Αρχεία | ΕΙΔΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ | СПЕЦИЈАЛЕН ПРИЛОГ

ГРЧКАТА АНТИМАКЕДОНСКА БОРБА – ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΝΤΙΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

(седма глава – έβδομο κεφάλαιο)

Στην Κεντρική Μακεδονία στις αρχές του 1905

Οι πληροφορίες των πηγών είναι άνισες σε ποιότητα και σε έκταση. Άλλοτε υπάρχει στη διάθεση του ερευνητή άφθονο υλικό και άλλοτε οι ειδήσεις κρύβονται μέσα σε λίγες λέξεις.

Στην ελληνική επίθεση που πραγματοποιείται στη Μακεδονία, την περίοδο 1903-1905, αυτό συμβαίνει συχνά.

Δημήτρης Λιθοξόου

Δημήτρης Λιθοξόου

Χρονικά και γεωγραφικά ενοποιημένες, οι μικρές σκόρπιες ειδήσεις, συγκροτούν κι αυτές κεφάλαια της μεγάλης σφαγής, αποκαλύπτουν καλύτερα την έκταση του μακελειού του αντιμακεδονικού αγώνα.

Ας δούμε λοιπόν, με αυτό τον τρόπο, πως υφαίνεται ο καμβάς της ιστορίας, κάνοντας αρχή με την περιοχή ευθύνης του ελληνικού προξενείου Θεσσαλονίκης, τους πρώτους μήνες του 1905:

Στις 4 Ιανουαρίου, η ελληνική οργάνωση δολοφονεί στην Γευγελή [Гевгелија]  то μακεδόνα δάσκαλο Ηλία Κωνσταντίνου, και τους εξαρχικούς παπάδες Θωμά και Ιβάν Ποπόφ. Ελληνική συμμορία εισβάλλει, τις πρώτες μέρες του χρόνου, στο μακεδονικό χωριό Γκέρτσιστε της Γευγελής, καίει τα βιβλία της εξαρχικής εκκλησίας και τρομοκρατεί τους κατοίκους, για να δηλώσουν υποταγή στον Πατριάρχη.

Δύο ή τρεις εξαρχικοί εργάτες δολοφονούνται την ώρα που δουλεύουν στη συντήρηση του δρόμου Θεσσαλονίκη-Χορτιάτη.

Στις αρχές Ιανουαρίου, ένα ελληνικό σώμα εισβάλλει στο χωριό Μπαγιάλτσα [Бајалца / Πλατανιά]  της Γευγελής, που θεωρείται «έδρα κομιτατζήδων». Οι αντάρτες συγκεντρώνουν τους κατοίκους μπροστά στον αρχηγό του σώματος, ο οποίος τους ανακρίνει «πρόχειρα». Μετά αυτός ξεχωρίζει τέσσερα άτομα και τα τουφεκίζει.

Η ομάδα του καπετάν Ανδρέα μπαίνει στις 17 Ιανουαρίου στο χωριό Νόβο Σέλο ή Γενί Κιόι ή Νεοχωρούδα [Ново Село или Ени Ќој или Неохоруда]  της Θεσσαλονίκης και σκοτώνει ένα κάτοικό του (ως συνεργάτη του Κομιτάτου). Η ίδια ομάδα καίει το σπίτι του Αστερίου, ενός ρουμανιστή Βλάχου.

Στα μέσα Ιανουαρίου η ελληνική οργάνωση εκτελεί τον εξαρχικό δάσκαλο στο μακεδονικό χωριό Γκράντομπορ [Градобор / Πεντάλοφος].

Την Τετάρτη 2 / 15 Φεβρουαρίου 1905, η ελληνική οργάνωση δολοφονεί το Ρουμανόβλαχο Economu Emmanuel, ηγούμενο της μονής Oršan (: Αρχαγγέλου Όσσιανης του καζά Γευγελής).

Ο πρόξενος Λάμπρος Κορομηλάς γράφει, την Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 1905, σε αναφορά του προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, ότι «δικοί μας» έστησαν ενέδρα και σκότωσαν τον εξαρχικό Πρόδρομο, από την προαναφερόμενη Νεοχωρούδα, καθώς αυτός επέστρεφε στο σπίτι του, από τη Θεσσαλονίκη.

Σε άλλο έγγραφο του, ο έλληνας πρόξενος γράφει ότι την Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 1905, ένας Έλληνας, «υπηρέτης καφενείου», μαχαίρωσε και πλήγωσε σοβαρά, στη συνοικία Βαρδάρη της Θεσσαλονίκης, τον πρόκριτο του Σόροβιτς [Сорович / Αμύνταιο]  και μέλος του Κομιτάτου, Χατζημίσεφ ή Μίσο Μίτζοφ.  Μετά τη πράξη του, ο δράστης κατέφυγε και κρύφτηκε στο ελληνικό προξενείο. Ο Κορομηλάς, ενημερώνει το υπουργείο, πως αυτός «διαφέρει των άλλων» (: εκτελεστών της ελληνικής οργάνωσης), γιατί ούτε προσωπικό συμφέρον είχε για την πράξη, ούτε πληρώθηκε γι’ αυτή, όπως συνήθως γίνεται. Καταλήγει δε λέγοντας πως θα τον στείλει κρυφά στην Ελλάδα και ζητάει να ανταμειφθεί από την κυβέρνηση και να «του χορηγηθεί εργασία ή θέση», να του προσφερθεί δηλαδή ένας διορισμός στο δημόσιο.

Η ανακοίνωση της σύλληψης «των υπαλλήλων και των υπηρετών» της μονής  της Αγίας Τριάδας, που βρίσκεται ανατολικά και κοντά στα Βοδενά και η μεταφορά τους στη Θεσσαλονίκη, με την κατηγορία της συμμετοχής τους στη δολοφονία ενός εξαρχικού (κατά το μήνα Ιανουάριο) κάνει το Λάμπρο Κορομηλά να ενημερώσει τον προϊστάμενο υπουργό, ότι ο φόνος αυτός πραγματοποιήθηκε από «ελληνική συμμορία».

Τη νύχτα της Πέμπτης προς Παρασκευή, 3η προς 4η Μαρτίου, ένα ελληνικό σώμα πιάνει, έξω από το χωριό Γιανάκοβο [Јанаково / Γιαννακοχώρι]  των Βοδενών, δύο άτομα  και τα τουφεκίζει ως συνεργάτες του Κομιτάτου.

Το δεύτερο δεκαήμερο του Μαρτίου, ο Χατζή-Αντώνης από το χωριό Αϊβάτοβο [Ајватово / Λητή],  ο οποίος θεωρείται από την ελληνική οργάνωση ως «οδηγός των κομιτατζήδων»,  δολοφονείται με τρεις σφαίρες, ενώ επέστρεφε στο σπίτι του από τη Θεσσαλονίκη [Солун].

Σε έγγραφο του άγγλου πρόξενου στη Θεσσαλονίκη Graves, με ημερομηνία 25 Μαρτίου / 7 Απριλίου 19057 Απριλίου 1905, προς τον άγγλο πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Sir Nicholas O’Conor, μεταξύ άλλων διαβάζουμε: «Κύριε, λαμβάνω την τιμή να ανακοινώσω ότι τα ελληνικά σώματα εξακολουθούν να περιφέρονται ελεύθερα στο βιλαέτι της Θεσσαλονίκης, ιδιαίτερα δε στον καζά του Γενιτζέ, της Γευγελής και της Δοϊράνης. Από της εποχής εντούτοις των άγριων φόνων, που διαπράχθηκαν την 4η Μαρτίου κοντά στο Γενιτζέ Καρά Αζμάκ, όπως ανέφερα ήδη στο χρονολογούμενο από της 11ης του περασμένου μήνα εγγράφου μου, δεν διέπραξαν τέτοια σοβαρά εγκλήματα, όπως είναι αυτά που αναγγέλλονται από τα νότια διαμερίσματα του βιλαετίου Μοναστηρίου, αλλά περιορίστηκαν στο να τρομοκρατούν τα χωριά των εξαρχικών και να χρησιμεύουν ως κατάσκοποι του τουρκικού στρατού».

Στα τέλη Μαρτίου, προξενικό έγγραφο καταγράφει, τη σύλληψη δύο χωρικών, από ελληνική ομάδα, στο μακεδονικό Μέσιμερ [Месимер / Μεσιμέρι]  του καζά Βοδενών και το φόνο τους έξω από το χωριό.

Στις 10 Απριλίου ένα ένοπλο ελληνικό σώμα, μπαίνει σε κάποιο νερόμυλο που βρίσκεται ανάμεσα στα χωριά Βρέζοτ ή Βρες [Брежот или Врес / Άγιος Λουκάς]  και Λιπαρίνοβο [Липариново / Λιπαρό]  του καζά Γιανιτσών και σκοτώνει έξι Μακεδόνες. Τρεις μέρες μετά, μια άλλη ελληνική ομάδα εισβάλλει στο χωριό Γκολίσανι [Голишани / Λευκάδια]  των Βοδενών και σκοτώνει έξι κατοίκους του.

