρη, στο όρος Καράορμαν. Εκεί, απ΄όλους τους παρτιζάνους που είχαν καταφτάσει από την Ελλάδα, συστάθηκε ένα σύνταγμα, το οποίο εντάχθηκε στις δυνάμεις της Πρώτης Μακεδονικής-Κοσοβάρικης Ταξιαρχίας και ως διοικητής του συντάγματος εκείνου είχε οριστεί ο Άτανας Κοροβέσσοβσκι. Μετά την συμφωνία που επήλθε μεταξύ ΚΚΕ και ΚΚ Μακεδονίας, το σύνταγμα επέστεψε στην  ελληνική επικράτεια τον Ιούλιο του 1944.

Η ηγεσία του ΚΚΕ όχι μόνο δεν σκέφτηκε λογικά και δε διόρθωσε τις λανθασμένες θέσεις τις προς τους Μακεδόνες, αλλά συνέχισε με την παλιά του τακτική, με την προσπάθεια κατάπνιξης του μακεδόνικου λαϊκο-απελευθερωτικού κινήματος. Η ηγεσία του συντάγματος και οι συνειδητοποιημένοι Μακεδόνες ακτιβιστές, αισθανόμενοι τους σκοπούς του ΕΛΑΣ να αφοπλίσει το σύνταγμα και με σκοπό να αποφύγουν αιματοχυσίες, τον Οκτώβριο του 1944 αποσχίστηκε από τον ΕΛΑΣ και πέρασε στη Μακεδονία του Βαρδάρη, όπου το ΝΟΦ και το ΠΟ συνέχισαν τον αγώνα για την απελευθέρωση της χώρας.

Στις 12 Φεβρουαρίου 1945 υπογράφηκε η Συμφωνία της Βάρκιζας, η οποία στην ουσία σήμαινε και τη διάλυση του ΕΛΑΣ και ανάληψη της εξουσίας από τη δεξιά. Στις 23 Απριλίου 1945, συστάθηκε η μακεδόνικη οργάνωση НОФ (ΝΟΦ). Ο Άτανας Κοροβέσσοβσκι ήταν ένας από τους ιδρυτές αυτής και εκλέχτηκε ως μέλος της Γραμματείας της Κύριας Ηγεσίας του ΝΟΦ. Με την ιδιότητα αυτή είχε σταλεί στην περιοχή του Пазар (Πάζαρ – Γιαννιτσά). Παρόλες τις πολύ σκληρές συνθήκες και τα άγνωστα εδάφη, ο Άτανας κατάφερε άριστα αποτελέσματα στην ένταξη των Μακεδόνων εκείνης της περιοχής στο ΝΟΦ και στην οργάνωση των αγώνων των Μακεδόνων ενάντια στην τρομοκρατία των ελληνικών αρχών.

Εκτελώντας αυτό του το καθήκον, στις 2 Σεπτεμβρίου 1945, κάνοντας οργανωτικές εργασίες στο χωριό Корнишор – Ениџевардарско (Κόρνισσορ – Ενιτζζεβάρνταρσκο / Κρώμνη Γιαννιτσών), περικυκλώθηκε από αστυνομική ομάδα και στην προσπάθεια να σπάσει τον κλοιό, έπεσε νεκρός από εχθρικούς πυροβολισμούς…

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ЃОРЃИ (ЏОЏО) УРДОВ – ΓΚΙΟΡΓΚΙ (ΤΖΖΟΤΖΖΟ) ΟΥΡΝΤΟΒ (1914-1947)

Ο Ѓорѓи Урдов (Γκιόργκι Ούρντοβ) γεννήθηκε στην πόλη Воден (Βόντεν / Έδεσσα) το έτος 1914, παιδί φτωχής μακεδόνικης οικογένειας. Ο

Ο Γκιόργκι Τζζότζζο Ούρντοβ δεξιά, με τους συντρόφους του, Ίλια Ντίμοβσκι-Γκότσσε στη μέση και Μίντσσο Φότεβ αριστερά

Ο Γκιόργκι Τζζότζζο Ούρντοβ δεξιά, με τους συντρόφους του, Ίλια Ντίμοβσκι-Γκότσσε στη μέση και Μίντσσο Φότεβ αριστερά

