Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες όσοι έχουν επισκευθεί διασυνοριακές περιοχές διαπιστώνουν εύκολα μια σχετική ευημερία των πολιτών, σε σχέση με άλλες περιοχές μιας οποιασδήποτε χώρας. Τέτοια θετικά παραδείγματα είναι το Bolzano στην Βόρεια Ιταλία (κοντά σε Αυστριακό-Ελβετικά σύνορα) ή η περιοχή ανάμεσα σε Σλοβενία-Αυστρία. 
Σε ότι αφορά την περιοχή του Bolzano είναι το πλέον χαρακτηριστικό θετικό παράδειγμα στην Ευρώπη όχι μόνον σε επίπεδο επιτυχούς οικονομικής δραστηριότητας αλλά και σε επίπεδο αλληλοσεβασμού κουλτούρας, γλώσσας, πολιτισμού στην διασυνοριακή περιοχή. Άλλωστε αυτή ακριβώς η ιδιαιτερότητα (πολι-γλωσσικό-πολι-πολιτιστικό περιβάλλον) ήταν και είναι κινητήρια δύναμη προόδου και ευημερίας της περιοχής σε κάθε επίπεδο.
Παρόμοια η κατάσταση ανάμεσα σε Αυστρο-Σλοβενικά σύνορα όπου και η Σλοβένικη και η Αυστριακή γλώσσα αναγνωρίζεται-σέβεται-χρησιμοποιείται ένθεν και ένθεν και το οικονομικό επίπεδο των κατοίκων είναι σε υψηλό επίπεδο, ποιοτικότερη ζωή από πολλές άλλες περιοχές στις δύο χώρες.
Η δεύτερη περίπτωση όμως όπως η Σλοβενία έχει την ιδιαιτερότητα σε σχέση με το Bolzano ότι η μεν πρώην Γιουγκοσλαβική χώρα δεν ανήκε στη Δύση η δε Αυστρία ήταν και είναι μια τυπική ανεπτυγμένη ευρωπαϊκή χώρα, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δύσκολη βέβαια ήταν η συνεργασία πριν την κατάρευση του σοσιαλισμού το 1990 (διαφορετικά συστήματα) αλλά μετά την ανεξαρτητοποίηση της Σλοβενίας από την Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία αναπτύχθηκαν θετικές και επιτυχυμένες διασυνοριακές πολιτικές, ιδιαίτερα την μεταβατική περίοδο (δεκαετία ’90) και την υποψηφιότητα της Σλοβενίας για την Ε.Ε. Έξυπνα και αποδοτικά η Αυστριακή ηγεσία-πολιτική βοήθησε αφάνταστα στην πρόοδο και την ανάπτυψη της περιοχής προς όφελος και των Αυστριακών πολιτών αλλά και των πολιτών της Σλοβενίας κοντά στα σύνορα. Χρησιμοποιήθηκαν τα ευρωπαϊκά κονδύλια στο maximum ιδιαίτερα από τις δημοτικές και περιφερειακές αρχές των δύο περιοχών με την σύμπραξη των κεντρικών κυβερνήσεων. Το χαρακτηριστικό βέβαια είναι ότι στην νότια Αυστρία κατοικεί Σλοβένικη μειονότητα στα περίχωρα και της πόλης του Klagenfurt, Σλοβένοι μεν, Αυστριακοί πολίτες δε όπου ομιλούν και τις δύο γλώσσες και αποτελούν ακόμη και σήμερα γέφυρα συνεργασίας σε κάθε επίπεδο ανάμεσα σε Σλοβενία και Αυστρία, όπου έτσι αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν το ζήτημα οι Αυστριακές κυβερνήσεις όλα αυτά τα χρόνια.