Το δεύτερο δεκαήμερο του Απριλίου, μια ελληνική ομάδα μπαίνει στο χωριό Νέγκορτσι [Негорци]  της Γευγελής. Κατευθύνεται «στο σπίτι του Παύλου», τον οποίο οι Έλληνες θεωρούν οδηγό (ανιχνευτή) των τσετών. Σπάνε την πόρτα, αλλά δέχονται πυροβολισμούς μέσα από το σπίτι και αναγκάζονται να φύγουν, αφού όμως πρώτα σκοτώνουν ένα «κομιτατζή».

Σε εμπιστευτικό σήμα του, ο Κορομηλάς αναφέρει, πως στις αρχές Μαΐου, ένα ελληνικό σώμα έπιασε έξω από το μακεδονικό χωριό Τσερκόβιανι [Црковјани / Εκκλησιοχώρι]  του καζά Βοδενών, τρεις κατοίκους του χωριού, τους έδεσε και μετά τους κρέμασε.

Εκείνες τις μέρες, μια ελληνική ομάδα αιχμαλωτίζει έξω από το Σμπόρσκο [Сборско или Зборско / Πευκωτό]  των Βοδενών, εννιά κατοίκους του χωριού και τους παίρνει μαζί της. Ανάμεσα στους συλληφθέντες υπάρχουν γυναίκες και μικρά παιδιά. Ένας χωρικός που διαφεύγει της προσοχής των ενόπλων κατά τη σύλληψη, πηγαίνει αμέσως και καταγγέλλει το γεγονός στις οθωμανικές αρχές, οι οποίες στέλνουν ένα στρατιωτικό απόσπασμα για να καταδιώξει τους απαγωγείς. Οι Έλληνες μόλις βλέπουν τους στρατιώτες να πλησιάζουν, εγκαταλείπουν τα θύματά τους και φεύγουν βιαστικά στο βουνό.

Ένα άλλο ελληνικό σώμα δύναμης σαράντα ανδρών, που περνάει την Κυριακή 8 Μαΐου μέσα από το χωριό Τσόρνοβο [Чорново / Φυτεία]  του καζά Βέροιας [Берска], συναντάει στο δρόμο του χωριού ένα χωροφύλακα. Ο καπετάνιος του σώματος, διαβεβαιώνει τον χωροφύλακα πως δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από τους Έλληνες, γιατί αυτοί καταδιώκουν μόνο τους κομιτατζήδες. Και για του λόγου το αληθές, του δείχνει τρεις αιχμαλώτους Μακεδόνες που έχει μαζί του και πρόκειται, όπως του λέει, σύντομα «να τιμωρήσει».

Την Παρασκευή 6 Μαΐου, το ένοπλο σώμα του επιλοχία Ανδρέα Παπαγεωργίου (καπετάν Βελίτσα), αποτελούμενο από ρωμιούς μισθοφόρους, στρατολογημένους στο χωριό Ντρεμίγκλαβα της Θεσσαλονίκης, επιτίθεται στο Αμπάρ Κιόι [Амбар Ќој / Μάνδρες]  του Κιλκίς. Αναζητεί ανεπιτυχώς, να βρει και να σκοτώσει τον παπά του χωριού, εκτελεί όμως έναν νεαρό βοσκό και φεύγει, αφού πρώτα καίει αρκετά σπίτια Μακεδόνων.

Την Παρασκευή 13 Μαΐου, ένοπλοι Έλληνες σκοτώνουν έξω από το χωριό Στογιάκοβο [Стојаково]  του καζά Γευγελής, τρεις εξαρχικούς χωρικούς.

Τέσσερις μέρες αργότερα, στις 17 Μαΐου, ένα ελληνικό σώμα μπαίνει στο χωριό Βούντριστα ή Σαρή Καντή [В’дриста или Сари Кади / Παλαιός Μυλότοπος]  των Γιανιτσών, μαζεύει τους προύχοντες και τους απειλεί πως αν δεν πάνε στις αρχές, να δηλώσουν πως επιστρέφουν στο Πατριαρχείο, θα κάψει το χωριό.

Στις 25 Μαΐου η ελληνική οργάνωση σκοτώνει κοντά στο Σαρμουσακλί [Сармусакли / Πεντάπολη]  των Σερρών, τον Άγκελ Ζαχάριεφ, κάτοικο του μακεδονικού χωριού Ντρένοβο [Дреново / Δράνοβον],  του ίδιου καζά.

Τη Δευτέρα 30 Μαΐου 1905, ο υπολοχαγός Μαζαράκης (Ακρίτας) αποφασίζει να «τιμωρήσει» το μακεδονικό χωριό Γκολίσανι των Βοδενών, καθώς το θεωρεί «εχθρικό χωριό». Το σώμα του Μαζαράκη, δύναμης 57 ανδρών, επιτίθεται το βράδυ, χωρισμένο σε τρεις ομάδες. Ωστόσο οι μακεδόνες κάτοικοι του χωριού έχουν πληροφορηθεί τα σχέδια των Ελλήνων και προβάλουν σθεναρή αντίσταση, με τη βοήθεια και άλλων χωρικών από τα γύρω χωριά. Το ελληνικό σώμα αναχωρεί το πρωί, μόλις γίνεται γνωστή η άφιξη του οθωμανικού στρατού, αφήνοντας πίσω του 20 νεκρούς Μακεδόνες.  Από τους Έλληνες σκοτώνονται τρία άτομα.

Gevgelija. Αναφέρεται και ως Gjevgjelija, Gjevgjeli, Gevgelij. Στις ελληνικές πηγές υπάρχει με την ονομασία Γευγελή ή Γεβγελή. Έδρα του ομώνυμου καζά. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 5.200 άτομα. Η μεγάλη πλειοψηφία τους ήταν χριστιανοί Μακεδόνες. Υπήρχαν λίγοι Βλάχοι, Αλβανοί, Τσιγγάνοι και Ρωμιοί χριστιανοί. Οι πατριαρχικοί αποτελούσαν τα 2/3 του χριστιανικού πληθυσμού. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός ανερχόταν σχεδόν σε 1.200 άτομα. Οι περισσότεροι ήταν Τούρκοι. Υπήρχαν ωστόσο ανάμεσά τους Τσερκέζοι, Μακεδόνες και Τσιγγάνοι.

«Φιλιππούπολις», Τρίτη 18 Ιανουαρίου 1905.

«Εμπρός» και «Σκριπ», Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 1905.

Bajalca, Bajalci, Bajaldža. Και Μπαγιάλτσα στα ελληνικά. Χωριό του καζά Γευγελής. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 250 εξαρχικοί Μακεδόνες. Η Μπαγιάλτσα κάηκε από τον ελληνικό στρατό στο δεύτερο βαλκανικό πόλεμο. Οι περισσότεροι κάτοικοί της κατέφυγαν στη Βουλγαρία και κάποιοι στη γειτονική Γευγελή. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στον οικισμό 243 πατριαρχικούς πρόσφυγες, από τον Πόντο και τον Καύκασο. Το 1928 η Μπαγιάλτσα μετονομάστηκε Πλατάνι και το 1940 Πλατανιά.

«Καιροί», Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 1905.

Jenikjoi ή Eni Kjoj ή Novo Selo. Και Νεοχωρούδα στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 800 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Οκτώ οικογένειες έφυγαν με τη συνθήκη της Νεϊγύ για τη Βουλγαρία. Το 1928 ο οικισμός είχε περίπου 900 κατοίκους.

«Καιροί» και «Χρόνος», Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 1905.

«Εμπρός», Τρίτη 25 Ιανουαρίου 1905.

Rubin, σ. 189.

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 75, 6 Φεβρουαρίου.

Sorovič ή Surovičevo. Το Σόροβιτς των ελληνικών εγγράφων. Οικισμός του ναχιγιέ Ρούντνικ (Rudnik) του καζά Φλώρινας. Τα τελευταία χρόνια της οθωμανικής περιόδου ζούσαν εδώ περίπου 900 χριστιανοί (εξαρχικοί και πατριαρχικοί) Μακεδόνες και 100 μουσουλμάνοι Τούρκοι (Τούρκοι και Τσιγγάνοι). Μεταξύ των ετών 1903 -1910 μετανάστευσαν από τον οικισμό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» 21 άτομα. Το 1913 ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο Σόροβιτς ως πρόσφυγες, λίγοι πατριαρχικοί Βλάχοι από τα Μπίτολα. Μέχρι το 1924 όλοι οι μουσουλμάνοι έφυγαν υποχρεωτικά και τη θέση τους πήραν χριστιανοί πρόσφυγες από την Τουρκία. Το 1928 ο νόμιμος πληθυσμός του οικισμού υπολογίζεται σε 1.400 γηγενείς Μακεδόνες και 250 πρόσφυγες. Το 1928 μετονομάστηκε Αμύνταιον.

Draganof, σ. 275.

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 81, 23 Φεβρουαρίου.

Τα μοναστήρια της Μακεδονίας, που βρίσκονταν στον έλεγχο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, αποτελούσαν βάσεις των ελληνικών σωμάτων. Αυτός είναι ο λόγος που αρκετά από τα μοναστήρια έγιναν στόχος των αυτονομιστικών τσετών, οι οποίες και τα έκαψαν.

