Αρχεία | Φεβρουάριος, 2016

Τα παιδιά από άθρησκες οικογένειες είναι πολύ πιο φιλεύσπλαχνα και αλτρουιστικά

Τα συμπεράσματα της έρευνας φαίνεται πως διαψεύδουν την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η καλλιέργεια της θρησκευτικής πίστης οδηγεί άμεσα και συμβάλλει στη διαμόρφωση φιλάνθρωπων και περισσότερο ηθικών αισθημάτων

του Σπύρου Μανουσέλη – http://www.efsyn.gr

Αντίθετα με ό,τι συνήθως πιστεύουμε, τα παιδιά που μεγαλώνουν σε θρησκόληπτες οικογένειες τείνουν να εκδηλώνουν μια πολύ λιγότερο ανεκτική, γενναιόδωρη και αλτρουιστική συμπεριφορά απέναντι στους άλλους σε σύγκριση με παιδιά της ίδιας ηλικίας που προέρχονται από άθεες ή μη θρησκευόμενες οικογένειες!

Σε αυτό το απροσδόκητο συμπέρασμα κατέληξε εκτεταμένη έρευνα ομάδας κοινωνικών ψυχολόγων υπό τον γαλλικής καταγωγής καθηγητή ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου Jean Decety. Οι ειδικοί ανέλυσαν το κοινωνικό και ψυχολογικό προφίλ 1.170 παιδιών ηλικίας από 5 έως 12 ετών και των οικογενειών τους που ζουν σε έξι διαφορετικές χώρες (ΗΠΑ, Ιορδανία, Καναδά, Κίνα, Ν. Αφρική, Τουρκία).

Τα εντυπωσιακά συμπεράσματα της έρευνας, που μόλις δημοσιεύτηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό «Current Biology», φαίνεται πως διαψεύδουν την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η καλλιέργεια της θρησκευτικής πίστης οδηγεί άμεσα και συμβάλλει στη διαμόρφωση φιλάνθρωπων και περισσότερο ηθικών αισθημάτων, καθώς και ότι τα παιδιά που έχουν δεχτεί μια σοβαρή θρησκευτική μύηση και παιδεία θα είναι πολύ πιο ευαίσθητα στις δυσκολίες ή στις δυστυχίες των συνανθρώπων τους.

Στόχος της έρευνας ήταν να διαπιστωθεί αν και σε ποιο βαθμό η θρησκεία επηρεάζει τις λεγόμενες «προκοινωνικές συμπεριφορές» των παιδιών, δηλαδή τις φιλικές ή αλτρουιστικές συμπεριφορές που εκδηλώνονται χωρίς να υπάρχει κάποιο όφελος ή ανταμοιβή.

Για τον σκοπό αυτό οι οικογένειες και τα παιδιά χωρίστηκαν σε τρεις μεγάλες ομάδες, οι οποίες αντιστοιχούσαν στις τρεις επικρατέστερες θρησκευτικές αντιλήψεις ή στάσεις -χριστιανοί, μουσουλμάνοι και άθεοι-, ενώ ένα μικρότερο ποσοστό αντιστοιχούσε σε ιουδαϊστές, βουδιστές και αγνωστικιστές.

Τα παιδιά και οι οικογένειές τους υποβλήθηκαν σε μια σειρά από τεστ στη χώρα τους από ερευνητές των τοπικών πανεπιστημίων.

Χάρη σε ειδικά ερωτηματολόγια και με την προβολή βίντεο που έδειχναν σκηνές καθημερινής παιδικής αναλγησίας ή βίας, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι μικροί που πίστευαν σε κάποια θρησκεία επιδείκνυαν σαφώς λιγότερη ενσυναίσθηση, ευαισθησία και αλληλεγγύη για τα δεινά των άλλων παιδιών και των συνανθρώπων τους.

Κάποια άλλα τεστ που μετρούσαν τη γενναιοδωρία έδειξαν σαφώς ότι, ανεξάρτητα από τον τόπο προέλευσης, τα παιδιά που πίστευαν σε κάποια θρησκεία ήταν πολύ λιγότερο διατεθειμένα να δείξουν γενναιόδωρη ή φιλεύσπλαχνη συμπεριφορά απ’ ό,τι τα παιδιά από οικογένειες άθεων.

Πιθανότατα αυτά τα αναπάντεχα συμπεράσματα να απογοήτευσαν το γνωστό και χριστιανικής εμπνεύσεως αμερικανικό ίδρυμα John Templeton Foundation που χρηματοδότησε την έρευνα, αφού αποκαλύπτουν και επιστημονικά ό,τι οι περισσότεροι άνθρωποι διαπιστώνουν εμπειρικά: η ηθική και φιλάνθρωπη συμπεριφορά ενός ατόμου επηρεάζεται ελάχιστα από τη θρησκεία του.

Οπως υποστηρίζουν στο σχετικό άρθρο τους ο Jean Decety και οι συνεργάτες του, «τα δεδομένα αυτής της έρευνας αμφισβητούν τόσο την άποψη ότι η θρησκευτική πίστη είναι ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη της ηθικής όσο και τη διαδεδομένη πεποίθηση ότι η εκκοσμίκευση του ηθικού λόγου συμβάλλει στη μείωση της ανθρώπινης καλοσύνης. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει».

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Στατιστική του περιοδικού Τύπου (εφημερίδων) στην πολυγλωσσική Θεσσαλονίκη του 19ου και αρχών του 20ου αιώνα


της Βασιλικής Μετατρούλου

Πρόκειται για την χρονική περίοδο από το 1864 έως την αλλαγή του αιώνα και λίγο πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους και την απελευθέρωση/προσάρτηση της Θεσσαλονίκης το 1912.
Οι εφημερίδες που μετρήθηκαν στην στατιστική αυτή έρευνα παρουσίαζαν συνεχή και συμπαγή εκδοτική δραστηριότητα σε αυτό το διάστημα, ενώ αρκετές από αυτές, κυκλοφορούσαν έως και πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στο σύνολο, είναι 206 τίτλοι.

Εξ αυτών:

Τουρκόφωνες: 33
Εβραιόφωνες: 67
Γαλλόφωνες: 38
Βουλγαρόφωνες: 30 *
Αρμενόφωνες: 11
Ρωσόφονες: 3
Σερβόφωνες: 7
Ιταλόφωνες: 2
Αλβανόφωνες: 3
Ρουμανόφωνες: 2
Γερμανόφωνη: 1
Αγγλόφωνη: 1
Αραβόφωνη: 1

Και ελληνόφωνες;;; -θα ρωτήσει ο αναγνώστης.
Αν δεν κάνατε την πρόσθεση, το άθροισμα των μη ελληνόφωνων εφημερίδων είναι 189.
Συνεπώς, προκύπτει ότι οι ελληνόφωνες ήταν μόλις 17 σε ένα σύνολο 206 τίτλων!!!

(στο σημείο βουλγαρόφωνες υπάρχει αστερίσκος…Γνωρίζετε πιστεύουμε το λόγο…)

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Четири другарки заминаа кон различни страни Τέσσερις φίλες έφυγαν προς διαφορετικά μέρη

Η Λένα στο Τορόντο, η Τίπα στην Πολωνία, η Μίλκα στην Τασκένδη -
Η Φάνα Μαρτίνοβα, η Λένα Μίλιοβα, η Μίλκα Ντάμοβσκα και η Τίπα Κίροβα, όλες από το χωριό Поздивишта, Костурско (Ποζντίβισστα, Κόστουρσκο – Χαλάρα Καστοριάς), την άνοιξη του 1948 ανέβηκαν στο καμπαναριό του χωριού τους και τραγούδησαν το τραγούδι „Збогум мајко, збогум татко, збогум мили роднини, јас одам на далечен крај (Αντίο μητέρα, αντίο πατέρα, αντίο αγαπημένοι συγγενείς, εγώ πηγαίνω σε μακρινά μέρη)“, ενώ οι μητέρες τους συγκεντρωμένες στο κέντρο του χωριού άκουγαν και έκλαιγαν. „Ήμασταν περίπου δέκα ετών, ήμασταν φίλες. Στην αρχή γυρίσαμε όλο το χωριό, τρέξαμε στα λιβάδια του και στο τέλος ανεβήκαμε στο ψηλότερο σημείο για να δούμε από πάνω όλο το χωριό“, αφηγήθηκε η Φάνα Μαρτίνοβα – Μπούτσκοβα, ένα από τα τριάντα χιλιάδες Μακεδονόπουλα που εκείνα τα χρόνια αναγκάστηκαν λόγω των βιαιοτήτων των ελληνικών αρχών να καταφύγουν ανά τον κόσμο και ποτέ να μη μπορέσουν να επιστρέψουν στις πατρικές τους εστίες.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Η Μαυροπηγή αποτελείται απο 70% Μακεδόνες (με ξεκληρισμένες οικογένειες λόγω εμφυλίου ) και 30% πρόσφυγες – πόντιους με πλήρεις οικογένειες απο πάππο προς πάππο και πρόσφατα  πραγματοποιήθηκε η χοροεσπερίδα που διοργάνωσε ο πάτερ Κύριλλος για την κοινωνική συνοχή – μια και είναι ανύπαρκτο χωριό η Μαυροπηγή- λόγω της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης απο την ΔΕΗ….απο το 1981 με την νίκη του ΠΑΣΟΚ (αριστερά !?)…..έχει ξανα-αποκατασταθεί επαγγελματικά σχεδόν το σύνολο των ποντίων του χωριού, εν αντιθέσει με τους Μακεδόνες που εξακολουθούν να είναι άνεργοι ή δούλοι…..
Η συζήτηση με τις Μακεδόνισσες παιδικές φίλες μου που παρευρέθηκαν εις την χοροεσπερίδαν :
- Πώς περάσατε ;;
- Υπέροχα, ξεκίνησε η χοροεσπερίδα με την κοπή βασιλόπιτας και την κοπή τούρτας προς τιμήν του συγχωριανού μας οργανοπαίχτη ΑΡΗ (είχε τα γενέθλια του)…..μετά άρχισε το γλέντι με μακεδονικούς χορούς και αργότερα τα ποντιακά.
- Υπέροχα, το 30% σας έκανε την τιμή να αρχίσετε εσείς του 70% τον χορό, άσματα ακούστηκαν για να τιμήσετε τους παππούδες σας και τα 15χρονα που έμειναν στα βουνά ;;
- Ακούστηκαν ποντιακά τραγούδια ….
- Ακούστηκαν ποντιακά κλαψουρίσματα για την πατρίδα τους που ψάχνουν εδώ και 90 χρόνια και χορέψατε τίκια με την συνοδεία του άσματος “καλόν κορίτσ” και λοιπούς τούρκικους χορούς ;;
- Τι να κάναμε …..υπάρχουν συγκροτήματα που τραγουδάν μακεδονικά τραγούδια ;;
- Είστε το 70% στο χωριό γιατί δεν ρωτήσατε τον πολιτιστικό σύλλογο Μαυροπηγής, να σας ενημερώσουν εάν υπάρχουν συγκροτήματα που τραγουδάν έστω ένα μακεδονικό τραγούδι για να τιμήσετε και εσείς τα 15χρονα που έμειναν στα βουνά και τους παππούδες σας ;;