Η περίπτωση ίσως παραπέμπει σημειολογικά σε παρόμοια κατάσταση ανάμεσα στην Ελλάδα και την πρώην Γιουγκοσλαβία, σχετικά με τις διασυνοριακές περιοχές στα βόρεια της χώρας. Ενώ παραπέμεπει σε ομοιότητες σε επίπεδο γεωγραφίας, οικονομικής αφετηρίας διαφορετικών οικονομικών συστημάτων (Ελλάδα-Γιουγκοσλαβία) και μειονοτικής διάστασης (Μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα) το «κακό» είναι ότι δυστυχώς παραπέμπει η χώρα μας σε αντίθετες (σε σχέση με τις Αυστρία-Σλοβενία) πολιτικές σε διασυνοριακό επίπεδο μάλιστα μετά την ανεξαρτικοποίηση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας από την Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία το 1991.
Χαρακτηριστικό είναι ότι με το σταγονόμετρο γίνονται πρωτοβουλίες για εφαρμογή διασυνοριακών προγραμμάτων συνεργασίας όπως προτρέπουν και χρηματοδοτούν η Ε.Ε. Πρωτοπόροι και πρωτεργάτες έπρεπε-πρέπει να είναι οι Δήμοι στην Ελλάδα αφού υποτίθεται ότι οι ελληνικές αρχές έχουν την ευρωπαϊκή εμπειρία και ξέρουν πώς να εφαρμόζουν τέτοιες πολιτικές συνεργασίας. Δυστυχως όμως οι δημοτικές-νομαρχιακές αρχές Δήμοι-Νομαρχίες ήταν-είναι εκτελεστικά πιόνια-όργανα της αντιπαραγωγικής και όχι μόνον διασυνοριακής πολιτικής του κράτους. Υπάρχουν ακόμη και αρνήσεις-δισταγμοί από την πλευρά μας (Δήμοι-Νομαρχίες), σε προτάσεις διασυνοριακής συνεργασίας από τις Δημοτικές αρχές της γειτονικής χώρας κοντά στα σύνορα. Τα ευρωπαϊκά κονδύλια δεν επειχειρείται αποδοτικά να απορροφηθούν και να χρησιμοποιηθούν πρός ώφελος των πολιτών ένθεν και ένθεν.
Οι πολίτες των συνορικών περιοχών είναι μεγάλα θύματα (οικονομικός μαρασμός), σχετικά με την αποτροπή οικονομικών-διασυνοριακών επιλογών-συνεργασιών ακόμη και σε ιδωτικό επίπεδο τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Μία συνοριακή περιοχή χαρακτηριστικό παράδειγμα η Φλώρινα/Lerin. Γνωρίζουν πολλοί Φλωρινώτες ότι την δεκαετία του ’70-80 «φτιάχτηκε» η πόλη από το weekend shopping των γειτόνων τότε, ακόμη και επί διαφορετικών συστημάτων Ελλάδα-Γιουγκοσλαβία. Ενημερωτικά Bitola, Resen, Ohrid, Prilep και περίχωρα πάνω από 300.000 κόσμος και εν δυνάμει «καταλανωτές-συνεργάτες». Σήμερα όμως τι έγινε μετά το ’90? Μηδέν-μείωση ο τζίρος στα καταστήματα της πόλης γιατί μεταξύ άλλων η ελληνική πολιτική «έδιωξε και διώχνει» τους «πολίτες-πελάτες» από την γειτονική χώρα και όχι οι ίδιοι θύματα-καταστηματάρχες.