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 86, 27 Φεβρουαρίου.

Janakovo. Και Γιαν(ν)άκοβο(ν) στις ελληνικές πηγές. Χριστιανικό χωριό του καζά Βοδενών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 50 πατριαρχικοί Μακεδόνες. Μέχρι το 1924 η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε εδώ και 80 πατριαρχικούς πρόσφυγες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Γιαννακοχώρι και το 1940 Γιαννακοχώριον.

Οι εφημερίδες «Εμπρός», «Σκριπ» και «Καιροί», της 25ης Απριλίου, ανεβάζουν σε επτά τον αριθμό των φονευμένων στο Γιανάκοβο

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 96, 9 Μαρτίου.

Ajvatovo και Aivatli. Το Αιβάτι(ον) των ελληνικών πηγών. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 1.500 πατριαρχικοί Μακεδόνες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Λητή.

«Σκριπ», Δευτέρα 28 Μαρτίου 1905.

Saloniki, Solun, Selanik, Thesaloniki. Στα Ρωμαίικα Σαλονίκη και στα ελληνικά Θεσσαλονίκη (επίσημη ονομασία). Έδρα του ομώνυμου καζά και βιλαετίου. Ο πληθυσμός της πρωτεύουσας της Μακεδονίας είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Σύμφωνα πάντως με τις πηγές, πριν τους βαλκανικούς πολέμους φαίνεται πως ζούσαν στη Θεσσαλονίκη, σε στρογγυλούς αριθμούς και με κάθε επιφύλαξη, 60.000 ισπανόφωνοι Εβραίοι, 35.000 μουσουλμάνοι (οι περισσότεροι Τούρκοι, δευτερευόντως εξισλαμισμένοι Εβραίοι ή Ντονμέδες, καθώς επίσης και ένας αριθμός Τσιγγάνων), 16.000 χριστιανοί Ρωμιοί, 8.000 χριστιανοί Μακεδόνες, 2.000 χριστιανοί Βλάχοι και μερικές χιλιάδες άτομα από διάφορες άλλες γλωσσο-θρησκευτικές ομάδες. Μετά τις υποχρεωτικές και «εθελούσιες» ανταλλαγές των πληθυσμών, η εικόνα που παρουσιάζεται στην απογραφή του 1928 είναι η εξής: Στην πόλη απογράφονται 244.680 άτομα, μεταξύ των οποίων υπάρχουν 117.041 πρόσφυγες. Περίπου 20.000 άτομα έχουν γεννηθεί σε κάποιο οικισμό της Μακεδονίας, εκτός της πόλης. Άλλα 20.000 περίπου άτομα έχουν γεννηθεί σε κάποιο γεωγραφικό διαμέρισμα της Ελλάδας, εκτός της Μακεδονίας (προφανώς τα περισσότερα από τα τελευταία στελεχώνουν τον κρατικό μηχανισμό). Επίσημα απογράφονται 54.196 ισπανόφωνοι Εβραίοι, στην πλειοψηφία τους παλαιοί κάτοικοι της πόλης. Την τουρκική έχουν για μητρική γλώσσα 6.452 χριστιανοί (οι πιο πολλοί πρόσφυγες) και 364 μουσουλμάνοι (εξαιρεθέντες της υποχρεωτικής ανταλλαγής). Μεγάλη ομάδα αποτελούν οι 5.109 χριστιανοί Αρμένιοι (σχεδόν όλοι πρόσφυγες). Από τους αλβανόφωνους, εμφανίζονται μόνο οι 486 εξαιρεθέντες της ανταλλαγής μουσουλμάνοι, αλλά όχι και οι χριστιανοί. Η στατιστική υπηρεσία μειώνει τα νούμερα, αλλά καταγράφει την ύπαρξη κατοίκων της πόλης που έχουν ως μητρική γλώσσα την «μακεδονοσλαυϊκή» (: μακεδονική), την «κουτσοβλαχική» (: βλαχική ή αρουμάνικη), την αλβανική, την «αθιγγανική» (: τσιγγάνικα). Χωριστά εμφανίζονται 602 καθολικοί Ιταλοί και 340 ορθόδοξοι Ρώσοι.

«Νέον Άστυ», Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 1905.

Mesimer ή Mesmer ή Mismer. Στα ελληνικά αναφέρεται ως Μεσημέρι(ον). Χριστιανικό χωριό του καζά Βοδενών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 850 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί).

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 113, 30 Μαρτίου.

Vrežot, Vres, Vireš. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται σαν Βρες, Βρέσι, Βρεζ, Βρέζι. Χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Οι κάτοικοί του ήταν μουσουλμάνοι Τσιγγάνοι και πατριαρχικοί Μακεδόνες. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 330 άτομα. Με τη συνθήκη της Λοζάνης, όλοι οι μουσουλμάνοι του χωριού υποχρεώθηκαν να φύγουν στην Τουρκία. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Άγιος Λουκάς. Το 1928 κατοικούσαν στο χωριό 150 Μακεδόνες.

Liparinovo και Lipara. Στα ελληνικά κείμενα αναφέρεται σαν Λιπαρίνοβο(ν) και Λιπαρά. Χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Οι κάτοικοί του ήταν χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί) και λίγοι Τσιγγάνοι. Το 1912 αριθμούσε περίπου 140 άτομα. Το 1928 απογράφηκαν στο χωριό 188 άτομα, 18 εκ των οποίων ήταν πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν εδώ μετά το 1922. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Λιπαρό και το 1940 Λιπαρόν.

Golišani. Αναφέρεται επίσης ως Gulišane και Gališan. Στις ελληνικές πηγές την συναντάμε σαν Γκολέσανη, Γκολουσάνη, Γκολουσιάνη, Γκολεσιάνι, Γκολέσιανη, Γκολεσιάνη, Γκολισιάν. Χριστιανικό χωριό του καζά Βοδενών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 130 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Μέχρι το 1924 η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στον οικισμό και 64 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1926 μετονομάστηκε Γυμνοτόπι και μετά Λευκάδι. Το 1928 η ονομασία άλλαξε πάλι και έγινε Λευκάδια.

Κάκκαβος, σ. 23. «Ακρόπολις», «Καιροί» και «Εμπρός», της 23ης Απριλίου 1905.

Negorci. Νέγκορτσα και Νεγκόρτσα στα ελληνικά κείμενα. Χωριό του καζά Γευγελής. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους, ζούσαν εδώ 92 οικογένειες χριστιανών Μακεδόνων (εξαρχικών και πατριαρχικών) και 95 οικογένειες μουσουλμάνων τούρκων. Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 1.133 άτομα.

«Εμπρός», «Αθήναι» και «Σκριπ», της 30ης Απριλίου 1905.

Crkovjani ή Crkoveni ή Čerkovjan. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Τσερκόβιανη και Τσερκόβιανη. Χριστιανικό χωριό του καζά Βοδενών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 100 εξαρχικοί Μακεδόνες. Μέχρι το 1924 η ελληνική διοίκηση εγκαθιστά στο χωριό και 143 πατριαρχικούς πρόσφυγες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάζεται Κλησοχώρι και το 1940 Εκκλησιοχώριον.

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 137, 6 Μαΐου. «Καιροί» και «Σκριπ», της 21ης Μαΐου 1905.

Sborsko και Zborsko. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Σμπόρτσκο(ν) και Σμπόρσκο. Χωριό της περιοχής Μογλενών του καζά Βοδενών και στη συνέχεια του καζά Καρατζά Αμπάτ ή Καρατζόβας. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 1.100 εξαρχικοί Μακεδόνες. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ 15 οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Πευκωτόν. Στη γερμανική κατοχή, το χωριό έγινε ορμητήριο του ΕΛΑΣ. Μια μέρα, μεγάλη δύναμη Γερμανών με καμιόνια ανέβηκαν στο χωριό, το έκαψαν και το ισοπέδωσαν. Πολλοί κάτοικοί του εγκαταστάθηκαν δίπλα στο προσφυγικό χωριό Σεβέριανι (Βορεινό).

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 141, 9 Μαΐου.

Čornovo, Čornova. Τσέρνοβο(ν) και Τσόρνοβο(ν) στις ελληνικές πηγές. Χριστιανικός οικισμός του καζά Βέροιας. Οι κάτοικοί του ήταν πατριαρχικοί Μακεδόνες. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 600 άτομα. Το 1926 μετονομάστηκε Φυτιά και το 1940 Φυτεία.

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 141, 9 Μαΐου.

Ambar Kjoj ή Hambar Kjoj. Και Αμπάρ Κιόι στα ελληνικά. Χωριό του καζά Αβρέτ Χισάρ (ή Κιλκίς ή Κούκους). Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 300 εξαρχικοί Μακεδόνες και 70 μουσουλμάνοι Τούρκοι. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους το χωριό ερημώνει. Οι Μακεδόνες κάτοικοί του μετανάστευσαν στη Βουλγαρία και οι μουσουλμάνοι στην Τουρκία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στο Αμπάρ Κιόι 125 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων (κυρίως Αλβανούς από την Ανατολική Θράκη). Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Μάνδρες και το 1940 Μάνδραι.

ΔΙΣ, σ. 184. Draganof, σ. 230.