πατέρας του, Λάζο Ούρντοβ,  είχε μεγάλο κύρος ανάμεσα στους κατοίκους της πόλης, επειδή ήταν τίμιος και παραδειγματικός άνθρωπος. Δεν είχε όμως τις δυνατότητες να στείλει στο σχολείο (εκτός βασικής εκπαίδευσης) ούτε τον Γκιόργκι, ως μεγαλύτερο γιο, ούτε και τα υπόλοιπα παιδιά του, αλλά προσπάθησε και κατάφερε να τα γαλουχήσει ως τίμιους και καλούς Μακεδόνες. Ο Γκιόργκι είχε εξελιχθεί σε τίμιο εργάτη και σύντομα έγινε υψηλό μέλος της ηγεσίας των παρτιζάνων και γνήσιος Μακεδόνας επαναστάτης και όταν έφτασε η στιγμή να δώσει τη ζωή του για την πατρίδα του, αυτό το έπραξε με το χαμόγελο στα χείλη, αυτοκτονώντας για να μη δώσει την ευκαιρία στον εχθρό να τον πιάσει ζωντανό.

Ο Γκιόργκι για πρώτη φορά έγινε επαναστάτης το 1935, ως εργάτης σε βιομηχανία ενδυμάτων, όταν ένιωσε την σκληρή εκμετάλευση από πλευράς εργοδοτών. Τότε έγινε μέλος της ΟΚΝΕ και ενεργά εντάχθηκε στο συνδικαλιστικό κίνημα του Βόντεν/Έδεσσας, το οποίο είχε μεγάλη παράδοση λόγω των πολλών εργοστασίων ενδυμάτων κ.α.

Ως στρατιώτης του ελληνικού στρατού, το 1940 θαρραλαία πολέμησε στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο και μετά την ήττα της Ελλάδας και την επιστροφή του στο Βόντεν την άνοιξη του 1941, άμεσα δραστηριοποιήθηκε ως οργανωτικό μέλος του ΚΚΕ. Την ίδια χρονιά έγινε γραμματέας της κομματικής οργάνωσης της πόλης Βόντεν.

Ο Τζζότζζο ποτέ δεν ξέχασε ότι είναι Μακεδόνας και στην ενεργή του δραστηριότητα ανάμεσα στην κομματική ηγεσία της πόλης, της οποίας τα μέλη ήταν επί το πλείστον Μακεδόνες, πάντοτε υπενθύμιζε το μακεδόνικο εθνικό ζήτημα, τονίζοντας ότι οι Μακεδόνες δεν πρέπει να ξεχνούν ότι παράλληλα με τον αγώνα ενάντια στις κατοχικές δυνάμεις, πρέπει να αγωνίζονται και για τα εθνικά τους δίκαια. Έχοντας τα ιδεώδη αυτά, υποστήριξε και βοήθησε την πρωτοβουλία σύστασης, το 1942, της Μακεδόνικης Απελευθερωτικής Οργάνωσης МАИ (ΜΑΪ).

Το 1943. Ο Γκιόργκι έγινε οργανωτικός γραμματέας της Περιφερειακής Επιτροπής του ΚΚΕ για την περιοχή του Βόντεν, ενώ το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, στο συνέδριο του ΚΚΕ για τη Μακεδονίας, εκλέχτηκε ως μέλος του φόρουμ της επιτροπής του ΚΚΕ για τη Μακεδονία. Ο Τζζότζζο, όπως και το επιτελείο του Μακεδόνικου συντάγματος του Βόντεν, δεν έκαναν πίσω ούτε στιγμή και άμεσα ήρθαν σε σύγκρουση με το ΚΚΕ όταν αυτό ζήτησε τη διάλυση του συντάγματος και αντί τη διάλυση αυτού, πέρασαν όλοι μαζί τα σύνορα και εκεί, στη Μακεδονία του Βαρδάρη, μαζί με το Μακεδόνικο Σύνταγμα Κόστουρ και Λέριν, σύστασαν την Πρώτη Αιγαιακή Ταξιαρχία Κρούσης στη Μπίτολα.