Στέλλα Δελή

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Πρόσφατα ο Πρωθυπουργός του Καναδά Τζάστιν Τρουντό ζήτησε δημόσια συγνώμη από το λαό των Μετίς, γηγενής πληθυσμός του Καναδά, για τα όσα υπέφεραν από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις στο παρελθόν.

Στην Ελλάδα πότε θα κλάψουμε και θα ζητήσουμε συγνώμη από τα 35.000 Μακεδονόπουλα που χωρίσαμε από τις μανάδες τους κατά τον Εμφύλιο και δεν τους επιτρέψαμε να ξαναγυρίσουν;
Πότε θα ζητήσουμε συγνώμη για τα ιδρύματα της Φρειδερίκης που “ξέπλεναν το μίασμα” της μακεδονικής γλώσσας και δημιουργούσαν με το ζόρι ,,Έλληνες,,;
Πότε θα ζητήσουμε συγνώμη για τις ορκωμοσίες ολόκληρων χωριών ώστε να μην ξαναμιλήσουν οι Μακεδόνες το “τρισκατάρατο ιδίωμά” τους; Πότε θα ζητήσουμε συγνώμη για τις βίαιες αλλαγές των μακεδονικών ονομάτων, επιθέτων και τοπωνυμίων; Πότε θα ζητήσουμε συγνώμη για τους αμέτρητους θανάτους, τα ειδεχθή εγκλήματα των “Μακεδονομάχων”, τις ανείπωτες καταστροφές, τις εξορίες, τα ρετσινόλαδα που αναγκάσαμε αυτούς τους ανθρώπους να υπομείνουν;
Πότε επιτέλους θα δούμε το πρόσωπό μας στον καθρέφτη;

Γιώργος Ν. Παπαδάκης

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Η βουλγάρικη εφημερίδα «Μπαλγάρια Σεγκά» (η εφημερίδα της βουλγαρικής κοινότητας των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά), και όχι η «Σεγκά» (ή «Σέγκα» όπως λέει ο φίλτατος Κανάκης) της Βουλγαρίας, γράφει στο πρωτοσέλιδο της:

«Ευχαριστούμε την Ελλάδα για την δημιουργία 250.000 θέσεων εργασίας στην χώρα μας (Βουλγαρία).»

Σύμφωνα με την εφημερίδα 60.000 ελληνικές (και 335 κατά μέσο όρο την μέρα) επιχειρήσεις διεσώθησαν καταφεύγοντας στην γειτονική Βουλγαρία, γλυτώνοντας από τα «κάπιταλ κοντρόλς», που ήρθαν ως κερασάκι στην τούρτα του «δεινού» διαπραγματευτή και «αξιοζήλευτου» Κυβερνήτη που ακούει όνομα Αλέξης Τίπτας. Και έπεται και συνέχεια… Ας ειν’ καλά οι Νεομπολτσεβίκοι και τα κομματόσκυλα του ΠΑΣΟΚ που τους ψηφίσαν και τους έφεραν στην εξουσία να μας… διαφεντεύουν και να βολεύονται… Σε λίγο θα έχουν μείνει μόνο οι πέτρες και τα βολεμένα κομματόσκυλα…

Σχόλιο του Αλέξανδρου Αγγουρούδη

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Brakia Makedontsi…Επί δεκαετίες τα τραγούδια μας, οι χοροί μας,τα ήθη και τα έθιμά μας,η αρχιτεκτονική των σπιτιών μας και των εκκλησιών μας,οι παραδοσιακές μας στολές,τα πανηγύρια μας, ακόμη και τα μοιρολόγια μας αποτελούσαν και αποτελούν τον ,,μαύρο λεκέ, στην ,,καθαρότητα,, και την ,,μοναδικότητα,της ελληνικής κουλτούρας σε όλα τα μήκη και πλάτη της επικράτειάς του ελληνικού κράτους.
Είναι καιρός να παλέψουμε για την απομάκρυνση του φόβου από τις καρδιές των Μακεδόνων στην Ελλάδα, μέσω των αγώνων μας για μια καλύτερη και δημοκρατικότερη Ελλάδα, προσπαθούμε να διασώσουμε τα λίγα έστω στοιχεία της κουλτούρας μας που έχουν απομείνει και να αναγεννήσουμε αυτά που αφανίστηκαν ή καταστράφηκαν.Η κουλτούρα και ο πολιτισμός,μαζί με την γλώσσα και την ταυτότητα αποτελούν τις πολυτιμότερες αξίες κάθε ανθρώπου.Χωρίς αυτές ο άνθρωπος παύει να υπάρχει ως κάτι το ξεχωριστό.
Brakia Makedontsi  GORE GLAVATA ,
«Στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης εμείς παλεύουμε για την αξιοπρέπεια»

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Γεωργελές: Μέχρι να αλλάξουμε, θα κλάψουμε


Δεν πολυήθελε να δώσει αυτή τη συνέντευξη, για να μη λέμε «πάλι τα ίδια». Όμως ποτέ δεν λέει και δεν γράφει τα ίδια, παρόλο που χρόνια τώρα τον πονάνε τα ίδια πράγματα και προτείνει τις ίδιες λύσεις. Ας πούμε, δεν έχει μιλήσει ξανά για τη «μετατροπή του λαού σε συνένοχο», πρώτη φορά χρησιμοποιεί την έκφραση «τσίρκο 2015» ή, αν θυμάμαι καλά, εκείνη για τον «δεύτερο πάτο».

στην Αγγελική Σπανού

Κάθε τέλος χρονιάς ελπίζουμε πως δεν έχει άλλο πιο κάτω και μετά διαπιστώνουμε πως και βέβαια έχει. Πάλι τα ίδια;

Πάλι τα ίδια, και το κρίμα είναι ότι αυτή τη φορά δεν υπήρχε κανένας λόγος πέρα από το να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ ό,τι και οι προηγούμενοι, αλλά σταδιακά και με τρόπο. Αυτή η περίοδος μετατροπής του λαού σε «συνένοχο» στη στροφή με τα δημοψηφίσματα και τις απανωτές εκλογές μάς κόστισε ξανά την επιστροφή στην ύφεση. Χαμένα χρόνια και σε μια περίοδο που η αντοχή της οικονομίας έχει εξαντληθεί. Αυτός ο «δεύτερος πάτος», η νέα βουτιά στην ύφεση και την ανεργία, τη στιγμή που φαινόταν ότι βγήκαμε, μπορεί να είναι μοιραία, ψυχολογικά οι άνθρωποι δεν αντέχουν τη δεύτερη διάψευση ελπίδας.

Φταίνε οι ελίτ για την υστέρηση της χώρας ή φταίνε και οι κάτω;

Είναι ένα ολόκληρο κοινωνικό μοντέλο που έχει χρεοκοπήσει, εγκλωβισμένο σε φαύλο κύκλο. Η συντηρητική κοινωνία επιλέγει ένα παρωχημένο πολιτικό προσωπικό, το οποίο με τη σειρά του διαιωνίζει την ακινησία. Παρά τη φιλολογία του λαϊκισμού, τα κόμματα της Μεταπολίτευσης φέρθηκαν πλουσιοπάροχα, το πελατειακό κράτος φρόντισε τους πελάτες του, γι’ αυτό μέχρι το 2009 είχαμε ποσοστά της τάξης του 45% για τα δύο μεγάλα κόμματα. Η καλομαθημένη πελατεία δυσκολεύεται να αλλάξει τρόπο συμπεριφοράς και το βλέπουμε στα εκλογικά αποτελέσματα, στις συντεχνιακές αντιδράσεις, στη συνεχιζόμενη φοροδιαφυγή. Όμως οι ελίτ της κάθε χώρας έχουν πάντα τη μεγάλη ευθύνη, αυτές καθοδηγούν.