Stojakovo. Και στα ελληνικά Στογιάκοβο(ν) Χωριό του καζά Γευγελής. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ 1.397 χριστιανοί Μακεδόνες (1.333 εξαρχικοί και 64 πατριαρχικοί) και 128 μουσουλμάνοι (Τούρκοι και Τσιγγάνοι). Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 1.396 άτομα.

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 144, 15 Μαΐου.

V’drišta, Vadrišta, Sari Kadi. Στα ελληνικά κείμενα τη βρίσκουμε σαν Βούδριστα ή Σαρή Καδή. Χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Το 1912 είχε περίπου 350 κατοίκους (εξαρχικούς Μακεδόνες και μουσουλμάνους Τσιγγάνους). Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, οκτώ εξαρχικές οικογένειες έφυγαν για τη Βουλγαρία. Με τη συνθήκη της Λοζάνης, όλοι οι μουσουλμάνοι υποχρεώθηκαν να φύγουν για την Τουρκία. Από την άλλη, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στο χωριό 226 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1927 ο οικισμός μετονομάζεται Μυλότοπος και το 1940 Παλαιός Μυλότοπος. Το 1928 απογράφηκαν εδώ 1.098 άτομα, 700 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 152, 19 Μαΐου.

Sarmusakli. Στα ελληνικά Σαρμουσακλή ή Σαρμουσακλί. Χωριό του καζά Σερρών. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 1.800 πατριαρχικοί Ρωμιοί. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών εγκαταστάθηκαν στο χωριό και αρκετοί πατριαρχικοί πρόσφυγες. Το 1928 απογράφηκαν στο Σαρμουσακλή 3.102 άτομα, 317 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής. Ο οικισμός μετονομάστηκε Πεντάπολις, το 1928.

Drenovo ή Drjanovo ή Dovišta. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται σαν Δριάνοβα, Δράνοβο(ν) και Δράνοβα. Χωριό του καζά Σερρών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 400 εξαρχικοί μακεδόνες και 20 μουσουλμάνοι Τσερκέζοι. Ο ελληνικός στρατός έκαψε το χωριό στο δεύτερο βαλκανικό πόλεμο. Τον Αύγουστο του 1915 το χωριό ήταν εγκαταλειμμένο. Οι περισσότεροι εξαρχικοί κάτοικοί του μετανάστευσαν στη Βουλγαρία, κυρίως στη Stanimaka (Asenovgrad). Όλοι οι μουσουλμάνοι έφυγαν υποχρεωτικά στην Τουρκία. Το 1928 απογράφηκαν 78 άτομα, 12 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής. Στη συνέχεια ο οικισμός ερήμωσε.

Draganof, σ. 231.

Βλ. Μαζαράκης, σ. 247 – 249. Κάκκαβος, σ. 122.

«Σκριπ» της 9ης Ιουνίου και «Εμπρός» της 11ης Ιουνίου1905.

Η πρώτη έκδοση του «Ελληνικού Αντιμακεδονικού Αγώνα

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Οι ψαράδες των Γιανιτσών


Η (αποξηραμένη σήμερα) λίμνη των Γιαννιτσών, ή πιο σωστά ο τεράστιος βάλτος που βρισκόταν νότια από την πόλη Γιανιτσά [Ениџе Вардар

Δημήτρης Λιθοξόου

Δημήτρης Λιθοξόου

или Пазар / Γιαννιτσά],[1] αποτελούσε τα χρόνια μετά το Ίλιντεν, καταφύγιο των κυνηγημένων, από τον στρατό, αυτονομιστικών τσετών.

Η αρχή έγινε, όταν το καλοκαίρι του 1903 μια τσέτα κυνηγημένη από το οθωμανικό ιππικό, δανείστηκε από τους ψαράδες τις λίμνης τις χωρίς καρίνα μονόξυλες βάρκες τους (τις λεγόμενες πλάβες) για να κρυφτεί μέσα στις πυκνές καλαμιές και τα βούρλα. Το ίδιο το μέρος έδωσε στους αυτονομιστές την ιδέα ότι η λίμνη μπορούσε να γίνει ένα θαυμάσιο καταφύγιο γι’ αυτούς.[2]

Μέσα στη λίμνη υπήρχαν πλωτές ξύλινες καλύβες που χρησιμοποιούσαν ήδη οι ψαράδες. Βάζοντας τσουβάλια με άμμο, περιμετρικά στο πάτωμα σε κάποιες από τις καλύβες, οι επαναστάτες τις μετέτρεψαν σε μικρά οχυρά, αόρατα, λόγω της πυκνής βλάστησης, από τα μάτια των εχθρών.[3]

Η λίμνη αποτελούσε ταυτόχρονα και γλωσσικό σύνορο. Στα χωριά που βρίσκονταν ανατολικά, βόρεια και δυτικά αυτής, η μακεδονική ήταν η επικρατούσα γλώσσα, ενώ υπήρχαν και χωριά όπου κατοικούσαν Τούρκοι και Τσιγγάνοι, μόνοι τους ή μαζί με Μακεδόνες. Νότια της λίμνης, στον τόπο που είναι γνωστός και ως Ρουμλούκι (Urumluk), οι κάτοικοι μιλούσαν ρωμαίικα.

Η ελληνική οργάνωση θεώρησε εξαρχής πως το Ρουμλούκι μπορούσε να γίνει κέντρο εξόρμησης των ελληνικών ένοπλων ομάδων, στις επιθέσεις τους, τόσο κατά των αυτονομιστών που βρίσκονταν μέσα στη λίμνη, όσο και εναντίον των γειτονικών μακεδονικών χωριών.

Την Κυριακή 20 Φεβρουάριου 1905, σύμφωνα με την αφήγηση του Λάμπρου Κορομηλά,[4] το δεκαεξαμελές ελληνικό σώμα που εδρεύει στο Ρουμλούκι, πραγματοποιεί επίθεση στην βορειοανατολική πλευρά της λίμνης, κοντά στο χωριό Τσέκρι ή Κιρκάλοβο [Чекри или Киркалово / Παραλίμνη][5]. Οι Έλληνες, με δώδεκα πλάβες και ισάριθμους πλαβιτζήδες (βαρκάρηδες), πλέουν και φτάνουν στην «καλύβα του Παύλου», την καλύβα ενός μακεδόνα ψαρά, που βρίσκεται εκεί για ψάρεμα μαζί με άλλους οκτώ μακεδόνες ψαράδες. Οι ένοπλοι της ελληνικής ομάδας τους συλλαμβάνουν όλους και τους ζητούν να τους οδηγήσουν σε μια καλύβα στη λίμνη, όπου υπάρχουν αυτονομιστές. Οι ψαράδες αρνούνται και τότε οι Έλληνες αρχίζουν να τους εκτελούν τον έναν, μετά τον άλλο. Μετά την τρίτη εκτέλεση ένας «λιποψυχεί» και δέχεται να τους οδηγήσει.

Οι ένοπλοι, με τους πέντε αιχμαλώτους ψαράδες, πλέουν για την «καλύβα του Μποζίνου». Μόλις πλησιάζουν εκεί, βάζουν έναν ψαρά, που τον ήξεραν, να τους μιλήσει από απόσταση. Από την καλύβα φεύγουν δυο πλάβες με πέντε άτομα, να τους συναντήσουν. Οι Έλληνες ανοίγουν πυρ εναντίον τους και αφού τους σκοτώνουν, στη συνέχεια σημαδεύουν όποιον υπάρχει πάνω στην καλύβα. Οι Μακεδόνες ανταπαντούν στα πυρά και οι επιτιθέμενοι φεύγουν έχοντας έναν νεκρό πλαβιτζή. Κατά την επιστροφή, σκοτώνουν τους δεμένους ψαράδες, που έχουν μαζί τους.

Ο έλληνας πρόξενος σημειώνει πως οι απώλειες του εχθρού[6] ήταν οι δεκατέσσερις στην καλύβα και οι εννιά αιχμάλωτοι ψαράδες, σύνολο είκοσι τρεις νεκροί. Ο Χιλμή Πασάς δηλώνει αργότερα πως όλοι «οι φονευθέντες ήταν απλοί ψαράδες» και «κατακρίνει σφόδρα τους Έλληνες».[7]

Η μαρτυρία του Αλέξανδρου Ξανθόπουλου

Ο Αλέξανδρος Ξανθόπουλος, που στο παρελθόν είχε δουλέψει για οκτώ χρόνια ως μηχανοδηγός στο σιδηρόδρομο Θεσσαλονίκης-Κωνσταντινούπολης, είναι ένας οπλαρχηγός της ελληνικής οργάνωσης, επικεφαλής δέκα ανδρών, που δρα στην περιοχή του Κιλκίς.

Το Μάιο του 1905, συντάσσει μια έκθεση[8] για την ένοπλη δραστηριότητα των ελληνικών ομάδων, κατά το προηγούμενο διάστημα, στους καζάδες Θεσσαλονίκης [Солунска], Κιλκίς [Кукушка], Δοϊράνης [Дојранска] και Γιανιτσών [Енидже Вардарска].