Με την σύσταση της Πολιτικής Επιτροπής του Γενικού Συμβουλίου του ΝΟΦ για τη Μακεδονία του Αιγαίου το 1945, ο Τζζότζζο έγινε μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου του ΝΟΦ. Με την ένωση των μακεδόνικων παρτιζάνικων σωμάτων με τα ελληνικά παρτιζάνικα σώματα το Νοέμβριο του 1946, ο Τζζότζζο εκλέχτηκε ως μέλος του Επιτελείου του Δημοκρατικού Στρατού για τη νοτιοδυτική και κεντρική Μακεδονία, όπου και παρέμεινε να διευθύνει τις επιχειρήσεις εώς τον Ιούνιο του 1947, όταν μετά μια σκληρή μάχη με τις κυβερνητικές δυνάμεις, περικυκλώθηκε και για να μην πέσει ζωντανός στα εχθρικά χέρια, αυτοκτόνησε..

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ИЛИЈА ДИМОВСКИ – ГОЧЕ ΙΛΙΑ ΝΤΙΜΟΒΣΚΙ – ΓΟΤΣΣΕ (1908-1961)


Ο Илија Димовски (Ίλια Ντίμοβσκι) γεννήθηκε στο χωριό Горна Статица, Костурско (Γκόρνα Στάτιτσα, Κόστουρσκο – Άνω Μελάς Καστοριάς) το έτος 1908, παιδί φτωχής μακεδόνικης οικογένειας. Σε μικρή ηλικία, μαζί με την οικογένειά του μετακόμισαν στην πόλη Лерин (Λέριν – Φλώρινα), όπου άρχισε νέα προσπάθεια επιβίωσης εργαζόμενος ως τσιράκι και αργότερα ως εργάτης για φτηνά μεροκάματα, καταφέρνοντας να επιβιώνει με χίλια βάσανα.

Έχοντας καταγωγή από περιοχή με μεγάλη μακεδόνικη επαναστατική παράδοση, ο Ντίμοβσκι από πολύ νέος εντάχθηκε στα τότε θεωρούμενα προοδευτικά κινήματα. Έγινε μέλος του ΚΚΕ και του ΒΜΡΟ Ενωμένη. Ήταν πολύ περήφανος για τη μακεδόνικη καταγωγή του και ποτέ του δεν έκρυβε το γεγονός αυτό. Μια από τις αιτίες που είχε γίνει μέλος του ΚΚΕ ήταν το γεγονός ότι αυτό το πολιτικό κόμμα ήταν το μοναδικό στην Ελλάδα που το 1934 στην Πέμπτη Ολομέλειά του είχε αναγνωρίσει το δικαίωμα των Μακεδόνων στον αυτοπροσδιορισμό και την ίδρυση ενωμένου μακεδόνικου κράτους. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά (1936-1940), ο Ίλια εκδιώχθηκε, συλλήφθηκε και φυλακίστηκε.  Την περίοδο του ελληνο-ιταλικού πολέμου (1940-1941) είχε επιστρατευτεί και είχε πολεμήσει στο μέτωπο, ενώ μετά την ήταα της Ελλάδας, ήταν ένας από τους πρώτους που βγήκε στο βουνό και γρήγορα έγινε ο ηγέτης του γνωστού παρτιζάνικου σώματος του Вичо (Βίτσσο – Βίτσι).

Το 1943 ήταν πλέον αρχηγός μεγαλύτερης παρτιζάνικης μονάδας. Επίσης, ήταν ένας από τους πρώτους που συμμετείχε στην σύσταση της μακεδόνικης οργάνωσης СНОФ (ΣΝΟΦ) στην περιοχή του Λέριν το φθινόπωρο του 1943 και με όλες του τις δυνάμεις προσπαθούσε να βγουν όσο γινόταν περισσότεροι Μακεδόνες ως παρτιζάνοι και επένεμε ιδιαίτερα οι Μακεδόνες να έχουν δικά τους ξεχωριστά παρτιζάνικα σώματα από αυτά των Ελλήνων. Στις διαφωνίες που είχαν προκύψει με το ΚΚΕ και τον ΕΛΑΣ σχετικά με το μακεδόνικο ζήτημα, ο Ίλια ήταν ξεκάθαρος και ανένδοτος. Αν και δεν συμμετείχε άμεσα στο ,,διαζύγιο,, μεταξύ μακεδόνικων οργανώσεων και ΚΚΕ το Μάη του 1944, βοήθησε σημαντικά το κίνημα αυτό και με πολλούς τρόπους πίεζε συνέχεια τον ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ με σκοπό την σύσταση ξεχωριστών μακεδόνικων σωμάτων. Έτσι, το καλοκαίρι του 1944, συστάθηκε το Леринско-костурски македонски баталјон (Λέρινσκο – Κόστουρσκι Μακέντονσκι μπαταλιόν – Μακεδόνικο σύνταγμα του Λέριν και Κόστουρ) την ηγεσία του οποίου ανέλαβε ο Ίλια, ο οποίος ήταν πλέον γνωστός παντού με το ψευδώνυμο Γκότσσε.

