Συνέντευξη του Νίκολα Κάρεβ, βοεβόντα και μέλος του ΒΜΡΟ, Πρόεδρο της Δημοκρατίας του Κρούσσεβο, στην ελληνική εφημερίδα «Ακρόπολις», στις 8 Μάη 1903.
— Μακεδόνας είσαι; τον ρώτησα.
— Ναι.
— Και ως επακόλουθο, Έλληνας;
— Γιαυτό δεν ξέρω, μου απάντησε. Εγώ είμαι Μακεδόνας.
—Άμεσος απόγονος του Μαγάλου Αλεξάνδρου; του λέω ειρωνικά.
— Ναι.
— Και ο Μέγας Αλέξανδρος τί ήταν, παρακαλώ;
— Δεν ξέρω, η ιστορία σας λέει πως ήταν Έλληνας.
— Τότε και εσύ, ως απόγονός του, είσαι Έλληνας.
— Όχι, μου απάντησε.
— Τότε, τον ρωτάω πάλι, γιατί όταν είστε Έλληνας, θέλετε να απελευθερωθείτε με τη βοήθεια της Βουλγαρίας;
—Ποιά Βουλγαρία; Εννοείς το Κομιτέτο;
— Ναι.
— Σου απαντώ καταρχήν πως το Κομιτέτο δεν είναι βουλγαρικό, είναι Μακεδόνικο, και δεύτερο, παρουσιάζεται η εικόνα πως είμαστε κοντά με τη Βουλγαρία επειδή μόνο αυτή δείχνει διατεθημένη να μας βοηθήσει. Και την Ελλάδα, αν έκανε το ίδιο, θα τη δεχόμασταν με όλη μας την καρδιά.
— Τη βουλγαρική προστασία τη βλέπετε μόνο επιφανειακά. Η Βουλγαρία δεν θέλει να σας απελευθερώσει από την τούρκικη σκλαβιά, αλλά να σας υποτάξει.
— Χμ! Αν η Βουλγαρία νομίζει πώς θα μας κάνει δική της επαρχία, τότε κάνει λάθος υπολογισμούς. Εκτός αυτού, εμάς δεν μας ενδιαφέρει το τί σκέφτεται η Βουλγαρία, αλλά δίνουμε σημασία μόνο στο παρακάτω: «Επιτυγχάνουμε τον σκοπό μας; Κερδίζουμε την ελευθερία μας;». Δεν μας ενδιαφέρει αν θα μας ελευθερώσει η Ελλάδα ή η Βουλγαρία. Το μόνο που μπορεί να κερδίσει η καθεμιά από τις χώρες αυτές, είναι οι ευχαριστίες μας.
— Καλά, εάν απελευθερωθείτε, τί θέλετε να είστε, αυτόνομη χώρα;
— Ναι, όπως είναι η Ελβετία, όπου τρεις διαφορετικοί λαοί ζουν σε τέλεια αρμονία και αγάπη.
— Ναι, αλλά, ξέρετε πως με αυτόν τον τρόπο κάνετε τη χάρη στα συμφέροντα της Πανσλαβιστικής Εταιρίας, όπου κλάδος της είναι και το Κομιτέτο;
— Ποιά χάρη τους κάνουμε;
— Όπως εξηγήθηκε παραπάνω, η Μακεδονία είναι ελληνική γη, και αν κάθε ελληνική γη ζητά αυτονομία, τότε επέρχεται αποδυνάμωση της Ελλάδας και αυτό επιθυμεί η Πανσλαβιστική Εταιρία.
— Τί επιθυμεί δηλαδή;
— Μια μέρα να μας σκλαβώσει και μας και εσάς και για το λόγο αυτό επιθυμεί να είμαστε αδύναμοι, για να το πετύχει ευκολότερα.
Ο Κάρεβ, για μια στιγμή φάνηκε να σκέφτεται, και εγώ προσπάθησα να διακόψω την σιωπή.
— Γιατί δεν θέλετε να ενωθείτε με την Ελλάδα;
— Γιατί εάν μας πάρει ο Μοριάς (Ελλάδα), θα γίνει ένα μεγάλο κράτος και θα ακολουθήσει μοναρχία. Στην περίπτωση αυτή θα επέλθουν πολλά κακά. Καταρχήν η μοναρχία και όλα τα κακά της και έπειτα, η Ελλάδα θα μας αναγκάσει να πολεμήσουμε τη Βουλγαρία, κάτι που εμείς δεν επιθυμούμε.
— Εσείς τί θέλετε;
Μου έδειξε το καπέλο:
— Θέλουμε δημοκρατία.
— Δημοκρατία και φιλία με τη Βουλγαρία;
— Όχι μόνο με τη Βουλγαρία, αλλά με όποιον μας βοηθήσει να απελευθερωθούμε.
— Με τη Βουλγαρία θέλετε να ενωθείτε;
— Όχι, όχι!
— Και αυτό σας λέει το Κομιτέτο;
— Ναι.