Ο Ξανθόπουλος γράφει στην έκθεση, πως υπάρχουν εδώ οι εξής πολιτοφυλακές:

Στο τμήμα Θεσσαλονίκης. Μία στο χωριό Βάλτσα ή Μπάλτσα [Балџа / Μελισσοχώρι],[9] με αρχηγό τον Πασχάλη. Έχει ένα μάλινχερ, δεκατέσσερα όπλα γκρα και ισάριθμα περίστροφα. Δεύτερη στη Δρεμιγκλάβα ή Ντρεμίγκλαβα [Дремиглава / Δρυμός],[10] με αρχηγό τον Αντώνη. Διαθέτει ένα μάλινχερ, δεκατρία όπλα γκρα και ισάριθμα περίστροφα. Τρίτη στη Νιοχωρούδα ή Νιοχώρι [Неохор / Νεοχώρι][11] με τρία όπλα γκρα. Τέταρτη στο Γκράντομπορ [Градобор / Πεντάλοφος],[12] ένα μικτό χωριό πατριαρχικών και εξαρχικών Μακεδόνων, όπου η οργάνωση έχει οκτώ περίστροφα.

Στο τμήμα της Δοϊράνης, μία πολιτοφυλακή στη Μπογδάντσα. Εδώ αρχηγός είναι ο Μιχάλης (Σιωνίδης) που έχει στη διάθεσή του ένα μάλινχερ, επτά όπλα γκρα και ισάριθμα περίστροφα.

Και τέλος μία πολιτοφυλακή στο τμήμα των Γιανιτσών, με δέκα όπλα γκρα και άλλα τόσα περίστροφα.

Εκτός από τις προαναφερόμενες πολιτοφυλακές, σε αυτό το γεωγραφικό διαμέρισμα δρούσαν τρεις ένοπλες ομάδες. Μία στην περιφέρεια Γιανιτσών, υπό την ηγεσία του καπετάν Γεωργάκη (Γιώργος Πέτρου). Δεύτερη στην περιφέρεια Δοϊράνης, με οπλαρχηγό τον Ζήρια (Γιάννη Σακελαρόπουλο) και τρίτη στην περιφέρεια Κιλκίς, με οπλαρχηγό, αρχικά τον Τζώρτζη (ανιψιό του τσιφλικά της περιοχής Γιώργου Χαρίση) και στη συνέχεια τον συντάκτη της έκθεσης, Αλέξανδρο Ξανθόπουλο.

Αυτές οι πολιτοφυλακές και τα σώματα απαιτούν συνεχώς «μεγάλες υλικές θυσίες», δηλαδή άφθονο χρήμα για να πληρώνονται τα μέλη που τις αποτελούν, χρήμα το οποίο παρέχει το ελληνικό προξενείο Θεσσαλονίκης.

Όσον αφορά τη δράση τους, οι πολιτοφυλακές της Μπάλτσας και της Δρεμιγκλάβας, βρίσκονται σε «ασυμφωνία» μεταξύ τους. Συνεργάζονται μόνο μια φορά για να σκοτώσουν έναν εξαρχικό στη Νιοχωρούδα. Η επταμελής πολιτοφυλακή της Μπογδάντσας, παραδίνεται μαζί με τον αρχηγό της, όταν συναντάει τυχαία ένα στρατιωτικό απόσπασμα. Τα μέλη της ωστόσο αποφυλακίζονται μετά δυο μήνες.[13]

Το σώμα του καπετάν Γεωργάκη, δύναμης ογδόντα αντρών, παραδίνεται δίχως μάχη στον οθωμανικό στρατό.[14]

Η ομάδα του Ζήρια, με δεκατρία μέλη, παραδίνεται[15] κι αυτή χωρίς αντίσταση στον στρατό, στις 12 Μαρτίου 1905. Ο αρχηγός Ζήριας και ένας άνδρας του, που ήταν στην οπισθοφυλακή, διαφεύγουν. Προηγουμένως η ομάδα έχει επιτεθεί στο μακεδονικό χωριό Μπάλιντσι [Балинци][16] της Δοϊράνης, όπου αιχμαλώτισε και στη συνέχεια τουφέκισε οκτώ κατοίκους του.

Η αρχηγία της ομάδας της περιφέρειας Κιλκίς, πέρασε στον Ξανθόπουλο, όταν ο προηγούμενος αρχηγός Τζώρζης αυτοτραυματίστηκε, παίζοντας με ένα περίστροφο.

Ο Ξανθόπουλος και η ομάδα του πραγματοποιούν δύο επιθέσεις κατά μακεδονικών στόχων.

Το πρώτο χτύπημα δίνεται στο χωριό Πόποβο [Попово / Μυριόφυτο][17] της Δοϊράνης. Στις 3 Μαρτίου 1905, κατά τις 6 το απόγευμα, ο Ξανθόπουλος και οι άντρες του, ντυμένοι με στολές του οθωμανικού στρατού, προσποιούμενοι πως είναι τουρκικό απόσπασμα, για να εξαπατήσουν τα θύματά τους, μπαίνουν στο χωριό και ψάχνουν να βρουν το σπίτι του εξαρχικού ιερέα Ιβάν Μίτοφ[18], που τον θεωρούν συνεργάτη των αυτονομιστών. Βρίσκουν τυχαία στο δρόμο δυο Μακεδόνες, από ένα γειτονικό χωριό. Πρόκειται για τον μυλωνά της περιοχής και το γιο του. Τους ζητούν να τους δείξουν το σπίτι του παπά και εκείνοι αρνούνται. Τότε σφάζουν τον πατέρα. Τρομοκρατημένο το παιδί, τους οδηγεί στον παπά. Χτυπάνε την πόρτα και ζητάνε, μιλώντας τουρκικά, να τους ανοίξουν. Όταν βλέπουν πως δεν ανοίγουν, βάζουν δυναμίτη στους τοίχους του σπιτιού και προσπαθούν να το τινάξουν στον αέρα, μαζί με όσους βρίσκονται μέσα. Με τον θόρυβο της έκρηξης, βγαίνουν στο δρόμο οι γείτονες. Οι άντρες του Ξανθόπουλου ανοίγουν πυρ εναντίων των χωρικών. Πολλοί τραυματίζονται. Ένας Τούρκος σκοτώνεται μπροστα στην πόρτα του σπιτιού του.[19] Οι εισβολείς φεύγουν ανενόχλητοι,[20] πιστεύοντας ότι έχουν σκοτώσει συνολικά οκτώ άτομα.[21]

Λίγες μέρες αργότερα, στις 11 / 24 Μαρτίου 1905, στις 5 το απόγευμα, ο Ξανθόπουλος εισβάλλει στο χωριό Νταούτ Μπαλή [Даут Бали / Ωραιόκαστρο][22] της Θεσσαλονίκης. Εκτός από τους άντρες του, έχει μαζί του κι εκείνους της πολιτοφυλακής της Μπάλτσας και της Δρεμιγκλάβας. Οι ένοπλοι γυρίζουν μέσα στο χωριό και τρομοκρατούν τους κατοίκους. Φεύγουν μετά από μια ώρα, παίρνοντας μαζί τους οκτώ χωρικούς. Ανεβαίνουν σε ένα λόφο που βρίσκεται κοντά στο βουνό και ανακρίνουν τους αιχμαλώτους. Αφήνουν τους μισούς να ζήσουν, «με τον όρο» ότι θα στραφούν κατά των αυτονομιστών και θα ξαναγίνουν πατριαρχικοί. Τους άλλους μισούς τους καταδικάζουν σε θάνατο, ως συνεργάτες του Κομιτάτου. Τον ένα από αυτούς τον σφάζουν και τους άλλους τρεις τους εκτελούν με τουφεκισμό.[23]

Ο Ξανθόπουλος κλείνει την έκθεσή του, μεταξύ άλλων, με τρεις ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις.

Πρώτον, οι αρχηγοί των ενόπλων ομάδων αγνοούν «τον τόπο, τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα των εγχωρίων».

Δεύτερον, τα ελληνικά σώματα μπαίνουν στα «φιλικά» χωριά επιδεικτικά και χωρίς προφύλαξη. Διαμένουν οκτώ έως δέκα μέρες στο ίδιο κατάλυμα, ενώ δεν πρέπει, για λόγους ασφαλείας, να μένουν εκεί πάνω από σαράντα οκτώ ώρες. Τριγυρίζουν ανέμελα στους δρόμους, εκκλησιάζονται οπλισμένοι και πάνε στα καφενεία όπου διασκεδάζουν και φλυαρούν, προδίδοντας μυστικά της οργάνωσης στους χωρικούς.

Τρίτον, οι αρχηγοί πιστεύουν πως η «επίσημη Τουρκία» συμμερίζεται την ελληνική ένοπλη δράση στη Μακεδονία και είναι δυνατή η συνεργασία μας με τις οθωμανικές αρχές.[24] Έτσι «ευκολύνουμε την ύβρη, που μας έχει προσάψει η Ευρώπη, ότι δηλαδή συμμαχούμε με την Τουρκία και καταθέτουμε τα όπλα μόλις εμφανιστεί ο τουρκικός στρατός». Με τη συμπεριφορά μας, καταλήγει ο Ξανθόπουλος, αφενός μεν «δεν κάνουμε τίποτα άλλο από το να επιβεβαιώνουμε αυτή τη συμμαχία, που δεν μπορεί να διαφύγει της προσοχής του πολιτισμένου κόσμου, εις βάρος μας», αφετέρου δε «απογοητεύουμε τους μακεδονικούς πληθυσμούς που γεμίζουν τις τουρκικές φυλακές».