Μήπως, αν η κυβέρνηση περάσει τον κάβο του ασφαλιστικού χωρίς βαθιά τραύματα, η χώρα θα γυρίσει σελίδα;

Όχι, γιατί η χώρα πρέπει να αλλάξει ριζικά οικονομικό μοντέλο, δεν φτάνει να μαζέψει τις μαύρες τρύπες. Το ασφαλιστικό είναι μια μόνιμη αιτία ελλειμμάτων, όμως ούτε καν αυτή δεν διορθώνεται. Διατηρούμε το ίδιο ασφαλιστικό μοντέλο, φτιαγμένο για προνομιούχους, αλώβητο. Απλώς περικόπτουμε λίγο-λίγο τις αποδοχές, χωρίς να ενδιαφερόμαστε για τους νέους.

Η μεγαλύτερη ιδιωτικοποίηση των τελευταίων ετών (περιφερειακά αεροδρόμια) έχει την υπογραφή της «κυβέρνησης της Αριστεράς». Αντιφατικό;

Ακόμα πιο αντιφατικό είναι η παραχώρηση μπιρ παρά των τραπεζών. Η κυβέρνηση, που ήθελε κρατικές τις τράπεζες, όχι απλώς τις ιδιωτικοποίησε, όχι απλώς σε ξένους, αλλά και σε αδιευκρίνιστα funds, ούτε καν σε διεθνείς τράπεζες. Προκειμένου να αντιμετωπίσουν την οργή του κόσμου σε πιθανό κούρεμα καταθέσεων, δεν δίστασαν να προχωρήσουν στην πιο βιαστική ιδιωτικοποίηση. Πληρώνουμε το δημοψήφισμα και τα capital controls με αφελληνισμό του τραπεζικού συστήματος και με οικονομική καταστροφή των χιλιάδων μετόχων.

Τι ακριβώς κάνει η φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση; Το γύρισε στο αντιμνημόνιο;

Και μόνο που συζητάμε ακόμη αυτούς τους όρους δείχνει πόσο η παραπλάνηση έγινε κυρίαρχη αυτά τα χρόνια. Τα όσα μας συμβαίνουν δεν έχουν σχέση με μνημόνια, δεν κόβουν τα μνημόνια τις συντάξεις, αλλά το γεγονός ότι βγάζουμε ακόμα 50άρηδες συνταξιούχους. Δεν φταίνε τα μνημόνια που οι τραπεζικές μετοχές έγιναν 1 λεπτό, αλλά το δημοψήφισμα και το κλείσιμο των τραπεζών. Δεν φταίνε τα μνημόνια για τους φόρους, αλλά τα 500 και τα 120 εκατ. για όπλα εν μέσω κρίσης. Σε αυτά τοποθετείται το κάθε κόμμα και όχι στο μνημόνιο ή αντιμνημόνιο, σε ένα πλαστό δίλημμα.

Πώς γίνεται μετά απ’ όλα όσα έχουν συμβεί από τον Ιανουάριο του 2015 και μετά να μην υπάρχει τίποτα απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ;

Γιατί από το 2010 μέχρι τώρα όλα τα κόμματα είχαν το ίδιο αφήγημα, του οποίου ο τελευταίος κληρονόμος είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Τώρα «πονάει» ο κ. Σπίρτζης, πέντε χρόνια αφότου «πονούσε η σοσιαλιστική ψυχή» του αντίστοιχου υπουργού του ΠΑΣΟΚ. Στο ενδιάμεσο, ο «αρχιτέκτων του αντιμνημονιακού αγώνα» Αντώνης, αφού υπέγραφε τα μνημόνια, τα έσκιζε αργότερα ένα τη μέρα και ο Αλέξης φώναζε «go back, μαντάμ Μέρκελ», πριν τα υπογράψει με τη σειρά του. Σε χοντρικές γραμμές, έτσι όπως αντιλαμβάνεται την πολιτική ο ψηφοφόρος, όλοι τα ίδια είναι πια, απλώς κάποιοι πιο «μετριοπαθείς» και άλλοι πιο κραυγαλέοι και επιθετικοί. Έτσι που έχει διαπαιδαγωγηθεί δεκαετίες αυτός ο λαός στον επιθετικό διεκδικητισμό, μοιραία προτιμάει τους πιο αδιάλλακτους και φανφαρόνους. Τώρα εισπράττει το λογαριασμό.

Πώς είναι δυνατόν να εμφανίζονται ως μεταρρυθμιστές οι προηγούμενοι, που στη διάρκεια πέντε μνημονιακών χρόνων δεν κατάργησαν ούτε καν τις πρόωρες συντάξεις;

Δεν μπορούν. Γι’ αυτό, παρά τον πανωλεθρίαμβο του αντιμνημονιακού μετώπου στην κυβέρνηση, παρά το πέραν κάθε πρόβλεψης τσίρκο του 2015 σε όλους τους τομείς, οι προηγούμενοι δεν είναι πια ελκυστικοί. Αλλά για να μην κατηγορούμε συνέχεια τα κόμματα, μήπως ήθελε και η κοινωνία τίποτε άλλο; Είχε εναλλακτικές που μιλούσαν για μεταρρυθμίσεις, τους Φιλελεύθερους το 2012, το Ποτάμι το 2015. Ψήφιζαν φασίστες και ψεκασμένους. Οι μεταρρυθμιστές πολιτικοί σε όλα τα κόμματα σταδιακά εξοστρακίστηκαν, έμειναν οι δημαγωγοί και οι λαϊκιστές.

Το ευρωπαϊκό πολιτικό σχέδιο κινδυνεύει λόγω προσφυγικής κρίσης και επέλασης της ακροδεξιάς, όχι λόγω των ελληνικών ελλειμμάτων. Μήπως αδικηθήκαμε από τους εταίρους μας που ανέχονται την κυβέρνηση Όρμπαν;

Αδικηθήκαμε από τους εταίρους μας γιατί ανέχτηκαν και ανέχονται τις ελληνικές κυβερνήσεις και την κοροϊδία των «ισοδύναμων», που εφευρέθηκαν για να μην αλλάξει τίποτα και να πληρώσουν το λογαριασμό οι ασθενέστεροι. Γιατί έβαζαν πάντα βέτο μην παρεκκλίνει ένα ευρώ ο προϋπολογισμός, αλλά δεν πίεζαν για να προχωρήσουν οι απαραίτητες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Αλλά αυτή τη συζήτηση θα την κάναμε αν ήμασταν στη Γερμανία, στη Γαλλία. Εδώ οφείλουμε να μιλάμε για τις δικές μας ευθύνες.

Γιατί δεν υπάρχουν σήμερα Αγανακτισμένοι;

Γιατί η τόσο μεγάλη διάψευση οδηγεί στην κούραση και στην απόσυρση. Γιατί δεν είναι εύκολο να δεχτείς ότι σε έπιασαν τόσο πολύ κορόιδο, ότι σε έβαλαν να μισήσεις τον αδελφό σου, τον φίλο σου, τον διπλανό σου, να φωνάζεις πέντε χρόνια για προδότες και γερμανοτσολιάδες και «ψόφο στους δωσίλογους», για να συνεχιστεί η ιστορία σαν να μην τρέχει τίποτα, όπως πριν, αγκαλίτσες και φιλάκια με τη «μαντάμ Μέρκελ» και τον «Ολαντρέου». Προτιμάς σιωπηλά να το ξεχάσεις.

Έπειτα, αυτή η κυβέρνηση είναι η πρώτη «κυβέρνηση της διπλανής πόρτας». Η κυβέρνηση της πλατείας. Η αποτυχία του πολιτικού συστήματος της Μεταπολίτευσης ανέδειξε στην πρώτη γραμμή πρόσωπα σαν κι εμάς. Όχι τους καλύτερους ανάμεσά μας, αλλά εμάς τους ίδιους. Στον Χαϊκάλη υπουργό Εργασίας και στον Πολάκη υπουργό Υγείας οι ψηφοφόροι βλέπουν τον εαυτό τους, στον Τσίπρα πρωθυπουργό βλέπουν τον κανακάρη τους. Γι’ αυτό τους συγχωρούν ακόμα. Έτσι δεν μάθαμε τόσα χρόνια κι εμείς να λέμε μεγάλες κουβέντες, να μην εννοούμε τίποτα και να κοιτάμε πώς θα τη βολέψουμε; Στο τέλος πέφτουμε πάντα από τα σύννεφα. Μα πώς συνέβη αυτό σ’ εμάς; Και ο λογαριασμός θα έρχεται όλο και πιο ακριβός όσο συνεχίζουμε έτσι. Μέχρι να αλλάξουμε, θα κλάψουμε.

[Free Sunday, τεύχος 347]

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Κόπηκαν άρον άρον για λόγους εθνικούς

Ο λόγος στους συγγραφείς


Συντάκτης: Μικέλα Χαρτουλάρη

Είναι αλήθεια. Υπήρξαν σχολικά Αναγνωστικά που αμφισβητούσαν την ελληνικότητα της Μακεδονίας, που αρνούνταν την ύπαρξη του

Ο συγγραφέας της μελέτης, Χάρης Αθανασιάδης | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Ο συγγραφέας της μελέτης, Χάρης Αθανασιάδης | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

«Κρυφού Σχολειού» ή που δεν έλεγαν λέξη για την οικογένεια και την Εκκλησία. Υπήρξαν εγχειρίδια Ιστορίας που διάβαζαν μαρξιστικά το παρελθόν της χώρας ή αρνούνταν να υιοθετήσουν μια εθνικόφρονα οπτική. Υπήρξαν σχολικά βιβλία που αμφισβητούσαν το τόσο δημοφιλές σχήμα της «αδιάλειπτης συνέχειας του Ελληνισμού».

Και υπήρξαν πρωθυπουργοί, υπουργοί, παιδαγωγοί, ιστορικοί, λογοτέχνες και διανοούμενοι που στήριξαν αυτές τις προσεγγίσεις ώς το τέλος, ακόμα και με τίμημα την εκλογική τους ήττα. Οπως υπήρξαν πλήθος άλλοι που ήθελαν να τις σβήσουν από προσώπου γης, και τις πολέμησαν λυσσαλέα, ακόμα και με τη βία, τη συκοφαντία, τον διασυρμό ή και την εξαγορά συνειδήσεων. Απ, ό,τι φάνηκε στα τελευταία 150 χρόνια της ιστορίας της ελληνικής εκπαίδευσης, νικητές βγήκαν οι δεύτεροι, οι πιο συντηρητικοί, ωστόσο ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει.

Τα αιρετικά εγχειρίδια που «κόπηκαν» από τα σχολεία, άφησαν βαθιά σημάδια στη νεοελληνική πραγματικότητα. Αυτά τα βιβλία, ή μάλλον τα πιο εμβληματικά ανάμεσά τους, και οι σφοδρές διαμάχες που προκάλεσαν, πρωταγωνιστούν στη μελέτη του Χάρη Αθανασιάδη Τα αποσυρθέντα βιβλία. Εθνος και σχολική Ιστορία στην Ελλάδα 1858-2008 (εκδ. Αλεξάνδρεια). Μια μελέτη επιστημονικά τεκμηριωμένη και αφηγηματικά γλαφυρή, που διαβάζεται σαν θρίλερ με σφιχτή πλοκή και έντονη δράση. Μόνο που εδώ οι ήρωες είναι ιστορικά πρόσωπα, και τα εγκλήματα είναι ιδεολογικά και πολιτικά με κίνητρο τη διαμόρφωση της συλλογικής μας ταυτότητας.

Τα εμβληματικά εγχειρίδια και αναγνωστικά που αποσύρθηκαν από τα σχολεία τα τελευταία 100 χρόνια, πρωταγωνιστούν στη μελέτη του Χάρη Αθανασιάδη

Τα εμβληματικά εγχειρίδια και αναγνωστικά που αποσύρθηκαν από τα σχολεία τα τελευταία 100 χρόνια, πρωταγωνιστούν στη μελέτη του Χάρη Αθανασιάδη

Ιστορικός της Εκπαίδευσης στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων, με παιδαγωγική και κοινωνιολογική σκευή, ο συγγραφέας έχει ξεχωρίσει έξι διδακτικά βιβλία που παραπέμπουν σε κομβικές εποχές και υπηρέτησαν όλα ένα ευρύτερο στοίχημα προόδου της ελληνικής κοινωνίας και προσαρμογής της στις πρότυπες κοινωνίες της δυτικής Ευρώπης, καθώς και ένα αντίστοιχο εκπαιδευτικό στοίχημα. Το περιεχόμενό τους ήταν η εθνική μας Ιστορία αλλά το πραγματικό τους διακύβευμα, όπως σημειώνει ο Αθανασιάδης, ήταν το περιεχόμενο της εθνικής μας ταυτότητας. Αρα και ο εθνοποιητικός ρόλος της σχολικής μας Ιστορίας.

Ο παιδαγωγός Ευάγγελος Παπανούτσος, γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας

Ο παιδαγωγός Ευάγγελος Παπανούτσος, γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας

Ειδικότερα, τα τέσσερα «αποσυρθέντα βιβλία» είχαν κοινό παρονομαστή τις ουσιώδεις αποκλίσεις τους από την επίσημη δημόσια αφήγηση του παρελθόντος. Αυτήν που εκφράζεται από το «σχήμα της συνέχειας» ενός αρχέγονου και ανάδελφου έθνους «από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της σήμερον». Ενα σχήμα που εδράζεται στην πεντάτομη Ιστορία του ελληνικού έθνους του Παπαρρηγόπουλου (1874), αποτυπώθηκε στην αγωγή των νέων έπειτα από τον «ατυχή» πόλεμο του 1897, και ρίζωσε στη συνείδηση των σχολικών γενεών από τις αρχές του 20ού αιώνα. Ενα σχήμα που (θέλει να) παράγει μια συμπαγή και μαχητική εθνική ταυτότητα.

Αιρετικά σχολικά βιβλία και πολιτικά σχέδια

Η πρώτη απόκλιση από τον κανόνα του Παπαρρηγόπουλου, μας λέει ο Αθανασιάδης, εκφράζεται εμβληματικά στον Μεσοπόλεμο με το αναγνωστικό Τα ψηλά βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου, τη «σημαία» του βενιζελισμού, που κυκλοφορεί το 1918, «όταν το σχολείο κλήθηκε να συνδράμει το ευρύτερο σχέδιο για τον αστικό εκσυγχρονισμό μιας μεγάλης και ισχυρής Ελλάδας».

Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος

Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος

Η δεύτερη απόκλιση εκφράζεται στη Μετεμφυλιακή περίοδο με το εγχειρίδιο της Β΄ Γυμνασίου Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική 146 π.Χ.-1453 μ.Χ. του Κώστα Καλοκαιρινού, «σημαία» του Παπανούτσου και της Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης του Γεώργιου Παπανδρέου. Kυκλοφορεί το 1965 στο πλαίσιο της «ευρύτερης προσπάθειας για τον εκδημοκρατισμό της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής».

Η τρίτη απόκλιση παρουσιάζεται στην περίοδο της Μεταπολίτευσης, «όταν η Ελλάδα έχει ενταχθεί τελεσίδικα στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης». Εκφράζεται με το εγχειρίδιο της Γ΄ Λυκείου Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου του Γεώργιου Κόκκινου, που δεν πρόλαβε καν να μπει στις τάξεις του 2002 (κι ας λογοκρίθηκε τηλεφωνικά από τον τότε υπουργό Παιδείας Πέτρο Ευθυμίου έπειτα από διαμαρτυρία του Κύπριου ομόλογού του Ουράνιου Ιωαννίδη).

Και επίσης με το εγχειρίδιο της ΣΤ΄ Δημοτικού Στα νεότερα και σύγχρονα χρόνια της Μαρίας Ρεπούση (2006-2008), «σημαία» του πνεύματος Σημίτη που πάντως υποστηρίχτηκε από την υπουργό Παιδείας της κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή, Μαριέττα Γιαννάκου. Με αυτό ακριβώς το βιβλίο που χαρακτηρίστηκε «εθνοκτόνο», προδοτικό της «δόξας» και του «τραύματος» της Μικρασίας, και που ξεσήκωσε το μεγαλύτερο κύμα αντιδράσεων (2.000 δημοσιεύματα μεταξύ 2006-2008) απ’ όλα, ανοίγει η μελέτη Τα αποσυρθέντα βιβλία.

Οπως αποδείχτηκε, σχολιάζει ο συγγραφέας, οι αποσύρσεις των συγκεκριμένων σχολικών βιβλίων προανήγγελλαν τις «ευρύτερες εθνικές και κοινωνικές υπαναχωρήσεις που ακολούθησαν και στις τρεις περιπτώσεις».

Μαρία Ρεπούση | EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ

Μαρία Ρεπούση | EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ

Ο Αθανασιάδης δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο μόνος που επισημαίνει την ηγεμονία του «σχήματος της συνέχειας» στα σύγχρονα εγχειρίδια Ιστορίας. Αρκεί κανείς να ανατρέξει στο περί εθνοκεντρισμού στην εκπαίδευση βιβλίο Τι είν’ η πατρίδα μας; των Φραγκουδάκη και Δραγώνα (Αλεξάνδρεια 1997). Ούτε και τα αιρετικά εγχειρίδια που αναφέρει, είναι τα μοναδικά που αποσύρθηκαν.

Ομως ο Αθανασιάδης επιλέγει ειδικότερα τα ανήσυχα βιβλία που προκάλεσαν μια «είσοδο των μαζών στην Ιστορία» και έκαναν «γκελ» στην κοινωνία. Και επιμένει στο πολωμένο πολιτικό πλαίσιο και στις εναλλαγές κυβερνήσεων που επηρέασαν τις τεταμένες συζητήσεις γύρω από αυτά τα βιβλία. Υπογραμμίζει επιπλέον τα διαφορετικά διακυβεύματα της κάθε εποχής αλλά και τον καθοριστικό ρόλο της συγκυρίας που «φόρτωνε» επιπλέον κατηγορίες στα επίμαχα εγχειρίδια. Η διαπολιτισμικότητα λ.χ. με την οποία συνομιλούσε το έργο της Ρεπούση, δεν κατάφερε να συγκινήσει τους πολέμιους του βιβλίου. Ούτε και η επιστημονική διαπίστωση του Γ. Κόκκινου για τον «κοινωνικά υπερσυντηρητικό εθνικισμό» της ΕΟΚΑ του Γρίβα κατάφερε να διαβαστεί ψύχραιμα στην Κύπρο.