Στάτιτσα

Στάτιτσα

Κατά την προσπάθεια του ΚΚΕ και ΕΛΑΣ για διάλυση του συντάγματος, το οποίο μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα είχε αυξήσει τον αριθμό αντρών και πλέον είχε δυνάμεις ταξιαρχίας, ο Ντίμοβσκι χωρίς δεύτερη σκέψη υπεράσπισε το μακεδόνικο σώμα και μετά τις συγκρούσεις με τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ να μεταφέρει όλο το σύνταγμα στα ελεύθερα εδάφη της τότε Γιουγκοσλαβίας, δηλαδή στο τμήμα της Μακεδονίας που είχε πλέον γίνει γνωστό με την ονομασία Μακεδονία του Βαρδάρη. Εκεί συμμετείχε στις μάχες για την απελευθέρωση της πόλης Μπίτολα, με επιτυχή κατάληξη. Στις 18 Νοεμβρίου 1944, στο χωριό Драгош  (Ντράγκοςς) της περιοχής της Μπίτολα, συστάθηκε η Πρώτη Αιγαιάτικη Λαϊκοαπελευθερωτική Ταξιαρχία Κρούσης, μετά από την ένωση της Μακεδόνικης Ταξιαρχίας του Λέριν και Κόστουρ και του Συντάγματος του Βόντεν (Έδεσσας). Ως διοικητής της νέας αυτής ταξιαρχίας ορίστηκε ομόφωνα ο Ίλια Ντίμοβσκι – Γκότσσε, ο οποίος είχε υπό τη διοίκησή του περισσότερους από 1500 μαχητές. Η ταξιαρχία αυτή συμμετείχε σε περισσότερες μάχες για την απελευθέρωση της Μακεδονίας και έλαβε εξέχουσα θέση στη μάχη ενάντια των Μπαλιστών (Αλβανοί σύμμαχοι των Ναζί) στις περιοχές του Κίτσσεβο, Γκόστιβαρ και Τέτοβο. Η ταξιαρχία αφοπλίστηκε στις 2 Απριλίου 1945.

Μετά τον αφοπλισμό της ταξιαρχίας, ο Γκότσσε έλαβε το αξίωμα του ταγματάρχη στον τότε ЈНА (Γιουγκοσλαβικός Λαϊκός Στρατός), αλλά σύντομα, χωρίς δεύτερη σκέψη, έδωσε παραίτηση και το καλοκαίρι του 1946 αναχώρησε και πάλι για τη Μακεδονία του Αιγαίου για να αγωνιστεί στον Εμφύλιο Πόλεμο, ο οποίος είχε ήδη ξεκινήσει. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου (1946-1949) διοικούσε μεγαλύτερη παρτιζάνικη ομάδα του ΔΣΕ (Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας) και συμμετείχε σε πολυάριθμες μάχες και επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και στη μεγάλη μάχη για την πόλη Κόνιτσα, το Δεκέμβριο του 1946.

Ο Γκότσσε με την οικογένειά του

Ο Γκότσσε με την οικογένειά του

Ανεξαρτήτως της ιδεολογίας του, ο Γκότσσε πάντοτε σε πρώτη θέση εξείχε τα μακεδόνικα εθνικά συμφέροντα. Λόγω αυτού, ήρθε σε προσωπική άμεση σύγκρουση με το Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ, Νίκο Ζαχαριάδη, τον οποίο κατηγόρησε ότι ασκεί αντιμακεδόνικη πολιτική. Θαρραλαίος και μετριόφρων, αλλά απομονωμένος από τον Ζαχαριάδη λόγω των αρχών του, δεν εγκατέλειψε τον αγώνα. Άρχισε να αγωνίζεται ως πολιτικός επίτροπος, πηγαίνοντας από χωριό σε χωριό, ωθώντας τον πληθυσμό προς επιστράτευση για παραπέρα αγώνα, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι το ΚΚΕ και ο Ζαχαριάδης συνέχισαν να κάνουν μεγάλα λάθη και να ασκούν αντιμακεδόνικη πολιτική, επειδή θεωρούσε ότι η τελική νίκη θα ανήκει στο λαό. Στο Συνέδριο της μακεδόνικης οργάνωσης НОФ (ΝΟΦ), ο Γκότσσε και πάλι ήρθε σε σύγκρουση με τον Ζαχαριάδη για το μακεδόνικο ζήτημα και ως αποτέλεσμα αυτού, μετά την απόφαση του Ινφορμπιρό (1948) αναγκάστηκε να υποχωρήσει στην τότε Γιουγκοσλαβία.

Ο μεγάλος και γενναίος όμως Μακεδόνας πατριώτης δεν ησύχασε ούτε εκεί. Μετά τις σκληρές μάχες του Γράμμου και του Βίτσσο, ο Γκότσσε ήταν ένας από τους έχοντες την πρωτοβουλία και οργανωτής μιας νέας επιστράτευσης των Μακεδόνων και από τη μία και από την άλλη πλευρά των συνόρων. Ήταν έτοιμος με το νέο σώμα να αναχωρήσει για την Ελλάδα, κατευθείαν στο μέτωπο, για να συνεχίσει τον αγώνα ενάντια στις ελληνικές κυβερνητικές δυνάμεις. Αυτήν τη φορά όμως έθεσε όρους στον Ζαχαριάδη. Μέσω επιστολής τον πληροφόρησε ότι είναι έτοιμος, με τη διοίκηση μιας μεγάλης μακεδόνικης μονάδας, να αγωνιστεί τις πρώτες γραμμές του μετώπου, υπό τον όρο η μονάδα να διοικείται αποκλειστικά από Μακεδόνες, όπως και επίσης να πάψει να ασκεί λαϊκιστική πολιτική προς τους Μακεδόνες. Ο Ζαχαριάδης λύσαξε λόγω της επιστολής αυτής και με εξαναγκασμό κάλεσε την ηγεσία του ΝΟΦ και με προηγουμένως ετοιμασμένη επίσημη γραπτή δήλωση προσπάθησε την ενοχή για τα εώς τότε λάθη να τη μεταφέρει πάνω στο Γκότσσε και σε κάποια άλλα ηγετικά μέλη του ΝΟΦ. Έπειτα, εξανάγκασε τους παρόντες να υπογράψουν τη γνωστή δήλωση με την οποία καταδίκαζαν την πολιτική του Γκότσε ως „Γκοτσεβισμό“.

Στην ουσία, η ιστορία απέδειξε ότι ο Γκότσε είχε απόλυτο δίκιο στις απόψεις του για τον Ζαχαριάδη, επειδή μετά την ήττα του ΔΣΕ, ο

Η Πρώτη Αιγαιάτικη Ταξιαρχία στην απελευθέρωση της Μπίτολα

Η Πρώτη Αιγαιάτικη Ταξιαρχία στην απελευθέρωση της Μπίτολα

Ζαχαριάδης απομακρύνθηκε από την ηγεσία του ΚΚΕ και από το ίδιο το κόμμα.

Ο Ίλια Ντίμοβσκι – Γκότσσε για την αφοσίωσή του στην πατρίδα του έχει λάβει περισσότερα μετάλλια και αναγνωρίσεις και είναι παρασημοφορημένος και με το  „Παρτιζάνικο Ενθύμιο 1941“. Με την πόλυχρονη δράση του, ιδιαίτερα συνδεδεμένη με το ΣΝΟΦ και ΝΟΦ και τις μακεδόνικες παρτιζάνικες μονάδες τις οποίες και διοίκησε, δίκαια έλαβε θέση ανάμεσα στους κορυφαίους Μακεδόνες αγωνιστές. Πέθανε στην πόλη Σκόπιε της Δημοκρατίας της Μακεδονίας στις 26 Ιουνίου 1961 σε ηλικία 53 ετών.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Κατηγορίες

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


ALPHA BANK

Account 852 00 2101 031390

IBAN: GR47 0140 8520 8520 0210 1031 390

BIC: CRBAGRAA

Μηνιαίες Εκδόσεις

Македонска Ризница
  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2016 (147)
  • 2015 (416)
  • 2014 (404)
  • 2013 (377)
  • 2012 (372)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)