[1] (J)enidže Vardar ή Pazar. Στα ελληνικά κείμενα το βρίσκουμε σαν Γενιτσά, Γιανετσά, Γιανιτσά και Γιαννιτσά (επίσημη ονομασία, από το 1926). Έδρα του ομώνυμου καζά. Οι κάτοικοι του ήταν κυρίως μουσουλμάνοι Τούρκοι και χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Υπήρχαν ακόμα λίγοι μουσουλμάνοι Τσιγγάνοι και Εβραίοι. Το 1913 η πόλη είχε πληθυσμό 7.167 άτομα. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 448 εξαρχικές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Με τη συνθήκη της Λοζάνης, όλοι οι μουσουλμάνοι κάτοικοί της αναγκάστηκαν να φύγουν στην Τουρκία. Από την άλλη, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στα Γιανιτσά 1.390 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων (από τη Βουλγαρία, τη Θράκη, τον Πόντο, τη Μικρά Ασία και τον Καύκασο). Το 1928 απογράφηκαν στην πόλη 9.128 άτομα, 4.929 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

[2] Άλμπερτ Σόνισεν, Αναμνήσεις ενός μακεδόνα Αντάρτη, Αθήνα 2004, σ. 23.

[3] Κάκκαβος, σ. 106-107.

[4] Βλ. Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 82, 23 Φεβρουαρίου, Κορομηλάς προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών.

[5] Čekri, Čekre, Kirkalovo. Τσέκρι, Τσέκρε και Κιρκάλοβο στις ελληνικές πηγές. Μικρό χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 50 εξαρχικοί Μακεδόνες. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 13 άτομα από τον οικισμό μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Το 1926 μετονομάστηκε σε Παραλίμνη.

[6] Ο Dakin (σ. 310), γράφει πως «στις 4 Μαρτίου (νέα ημερομηνία) ένα ελληνικό σώμα δολοφόνησε οκτώ εξαρχικούς ψαράδες κοντά στα Γιανιτσά». Περιορίζει έτσι τον αριθμό των νεκρών, καθώς αναφέρεται μόνο στους νεκρούς ψαράδες της καλύβας του Παύλου και όχι στους σκοτωμένους στην καλύβα του Μποζίνου.

[7] Η είδηση διοχετεύεται από το ελληνικό προξενείο στην «Ανατολική Επιθεώρηση» και από εκεί αναδημοσιεύεται στις εφημερίδες: «Εμπρός» και «Αθήναι» της 2ας Μαρτίου 1905, «Σκριπ», «Άστυ», «Νέον Άστυ», «Καιροί» της 5ης Μαρτίου και «Ακρόπολις» της 10ης Μαρτίου.

[8] Βλ. Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905: με τίτλο «Η εν Μακεδονία δράσις», και ημερομηνία «εν Αθήναις τον Μάιον 1905» (αντίγραφο που κράτησε ο Αναστάσιος Παπασωτηρόπουλος τον Ιούλιο του 1905).

[9] Baldža. Και Μπάλτσα ή Μπάλτζα στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 2.700 πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1926 μετονομάστηκε Μελισσοχώρι και το 1928 Μελισσοχώριον.

[10] Dremiglava ή Dremi Glava. Αναφέρεται ακόμα σαν Dirmil και Darmos. Στις ελληνικές πηγές το βρίσκουμε ως Δερμίλ, Δριμύλ, Δρυμίγκλαβα, Δρυμιγκλάβα, Δριμύγλαβα. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 2.200 πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Σιδηροκέφαλο και το 1927 Δρυμός.

[11] Nihor και Neohori. To Νεοχώρι, Νηχώρι και Νεοχώριον (επίσημη ονομασία) των ελληνικών κειμένων. Χωριό της περιοχής Ρουμλουκίου του καζά Θεσσαλονίκης. Ήταν ένα τσιφλίκι στο οποίο ζούσαν και δούλευαν 270 περίπου χριστιανοί Ρωμιοί. Η σύνθεση του πληθυσμού δεν άλλαξε μετά τους βαλκανικούς πολέμους.

[12] Gradobor. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Γραδομπόρι, Γραδοβόρι, Γραδοβόρι, Γραδιμπόριον, Γραδεμπόριον. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 800 Μακεδόνες (εξαρχικοί και Πατριαρχικοί). Με τη συνθήκη της Νεϊγύ μετανάστευσαν στη Βουλγαρία έξι οικογένειες. Μέχρι το 1924 εγκαταστάθηκαν στο χωριό λίγες οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1928 ζούσαν εδώ περίπου 900 άτομα, 70 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής. Το 1953 ο οικισμός μοτονομάστηκε Πεντάλοφος.

[13] Αναφερθήκαμε πριν στη δωροδοκία της οθωμανικής διοίκησης, από το Λάμπρο Κορομηλά, για την απελευθέρωση τους.

[14] Τα 4/5 των ανδρών του σώματος αυτού, είχαν στρατολογηθεί στην Ελλάδα. Το σώμα παραδόθηκε στον οθωμανικό στρατό, όταν περικυκλώθηκε από τον τελευταίο, στο μακεδονικό χωριό Πέτροβο των Γιανιτσών. Στο Πέτροβο ο καπετάν Γεωργάκης είχε συλλάβει 13 κατοίκους, τους οποίους «επρόκειτο να τιμωρήσει διά θανάτου», αλλά δεν πρόλαβε. Βλ. Κάκκαβος, σ. 98-99.

[15] Η εφημερίδα «Άστυ» γράφει στις 17 Μαρτίου πως ο οπλαρχηγός «καπετάν Ζήρας», ενώ βρισκόταν με έντεκα άνδρες του στην περιοχή της Δοϊράνης, περικυκλώθηκε από τον τουρκικό στρατό ο οποίος του ζήτησε να παραδοθεί. Ο Ζήρας σημειώνει η εφημερίδα «εκπλαγείς από αυτή την πρόταση, επειδή συχνά είχε ξανασυναντηθεί με τουρκικά αποσπάσματα χωρίς να ενοχληθεί, έσπευσε εντούτοις να παραδοθεί μαζί με τους οπαδούς του».

[16] Balinci, Balince. Και Μπαλίντσα στις ελληνικές πηγές. Χωριό του καζά Δοϊράνης. Το 1910 κατοικούσαν εδώ 148 εξαρχικοί Μακεδόνες. Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 164 άτομα.

[17] Popovo. Και Πόποβο(ν) στα ελληνικά. Χωριό του καζά Δοϊράνης. Το 1910 κατοικούσαν στο Πόποβο 256 εξαρχικοί Μακεδόνες και 80 μουσουλμάνοι Τούρκοι. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ οι περισσότεροι Μακεδόνες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Όλοι επίσης οι μουσουλμάνοι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό και να φύγουν για την Τουρκία. Από την άλλη, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο Πόποβο 429 πατριαρχικοί πρόσφυγες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Μυριόφυτον. Το 1928 απογράφηκαν εδώ 473 άτομα.

[18] Draganof, σ. 229-230.

[19] «Φιλιππούπολις», Σάββατο 19 Μαρτίου 1905.

[20] Βλ. Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 95, 9 Μαρτίου, Λάμπρος Κορομηλάς προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Εδώ γίνεται λόγος για δυο νεκρούς Μακεδόνες και έναν Τούρκο.

[21] Ο Dakin (σ. 310) γράφει αόριστα πως ένα ελληνικό σώμα μπήκε στο Πόποβο και «προσπάθησε να ανατινάξει τον ιερέα Μίτοφ». Ο Βακαλόπουλος (σ. 115) μιλάει για νέα «επιτυχία» του καπετάν Ζήρια, σε σύγκρουσή του με κομιτατζήδες στο Πόποβο, αν και φαίνεται πως γνωρίζει την έκθεση του Ξανθόπουλου (σ. 79). Η εφημερίδα «Σκριπ» γράφει, στις 18 Μαρτίου 1905, πως τα θύματα των Ελλήνων στο Πόποβο ήταν έξι, εκ των οποίων ο ένας ήταν Τούρκος.

[22] Dautbali ή Daoutbal ή Davut Bali. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται σαν Νταούτ Μπαλή και Δαούτ Μπαλή. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 250 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Μέχρι το 1924 η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στον οικισμό και πρόσφυγες από διάφορα μέρη του Πόντου και του Καυκάσου. Από αυτούς άλλοι μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο και άλλοι την τουρκική γλώσσα. Το 1928 ζούσαν εδώ σχεδόν 780 άτομα, 300 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Ωραιόκαστρον.

