Αρχεία | Απρίλιος, 2014

СВЕТСКИ ДЕН ПРОТИВ РАСИЗАМ – ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ

Φλώρινα / Лерин -  21 Μαρτίου 2014

Σήμερα με τον  όρο ρατσισμός δεν θεωρούμε μόνο την φυλετική προκατάληψη διότι με τον ρατσισμό  παραβιάζετε κάθε είδος θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου στην ισότητα, στην ισοπολιτεία, στην πολιτική καθώς επίσης και σε κάθε παράγοντα της ανθρώπινης ζωής. Και ο όρος ρατσισμό έχει  μια ιδιαίτερη βαρύτητα όταν συμβαίνει σε μια χώρα που γεννήθηκε η δημοκρατία.

Εν έτη 2014, υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι, πολιτικοί πρόσφυγες καθώς επίσης και παιδιά του «παιδομαζώματος» οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν  ή εκδιώχθηκαν από την Ελλάδα κατά την διάρκεια και το τέλος  του εμφύλιου πολέμου το 1948. Οι περισσότεροι εξ αυτών μετά την περιπέτειά τους στα πρώην κράτη του ανατολικού μπλοκ, κατοικούν σήμερα στη Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Αυτοί οι άνθρωποι  επί μισό αιώνα, λίγο πριν το 2000 δεν είχαν κανένα απολύτως δικαίωμα να επιστρέψουν στα σπίτια που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, να συναντήσουν τους συγγενείς τους, να ανάψουν ένα κερί στο τάφο των γονιών τους, και το πιο βασικό να επαναπατριστούν στο τόπο τους όπως έγινε με όλους τους «Έλληνες το γένος»  κατά την ρατσιστική  (έκφραση-έκτρωμα) νομοθεσία του 1982 και 1985, σχετικά με τους πολιτικούς πρόσφυγες.

Μόνο μετά το 1997 δόθηκε η δυνατότητα  για επίσκεψη στον τόπο τους, με προϋπόθεση ότι στη διαδικασία  της αίτησης για  χορήγηση βίζας εισόδου στην Ελλάδα να «αποποιηθούν» με έγγραφη δήλωση την Μακεδονική εθνική τους ταυτότητα.  Αυτή η συμπεριφορά της χώρας μας δεν είναι ένας διαχρονικός ρατσισμός απέναντι τους;

Σε γλωσσικό-εκπαιδευτικό επίπεδο, πόσο μη ρατσιστικό είναι να  στερείς σε παιδιά των εθνικά Μακεδόνων να μαθαίνουν γραφή και ανάγνωση στη μητρική τους γλώσσα ή  να στερείς το δικαίωμα σε άτομα  να δημιουργούν συλλόγους για να αναπτύξουν την Μακεδονική τους κουλτούρα και πολιτισμό; Η Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού, είκοσι χρόνια παλεύει για να αναγνωριστεί στα ελληνικά Δικαστήρια, η δε χώρα μας ενώ καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το 1998 αρνείται πεισματικά να εφαρμόσει την απόφαση.

Πόσο μη ρατσιστικό φαινόμενο είναι να  διοργανώνεις συνέδριο και το κράτος σου να επιτρέπει-προτρέπει σε ναζιστές βιαίως να το ματαιώνουν (Έδεσσα, Νοέμβριος 2003)  ή  να παρουσιάζεις βιβλίο-λεξικό και πάλι ναζιστές να εισβάλουν «ανενόχλητοι» στην αίθουσα της παρουσίασης για να εμποδίσουν τη παρουσίαση του;   (Ιούνιος 2009)

Πόσο μη ρατσιστικό είναι να μην είναι σεβαστή η διαφορετικότητα σου και να καταπιέζεσαι, λοιδορείσαι, και να λυντσάρεσαι συνεχώς σε επίπεδο κοινωνίας-κράτους όταν και όπου δηλώσεις μια διαφορετική εθνική ταυτότητα;

Πόσο μη ρατσιστικό είναι να θεωρείς χιλιάδες άτομα ανύπαρκτους;

Και τέλος πόσο μη ρατσιστικό είναι να μη δέχεσαι ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν ίσα δικαιώματα και ίσες υποχρεώσεις σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα όπως είναι το δικό μας;

Το Γραφείο Τύπου της

Ευρωπαϊκής Ελεύθερης Συμμαχίας – Ουράνιο Τόξο

* Την 21η Μάρτη 1960, 70 μαύροι φοιτητές, διαδήλωναν ειρηνικά μαζί με χιλιάδες άλλους διαδηλωτές κατά των ρατσιστικών νόμων του απαρτχάιντ στην πόλη Σάρπβιλ της Νοτίου Αφρικής, έχασαν τη ζωή τους από εν ψυχρώ πυροβολισμούς της Νοτιοαφρικανικής αστυνομίας. Μετά από έξι χρόνια, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών την καθιέρωσε ως Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Браво !! Манифестација во чест на Влашката поезија. Не треба ништо повеќе да се коментира…

Μπράβο!! Αφιέρωμα στη Βλάχικη ποίηση. Δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός…

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ЗА МНОГУ ГОДИНИ НОВА ЗОРА, ЗА МНОГУ ГОДИНИ МАКЕДОНЦИ !!!

Четири години НОВА ЗОРА. Четири години, 48 броеви во вашите раце. Четири години полни со оцрнување на целиот обид и на нашите лица, полни со закани, полни со обиди за исчезнување на весникот. Но уште по полни со прифаќањето од страна на Македонците и општо демократи Грци, уште по полни со учеството во целиот процес на голем број луѓе, преку совети, делење на весникот, помош, материјал за изданиета. Полни  исто така со охрабрувачки зборови за да го продолжиме овој обид. Големо и надежно присуството и учеството на младината. Светла порака за иднината. Четири години, каде се појави малку светло во темницата, која државата и парадржавата прави се да ја одржи. Темница околу информирањето на Македонци за политичките, актуелните, историските, културните, човечките прашања, поврзани со нив.

Сите сме тука. Македонци. И продолжуваме !

Τέσσερα χρόνια НОВА ЗОРА. Τέσσερα χρόνια, 48 τεύχη στα χέρια σας. Τέσσερα χρόνια, γεμάτα αμαυρώσεις της προσπάθειας και συκοφαντίες για τα πρόσωπά μας, γεμάτα απειλές, γεμάτα προσπάθειες εξαφάνισης της εφημερίδας. Ακόμα πιο γεμάτα όμως, από την αποδοχή από πλευράς Μακεδόνων και Ελλήνων Δημοκρατών γενικά, ακόμα πιο γεμάτα από την συμμετοχή στην όλη διαδικασία, μεγάλου αριθμού ατόμων, με συμβουλές, διανομή, βοήθεια, υλικό για τις εκδόσεις. Γεμάτα επίσης από λόγια παρότρυνσης να συνεχίσουμε την προσπάθεια αυτή. Μεγάλη και ενθαρυντική η παρουσία και συμμετοχή της νεολαίας. Φωτεινό μήνυμα για το μέλλον. Τέσσερα χρόνια,  όπου φάνηκε λιγάκι φως στο σκοτάδι, το οποίο σκοτάδι το κράτος και παρακράτος κάνει το παν για να διατηρήσει. Σκοτάδι σε ότι αφορά την πληροφόρηση των Μακεδόνων για τα πολιτικά, επίκαιρα, ιστορικά, πολιτιστικά, ανθρωπιστικά θέματα που τους αφορούν.

Όλοι μας είμαστε εδώ. Μακεδόνες. Και συνεχίζουμε !