Ο αναγνώστης παρακολουθεί τη μελέτη του Αθανασιάδη από το παρόν προς το παρελθόν, από την Ελλάδα της παγκοσμιοποίησης προς την Ελλάδα του μαχητικού εθνικισμού στις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε παγιώθηκε ως ιστοριογραφικό προαπαιτούμενο η ενίσχυση του εθνικού φρονήματος. Κάθε επίμαχο σχολικό βιβλίο έχει το πορτρέτο του. Αλλά ο συγγραφέας συμπληρώνει την εικόνα, με το εγχειρίδιο-μήτρα του άλλου στρατοπέδου: την Ελληνική ιστορία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της σήμερον των παιδαγωγών Αριστοτέλη Κουρτίδη και Βλάσιου Σκορδέλη, που εισήγαγε το 1888 την «ηρωική αφήγηση του εθνικού μας παρελθόντος» στο Δημοτικό, αποτυπώνοντας με ακρίβεια το πνεύμα του Παπαρρηγόπουλου.

Τέλος, ο Αθανασιάδης φτάνει ακόμα πιο πίσω, στον 19ο αιώνα, πριν από τις διαμάχες για τη σχολική Ιστορία. Ετσι, η μελέτη κλείνει με τον Γεροστάθη του Λέοντος Μελά (1858), που υπήρξε το μακροβιότερο ανάγνωσμα για το Δημοτικό (άντεξε περισσότερα από 30 χρόνια, μέχρι το 1901). Ενα βιβλίο που σήμερα θα αποσυρόταν πάραυτα…

Γιώργος Κόκκινος

Γιώργος Κόκκινος

Με τη μελέτη του αυτή, ο Χάρης Αθανασιάδης υπερασπίζεται εντέλει την αναγκαιότητα της κάθαρσης της σχολικής Ιστορίας από τα σταγονίδια του εθνικισμού, της ξενοφοβίας, του κοινωνικού συντηρητισμού, της δογματικής σκέψης, του ηθικού φρονηματισμού.

Τι χρειάζεται λοιπόν από εδώ και πέρα; Οπως είπε στην «Εφ.Συν.»: «Τόσο οι πρόοδοι της ιστοριογραφίας όσο και τα σημερινά ευρύτερα πολιτικά και ιδεολογικά διακυβεύματα, μας αναγκάζουν πλέον να επαναδιαπραγματευτούμε το σχήμα του Παπαρρηγόπουλου, και να το αμφισβητήσουμε με δημιουργικό τρόπο. Ο Παπαρρηγόπουλος απάντησε για την εποχή του. Σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να απαντάμε με άλλο τρόπο. Τότε το στοίχημα ήταν η συνεκτική, αρραγής εθνική ταυτότητα, που έχει απόλυτη εσωτερική συνέπεια. Σήμερα όμως οι ταυτότητες δεν μπορεί παρά να είναι ρευστές».

Κοινωνικά στοιχήματα, αριστερή οπτική

«Αραγε η σημερινή κυβέρνηση της Αριστεράς θα μπορούσε να μας δώσει διδακτικά βιβλία που να διευρύνουν τους ορίζοντες της κοινωνίας, όπως το έκανε το αναγνωστικό Τα Ψηλά Βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου και η Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική της Β΄ Γυμνασίου, που είχε συγγράψει ο Κώστας Καλοκαιρινός κινούμενος στην αιχμή των ιστοριογραφικών αναζητήσεων;»

Αυτό το ερώτημα διατυπώνει ως ευχή ο Χάρης Αθανασιάδης, εστιάζοντας πρώτα σ΄ εκείνο το εγχειρίδιο Ιστορίας που είχε καταγγελθεί ως «βιβλίο-παγίδα» και αποσύρθηκε δύο μόλις μήνες μετά την έναρξη του σχολικού έτους 1965-66, όταν πια είχε πέσει η κυβέρνηση της Ενωσης Κέντρου που το είχε εισηγηθεί. Η ουσία ήταν, εξηγεί ο Αθανασιάδης στην «Εφ.Συν.», πως η Ιστορία του αριστερού Καλοκαιρινού, ο οποίος εργαζόταν ως φιλόλογος στο Κολλέγιο Αθηνών, προσέγγιζε την εθνική συνείδηση των Ελλήνων εκφράζοντας την οπτική της ΕΔΑ.

Αλλά και τα Ψηλά βουνά, αντιμετωπίστηκαν ως αιρετικό βιβλίο το 1918, κυρίως για όσα δεν υπήρχαν στο αφήγημα του Παπαντωνίου («παραπέταξαν τον Θεό και το Εθνος») και διορθώθηκαν σιωπηρά το 1919. Ωστόσο το Αναγνωστικό αποσύρθηκε το 1921 μετά την ήττα των Φιλελευθέρων για να επανεγκριθεί με νέες αλλαγές το 1924 και το 1933. Και τα δύο βιβλία ξαναμπήκαν συμβολικά στις τάξεις μετά το ’74, αλλά ήταν πια ευνουχισμένα.

Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική. Ο ίδιος ο τίτλος του βιβλίου ήταν τολμηρός, καθώς υπαινισσόταν την σύνδεση της βυζαντινής περιόδου με την ρωμαϊκή, και την ένταξη της βυζαντινής Ιστορίας στην ευρύτερη Μεσαιωνική. Ετσι η πρώτη ένσταση εναντίον του ήταν πως αμφισβητούσε την ελληνικότητα του Βυζαντίου, άρα και υπονόμευε τον κανόνα της αδιάσπαστης ενότητας του ελληνισμού.

Τα Ψηλά Βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου και η Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική της Β΄ Γυμνασίου

Τα Ψηλά Βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου και η Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική της Β΄ Γυμνασίου

Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο φανατικοί επικριτές του ήταν δημοσιογράφοι, παλαιοί μαρξιστές που μεταστράφηκαν, και κατέληξαν υποστηρικτές της χούντας: ο Σάββας Κωνσταντόπουλος (εκδότης αργότερα του «Ελεύθερου Κόσμου») και ο Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, κατοπινός υπουργός Παιδείας της κυβέρνησης Παπαδόπουλου και έπειτα αρθρογράφος της Απογευματινής.

Καινοτόμο στο περιεχόμενο, το βιβλίο του Καλοκαιρινού «συνομιλούσε» με σπουδαίους ιστορικούς όπως ο μαρξιστής Χομπσμπάουμ ή ο Αντερσον, και αναδείκνυε ως σημαντικό παράγοντα των ιστορικών εξελίξεων τους πολιτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς ανταγωνισμούς στο εσωτερικό του Βυζαντίου και όχι μόνο τις συγκρούσεις με τους εξωτερικούς εχθρούς.

Μια τέτοια, όμως, προσέγγιση, είπαν οι πολέμιοί του, αποδιάρθρωνε δυνητικά την ενότητα του έθνους. Η τρίτη βασική ένστασή τους ήταν ότι η Ιστορία εξωράιζε τους αντιπάλους του Βυζαντίου όταν π.χ. περιέγραφε το όραμα του Σέρβου Στέφανου Ντουσάν που είχε σκοπό να ενώσει τα Βαλκάνια σε μια ορθόδοξη αυτοκρατορία. Το ερμήνευσαν ως αμφισβήτηση του δόγματος του από Βορρά κινδύνου, ως αποσιώπηση του σερβικού επεκτατισμού, και εντέλει ως έμμεση υπονόμευση της εθνικής συσπείρωσης.

Η Ιστορία του Καλοκαιρινού είναι ένα παράδειγμα διδακτικού βιβλίου που ξεπέρασε το εκπαιδευτικό στοίχημα και «ανίχνευσε τα όρια ανοχής της κυρίαρχης ιδεολογίας σε κοινωνικές αλλαγές». Αντίστοιχα, πίσω από την δριμύτατη πολεμική που ξεδιπλώθηκε γύρω του, κρυβόταν η άποψη ότι αυτό το εγχειρίδιο, διαβάζοντας αλλιώς (μαρξιστικά) το παρελθόν θα επηρέαζε αλλιώς το παρόν. Οι επικριτές του φοβούνταν πως μπορούσε να αναδείξει ή να αποκαταστήσει την αριστερή οπτική στα εθνικά και πολιτικά πράγματα της μετεμφυλιακής συγκυρίας. Αρα και να λειτουργήσει εντέλει, υπέρ των Λαμπράκηδων.

Τα Ψηλά βουνά. Γραμμένο με τη στήριξη της κυβέρνησης Βενιζέλου, το Αναγνωστικό αυτό μπήκε στις τάξεις, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, όταν η χώρα είχε διπλασιαστεί εδαφικά και δημογραφικά, και αγκάλιαζε πλέον μεγάλους πληθυσμούς που προέρχονταν από άλλες εθνότητες και γλώσσες: Σλαβομακεδόνες, Βλάχους, Αρμένιους, Τούρκους κ.ά.

Η αναγκαιότητα «να αποφευχθεί ο σωβινισμός» ήταν εγγεγραμμένη στην ίδια την υπόθεση του βιβλίου: Μια ομάδα 26 μαθητών φεύγουν από το άστυ και μένουν μόνοι για ένα μήνα στα βουνά της Ρούμελης όπου έρχονται σε επαφή με τον ταξικό και τον εθνοτικό Αλλο, έτσι ώστε η διάδραση μεταξύ τους ανοίγει μια προοπτική ενσωμάτωσης. Αυτή η αρχική εκδοχή των Ψηλών βουνών ήταν και η ριζοσπαστικότερη, γι΄ αυτό και χτυπήθηκε από κωνσταντινικούς και βενιζελικούς, καθαρολόγους και δημοτικιστές, συντηρητικούς και ρομαντικούς.

Το συντηρητικό στρατόπεδο (με κύριο εκπρόσωπο τον γλωσσολόγο Γ. Ν. Χατζιδάκι) είπε ότι το Αναγνωστικό δεν οικοδομεί την παραδοσιακή ταυτότητα, εννοώντας το τρίπτυχο Πατρίς-Θρησκεία -Οικογένεια που σύμφωνα με τον Αθανασιάδη, τότε «δένεται». Από την πλευρά του, το στρατόπεδο των δημοτικιστών και ρομαντικών εθνικιστών (με εκπροσώπους τη Γαλάτεια Καζαντζάκη και την Πηνελόπη Δέλτα) είπε ότι απουσιάζει η Ιστορία.

Ομως ο Δημήτρης Γληνός χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Δ. Φωτεινός, είχε ήδη έτοιμη μια τολμηρή απάντηση. Το «έθνος» έλεγε, δεν είναι αίμα, δεν είναι μόνο Ιστορία, ούτε καν μόνο γλώσσα. Το «έθνος» είναι μια απόφαση συνύπαρξης γύρω από ένα κοινό σχέδιο για το μέλλον.

«Τα όσα είπε πριν από έναν αιώνα ο Γληνός», σχολιάζει ο Αθανασιάδης, «μπορούν να λειτουργήσουν ως βάση για να συζητηθούν κρίσιμα διακυβεύματα των ημερών μας, όπως το ποια είναι η σχέση των μεταναστών δεύτερης γενιάς με το ελληνικό έθνος. Διότι το στοίχημα του 21ου αιώνα, δεν είναι πια εκείνο που είχε θέσει η υπόθεση Τσενάι, απαντώντας στο δίλημμα “εξοβελισμός ή αφομοίωση”. Σήμερα, το στοίχημα είναι πώς οι μετανάστες μπορούν να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία, διατηρώντας πτυχές της πολιτισμικής τους ταυτότητας».

Πηγή: https://www.efsyn.gr/

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Οι ψαράδες των Γιανιτσών


Η (αποξηραμένη σήμερα) λίμνη των Γιαννιτσών, ή πιο σωστά ο τεράστιος βάλτος που βρισκόταν νότια από την πόλη Γιανιτσά [Ениџе Вардар

Δημήτρης Λιθοξόου

Δημήτρης Λιθοξόου

или Пазар / Γιαννιτσά],[1] αποτελούσε τα χρόνια μετά το Ίλιντεν, καταφύγιο των κυνηγημένων, από τον στρατό, αυτονομιστικών τσετών.

Η αρχή έγινε, όταν το καλοκαίρι του 1903 μια τσέτα κυνηγημένη από το οθωμανικό ιππικό, δανείστηκε από τους ψαράδες τις λίμνης τις χωρίς καρίνα μονόξυλες βάρκες τους (τις λεγόμενες πλάβες) για να κρυφτεί μέσα στις πυκνές καλαμιές και τα βούρλα. Το ίδιο το μέρος έδωσε στους αυτονομιστές την ιδέα ότι η λίμνη μπορούσε να γίνει ένα θαυμάσιο καταφύγιο γι’ αυτούς.[2]

Μέσα στη λίμνη υπήρχαν πλωτές ξύλινες καλύβες που χρησιμοποιούσαν ήδη οι ψαράδες. Βάζοντας τσουβάλια με άμμο, περιμετρικά στο πάτωμα σε κάποιες από τις καλύβες, οι επαναστάτες τις μετέτρεψαν σε μικρά οχυρά, αόρατα, λόγω της πυκνής βλάστησης, από τα μάτια των εχθρών.[3]

Η λίμνη αποτελούσε ταυτόχρονα και γλωσσικό σύνορο. Στα χωριά που βρίσκονταν ανατολικά, βόρεια και δυτικά αυτής, η μακεδονική ήταν η επικρατούσα γλώσσα, ενώ υπήρχαν και χωριά όπου κατοικούσαν Τούρκοι και Τσιγγάνοι, μόνοι τους ή μαζί με Μακεδόνες. Νότια της λίμνης, στον τόπο που είναι γνωστός και ως Ρουμλούκι (Urumluk), οι κάτοικοι μιλούσαν ρωμαίικα.

Η ελληνική οργάνωση θεώρησε εξαρχής πως το Ρουμλούκι μπορούσε να γίνει κέντρο εξόρμησης των ελληνικών ένοπλων ομάδων, στις επιθέσεις τους, τόσο κατά των αυτονομιστών που βρίσκονταν μέσα στη λίμνη, όσο και εναντίον των γειτονικών μακεδονικών χωριών.

Την Κυριακή 20 Φεβρουάριου 1905, σύμφωνα με την αφήγηση του Λάμπρου Κορομηλά,[4] το δεκαεξαμελές ελληνικό σώμα που εδρεύει στο Ρουμλούκι, πραγματοποιεί επίθεση στην βορειοανατολική πλευρά της λίμνης, κοντά στο χωριό Τσέκρι ή Κιρκάλοβο [Чекри или Киркалово / Παραλίμνη][5]. Οι Έλληνες, με δώδεκα πλάβες και ισάριθμους πλαβιτζήδες (βαρκάρηδες), πλέουν και φτάνουν στην «καλύβα του Παύλου», την καλύβα ενός μακεδόνα ψαρά, που βρίσκεται εκεί για ψάρεμα μαζί με άλλους οκτώ μακεδόνες ψαράδες. Οι ένοπλοι της ελληνικής ομάδας τους συλλαμβάνουν όλους και τους ζητούν να τους οδηγήσουν σε μια καλύβα στη λίμνη, όπου υπάρχουν αυτονομιστές. Οι ψαράδες αρνούνται και τότε οι Έλληνες αρχίζουν να τους εκτελούν τον έναν, μετά τον άλλο. Μετά την τρίτη εκτέλεση ένας «λιποψυχεί» και δέχεται να τους οδηγήσει.

Οι ένοπλοι, με τους πέντε αιχμαλώτους ψαράδες, πλέουν για την «καλύβα του Μποζίνου». Μόλις πλησιάζουν εκεί, βάζουν έναν ψαρά, που τον ήξεραν, να τους μιλήσει από απόσταση. Από την καλύβα φεύγουν δυο πλάβες με πέντε άτομα, να τους συναντήσουν. Οι Έλληνες ανοίγουν πυρ εναντίον τους και αφού τους σκοτώνουν, στη συνέχεια σημαδεύουν όποιον υπάρχει πάνω στην καλύβα. Οι Μακεδόνες ανταπαντούν στα πυρά και οι επιτιθέμενοι φεύγουν έχοντας έναν νεκρό πλαβιτζή. Κατά την επιστροφή, σκοτώνουν τους δεμένους ψαράδες, που έχουν μαζί τους.

Ο έλληνας πρόξενος σημειώνει πως οι απώλειες του εχθρού[6] ήταν οι δεκατέσσερις στην καλύβα και οι εννιά αιχμάλωτοι ψαράδες, σύνολο είκοσι τρεις νεκροί. Ο Χιλμή Πασάς δηλώνει αργότερα πως όλοι «οι φονευθέντες ήταν απλοί ψαράδες» και «κατακρίνει σφόδρα τους Έλληνες».[7]

Η μαρτυρία του Αλέξανδρου Ξανθόπουλου

Ο Αλέξανδρος Ξανθόπουλος, που στο παρελθόν είχε δουλέψει για οκτώ χρόνια ως μηχανοδηγός στο σιδηρόδρομο Θεσσαλονίκης-Κωνσταντινούπολης, είναι ένας οπλαρχηγός της ελληνικής οργάνωσης, επικεφαλής δέκα ανδρών, που δρα στην περιοχή του Κιλκίς.

Το Μάιο του 1905, συντάσσει μια έκθεση[8] για την ένοπλη δραστηριότητα των ελληνικών ομάδων, κατά το προηγούμενο διάστημα, στους καζάδες Θεσσαλονίκης [Солунска], Κιλκίς [Кукушка], Δοϊράνης [Дојранска] και Γιανιτσών [Енидже Вардарска].

Ο Ξανθόπουλος γράφει στην έκθεση, πως υπάρχουν εδώ οι εξής πολιτοφυλακές:

Στο τμήμα Θεσσαλονίκης. Μία στο χωριό Βάλτσα ή Μπάλτσα [Балџа / Μελισσοχώρι],[9] με αρχηγό τον Πασχάλη. Έχει ένα μάλινχερ, δεκατέσσερα όπλα γκρα και ισάριθμα περίστροφα. Δεύτερη στη Δρεμιγκλάβα ή Ντρεμίγκλαβα [Дремиглава / Δρυμός],[10] με αρχηγό τον Αντώνη. Διαθέτει ένα μάλινχερ, δεκατρία όπλα γκρα και ισάριθμα περίστροφα. Τρίτη στη Νιοχωρούδα ή Νιοχώρι [Неохор / Νεοχώρι][11] με τρία όπλα γκρα. Τέταρτη στο Γκράντομπορ [Градобор / Πεντάλοφος],[12] ένα μικτό χωριό πατριαρχικών και εξαρχικών Μακεδόνων, όπου η οργάνωση έχει οκτώ περίστροφα.

Στο τμήμα της Δοϊράνης, μία πολιτοφυλακή στη Μπογδάντσα. Εδώ αρχηγός είναι ο Μιχάλης (Σιωνίδης) που έχει στη διάθεσή του ένα μάλινχερ, επτά όπλα γκρα και ισάριθμα περίστροφα.

Και τέλος μία πολιτοφυλακή στο τμήμα των Γιανιτσών, με δέκα όπλα γκρα και άλλα τόσα περίστροφα.

Εκτός από τις προαναφερόμενες πολιτοφυλακές, σε αυτό το γεωγραφικό διαμέρισμα δρούσαν τρεις ένοπλες ομάδες. Μία στην περιφέρεια Γιανιτσών, υπό την ηγεσία του καπετάν Γεωργάκη (Γιώργος Πέτρου). Δεύτερη στην περιφέρεια Δοϊράνης, με οπλαρχηγό τον Ζήρια (Γιάννη Σακελαρόπουλο) και τρίτη στην περιφέρεια Κιλκίς, με οπλαρχηγό, αρχικά τον Τζώρτζη (ανιψιό του τσιφλικά της περιοχής Γιώργου Χαρίση) και στη συνέχεια τον συντάκτη της έκθεσης, Αλέξανδρο Ξανθόπουλο.

Αυτές οι πολιτοφυλακές και τα σώματα απαιτούν συνεχώς «μεγάλες υλικές θυσίες», δηλαδή άφθονο χρήμα για να πληρώνονται τα μέλη που τις αποτελούν, χρήμα το οποίο παρέχει το ελληνικό προξενείο Θεσσαλονίκης.

Όσον αφορά τη δράση τους, οι πολιτοφυλακές της Μπάλτσας και της Δρεμιγκλάβας, βρίσκονται σε «ασυμφωνία» μεταξύ τους. Συνεργάζονται μόνο μια φορά για να σκοτώσουν έναν εξαρχικό στη Νιοχωρούδα. Η επταμελής πολιτοφυλακή της Μπογδάντσας, παραδίνεται μαζί με τον αρχηγό της, όταν συναντάει τυχαία ένα στρατιωτικό απόσπασμα. Τα μέλη της ωστόσο αποφυλακίζονται μετά δυο μήνες.[13]

Το σώμα του καπετάν Γεωργάκη, δύναμης ογδόντα αντρών, παραδίνεται δίχως μάχη στον οθωμανικό στρατό.[14]

Η ομάδα του Ζήρια, με δεκατρία μέλη, παραδίνεται[15] κι αυτή χωρίς αντίσταση στον στρατό, στις 12 Μαρτίου 1905. Ο αρχηγός Ζήριας και ένας άνδρας του, που ήταν στην οπισθοφυλακή, διαφεύγουν. Προηγουμένως η ομάδα έχει επιτεθεί στο μακεδονικό χωριό Μπάλιντσι [Балинци][16] της Δοϊράνης, όπου αιχμαλώτισε και στη συνέχεια τουφέκισε οκτώ κατοίκους του.

Η αρχηγία της ομάδας της περιφέρειας Κιλκίς, πέρασε στον Ξανθόπουλο, όταν ο προηγούμενος αρχηγός Τζώρζης αυτοτραυματίστηκε, παίζοντας με ένα περίστροφο.

Ο Ξανθόπουλος και η ομάδα του πραγματοποιούν δύο επιθέσεις κατά μακεδονικών στόχων.

Το πρώτο χτύπημα δίνεται στο χωριό Πόποβο [Попово / Μυριόφυτο][17] της Δοϊράνης. Στις 3 Μαρτίου 1905, κατά τις 6 το απόγευμα, ο Ξανθόπουλος και οι άντρες του, ντυμένοι με στολές του οθωμανικού στρατού, προσποιούμενοι πως είναι τουρκικό απόσπασμα, για να εξαπατήσουν τα θύματά τους, μπαίνουν στο χωριό και ψάχνουν να βρουν το σπίτι του εξαρχικού ιερέα Ιβάν Μίτοφ[18], που τον θεωρούν συνεργάτη των αυτονομιστών. Βρίσκουν τυχαία στο δρόμο δυο Μακεδόνες, από ένα γειτονικό χωριό. Πρόκειται για τον μυλωνά της περιοχής και το γιο του. Τους ζητούν να τους δείξουν το σπίτι του παπά και εκείνοι αρνούνται. Τότε σφάζουν τον πατέρα. Τρομοκρατημένο το παιδί, τους οδηγεί στον παπά. Χτυπάνε την πόρτα και ζητάνε, μιλώντας τουρκικά, να τους ανοίξουν. Όταν βλέπουν πως δεν ανοίγουν, βάζουν δυναμίτη στους τοίχους του σπιτιού και προσπαθούν να το τινάξουν στον αέρα, μαζί με όσους βρίσκονται μέσα. Με τον θόρυβο της έκρηξης, βγαίνουν στο δρόμο οι γείτονες. Οι άντρες του Ξανθόπουλου ανοίγουν πυρ εναντίων των χωρικών. Πολλοί τραυματίζονται. Ένας Τούρκος σκοτώνεται μπροστα στην πόρτα του σπιτιού του.[19] Οι εισβολείς φεύγουν ανενόχλητοι,[20] πιστεύοντας ότι έχουν σκοτώσει συνολικά οκτώ άτομα.[21]

Λίγες μέρες αργότερα, στις 11 / 24 Μαρτίου 1905, στις 5 το απόγευμα, ο Ξανθόπουλος εισβάλλει στο χωριό Νταούτ Μπαλή [Даут Бали / Ωραιόκαστρο][22] της Θεσσαλονίκης. Εκτός από τους άντρες του, έχει μαζί του κι εκείνους της πολιτοφυλακής της Μπάλτσας και της Δρεμιγκλάβας. Οι ένοπλοι γυρίζουν μέσα στο χωριό και τρομοκρατούν τους κατοίκους. Φεύγουν μετά από μια ώρα, παίρνοντας μαζί τους οκτώ χωρικούς. Ανεβαίνουν σε ένα λόφο που βρίσκεται κοντά στο βουνό και ανακρίνουν τους αιχμαλώτους. Αφήνουν τους μισούς να ζήσουν, «με τον όρο» ότι θα στραφούν κατά των αυτονομιστών και θα ξαναγίνουν πατριαρχικοί. Τους άλλους μισούς τους καταδικάζουν σε θάνατο, ως συνεργάτες του Κομιτάτου. Τον ένα από αυτούς τον σφάζουν και τους άλλους τρεις τους εκτελούν με τουφεκισμό.[23]

Ο Ξανθόπουλος κλείνει την έκθεσή του, μεταξύ άλλων, με τρεις ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις.

Πρώτον, οι αρχηγοί των ενόπλων ομάδων αγνοούν «τον τόπο, τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα των εγχωρίων».

Δεύτερον, τα ελληνικά σώματα μπαίνουν στα «φιλικά» χωριά επιδεικτικά και χωρίς προφύλαξη. Διαμένουν οκτώ έως δέκα μέρες στο ίδιο κατάλυμα, ενώ δεν πρέπει, για λόγους ασφαλείας, να μένουν εκεί πάνω από σαράντα οκτώ ώρες. Τριγυρίζουν ανέμελα στους δρόμους, εκκλησιάζονται οπλισμένοι και πάνε στα καφενεία όπου διασκεδάζουν και φλυαρούν, προδίδοντας μυστικά της οργάνωσης στους χωρικούς.

Τρίτον, οι αρχηγοί πιστεύουν πως η «επίσημη Τουρκία» συμμερίζεται την ελληνική ένοπλη δράση στη Μακεδονία και είναι δυνατή η συνεργασία μας με τις οθωμανικές αρχές.[24] Έτσι «ευκολύνουμε την ύβρη, που μας έχει προσάψει η Ευρώπη, ότι δηλαδή συμμαχούμε με την Τουρκία και καταθέτουμε τα όπλα μόλις εμφανιστεί ο τουρκικός στρατός». Με τη συμπεριφορά μας, καταλήγει ο Ξανθόπουλος, αφενός μεν «δεν κάνουμε τίποτα άλλο από το να επιβεβαιώνουμε αυτή τη συμμαχία, που δεν μπορεί να διαφύγει της προσοχής του πολιτισμένου κόσμου, εις βάρος μας», αφετέρου δε «απογοητεύουμε τους μακεδονικούς πληθυσμούς που γεμίζουν τις τουρκικές φυλακές».


[1] (J)enidže Vardar ή Pazar. Στα ελληνικά κείμενα το βρίσκουμε σαν Γενιτσά, Γιανετσά, Γιανιτσά και Γιαννιτσά (επίσημη ονομασία, από το 1926). Έδρα του ομώνυμου καζά. Οι κάτοικοι του ήταν κυρίως μουσουλμάνοι Τούρκοι και χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Υπήρχαν ακόμα λίγοι μουσουλμάνοι Τσιγγάνοι και Εβραίοι. Το 1913 η πόλη είχε πληθυσμό 7.167 άτομα. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 448 εξαρχικές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Με τη συνθήκη της Λοζάνης, όλοι οι μουσουλμάνοι κάτοικοί της αναγκάστηκαν να φύγουν στην Τουρκία. Από την άλλη, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στα Γιανιτσά 1.390 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων (από τη Βουλγαρία, τη Θράκη, τον Πόντο, τη Μικρά Ασία και τον Καύκασο). Το 1928 απογράφηκαν στην πόλη 9.128 άτομα, 4.929 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

[2] Άλμπερτ Σόνισεν, Αναμνήσεις ενός μακεδόνα Αντάρτη, Αθήνα 2004, σ. 23.

[3] Κάκκαβος, σ. 106-107.

[4] Βλ. Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 82, 23 Φεβρουαρίου, Κορομηλάς προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών.

[5] Čekri, Čekre, Kirkalovo. Τσέκρι, Τσέκρε και Κιρκάλοβο στις ελληνικές πηγές. Μικρό χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 50 εξαρχικοί Μακεδόνες. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 13 άτομα από τον οικισμό μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Το 1926 μετονομάστηκε σε Παραλίμνη.

[6] Ο Dakin (σ. 310), γράφει πως «στις 4 Μαρτίου (νέα ημερομηνία) ένα ελληνικό σώμα δολοφόνησε οκτώ εξαρχικούς ψαράδες κοντά στα Γιανιτσά». Περιορίζει έτσι τον αριθμό των νεκρών, καθώς αναφέρεται μόνο στους νεκρούς ψαράδες της καλύβας του Παύλου και όχι στους σκοτωμένους στην καλύβα του Μποζίνου.

[7] Η είδηση διοχετεύεται από το ελληνικό προξενείο στην «Ανατολική Επιθεώρηση» και από εκεί αναδημοσιεύεται στις εφημερίδες: «Εμπρός» και «Αθήναι» της 2ας Μαρτίου 1905, «Σκριπ», «Άστυ», «Νέον Άστυ», «Καιροί» της 5ης Μαρτίου και «Ακρόπολις» της 10ης Μαρτίου.

[8] Βλ. Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905: με τίτλο «Η εν Μακεδονία δράσις», και ημερομηνία «εν Αθήναις τον Μάιον 1905» (αντίγραφο που κράτησε ο Αναστάσιος Παπασωτηρόπουλος τον Ιούλιο του 1905).

[9] Baldža. Και Μπάλτσα ή Μπάλτζα στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 2.700 πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1926 μετονομάστηκε Μελισσοχώρι και το 1928 Μελισσοχώριον.

[10] Dremiglava ή Dremi Glava. Αναφέρεται ακόμα σαν Dirmil και Darmos. Στις ελληνικές πηγές το βρίσκουμε ως Δερμίλ, Δριμύλ, Δρυμίγκλαβα, Δρυμιγκλάβα, Δριμύγλαβα. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 2.200 πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Σιδηροκέφαλο και το 1927 Δρυμός.

[11] Nihor και Neohori. To Νεοχώρι, Νηχώρι και Νεοχώριον (επίσημη ονομασία) των ελληνικών κειμένων. Χωριό της περιοχής Ρουμλουκίου του καζά Θεσσαλονίκης. Ήταν ένα τσιφλίκι στο οποίο ζούσαν και δούλευαν 270 περίπου χριστιανοί Ρωμιοί. Η σύνθεση του πληθυσμού δεν άλλαξε μετά τους βαλκανικούς πολέμους.

[12] Gradobor. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Γραδομπόρι, Γραδοβόρι, Γραδοβόρι, Γραδιμπόριον, Γραδεμπόριον. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 800 Μακεδόνες (εξαρχικοί και Πατριαρχικοί). Με τη συνθήκη της Νεϊγύ μετανάστευσαν στη Βουλγαρία έξι οικογένειες. Μέχρι το 1924 εγκαταστάθηκαν στο χωριό λίγες οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1928 ζούσαν εδώ περίπου 900 άτομα, 70 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής. Το 1953 ο οικισμός μοτονομάστηκε Πεντάλοφος.

[13] Αναφερθήκαμε πριν στη δωροδοκία της οθωμανικής διοίκησης, από το Λάμπρο Κορομηλά, για την απελευθέρωση τους.

[14] Τα 4/5 των ανδρών του σώματος αυτού, είχαν στρατολογηθεί στην Ελλάδα. Το σώμα παραδόθηκε στον οθωμανικό στρατό, όταν περικυκλώθηκε από τον τελευταίο, στο μακεδονικό χωριό Πέτροβο των Γιανιτσών. Στο Πέτροβο ο καπετάν Γεωργάκης είχε συλλάβει 13 κατοίκους, τους οποίους «επρόκειτο να τιμωρήσει διά θανάτου», αλλά δεν πρόλαβε. Βλ. Κάκκαβος, σ. 98-99.

[15] Η εφημερίδα «Άστυ» γράφει στις 17 Μαρτίου πως ο οπλαρχηγός «καπετάν Ζήρας», ενώ βρισκόταν με έντεκα άνδρες του στην περιοχή της Δοϊράνης, περικυκλώθηκε από τον τουρκικό στρατό ο οποίος του ζήτησε να παραδοθεί. Ο Ζήρας σημειώνει η εφημερίδα «εκπλαγείς από αυτή την πρόταση, επειδή συχνά είχε ξανασυναντηθεί με τουρκικά αποσπάσματα χωρίς να ενοχληθεί, έσπευσε εντούτοις να παραδοθεί μαζί με τους οπαδούς του».

[16] Balinci, Balince. Και Μπαλίντσα στις ελληνικές πηγές. Χωριό του καζά Δοϊράνης. Το 1910 κατοικούσαν εδώ 148 εξαρχικοί Μακεδόνες. Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 164 άτομα.

[17] Popovo. Και Πόποβο(ν) στα ελληνικά. Χωριό του καζά Δοϊράνης. Το 1910 κατοικούσαν στο Πόποβο 256 εξαρχικοί Μακεδόνες και 80 μουσουλμάνοι Τούρκοι. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ οι περισσότεροι Μακεδόνες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Όλοι επίσης οι μουσουλμάνοι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό και να φύγουν για την Τουρκία. Από την άλλη, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο Πόποβο 429 πατριαρχικοί πρόσφυγες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Μυριόφυτον. Το 1928 απογράφηκαν εδώ 473 άτομα.

[18] Draganof, σ. 229-230.

[19] «Φιλιππούπολις», Σάββατο 19 Μαρτίου 1905.

[20] Βλ. Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 95, 9 Μαρτίου, Λάμπρος Κορομηλάς προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Εδώ γίνεται λόγος για δυο νεκρούς Μακεδόνες και έναν Τούρκο.

[21] Ο Dakin (σ. 310) γράφει αόριστα πως ένα ελληνικό σώμα μπήκε στο Πόποβο και «προσπάθησε να ανατινάξει τον ιερέα Μίτοφ». Ο Βακαλόπουλος (σ. 115) μιλάει για νέα «επιτυχία» του καπετάν Ζήρια, σε σύγκρουσή του με κομιτατζήδες στο Πόποβο, αν και φαίνεται πως γνωρίζει την έκθεση του Ξανθόπουλου (σ. 79). Η εφημερίδα «Σκριπ» γράφει, στις 18 Μαρτίου 1905, πως τα θύματα των Ελλήνων στο Πόποβο ήταν έξι, εκ των οποίων ο ένας ήταν Τούρκος.

[22] Dautbali ή Daoutbal ή Davut Bali. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται σαν Νταούτ Μπαλή και Δαούτ Μπαλή. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 250 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Μέχρι το 1924 η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στον οικισμό και πρόσφυγες από διάφορα μέρη του Πόντου και του Καυκάσου. Από αυτούς άλλοι μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο και άλλοι την τουρκική γλώσσα. Το 1928 ζούσαν εδώ σχεδόν 780 άτομα, 300 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Ωραιόκαστρον.

[23] Την επίθεση σημειώνει ο Dakin (σ. 310), δίχως να δίνει καμιά άλλη πληροφορία για αυτήν. Το «Εμπρός» γράφει ψευδώς, στις 15 Μαρτίου, ότι οι κάτοικοι του χωριού κλείστηκαν στα σπίτια τους και άρχισαν να πυροβολούν τους Έλληνες. Επίσης ανεβάζει τον αριθμό των νεκρών κομιτατζήδων σε δέκα. Την άλλη μέρα το «Σκριπ» σημειώνει πως οι νεκροί στο Νταούτ Μπαλή ήταν τρεις.

[24] Σε εμπιστευτικό έγγραφό του προς τους προϊσταμένους του, ο έλληνας πρόξενος Θεσσαλονίκης, γράφει την ίδια εποχή, πως ένας Κρητικός, μέλος ένοπλης ελληνικής ομάδας, που συνελήφθη, είπε στις αρχές ότι οι Κρητικοί εξαπατήθηκαν από την ελληνική οργάνωση, γιατί τους είπαν πως όταν πάνε στη Μακεδονία θα καταδιώκουν μόνο τους κομιτατζήδες, ενώ δεν θα συγκρούονται με τον τουρκικό στρατό, ο οποίος και δεν θα τους καταδιώκει. Βλ. Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 158, 22 Μαΐου.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Κατηγορίες

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


ALPHA BANK

Account 852 00 2101 031390

IBAN: GR47 0140 8520 8520 0210 1031 390

BIC: CRBAGRAA

Μηνιαίες Εκδόσεις

Македонска Ризница
  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2016 (147)
  • 2015 (416)
  • 2014 (404)
  • 2013 (377)
  • 2012 (372)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)