[23] Την επίθεση σημειώνει ο Dakin (σ. 310), δίχως να δίνει καμιά άλλη πληροφορία για αυτήν. Το «Εμπρός» γράφει ψευδώς, στις 15 Μαρτίου, ότι οι κάτοικοι του χωριού κλείστηκαν στα σπίτια τους και άρχισαν να πυροβολούν τους Έλληνες. Επίσης ανεβάζει τον αριθμό των νεκρών κομιτατζήδων σε δέκα. Την άλλη μέρα το «Σκριπ» σημειώνει πως οι νεκροί στο Νταούτ Μπαλή ήταν τρεις.

[24] Σε εμπιστευτικό έγγραφό του προς τους προϊσταμένους του, ο έλληνας πρόξενος Θεσσαλονίκης, γράφει την ίδια εποχή, πως ένας Κρητικός, μέλος ένοπλης ελληνικής ομάδας, που συνελήφθη, είπε στις αρχές ότι οι Κρητικοί εξαπατήθηκαν από την ελληνική οργάνωση, γιατί τους είπαν πως όταν πάνε στη Μακεδονία θα καταδιώκουν μόνο τους κομιτατζήδες, ενώ δεν θα συγκρούονται με τον τουρκικό στρατό, ο οποίος και δεν θα τους καταδιώκει. Βλ. Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 158, 22 Μαΐου.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ГРЧКАТА АНТИМАКЕДОНСКА БОРБА – ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΝΤΙΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ


(четврта глава – τέταρτο κεφάλαιο)

Από την εκκλησία στο απόσπασμα

Δημήτρης Λιθοξόου

Ο πρώτος τόμος του «Ελληνικού Αντιμακεδονικού Αγώνα» και οι πρώτες σελίδες αυτού του έργου, αναφέρθηκαν μέχρι τώρα σε γεγονότα που διαδραματιστήκαν στη Δυτική Μακεδονία. Η κύρια επίθεση των ελληνικών ενόπλων σωμάτων στράφηκε δυτικά, καθώς η πρόσβαση εκεί, από την Ελλάδα, μέσω των χερσαίων συνόρων, καθώς επίσης και η αντίστροφη πορεία διαφυγής τους σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου, ήταν πιο εύκολη.

Από τα τέλη του 1904, η ελληνική οργάνωση άρχισε να επεκτείνεται σταδιακά στην Κεντρική Μακεδονία. Κέντρο των επιχειρήσεων στην περιοχή ήταν το προξενείο Θεσσαλονίκης και ο πρόξενος Λάμπρος Κορομηλάς. Εδώ οργανώθηκαν μισθοφορικές ομάδες από γηγενείς, μεταφέρθηκαν όμως, με πλοία, από το ελληνικό Βασίλειο και μεγαλύτερα σώματα, τα οποία αποβιβάστηκαν στις δυτικές ακτές του Θερμαϊκού κόλπου και ύστερα κατευθύνθηκαν βόρεια, στη μακεδονική ενδοχώρα.

Ο Κάκκαβος[1] καταγράφει ως πρώτες επιθέσεις στην Κεντρική Μακεδονία, αυτές του ενόπλου σώματος του κρητικού οπλαρχηγού Μανώλη Κατσίγαρη. Στις 26 Νοεμβρίου 1904 οι άντρες του Κατσίγαρη μπαίνουν στο μακεδονικό χωριό Τέοβο [Теово / Καρυδιά][2] του καζά Βοδενών [Воденска] και φεύγουν παίρνοντας μαζί τους αιχμαλώτους τέσσερις κατοίκους του χωριού. Κατευθύνονται βόρεια και στον δρόμο σκοτώνουν τους τρεις, αφήνοντας τον τέταρτο βαριά τραυματισμένο. Την άλλη μέρα, συναντούν έξω από το χωριό Σαρακίνοβο [Саракиново / Σαρακινοί][3] μια ομάδα χωρικών. Υποτίθεται ότι εκεί δίνουν «μάχη» με τους αγρότες και ύστερα συνεχίζουν την προς βορρά πορεία τους (χωρίς απώλειες, δίχως ούτε έναν τραυματισμό). Ο Καϊμακάμης που θα επισκεφθεί τον τόπο την επομένη, θα μετρήσει τα θύματα: οκτώ πτώματα και έξι βαριά τραυματισμένους Μακεδόνες.

Στην επίθεση στο Τέοβο αναφέρεται και η εφημερίδα «Χρόνος»: «Η “Πολιτική Ανταπόκριση” πληροφορείται από την Κωνσταντινούπολη, ότι ελληνική συμμορία τριάντα πέντε αντρών, πήγε στο χωριό Τέχοβο των Βοδενών, όπου καταδίκασε σε θάνατο τέσσερις χωρικούς. Η απόφαση αυτή εκτελέστηκε με τουφεκισμό των χωρικών, σε ένα γειτονικό δάσος. Ένας από τους καταδικασμένους, τραυματίστηκε μόνο βαριά και κατόρθωσε να πάει μετά από λίγες μέρες στη Θεσσαλονίκη και να καταγγείλει το γεγονός».[4]

Дојранско езеро - Η λίμνη Ντόιραν

Дојранско езеро - Η λίμνη Ντόιραν

Στα τέλη του 1904 ο Κατσίγαρης θα επιτεθεί και στο χωριό Μπάοβο [Баово / Πρόμαχοι][5] των Βοδενών, όπου θα σκοτώσει άλλα οκτώ άτομα.[6]

Αναφερόμενος στην αγριότητα της ομάδας του Κατσίγαρη, ο Κλειδής γράφει πως, κάποιος από τους άνδρες του, έσερνε από το πόδι έναν μακεδόνα αιχμάλωτο, για να «τον πάει στην Κρήτη, να τον δουν και να τον βάλει να του σκάβει το αμπέλι».[7]

Τέλος, σε σχέση με τις πρώτες ελληνικές επιθέσεις στην Κεντρική Μακεδονία, η «Φιλιππούπολις» αναδημοσιεύει (από εφημερίδα της Σόφιας) την είδηση πως στις 7 Νοεμβρίου 1904, μια ελληνική συμμορία σκότωσε δύο εξαρχικούς που πήγαιναν στη Στρούμιτσα [Струмица][8] και έναν άλλο τον πλήγωσε στο χέρι.[9]

Πρωί Τρίτης, 4ης Ιανουαρίου 1905, η μικρή εκκλησία του χωριού Μάρβιντσι [Марвинци][10] της Δοϊράνης είναι γεμάτη με χωρικούς που παρακολουθούν τη λειτουργία[11] στην εκκλησιαστική σλαβική γλώσσα.[12] Ξαφνικά περικυκλώνουν τον ναό και εισβάλουν μέσα διακόπτοντας τη λειτουργία, ένοπλοι άντρες ενός ελληνικού μισθοφορικού[13] σώματος, δύναμης 32 μελών (είκοσι μουσουλμάνων[14] και δώδεκα χριστιανών) που δρα στην περιοχή.

Την ίδια στιγμή, άλλοι ένοπλοι γυρίζουν στα σπίτια του χωριού και κάνουν πλιάτσικο. Τρομοκρατούν και δέρνουν τους χωρικούς, ως συνεργάτες των αυτονομιστών. Ο αρχηγός του σώματος βιάζει τη Βέλικα Χρίστοβα, μια νιόπαντρη γυναίκα. Όταν τελειώνουν το έργο τους, φεύγουν ανατολικά, στον δρόμο προς το τούρκικο χωριό Κάζαντολ [Казандол],[15] παίρνοντας μαζί τους 26 αιχμαλώτους, από τους πιο εύπορους κατοίκους του χωριού.

Λάμπρος Κορομηλάς

Λάμπρος Κορομηλάς

Ένα τέταρτο της ώρας δρόμο με τα πόδια, σταματούν και προσπαθούν να βάλουν τους αιχμαλώτους στη σειρά, με προφανή σκοπό να τους εκτελέσουν με τουφεκισμό. Οι Μακεδόνες αντιστέκονται. Κάποιοι τρέχουν για να σωθούν. Τα μέλη του σώματος ανοίγουν πυρ και ακολουθεί μακελιό.

Έντεκα καταφέρνουν να ξεφύγουν τρέχοντας. Δέκα σκοτώνονται επί τόπου. Πέντε τραυματίζονται σοβαρά και από αυτούς, τρεις θα πεθάνουν από τις λαβωματιές τις επόμενες μέρες.[16]

Μισή ώρα μετά την αναχώρηση του σώματος από το χωριό, φτάνει εκεί ένα στρατιωτικό απόσπασμα. Ο υπολοχαγός που ηγείται του αποσπάσματος, αντί να καταδιώξει τη συμμορία, απλώς καταγράφει το γεγονός και στη συνέχεια αποχωρεί με τους άντρες του.

Την επομένη φτάνει στο Μάρβιντσι ο καϊμακάμης της Δοϊράνης [Стар Дојран],[17] μαζί με ένοπλη συνοδεία. Κατά τις ανακρίσεις που διεξάγονται, οι κάτοικοι του χωριού καταγγέλλουν πως μεταξύ αυτών που τους επιτέθηκαν, ήταν και δυο άτομα που είχαν συλληφθεί ως συμμορίτες, αλλά απελευθερώθηκαν πρόσφατα από τις αρχές.[18] Αυτοί ήταν οι Άντον Ντίμτσεφ από το γειτονικό χωριό Γκέρτσιστε [Грчиште][19] και ο Μίλε Σάνα από τη Μπογδάντσα ή Μπόγκνταντσι [Богданци].[20] Ο δεύτερος μάλιστα χρησιμοποιούσε το εξελληνισμένο όνομα Μιχάλης Σιωνίδης.