— Τότε αυτό το Κομιτέτο, το οποίο τόσο πολύ αγωνίζεται για την ανεξαρτησία σας, γιατί δεν ζητά προστασία από την Ελλάδα, η οποία έχει περισσότερη υποχρέωση να σας απελευθερώσει, αλλά γέρνετε προς τους βαρβάρους;
— Θα σας απαντήσω αμέσως. Εμείς μοιάζουμε με άνθρωπο ο οποίος έπεσε στη θάλασσα και κινδυνεύει άμεσα να πνιγεί. Ε, και τώρα πέστε μου, σας παρακαλώ, αυτός ο άνθρωπος για να σωθεί, θα πιαστεί απ’ ότι βρει μπροστά του, ακόμα και από φίδι; Σε τέτοια θέση βρισκόμαστε εμείς. Ακόμα και Τούρκος να μας έδινε χέρι βοήθειας, εμείς θα το αρπάζαμε με ευχαριστία.
— Τότε γιατί σκοτώνετε Έλληνες άρχοντες, ιερείς και δασκάλους, όταν δεν έχετε τίποτε εναντίων τους;
— Αυτά είναι ψέμματα. Το Κομιτέτο δεν σκοτώνει μόνο Έλληνες, αλλά και Βούλγαρους, και Σέρβους και Τούρκους και όποιους άλλους λειτουργούν προδοτικά.
— Αυτές είναι δικαιολογίες για τις αμαρτίες σας. Καταστρέψατε πολλούς Έλληνες πατριώτες επειδή δεν έδιναν χρήματα για το Κομιτέτο σας.
— Αυτά είναι πράγματα τα οποία τα φαντάζεστε και τα διαλαλείτε εσείς οι Έλληνες, όπως και για άλλα πράγματα.
— Ποιά άλλα πράγματα;
— Όπως για παράδειγμα αυτά του Солун-Σόλουν (Θεσσαλονίκης), βάλατε ανθρώπους να κάνουν αυτό που έκαναν για να αμαυρώσετε το Κομιτέτο.
Δεν μπόρεσα να κρατηθώ και γέλασα και αυτό κίνησε την περιέργεια του ιδιοκτήτη Τάσκο Κβάτα, ο οποίος πλησίασε.
— Τί λέει; με ρώτησε.
— Αυτά και αυτά.
— Χμ! Όπως και φαίνεται, είναι Βούλγαρος χοντροκέφαλος, γιατί αν δεν ήταν Βούλγαρος δεν θα έλεγε τέτοια λόγια, ειδικά τώρα που και οι τοίχοι έχουν αυτιά.
— Ναι, ναι, αυτό που σας λέω, επανέλαβε ο Κάρεβ. Ένα δέντρο που θα φυτρώσει στη γη, γιατί να μην το ποτίζουν όλοι για να μεγαλώσει;
— Ναι, αλλά ξέρετε με τί το ποτίζει η Βουλγαρία. Με δηλητήριο μίσους προς τον Ελληνισμό.
— Όπως και να ‘χει, αυτό το πότισμα μας δροσίζει και μας ωθεί να γυρίσουμε τα κλαδιά μας προς την πλευρά εκείνη με την οποία αναγνωρίζουμε πώς τίποτα δεν μας συνδέει και να φύγουμε από εσάς με τους οποίους δεν έχουμε ίδιο αίμα και ίδια ιστορία. Αυτό είναι κατα κάποιον τρόπο διαμαρτυρία εναντίων του ελληνικού ενδιαφέροντος για εμάς.
— Αυτό που λες είναι αποτέλεσμα του βουλγάρικου ποτίσματος, γιατί η Ελλάδα ποτέ δεν έπαψε να σας υποστηρίζει με τα γράμματα και τα όπλα.
Ο Κάρεβ δεν απάντησε.
— Και τώρα, μετά τα τελευταία γεγονότα, τί σκέφτεστε να κάνετε; τον ρώτησα.
— Τίποτε άλλο, εκτός το να συνεχίσουμε τον αγώνα, για την απελευθέρωση της Μακεδονίας.
— Ναι, αλλά δεν ξέρετε ότι πίσω από αυτόν τον αγώνα κρύβεται αγώνας ύπουλος και άτιμος;
— Αυτό δεν μας ενδιαφέρει. Αρκεί να επιτύχουμε τον σκοπό μας.
— Δηλαδή και με φόνους;
— Εάν γίνονται για το καλό ενός λαού.
— Έχετε δίκιο. Με ότι δάσκαλο θα κάτσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις…
Ο Κάρεβ πάλι δεν μου απάντησε, μόνο σηκώθηκε και σιγά σιγά κίνησε προς το δωμάτιό του, ενώ πίσω του, όλοι οι παρεβρισκόμενοι στο ξενοδοχείο με διάφορους τρόπους, σχολίαζαν τα λόγια του.