Φανταστείτε πόσο χρήσιμα και αποδοτικά θα μπορούσαν να εκμεταλευτούν την τεχνογνωσία από την πλευράς μας ακόμη και σε επίπεδο ιδιωτικής οικονομίας. Αντί να προωθούμε τις σχέσεις με την απέναντι πλευρά, λόγου χάρι ενθάρυνση πρωτοβουλιών για κοινές εμπορικές επιχειρήσεις ή κοινές αγροτικές επενδύσεις, κοινές υποδομές κλπ. τι έκανε η χώρα; Εμπαργκο, συλλαλητήρια, δηλητηρίαση σχέσεων με την γειτονική χώρα. Τι «κατάφερε» μεταξύ άλλων η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια; «Κλείσιμο» των συνόρων για τους από εκεί, «επιτυχία» δε η έμμεση απομόνωση των συνοριακών περιοχών. Παράλληλα εφαρμόστηκε και εφαρμόζεται κυνήγι μαγισσών με τους Μακεδόνες μειονοτικούς, όπως η δαιμονοποίηση του κόμματος Ουράνιο Τόξο, όλα αυτά τα χρόνια, λες και κινδυνεύει η Ελλάδα από βασικά αιτήματα συνειδητοποιημένων Ελλήνων πολίτων, σχετικά με τα μειονοτικά δικαιώματα που εφαρμόζονται ήδη σε κάθε δημοκρατική ευρωπαϊκή χώρα.
Ο φόβος-καχυποψία σε ότι αφορά τον σεβασμό της ιδιαίτερης μακεδονικής ταυτότητας επί δεκαετίες εκχαράσουν-εφαρμόζουν στους πολίτες αρνητικά πρότυπα, προκαταλήψεις-μέτρα αντίστοιχα σχετικά με τον σεβασμό της διαφορετικότητας κάθε Έλληνα πολίτη. Δυστυχώς κράτησε και κρατεί, η ελληνική πολιτική περιχαρακωμένους-φοβισμένους τους πολίτες της περιοχής, τις δύο δεκαετίες, ακόμη και για προωθημένες διασυνοριακές πολιτικές. Επίσης εξακολουθεί να εφαρμόζει η χώρα αρνητικές πολιτικές σε σχέση με τα δικαιώματα πολιτών της περιοχής που εκφράζουν ιδιαίτερη μακεδονική ταυτότητα σε επίπεδο συνείδησης-γλώσσας-πολιτισμού.
Είναι γνωστά πλέον τα ελληνικά εθνικιστικά κόμπλεξ αλλά πότε επιτέλους θα αλλάξουν πολιτική οι έχοντες την εξουσία; Πολλοί και νέοι άνθρωποι εύκολα πλέον ενημερώνονται πληρέστερα μέσα από την ηλεκτρονική επικοινωνία και ελπίζουμε πάντα σε καλύτερο μέλλον. Καλό είναι να προβληματιστούν όλοι οι Έλληνες πολίτες στις συνοριακές περιοχές γιατί και τί έχασαν, τζάμπα τόσα χρόνια, αν η Ελλάδα δεν ακολουθούσε τυφλή εθνικιστική πολιτική τις δύο σχεδόν δεκαετίες.
Το κύριο πρόβλημα είναι ότι η κεντρική πολιτική «αποθαρρύνει» δυστυχώς διασυνοριακές επαφές- συνεργασίες γιατί βέβαια δεν μπορεί να αποσιωπεί-αγνοεί την Μακεδονική μειονοτική διάσταση στις περιοχές της βόρειας Ελλάδας. Θα πρέπει όμως η χώρα μας να μεταρρυθμίσει την εθνικιστική ιδεολογία και να ξεκινήσει-εφαρμόζει θετικές πολιτικές, αντίθετα με το παρελθόν πρός όφελος όλων των πολιτών των συνοριοκών περιοχών. Η Μακεδονική μειονοτική παράμετρος εντός της Ελλάδος, είναι το κλειδί για να «γιατρευτεί» το εθνικιστικό σύνδρομο στην Ελλάδα. Να γίνει πλεονέκτημα ο σεβασμός των δικαιωμάτων των Μακεδόνων Ελλήνων πολιτών, με μακεδονική εθνική συνείδηση. Πρέπει επιτέλους να γίνει προτέρημα-πλεονέκτημα και για τις περιοχές και για τους πολίτες της και για την ίδια την χώρα.
Η ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ