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Αγαπητή Νοβα Ζορα…

Με την παρούσα επιστολή θέλω να εκφράσω της ευχαριστίες καθώς και τον θαυμασμό μου προς την συντακτική ομάδα…

Εντελώς τυχαία ψάχνοντας της ρίζες μου ανακάλυψα την ύπαρξη της εφημερίδας…(μην απορείτε, καλά διαβάσατε, τiς ρίζες μου έψαχνα…).

Ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα ανακάλυψα τον λόγo που μεγάλωσα χωρίς Μακεδονική συνείδηση και κουλτούρα…

Βλέπετε είμαι από την γενιά που οι παππούδες μας μη μπορώντας να αντιμετωπίσουν τον ψυχολογικό πόλεμο, απαρνήθηκαν την Μακεδονική τους ταυτότητα…

Εγκαταλείποντας το χωριό μεγάλωσα στην πόλη ως ,,καθαρόαιμος,, Έλληνας, μιας και αυτό επέβαλαν στην οικογένεια μου οι αρχές της Ελλάδος…

Τα χρόνια περνούσαν και εγώ, το ,,Ελληνόπουλο,, βρέθηκα ως φοιτητής στην Θεσσαλονίκη. Εκεί γνώρισα μια  συμφοιτήτρια από τα μέρη μου, από τον νομό μου…Απέραντη η χαρά μου, δεν αισθανόμουν ξένος στη μεγάλη πόλη…Μετά από τις  πρώτες συστάσεις, η κοπελιά μου έθεσε ένα ερώτημα που δυσκολεύτηκα όχι μόνο να το απαντήσω αλλά και να κατανοήσω..

Σπύρο είσαι Μακεδόνας;

Στιγμή αμηχανίας…το μόνο που μπόρεσα να απαντήσω ήταν ένα ,,πνιγμένο,, ναι…

Η Λένα χαμογελώντας μου αποκρίθηκε…σε ξάφνιασα εε;

Δίχως να χάσει χρόνο η Λένα άρχισε να μου εξηγεί το νόημα της ερώτησης…

Οι ώρες περνούσαν με την Λένα να στέκεται απέναντι μου έτοιμη για να μου λύσει  κάθε απορία…και όλο περνούσαν οι ώρες και όλο ανακάλυπτα τις χαμένες ρίζες μου…

Στην τελευταία μου ερώτηση ..Λένα, πες μου που μπορώ να βρω την απάντηση στην ερώτηση…τι φταίει και έχασα την ταυτότητα μου; μου έδωσε μια Νόβα Ζόρα και   αποχαιρετιστήκαμε, ανανεώνοντας το επόμενο ραντεβού στο επόμενο Μακεδονικό πανηγύρι ώστε να νιώσω και από κοντά το τί σημαίνει να είσαι Μακεδόνας!

Έχουν περάσει 3 χρόνια από εκείνη την συνάντηση, 3 χρόνια με σύντροφο την Νόβα  Ζόρα ως εργαλείο μάθησης αλλά και με σύντροφο στην ζωή την Λέγκο,  δίνοντας βαρύ όρκο ο ένας στον άλλον.

Ότι τα παιδιά μας δεν θα μεγαλώσουν χωρίς ταυτότητα και δεν θα χρειαστεί κάποια Λένα να τους διδάξει την ιστορία του λαού τους!!

Σας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου για την φιλοξενία και για τα εφόδια που παρέχετε σαν εφημερίδα σε όλους τους Μακεδόνες ώστε να μπορούν να υπερασπίζονται το όνομα τους  και την ιστορία τους..

Θεσσαλονίκη, 8 Μαρτίου 2014, Σπύρος Κ…

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

“Μας εχουν καταλογίσει τα πάντα, εκτός από αυτό που πραγματικά ειμαστε και φόβουνται.”
Debor

“Μας εχουν καταλογίσει τα πάντα, εκτός από αυτό που πραγματικά ειμαστε και φόβουνται.”
Debor

“Μας εχουν καταλογίσει τα πάντα, εκτός από αυτό που πραγματικά ειμαστε και φόβουνται.”
Debor

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ЕДНА КАРИКАТУРА АКТУЕЛНА … ДУРИ ОД СОЗДАВАЊЕТО НА НОВОГРЧКАТА ДРЖАВА… ΕΝΑ ΣΚΙΤΣΟ ΕΠΙΚΑΙΡΟ … ΑΚΟΜΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ…

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Ο ,,ΣΚΟΠΙΑΝΟΣ,, ΕΧΘΡΟΣ

Η ιδεολογική κοινότητα του ελληνικού έθνους αποφάσισε στα τέλη του 1991 για την ύπαρξη του Σκοπιανού Εχθρού. Τα χαρακτηριστικά αυτού

Του Δημήτρη Λιθοξόου – ιστορικού, ερευνητή, συγγραφέα

Του Δημήτρη Λιθοξόου – ιστορικού, ερευνητή, συγγραφέα

του Εχθρού, όπως το ίδιο το ελληνικό Έθνος τα προσδιόρισε, ήταν πως επρόκειτο για ένα μη έθνος, ένα ανθρώπινο συνονθύλευμα που σφετεριζόταν την ελληνική ιστορία και τα ελληνικά σύμβολα, κάποιοι βάρβαροι που καραδοκούσαν την ευνοϊκή συγκυρία, ώστε εκμεταλλευόμενοι προβοκάτσιες πεμπτοφαλαγγιτών και υλοποιώντας τα σχέδια ισχυρών ανθελληνικών δυνάμεων, να αποσπάσουν εδάφη από την Ελλάδα.

Το ελληνικό έθνος “ήξερε” επίσης πως στα βόρεια σύνορα της χώρας κατοικούσαν μέχρι τότε Γιουγκοσλάβοι και Βούλγαροι, ότι η Μακεδονία είχε απελευθερωθεί από τον τουρκικό ζυγό με τους βαλκανικούς πολέμους και αποτελούσε πλέον τμήμα της Ελλάδας, ο δε πληθυσμός της Μακεδονίας ήταν ελληνικός από αρχαιοτάτων χρόνων.

Η ηγεσία του έθνους (δημοσιογράφοι, δεσποτάδες, πολιτικοί και διανοούμενοι) κάλεσε σε εγρήγορση για την προάσπιση των ιερών και των οσίων. Το έθνος απάντησε με συλλαλητήρια εκατοντάδων χιλιάδων λαού σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα και πολλά μικρότερα σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Μαζικές διαδηλώσεις επίσης οργανώθηκαν από τους Έλληνες της διασποράς. Το βασικό σύνθημα αυτών των συλλαλητηρίων ήταν: “Μακεδονία, 4.000 χρόνια ελληνική”.

Σύντομα η Ελλάδα γέμισε μακεδονολόγους. Το Έθνος άκουγε, εμπέδωνε και επαναλάμβανε τις εθνικές θέσεις. Η Μακεδονία έγινε η ψυχή του Ελληνισμού. Η βασική εθνική γραμμή απέναντι στο Σκοπιανό Εχθρό ήταν πως δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος, άρα δεν μπορεί να υπάρξει και μακεδονικό κράτος. Σε σχέση με το δέον γενέσθαι υπήρχαν δύο απόψεις.

Το ρεύμα της υπεράσπισης της εθνικής θέσης ως τις ακραίες συνέπειες, με κύριους πολιτικούς εκφραστές τον υπουργό Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά και την υφυπουργό Βιργινία Τσουδερού, απέβλεπε στη μη συγκρότηση κράτους (ανεξαρτήτως ονομασίας),  μιλούσε για ύπαρξη ελληνικής μειονότητας στα Σκόπια και την ανάγκη προάσπισης των δικαιωμάτων της, πρότεινε την κήρυξη οικονομικού εμπάργκο, συνιστούσε λήψη μέτρων στρατιωτικής ετοιμότητας και συνομιλούσε με το Μιλόσεβιτς για το ενδεχόμενο κοινών συνόρων με τη Σερβία. Ήταν το πλέον δημοφιλές καθώς πρότεινε στο Έθνος μια αυτόνομη ελληνική στρατηγική που εκπληρούσε τα εθνικά οράματα.

Το δεύτερο ρεύμα, με βασικό εκπρόσωπο τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, επιδίωκε μία νίκη επί του συμβολικού, αποσκοπούσε στην ικανοποίηση του εθνικού αισθήματος, χωρίς να εκτρέψει τη χώρα από την ευρωπαϊκή πορεία της και δίχως να τη φέρει αντιμέτωπη με την αμερικανική πολιτική στα Βαλκάνια. Το πολιτικά ρεαλιστικό αυτό ρεύμα εκπροσωπούσε το χώρο ενός μειοψηφικού αλλά δυναμικού και εξωστρεφώς προσανατολισμένου κοινωνικά και οικονομικά τμήματος του πληθυσμού. Εθνική φοβία της ηγεσίας αυτού του ρεύματος ήταν η πιθανότητα συγκρότησης πολιτικού μειονοτικού κινήματος των Μακεδόνων της Ελλάδας.

Η κοινή γνώμη στο εξωτερικό, πλην της Βουλγαρίας, της Σερβίας και της Αλβανίας (που οι εκεί πληθυσμοί, ο καθένας χωριστά για τους δικούς του ιδιαίτερους εθνικούς λόγους, κατανοούσαν την ελληνική στάση), έμεινε έκπληκτη από τη συμπεριφορά της Ελλάδας. Έχοντας εντελώς διαφορετική πληροφόρηση από αυτή των Ελλήνων, οι ξένοι γνώριζαν ότι υπάρχει μακεδονικό έθνος, ιστορικά διαμορφωμένο εδώ και ένα αιώνα, ότι το έθνος αυτό αποτελούσε, μέχρι τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού της ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας, ενώ υπήρχαν και εθνικές μακεδονικές μειονότητες στην Αλβανία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα. Σε πολλά δε ξένα πανεπιστήμια διδασκόταν η μακεδονική γλώσσα. Γρήγορα η έκπληξη των ξένων μετατράπηκε σε αντιπάθεια για τους Έλληνες που χαρακτηρίστηκαν ως τραμπούκοι των Βαλκανίων.

Στην Ελλάδα αντιτάχθηκαν στην εθνική γραμμή του Σκοπιανού Εχθρού δύο χώροι. Μια νέα κίνηση μέσα στο χώρο της μακεδονικής μειονότητας, που πρόκυψε ως απάντηση στην στρεφόμενη εναντίον της, ελληνική εθνική θέση περί “ανύπαρκτων” και ένα μικρό αντιεθνικιστικό κίνημα ακτιβιστών, με ερείσματα κυρίως στο φοιτητικό χώρο της Αθήνας, που βρέθηκε αντιμέτωπο με δικαστικές διώξεις και μια καθολικά εθνική περιφρόνηση.

Κάποιοι διανοούμενοι επιχείρησαν επίσης να λογικέψουν το Έθνος, μιλώντας για έντιμο συμβιβασμό, ωστόσο οι περισσότεροι από αυτούς σύντομα εγκατέλειψαν την προσπάθεια καθώς κινδύνεψαν να περιθωριοποιηθούν.

Το ανένδοτο εθνικό ρεύμα δέχεται πλήγμα το Φεβρουάριο του 1992, όταν μετά την πρώτη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, αποπέμπεται από την κυβέρνηση ο Αντώνης Σαμαράς και το υπουργείο Εξωτερικών αναλαμβάνει ο ίδιος ο Μητσοτάκης. Η απήχηση που έχει ωστόσο η σκληρή εθνική γραμμή ωθεί την πολιτική ηγεσία στην αδιάλλακτη θέση της μη αναγνώρισης του γειτονικού κράτους, ακόμα και εάν υπάρχει επιθετικός προσδιορισμός στο όνομα Μακεδονία. Για δεύτερη φορά το ρεύμα αυτό βρίσκεται σε ηγεμονική θέση το Φεβρουάριο του 1994, επί πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου, με υπουργό Εξωτερικών το σημερινό πρόεδρο Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια, όταν η Ελλάδα επιβάλει εμπάργκο στη Μακεδονία.

Στην αρχή η Ελλάδα εκμεταλλευόμενη το δικαίωμα του βέτο στις συλλογικές αποφάσεις των ευρωπαϊκών οργάνων, εκβιάζει τους εταίρους να αποδεχτούν τις εθνικές της θέσεις. Το Δεκέμβριο του 1991 οι δώδεκα υπουργοί Εξωτερικών αποφασίζουν στις Βρυξέλες ότι προϋπόθεση αναγνώρισης είναι και “η μη χρησιμοποίηση ονόματος που υπονοεί εδαφικές διεκδικήσεις”. Τον Απρίλιο του 1992, το δεύτερο συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών ερμηνεύει αυτό τον όρο ως απόφαση μη ύπαρξης της λέξης Μακεδονία στην ονομασία του νέου κράτους. Τον Ιούνιο, στη διάσκεψη κορυφής στη Λισσαβόνα, οι ευρωπαίοι εταίροι υποχωρούν στις ελληνικές πιέσεις και αποφασίζουν τη μη αναγνώριση εφόσον στην ονομασία θα υπάρχει η λέξη Μακεδονία. Τον Αύγουστο η Ρωσία παρεμβαίνει στην ελληνομακεδονική διαμάχη παίρνοντας το μέρος του γείτονα. Με επιστολή του υφυπουργού Εξωτερικών Βιτάλι Τσούρκιν προς τον Γκλιγκόροφ, αναγνωρίζει τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα. Το Δεκέμβρη του 1992 η Ελλάδα απορρίπτει βρετανική πρόταση για όνομα Μακεδονία – Σκόπια, στο συμβούλιο κορυφής του Εδιμβούργου. Τον Απρίλιο του 1993 η Μακεδονία, με την απόφαση 817, γίνεται δεκτή στον ΟΗΕ με το προσωρινό όνομα Former Yugoslav Republic of Macedonia. Το Φεβρουάριο του 1994 οι ηπα αναγνωρίζουν το νέο κράτος με το προσωρινό όνομα. Λίγες μέρες αργότερα η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου απαντά με εμπάργκο.

Η αμερικανική κυβέρνηση αποφασίζει να τελειώνει με την ανεξάρτητη ελληνική πολιτική στέλνοντας τον υφυπουργό Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1995 στην Αθήνα. Ο Χόλμπρουκ ζητά από την Ελλάδα άρση του εμπάργκο και αναγνώριση του γειτονικού κράτους (υπογραφή συμφωνίας). Την εθνικά αδιάλλακτη Ελλάδα εκπροσωπεί ο τότε υπουργός Εξωτερικών και νυν πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας. Ο Χόλμπρουκ εκβιάζει τον Παπούλια και στη συνέχεια τον παρακάμπτει, πείθοντας τον Ανδρέα Παπανδρέου με τη βοήθεια της νεαράς συζύγου του άρρωστου έλληνα πρωθυπουργού. Η Ελλάδα υπογράφει τη λεγόμενη ενδιάμεση συμφωνία, αφήνοντας σε εκκρεμότητα το ζήτημα του ονόματος. Την συμφωνία ανακοινώνουν ταυτόχρονα στις 4 Σεπτεμβρίου, οι Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ στα Σκόπια και ο επιτετραμμένος της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα Τομ Μίλερ, υπογραμμίζοντας συμβολικά ποιος παίρνει τις σημαντικές αποφάσεις στην περιοχή.

Τα επόμενα χρόνια η ηττημένη στο μακεδονικό ελληνική πολιτική ηγεσία παγώνει το ζήτημα της ονομασίας, ελπίζοντας να βγει προφήτης ο Μητσοτάκης και να ξεχάσει ο ιθαγενής πληθυσμός την “περήφανη” εθνικά θέση του όχι στο Μακεδονία και όχι στα παράγωγα. Στο μεταξύ η μία χώρα μετά την άλλη εγκαταλείπουν το Former Yugoslav Republic of Macedonia και αναγνωρίζουν τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα.

Το 2001 υπογράφεται συμφωνία σύνδεσης και σταθεροποίησης της Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και της ευρωπαϊκής ένωσης. Το τελειωτικό χτύπημα στις φαντασιώσεις του ελληνικού εθνικισμού, το δίνουν πάλι οι ηπα. Όταν εκτιμούν πως οι εξελίξεις στα Βαλκάνια επιβάλουν να ενισχυθεί περαιτέρω το γειτονικό κράτος, η αμερικανική κυβέρνηση ανακοινώνει το Νοέμβριο του 2004 την αναγνώριση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Όσοι συμμετέχουν στη λήψη των αποφάσεων και όσοι νομίζουν πως επηρεάζουν αυτούς που λαμβάνουν τις αποφάσεις στην Ελλάδα, συμφωνούν όλοι πως πλέον η εθνική θέση σχετικά με το ,,σκοπιανό,, ζήτημα πρέπει να είναι η άρνηση ύπαρξης μακεδονικού έθνους, μακεδονικής γλώσσας και μακεδονικής μειονότητας. Από εκεί και πέρα διαφοροποιούνται. Οι εθνικά ανένδοτοι ελπίζουν και εύχονται τη διάλυση του σκοπιανού κράτους αρνούμενοι κάθε συμβιβασμό για το όνομα. Οι λιγότερο φανατικοί υποστηρίζουν ένα συμβιβασμό με αναγνώριση σύνθετης ονομασίας στο όνομα και χρήση του όρου Σλαβομακεδόνες για την αναφορά στο λαό. Λίγοι ρεαλιστές συνιστούν αποδοχή της πραγματικότητας και αναγνώριση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Οι δυο πρώτες κατηγορίες υποστηρίζουν ή απειλούν για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την εισδοχή της Μακεδονίας στο νατο και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μην έχοντας καταλάβει τίποτα τα τελευταία χρόνια, άλλοι χαμένοι μέσα στις εθνικιστικές φαντασιώσεις τους και άλλοι παίζοντας τα μικροπολιτικά τους παιχνίδια, θεωρούν πως η Ελλάδα μπορεί να απειλήσει ξανά τους Ευρωπαίους και τους Αμερικάνους με βέτο.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Ο Τράϊκο και η Ράντνικα


Το διήγημα που θα διαβάσετε παρακάτω είναι απ’ το βιβλίο «ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΔΕΝ ΑΡΑΞΑΝ», Εκδόσεις ΔΩΡΙΚΟΣ, Αθήνα 1976 του λογοτέχνη Μενέλαου Λουντέμη (1912 – 22 Ιανουαρίου 1977), κατά κόσμον Δημήτριου (Τάκη) Βαλασιάδη, του πιο πολυδιαβασμένου Έλληνα λογοτέχνη μετά από τον Νίκο Καζαντζάκη.

Στο διήγημα, με τίτλο «Ράντνικα», ο Μενέλαος Λουντέμης περιγράφει την πληγωμένη ερωτική σχέση ενός Μακεδόνα και μιας Μακεδόνισας στο Γκλάιτσκο, ένα χωριό πάρα πολύ μικρό, της βορειοανατολικής Μακεδονίας: Του Τράϊκου που έφυγε από το χωριό του ερωτικά πληγωμένος στην Αθήνα και της Ράντνικα που έμεινε στο χωριό (επίσης) πληγωμένη ερωτικά.

Ο αμαξόδρομος σταματούσε στο ρίζωμα. Από κει κι επάνω έπρεπε να κάνεις άλλες εννιά ώρες με μουλάρι στο δρόμο που ανέβαινε με καγκέλια στο βουνό. Να περνούσες τα θεόρατα τσουγγάνια και ύστερα να πιανες την πλαγιά που θα σ’ έριχνε μες στην πευκόφυτη κοιλάδα. Στο βάθος της γκρίζο κι αράθυμο κοιμότανε το Γκλάιτσκο.
Στη μέση του δρόμου απορούσα κι αναρωτιόμουνα. Πώς να μην είχα μετανιώσει και να γύριζα πριν ακόμα μπω στην καρδιά της περιπέτειας;
Με το να είμαι τόσο τίμιος στο βουβό λόγο μου και με το να έχω την κουτοφιλοτιμία να πραγματοποιώ όλες τις αποφάσεις της στιγμής, ριχνόμουνα σ’ αυτή την περιπέτεια που ένας Θεός μονάχα ήξερε αν θα ‘βγαινα ζωντανός.

Το Γκλάιτσκο είναι ένα χωριό πάρα πολύ μικρό, της βορειοανατολικής Μακεδονίας, σε μια πανύψηλη κοιλάδα, εκεί κατά τα σύνορα, που την περικυκλώνουν βράχοι στοιχειωμένοι. Σωστή μια βουνίσια Μονεμπασιά! Οι κάτοικοί του κάνουν χρόνους ολόκληρους να επικοινωνήσουνε με ανθρώπους και για τους περισσότερους απ’ αυτούς ο κόσμος τελειώνει εκεί που αρχίζουν οι βράχοι. Για τις γυναίκες εκατό στα εκατό.

Το φαϊ τους είναι καλαμπόκι («τσινίτσκα») ανάλεστο, που το βράζουνε ολόκληρη μέρα μέσα σε κάτι χωματένιες χύτρες («γκίρνα») ώσπου να λιώσει και ύστερα ρίχνουνε μέσα κάτι κόκκινες μικρές πιπεριές σαν κεράσια, που καίνε φωτιά!

Νηστεύουνε τις περισσότερες μέρες του χρόνου.

Αν στο διάστημα της νηστείας τύχει και πέσει κανένα γίδι, το κόβουνε κοψίδια και το κρεμούνε πάνω απ’ το τζάκι να ξεροκαπνιστεί, και τις σκόλες το τρώνε.

Τα ρούχα τους μέσα κι όξω είναι από γιδόμαλλο κι οι στρώσες τους γιδοπροβιές.

Στο χωριό, που ήταν το τελευταίο όριο του κάμπου, περίμενα τέσσερις μέρες∙κι όλο αυτό το διάστημα δεν έκανα άλλο παρά να παρακαλώ να μ’ ανεβάσουν.

Κάποιος συγκινήθηκε στο τέλος «ποιος ξέρει τι θα έχει», σκέφτηκε, και σαμάρωσε το μουλάρι του.

Πριν ανέβω με φωνάζει παράμερα ο χαντζής και μου λέει στ’ αφτί:

-Για όνομα του Θεού, μην τύχει και σε πάρει μάτι αντρός να μιλάς ξεμοναχιασμένος σε γυναίκες, θα κατεβείς χίλια κοψίδια κάτω!

Κούνησα το κεφάλι μου. Το ‘ξερα καλύτερα απ αυτόν. Ναι, το ‘ξερα καλύτερ’ απ’ αυτόν και χάιδεψα στην τσέπη μου το χαϊμαλί του Τράικο.

Ο Τράικο…

Ένα βράδυ που πηδούσα στο μαντρότοιχο του Αρδηττού περασμένη ώρα- για να κοιμηθώ, βρέθηκα μύτη με μύτη με κάποιον που ανέβαινε από μέσα. Τα μάτια μου φωσφόριζαν απ’ την αγριάδα και την πείνα.

Στην αρχή αγριοκοιταχτήκαμε. Έπρεπε κάποιος να πισωδρομήσει για ν’ αφήσει δρόμο στον άλλονε, γιατί το μέρος που είχε ξεχωρισμένες τις πέτρες για σκαλοπάτια χωρούσε και δε χωρούσε ένα σώμα.

Πρώτος μαλάκωσε αυτός και ξανακατέβηκε μέσα, μου έδωσε το χέρι μπράβο!- να κατεβώ. Εγώ μουγκός, σαν αγρίμι που χάνει την ευκαιρία για καβγά, κίνησα να χωθώ μες στο δάσος.

-Στάσου!

Γύρισα για να τον βρίσω.

-Που πας αυτού μέσα; Συνέχισε κείνος.

Η φωνή μαρτυρούσε άνθρωπο βουνίσιο.

Γύρισα και στάθηκα μπροστά του. Η στάση μου ήταν μια ερώτηση και μια απειλή. «Απειλή;» ήτανε να γελάει κανείς και να με λυπάται.

Αυτός φαινότανε κολοσσός μπροστά μου. Μα γιατί η απειλή να μη στρεφότανε στον εαυτό μου που τόσο ζητούσα ευκαιρία να τον ξεκάνω με κάποια δικαιολογία;

Αυτό ήτανε.

-Ρωτάω τι πας να κάνεις μέσα τέτοια ώρα; Μου ξαναλέει γλυκά. Είναι μεσάνυχτα. Δύο.

-Εσύ τι έκανες;

-Εγώ δίστασε άφησέ με μένα. Πες μου εσύ∙ μήπως πήγαινες για ύπνο; Δεν έχεις δωμάτιο;

-Έχω δεν έχω να μη σε νοιάζει. Μήπως η μούρη σου έχει; Απόχτησε πρώτα κι ύστερα πουλάς φιλανθρωπίες!

Κείνος πάντα με το μέλι στο στόμα:

-Εγώ έχω, μου λέει. Μη σου κακοφαίνεται. Έλα. Δε θέλεις να ’ρθεις να κοιμηθείς σε μένα;

-Μακεδόνας είσαι!! Του φωνάζω άγρια κι ήμουνα έτοιμος να πεθάνω από χαρά.

-Πως το κατάλαβες;

-Πως το κατάλαβα; Το κατάλαβα. Μη ρωτάς. Τι θέλεις; Που με πας τώρα;

-Πάμε! Μου λέει.

Πηδήξαμε μαζί τον τοίχο. Ποιος να το πίστευε; Το σπίτι του ήταν στο Βοτανικό.

-Μα άκουσε δω, έλεγα πολύ απορημένος, έκανες όλο αυτό το δρόμο για να δεις αυτό το ψωροβούνι; Και τέτοια ώρα;

-Μπορούσα να ξενυχτάω κει πάνω είπε με τρεμάμενη φωνή. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο βουνό. Καταλαβαίνεις τώρα. Ζω λίγη πατρίδα κει πάνω. Αλλά ας βιαστούμε τώρα. Άλλη φορά θα τα μάθεις. Θα μάθεις πολλά. Τώρα πάμε για ύπνο. Θα νυστάζεις πολύ. Κι εγώ το ίδιο, και πρέπει να σηκωθώ τα χαράματα. Δουλεύω κοντά σ’ έναν Αρβανίτη στραγαλατζή. Έχουμε μαζί ένα μαγαζάκι.

Λίγη ζέστα χύθηκε μέσα μου. Του ‘σφιξα βουβά το χέρι. Κείνη την ώρα αγαπούσα όλο τον κόσμο. Τα φώτα τρέμανε σαν αθώα παιδικά μάτια που νυστάζουν. Ανασήκωσα το κεφάλι κι είδα τον ουρανό. Χα! υπήρχε ουρανός! Ένα μικρό αστρουλάκι μέσ’ απ’ τα σύννεφα μου έκανε πονηριές.

Το πρωί, για πρώτη φορά ύστερ’ από τόσον καιρό ξεπόρτισμα ξυπνούσα κάτω από στέγη κι απάνω σε ρούχα.

Χάιδευα τις κουβέρτες και τα μαξιλάρια. Με κοιτούσαν όλα μ’ ένα ήρεμο και ζεστό βλέμμα. Τόσον καιρό είχα ξεχάσει πως υπάρχουν κι αυτά τα όμορφα πράγματα.

Αγρίμι καθώς ήμουνα, είχα χάσει όλες τις αισθήσεις μου κι αυτό το σαπούνι εκεί είχε μια μυρωδιά που ανέπνεε μητέρα.

Πάνω απ’ τη λεκάνη, μπροστά στον καθρέφτη, καθώς σαπούνιζα το σπασμένο μου πρόσωπο, ξύπνησε μέσα μου ο «κανακάρης» της μάνας μου που έτρεμε στο προσκέφαλό μου αν φύλλο τις νύχτες. Το χαϊδεμένο αγόρι της γιαγιάς μου που ήμουνα «εγώ κι ο κόσμος όλος».

Με πήρε ένα μικρό παράπονο κι έκλαψα σιγανά – σιγανά, κοιτάζοντας τρυφερά στον καθρέφτη καθώς ένας πατέρας κοιτάει το γερασμένο παιδί του που γύρισε από μακρινό ταξίδι. Μια λοξή πρωινή αχτίνα μου άγγιξε το μάγουλο. Χαμογέλασα. Είπα δίχως φωνή: Καλημέρα, καλημέρα. Κι ύστερα πάλι έκλαψα.

Μέσα μου σάλεψαν κάτι θαμπά όνειρα, κάτι κομμένα φτερά.

Ρίχτηκα μες στον εαυτό μου να μαζέψω τα’ απορημάδια του. Πάσχιζα να τον ξεγελάσω ότι δεν είχαν τελειώσει όλα ότι έμενε λίγος καιρός για να γίνει κάτι ακόμη.

Δοκίμασα να ξαναστήσω την ξεχασμένη φωνή μου. Καμώθηκα τον χαριτωμένο και γέλασα με τα δόντια μου τα άλλοτε τόσο καθαρά και τα χείλη μου τα τόσο κόκκινα. Γέλασα κι ύστερα έσφιξα το χέρι μου να χτυπήσω κείνο το βρομερό γέρο του καθρέφτη. Ξαφνικά όμως οι ιδέες μου ήρθαν ανάποδα! Έκανα να μαδήσω το μούτρο μου, να χύσω τα μάτια μου κι ύστερα το χέρι μου κρεμάστηκε. Ήμουνα ανήμπορος. Τον αγαπούσα.

Είχα χάσει χρόνια τη ζωή μου και την έβρισκα σήμερα ετοιμόρροπη μα την αγαπούσα. Έπειτα αν το ‘κανα το κακούργημα στον εαυτό μου τι θα λεγε ο Τράικο; Ο Τράικο που θα πονούσε τόσο;

Όχι δε θα άξιζε να του δώσω τέτοιο τρόμο αυτού του παιδιού.

Τινάχτηκα! Θα δοκιμάσω όχι να σκοτωθώ! όχι!!.. Κόψε τα νύχια με κείνο το ψαλιδάκι εκεί! Ω! τι όμορφο είδες;- αυτό το ψαλιδάκι! Πάρε και κείνα τα πέντε τάλιρα που σου άφησε ο φίλος μας ο Τράικο! Διάβασε και κείνο το σημειωματάκι που σου λέει: «Να κόψεις τα μαλλιά σου και τα γένια σου κι ύστερα να πας να τον βρεις στον Ηλεχτρικό που σε περιμένει να πάτε για μπάνιο και να φάτε στο Φάληρο». Εμπρός! Εμπρός, λοιπόν, γέρο μου!

Αα! δεν κάνεις καθόλου καλά ν’ αφήνεις τις πόρτες ανοιχτές που φεύγεις!

Γύρισα να κλείσω την πόρτα κι αργοπόρησα λίγο για να χαϊδέψω το χερούλι της. Ο δρόμος απλωνόταν ολόφωτος κάτω απ’ τον ήλιο.

Σ’ ένα παγκάκι του κήπου μού τα είπε τα παρακάτω.

Είχε αρχίσει έτσι:

«Το χωριό μου δεν μπορείς να το ξέρεις. Είναι μακρινό και άγνωστο. Οι συχωριανοί μου είναι αγρίμια. Αλλά θρήσκοι πολύ. Να λείψουν την Κυριακή απ’ την εκκλησιά, εκτός απ’ τα κορίτσια, το ‘χουνε μεγάλο αμάρτημα. Στα σπίτια μας, τα κεραμίδια, οι κάμαρες, τα τζάμια και τα έπιπλα είναι πράγματα άγνωστα. Εκεί η νοικοκυροσύνη μετριέται απ’ τα γιδοπρόβατα που θα ’χει ο καθένας. Η οικογένειά μου είναι μια απ’ τις καλύτερες. Η μάνα μου είναι από χρόνια πεθαμένη. Στο σπίτι μας ζει ο πατέρας μου με μια αδελφή μου μικρότερη. Τη λένε Ράντνικα και μ’ αγαπούσε πολύ. Το ξέρω πως τώρα κάθε μέρα θα κλαίει. Μα δεν μπορεί να γίνει κι αλλιώς.

-Γιατί δεν μπορεί να γίνει κι αλλιώς, Τράικο;

Αναστέναξε.

-Στο σπίτι μας δίπλα είχε το σπίτι του ο Ντίμκε Νέπκα με το ομορφότερο κορίτσι του χωριού, τη Νεντέλκα, που τη λέγανε χαϊδευτικά «Κίτκα» (λουλούδι). Η αγάπη καταλαβαίνω να είναι το πιο όμορφο πράγμα, μα για τους χωριανούς μου είναι αμάρτημα και καθένας που θα βλεπε παλικάρι να μιλάει μονάχα να μιλάει!- με κορίτσι, θ’ αμάρταινε αν δεν τον σκότωνε.

Από πολύ μικρή την αγαπούσα. Ένα πρωί, με χρυσό ήλιο, τη σταμάτησα μπροστά στην αυλή τους. «Γλυκό μου λουλουδάκι» της λέω. Ήθελα να της πω πως την αγαπούσα με αγάπη πού μεγάλη. Της έδειξα τον ουρανό. Κείνη έγινε φωτιά να λιώσει απ’ την ντροπή της. στην ώρα μια σφαίρα περνάει σύρριζα στ’ αφτί μου. Πως έφυγα και ποιους δρόμους πήρα δε θυμάμαι. Σε μια ώρα ήμουνα χωμένος σε μια νεροσυρμή που τη σκεπάζανε πυκνά βάτα. Ως τη βαθιά νύχτα έκανα συντροφιά μ’ ένα ζευγάρι χελώνες. Από κει ως το άλλο φώτισμα παίρνω τον κατήφορο και μαζί μου κατρακυλούσανε τρόχαλα και βράχοι που μου στήνανε άγριο κυνηγητό. Πήρα μακρινούς δρόμους. Την αγαπούσα δυνατά τη ζωή μου κι ήθελα να περάσω απ’ την άκρη του δρόμου που να μη με φτάνει ο κίνδυνος. Σ’ ένα χρόνο κουτσοδουλεύοντας από το κάθε χωριό που περνούσα έφτασα εδώ στην Αθήνα. Σήμερα κλείσανε πέντε χρόνια. Έμαθα και γράμματα σε νυχτερινό σκολειό, έμαθα τόσα πράματα.

-Τράικο! Γράψε ένα γράμμα. Μπορεί να παντρεύτηκε.

Ποιος θα το διαβάσει; Έπειτα είπες «να παντρεύτηκε». Όχι δεν την παίρνει κανείς. Ούτε ένας τελευταίος.

Ένα πράμα ήθελα. Να μάθαινα αν ζουν, να μάθαιναν ότι ζω· γιατί ποιος ξέρει τι θα νομίζουν για μένα! Μα ποιος να πάει κει πάνω; Θα μπορούσα να δώσω όλη μου τη ζωή κι όλα μου τα χρήματα! όλη μου τη καρδιά. Μα ποιος θα πήγαινε;

Το άλλο βράδυ την ώρα που σκόλασε το μαγαζί και γυρίζαμε μαζί σπίτι, αυτός με βαρύ κεφάλι, του έσφιξα γερά το μπράτσο. «Τράικο! Εγώ θα πάω. Είπες ότι δίνεις όλη σου τη ζωή, όλα σου τα χρήματα και όλη σου τη καρδιά. Κρατώ την καρδιά και πάω».

-Σ’ ευχαριστώ έκανε με πνιχτή φωνή.

Ήτανε ένα ξανθό δυνατό παλικάρι κι όμως έκλαιγε.

Βγάλαμε και μια φωτογραφία μαζί την άλλη μέρα. Έκοψε και το χαϊμαλί του απ’ το λαιμό ‘φτιαγμένο απ’ τη γιαγιά του. Θα τα ‘παιρνα και θα τα ‘δειχνα και τα δυο.

Ξεκίνησα από το σπίτι πρωί την ώρα που οι σκούπες σήκωναν στον ουρανό βαριά σύννεφα σκόνης.

Τραβούσα προς τη λαμπικάδα. Άνοιγε ένας μικρός προορισμός στη ζωή μου τώρα. Η περιπέτειά μου άνοιγε μια διάπλατη αγκαλιά γιομάτη υποσχέσεις.

Το τρένο που έπεφτε μες στα χωριά και τα δέντρα, έμοιαζε σαν δράκος που κύλησ’ απ’ τα βουνά.

Έτσι καθώς έτρεχε μου ‘δινε το αίστημα της φευγάλας και του εαυτού μου απ’ τη μουχλιασμένη ζωή του κοινού φτωχανθρώπου.

Και να μια τώρα καβάλα στο μουλάρι, στη μέση του βουνού.

Οι βράχοι με τους γκρεμούς που κάστρωναν την κοιλάδα άρχισαν να διαγράφονται σ’ ένα βλοσυρό φόντο. Νύχτωνε.

-Aιντε λίγο ακόμα και θα κονέψουμε, ακούω τον αγωγιάτη.

-Θα κονέψουμε; Τι πα’ να πει δηλαδή, φτάσαμε;

-Στο Γκλάιτσκο όχι ακόμα. Θέλουμε τρεις τέσσερις ώρες. Αλλά θα κάτσουμε να ξαποστάσουμε και να φάμε κι εμείς και το ζο- εδώ παραπάνω σ’ ένα πετροκάλυβο.

Το πετροκάλυβο ήταν μια σπηλιά λαξεμένη στο βράχο.

Το τραγούδι μιας πηγής ανάμεσα στα βούρλα πάλευε με τη σιωπή. Ήπιαμε πολύ κι οι δυο. Στο βάθος της σπηλιάς ήταν κάμποσα καψοδαύλια και κάτι χοντρές ρίζες. Ανάψαμε φωτιά, στρώσαμε μια παχιά τσέργκα που ‘χαμε πανωσάμαρα, και κοιμηθήκαμε κάμποσες ώρες. Με ξύπνησε ο αγωγιάτης, νύχτα ακόμα, και ξαναπήραμε πάλι την ανηφοριά.

Ανάμεσα στους πετρόλοφους, στην μπασιά, ακούσαμε την καμπάνα. Ξημέρωνε Κυριακή. Ο αγωγιάτης έβγαλε το σκούφο του. Αναστέναξε. Έβηξε.

-Μεγάλο κουράγιο το ‘χεις, βρε παιδί, λέει ανάμεσα στους σταυρούς του, ν’ ανέβεις εδώ πάνου. Το ξέρεις ότι είσαι ο πρώτος ξένος;

-Τι πείραζε;

Μια αγριάδα με πήρε. Το χωριό είχε φανεί. Μέσα στο βαθύ πράσινο των καστανιών κοιμότανε κατ’ από ‘να γκρίζο σκέπασμα καπνού.

-Σε ποιανού σπίτι θα κονέψουμε;

-Στου Μπάι Τόλη Σκόσλε.

Ο αγωγιάτης με κατέβασε δε με κατέβασε, καβαλίκεψε κι έφυγε. Ήθελε να προφτάσει πριν τον βρει η νύχτα.

Έμεινα κει μπροστά στην κλειστή πόρτα μην ξέροντας τι να κάνω. Από ζωντανό ψυχή δε φαινότανε. Νόμιζα πως κοιμισμένο μ’ έριξε ένα κακό όνειρο μέσα στη ζούγκλα.

Χτύπησα. Σαν αντίλαλος του χτύπου μου δυο βήματα σίμωσαν από μέσα ως το κατώφλι και μια παράξενη υγρή φωνή κοριτσιού.

Τα ’χασα. Τι θ’ απαντούσα;

-Ανοίξτε. Ανοίξτε, σας παρακαλώ. Και κατάπια την ανάσα μου.

Τη γλώσσα τους την ήξερα αρκετά, αλλά αν τη μιλούσα σίγουρο ήταν πως δε θα μ’ άνοιγε για όλον τον κόσμο.

-Παρακαλώ ανοίξτε, ξανάπα.

Άκουσα κάτι μπερδεμένες λέξεις από μέσα. Ξεχώριζα μονάχα το «Νο κόζεμ» (δεν μπορώ). Και ύστερα πάλι:

-Κόια; Κόι; (Ποιος είναι; Ποιος;)

-Γιας (Εγώ).

-Ποιος εσύ; Δεν είναι εδώ ο πατέρας μου.

-Ατήνα! Ατήνα!! Τράικο!

-Τράικο;; Σο βέλες; Ουμπρέ ζάβαλη Τράικο. (Ο Τράικο; Τι λες; Πέθανε ο καημένος ο Τράικο).

Αλλά δεν άντεξε κι άνοιξε να δει. Ένα πρόσωπο ροδακινί με ανήσυχα γαλανά μάτια. Ποτέ δεν είδα ένα τόσο όμορφο δροσερό πρόσωπο.

-Ω! Φύγε! Φύγε! Έκανε τρομαγμένη. Πήγαινε στην εκκλησία! Στον πατέρα μου.

Είπε να πήγαινα «στην εκκλησία, στον πατέρα της». Και πήγα. Απ’ όξω ακουγότανε μια γέρικη φωνή: «Παναγία Παρθένεενεε»! Κι ύστερα μια άλλη τρεμουλιαστή: «Το άγιόν σου Πάαθος!» Μπήκα. Όλα τα μάτια καρφώθηκαν πάνω μου. Άναψα ένα κερί και προχώρησα κατά το στασίδι του ψάλτη που είχε χάσει και τα λόγια του και τη σειρά του.

Στο μεταξύ είχε τελειώσει το «Σοφίια ορθοί» κι από μέσα ο παπάς έλεγε τη συναπτή για το τρισάγιο: «Άγιος ει ο Θεός ημών». Έκανα νόημα σκουντώντας τον ψάλτη να μ’ αφήσει να το ψάλλω.

-Ζνάις; (Ξέρεις;)

-Aχα-ντα!

-Πέε (Ψάλλε!)

Η συγκίνηση μ’ έκανε να τρέμω. Ναι, έψαλα καλά. Απ’ την ώρα αυτή έκανα το πρώτο βήμα του θριάμβου μου.

Ίσαμε το Χερουβικό και μετά απ’ αυτό, τα μάτια των αγριμιών που ‘κανα την τρελή επιδρομή στη φωλιά τους μαλάκωσαν, σχεδόν γλύκαναν με μια πρωτόγονη ημεράδα.

Απόλυσε και βγήκαμε. Κινδύνεψα να χάσω το χέρι μου και τον αριστερό μου ώμο απ’ τις χειραψίες που τις ακολούθησε μια κατραπακιά και μια αληθινή ιαχή.

-Σνντρρράο!!

-Κόι σάκας;

-Κόι πάλας;

-Γιαλ να ντόμο.

(Ποιον θέλεις; Ποιον γυρεύεις; Έλα σε μας. Έλα στο σπίτι μας).

-Μπάι Τόλη Γκόσλε γκου σάκαμ (τον μπάρμπα Τόλη Γκόσλε θέλω). Ντιέκαϊ (Που είναι;)

-Τόλη Γκόσλε σάκας; μου κάνει ένας πανύψηλος. Γιας σαμ! (εγώ είμαι) και μου σφίγγει τους δυο ώμους.

Ήταν αλήθεια. Κάτ’ απ’ τα δασιά του φρύδια φέγγιζαν οι γαλανές κόρες των ματιών του Τράικο.

-Από πού ξένε; με ρωτά.

-Απ’ τον Τράικο!

-Τράικο;;» και το ξαναλέγαν με μεγαλωμένα από έκπληξη μάτια.

-Δεν πέθανε ο Τράικο;

-Όχι.

Ο γέρος με κόπο με ξεσκάλωσε απ’ τους άλλους, μ’ αγκάλιασε και με πήγε σαν χαρούμενο πεσκέσι στο σπίτι του. Απ’ έξω ακόμη φώναζε την κόρη του σαν παιδί.

-Ράντνικα! Βίντις; Ήρτε απ’ το Τράικο.

-Τρά-ι-κο;;; έκανε κι αυτή σαν τρελή.

-Ντα, είπα εγώ κι έβγαλα τη φωτογραφία και το χαϊμαλί.

Άρπαξε η Ράντνικα τη φωτογραφία: «Γιάγκου Τράικο Τάτκο! Πούλι Τράιο!!!», φώναζε. «Βίντιμε, Τράικο!» (Κοίταξε με Τράικο).

Εγώ την πρόσεχα. Κάτ’ από μια λεπτή καμπύλη μαύρων φρυδιών γυάλιζε η ανήσυχη θάλασσα δυο γνωστών μου ματιών. Δεν τον γνώριζαν καλά. Έφυγε με βουνίσια ρούχα και τώρα τον βλέπανε αλλιώτικο.

-Τυ (Εσύ!), μου κάνει σε μια στιγμή που βλέπει εμένα δίπλα του στη φωτογραφία και με κοιτάζει άφοβα στα μάτια.

-Ντα, γιας! (Μάλιστα, εγώ).

-Τυ ήμας σέστρα; (Εσύ έχεις αδελφή;)

-Νέμα (Δεν έχω).

-Ζένα; (Γυναίκα;)

-Νέμα.

Έμεινα δέκα μέρες. Τις πρώτες δυο είδα κι έπαθα ώσπου να συνηθίσω τα φαγιά τους, μα ύστερα η πείνα και μια πείνα- μ’ έκαναν να τα υποφέρω.

Ξέχασα. Είχα φέρει της Ράντνικας μια ζακετούλα και μια κόκκινη φαρδιά κορδέλα για τα μαλλιά. Της έδειξα πώς έπρεπε να τη φοράει. Όλο γελούσε και μου ‘λεγε «Άρνο ιμπαντζία» (Καλέ ξένε).

Κάθε φορά που θα γύριζα απ’ τον περίπατο, έτρεχε να τα φορέσει βιαστικά και ποτέ δεν κατάφερε να δέσει φιόγκο την κορδέλα. Μια μέρα της έβγαλα απ’ το πορτοφόλι μου ένα καθρεφτάκι. Τα είχε χάσει που έβλεπε ένα κορίτσι μέσα. Της το χάρισα κι άρχισε μαζί του ολοήμερες κουβέντες και κρυφογελάσματα.

Ο μπάι Τόλη πήγαινε να δει τα κοπάδια. Εγώ έκανα εκδρομές στους λόφους. Και γύριζα άμα άρχιζα να πεινώ. Η Ράντνικα μου είχε έτοιμο το φαϊ μου. Ένα μεσημέρι μπαίναμε στην έβδομη απ’ τον ερχομό μου μέρα- τη βλέπω, καθώς γύριζα απ’ όξω, κοντά στη φωτιά να τρυπάει μια κάρτα μ’ ένα βελόνι.

-Τι κάνεις εκεί, Ράντνικα; της λέω;

-Μου ισβάιγκε ότσιτε! (της βγάζω τα μάτια!)

Την αρπάζω και βλέπω τη φωτογραφία μιας ωραίας πεθαμένης μου φίλης που είχα μαζί μου.

Κάθε άλλον θα τον κακομεταχειριζόμουνα μα τι μπορούσα να κάνω σ’ αυτή την αθώα Ράντνι;

-Γιατί το ‘κανες; της λέω μονάχα.

-Γιατί την αγαπάς! μου λέει και την ξαναρπάζει.

Δεν πρόφτασα να κάνω ούτε την παραμικρή κίνηση. Η φλόγα σε λίγο μου την έκανε στάχτη.

-Αχ! φώναξα όλο θυμό.

Κείνη άρχισε να κλαίει. Τελείωσε. Έπρεπε να φύγω. Τα πράματα τραβούσαν άσκημα.

Το βράδυ που είχα ξαναγυρίσει, τη βρήκα δίπλα στη φωτιά, καμωμένη ένα κουβάρι να μοιρολογά μ’ ένα παράξενο τραγούδι γιομάτο λυγμό.

-Στάνι, μάικω μι ντα μου βίντις σέγκα μάικω μι (Σήκω, μάνα μου, να με δεις Τώρα μάνα μου)

Την πλησίασα δακρυσμένος.

-Ράντνικα!… φτωχή μου καλή μου, Ράντνι

Ξέσπασε σε δυνατό αναφιλητό και μ’ αγκάλιασε κάτω απ’ τα πόδια, καθώς στεκόμουνα. Τα μαλλιά της χρυσά και μπόλικα άστραφταν αντίκρυ στη φλόγα. Της σήκωσα το κεφάλι ήσυχα. Έκαιγε σαν φωτιά και τα μάτια της κόκκινα και υγρά με κοιτούσαν όλο παράπονο και ικεσία.

-Ράντνικα είπα, και κοίταξα ψηλά, ανήμπορος.

Σφίχτηκα ξελευτερώθηκα, και βγήκα.

Το βράδυ σαν γύρισε ο γέρος, του είπα πως έπρεπε να κάνουμε τρόπο να φέρουμε τον Τράικο. Πήγαμε μαζί στον μπάι Ντίμκε Νέπκα, τον πατέρα της Νεντέλκας. Το κορίτσι είχε μείνει το μισό. Έλιωνε.

Άμα ο μπάι Ντίμκε άκουσε πως ο Τράικο έγινε σπουδαίος και θα την παντρευότανε κι ότι αυτό το είπε ο «Άρνο ιμπαντζία» δέχτηκε και μου χούφτιασε το χέρι.

Ο προορισμός μου είχε τελειώσει. Μπορούσα να φύγω τώρα.

Κάτι είχε μυριστεί όμως η Ράντνι και την ώρα που έλειψε ο πατέρας της: «Ντεκ μι ουτάβας;» έλεγε και έκλαιγε. Που μ’ αφήνεις; Θα πεθάνω.

Της είπα ότι θα έμενα ώσπου να με πάρει ο Θεός μαζί του γιατί ο Θεός μ’ έφερε. Ναι, αυτό το ξερε, το λέγαν όλες οι γυναίκες, ότι ο Θεός μ’ έριξε μ’ ένα σύννεφο ίσα μες στην εκκλησιά τους να τους ψάλλω. Κι αν χανόμουνα πάλι ο Θεός να μην έκλαιγε- πάλι ο Θεός θα μ’ έπαιρνε όπως μ’ έφερε.

Το παραδέχτηκε. Το πρωί της είχα πει ότι θα πήγαινα πάλι περίπατο και να μου έψηνε καλό φαί γιατί θα γύριζα κουρασμένος και θα πεινούσα.

Οξ’ απ’ το χωριό με περίμενε ο μπάι Ντίμκε Νέπκα, συμπέθερος πια, και με κατέβασε.

Πριν να γείρουμε στους βράχους, γύρισα και είδα για τελευταία φορά το Γκλάιτσκο. Μαύροι και βαρύ κούρνιαζε μες στις καστανιές του. Οι βράχοι της ανατολής και της δύσης ξεπετιόταν σαν δυο μασέλες. Λες και χασμουριόταν η γη. Ένα σταχτί σύννεφο ανέβαινε απ’ το χάσμα του σαν μετέωρο χνότο.

Εκεί στο βάθος, σ’ ένα σκοτεινό σπίτι ένας ξανθός ήλιος περπατάει πάνω απ’ τους ώμους της Ράντνικας. Σκύβει, σηκώνεται, κυλάει στο κενό των τοίχων. Φέγγει σε δυο χέρια που μου ετοιμάζουνε το φαϊ μου.

Αχ μικρή μου Ράντνικα, άγγελε γεμάτε φως, μάτια γλυκά μου θαλασσιά ο κόσμος από σήμερα θα είναι γαλάζιος, μα εγώ πώς να τον ζήσω; Τώρα περνώ τα δασωμένα σας βουνά, μα ακούω κιόλας το τραγούδι της βουής, το τραγούδι που κάνουν οι αλυσίδες, οι βαριές αλυσίδες της Αθήνας.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

МАКЕДОНЦИ – ΜΑΚΕΝΤΟΝΤΣΙ – ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Κατηγορίες

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


ALPHA BANK

Account 852 00 2101 031390

IBAN: GR47 0140 8520 8520 0210 1031 390

BIC: CRBAGRAA

Μηνιαίες Εκδόσεις

Македонска Ризница
  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2016 (147)
  • 2015 (416)
  • 2014 (404)
  • 2013 (377)
  • 2012 (372)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)