Ο υπολοχαγός που συνόδευε τον καϊμακάμη, προσπαθεί να αποτρέψει τους χωρικούς, να μεταβούν στη Θεσσαλονίκη και να εξιστορήσουν τα

Празнување на Св.Кирил и Методи во Саракиново Εορτασμός Αγίου Κυρίλλου και Μεθοδίου στο Σαρακίνοβο

Празнување на Св.Кирил и Методи во Саракиново Εορτασμός Αγίου Κυρίλλου και Μεθοδίου στο Σαρακίνοβο

δεινά τους.[21] Η προσπάθειά του όμως αποτυγχάνει.[22]

Λίγες μέρες μετά τις εκτελέσεις των Μακεδόνων, ο Λάμπρος Κορομηλάς ανακοινώνει στην κυβέρνησή του, ότι μετα τον «τουφεκισμό των 26 συλληφθέντων, από την ελληνική συμμορία» τα πράγματα φαίνονται να βελτιώνονται για τα ελληνικά συμφέροντα.[23]

Ας σημειωθεί, πως το ίδιο ελληνικό σώμα που επιτέθηκε στο χωριό Μάρβιντσι, είχε μπει λίγα εικοσιτετράωρα πριν,[24] στο χωριό Ζορμπάτοβο [Зорбатово / Μικρό Μοναστήρι][25] της Θεσσαλονίκης και είχε σκοτώσει έναν πρόκριτο και τον εξαρχικό παπά.[26]

——————————————————————————————————————————————————-


[1] Κάκκαβος, σ. 98.

[2] Teovo και Tehovo. Τέχοβο(ν) στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του καζά Βοδενών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 520 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Καρυδιά. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου αρκετοί κάτοικοί του κατέφυγαν, σαν πολιτικοί πρόσφυγες, στη Γιουγκοσλαβία.

[3] Sarakinovo. Το βρίσκουμε και σαν Sarakjinovo ή Sarakin. Το Σαρακίνοβο(ν) των ελληνικών κειμένων. Χωριό της περιοχής Μογλενών (Meglen) του καζά Βοδενών και στη συνέχεια του καζά Καρατζά Αμπάτ ή Καρατζόβας. Ο πληθυσμός του το 1912 ήταν περίπου 900 εξαρχικοί Μακεδόνες. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ 37 οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Το 1925 το χωριό μετονομάζεται Σαρακηνοί. Το 1928 ζούσαν στο χωριό 750 Μακεδόνες. Το 1949 πολλοί κάτοικοί του κατέφυγαν, σαν πολιτικοί πρόσφυγες, στη Γιουγκοσλαβία.

[4] «Χρόνος» της 13ης Δεκεμβρίου 1904.

Жени од Зорбатово, 19 век Γυναίκες από το Ζορμπάτοβο, 19ος αιώνας

Жени од Зорбатово, 19 век Γυναίκες από το Ζορμπάτοβο, 19ος αιώνας

[5] Baovo και Bahovo. Και Μπάχοβο(ν) στα ελληνικά. Χωριό της περιοχής Μογλενών του καζά Βοδενών και στη συνέχεια του καζά Καρατζά Αμπάτ ή Καρατζόβας. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 1.000 πατριαρχικοί Μακεδόνες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Πρόμαχοι. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, μερικοί κάτοικοι κατέφυγαν σαν πολιτικοί πρόσφυγες στη Γιουγκοσλαβία.

[6] Dakin, σ. 260.

[7] Κλειδής, σ. 231.

[8] Strumica, Strumdža. Στα ελληνικά κείμενα αναφέρεται ως Στρούμνιτσα και Στρώμνιτζα. Έδρα του ομώνυμου καζά. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους κατοικούσαν εδώ περισσότερα από 10.000 άτομα. Οι χριστιανοί Μακεδόνες (πατριαρχικοί, εξαρχικοί, προτεστάντες) και οι μουσουλμάνοι Τούρκοι ήταν οι μεγαλύτερες ομάδες του πληθυσμού. Ακολουθούσαν οι Εβραίοι και οι Τσιγγάνοι. Η πόλη καταστράφηκε από τον ελληνικό στρατό στο δεύτερο βαλκανικό πόλεμο (κάηκαν τότε 1.000 σπίτια και καταστήματα).

[9] «Φιλιππούπολις» της 18ης Νοεμβρίου 1904.

[10] Marvinci, Mravinci, Mravinca, Moravinci. Και στις ελληνικές πηγές Μιραβάντσα ή Μραβέντσα. Χωριό του καζά Δοϊράνης. Το 1910 ζούσαν εδώ 232 εξαρχικοί Μακεδόνες. Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 184 άτομα.

[11] «Καιροί», 16 Ιανουαρίου 1905.

[12] Η Εξαρχία χρησιμοποιεί στη λειτουργία τη μεσαιωνική γλώσσα του Κύριλλου και του Μεθόδιου και όχι τη βουλγαρική. Σε μία διαμάχη ανάμεσα στην εφημερίδα «Ζορνίτσα» των βουλγάρων προτεσταντών και στην εφημερίδα «Βουλγαρική Εκκλησιαστική Εφημερίδα» της Σόφιας, η δεύτερη απαντάει στην κατηγορία της πρώτης, για τη μη χρήση της βουλγαρικής γλώσσας στις εξαρχικές εκκλησίες της Μακεδονίας, λέγοντας ότι εκτός από «ιερή», η γλώσσα αυτή είναι κατανοητή από το λαό, κάτι που δε συμβαίνει με τη βουλγαρική. Για τη διαμάχη βλ. εφημερίδα «Φιλιππούπολις» της 17ης Αυγούστου 1904.

[13] Υπεύθυνος για την οργάνωση των ελληνικών ένοπλων σωμάτων της Κεντρικής Μακεδονίας, είναι ο Λάμπρος Κορομηλάς, πρόξενος στη Θεσσαλονίκη. Όπως γράφει ο ίδιος προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, η δαπάνη συντήρησης αυτών των μισθοφορικών σωμάτων είναι πολύ μεγάλη. «Προσπαθώ» γράφει «να κατεβάσω το μισθό των ανδρών στις δυο λίρες, αλλά είναι πολύ δύσκολο», καθώς αυτοί «είναι φιλάρπαγες και φιλοχρήματοι». Βλ. Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 66, 15 Ιανουαρίου.

[14] Ο Dakin (σ. 310) λέει πως ήταν αγροφύλακες (δραγάτηδες) Αλβανοί από την περιοχών των Βοδενών.

[15] Kazandol, Kazandoli, Kizil Doganli, Kazal Duali. Και Κιζίλ Δογανλή στις ελληνικές πηγές. Χωριό του καζά Δοϊράνης. Το 1910 ζούσαν εδώ 905 μουσουλμάνοι Τούρκοι. Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 864 άτομα.

Баово, Мегленско – Μπάοβο, Μέγκλενσκο

Баово, Мегленско – Μπάοβο, Μέγκλενσκο

[16] Βλ. εφημερίδα «Φιλιππούπολις» 15 Ιανουαρίου 1905. Τον αριθμό των δεκαεπτά νεκρών ανακοινώνει και το «Εμπρός» της 21ης Ιανουαρίου, μόνο που χαρακτηρίζει τους άοπλους χωρικούς ως «λησταντάρτες». Την πλήρη αντιστροφή της αλήθειας επιχειρεί δημοσίευμα της εφημερίδας «Καιροί», της 2ας Φεβρουαρίου 1905, όπου σύμφωνα με αυτό, οι αιχμάλωτοι σκοτώθηκαν κατά λάθος από πυρά τσέτας που επιτέθηκε στο ελληνικό σώμα! Το «Σκριπ», οι «Καιροί» και ο «Χρόνος», δημοσιεύουν τέλος στις 11 Φεβρουαρίου 1905, όσα μεταδίδει το «Πρακτορείο Αθηνών», πως δηλαδή τα θύματα «της ελληνικής συμμορίας» στο Μάρβιντσι ήταν δεκατρείς νεκροί και δύο τραυματίες, όλοι κομιτατζήδες. Το πρακτορείο ταυτόχρονα αρνείται τη συμμετοχή μουσουλμάνων στις τάξεις του ελληνικού σώματος.

[17] Dojran, Pulin, Poleni, Poljanin. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Δοϊράνη, Δοηράνη, Δοβιράνη και Πολυανή. Έδρα του ομώνυμου καζά. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους είχε πληθυσμό 7.000 περίπου άτομα. Από αυτούς περίπου 3.000 ήταν Τούρκοι και άλλοι τόσοι χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί, πατριαρχικοί, προτεστάντες και σερβίζοντες). Κατοικούσαν επίσης εδώ αρκετοί Εβραίοι και Τσιγγάνοι. Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 4.032 άτομα.

[18] Πρόκειται για δύο από τα επτά μέλη μιας ελληνικής ομάδας, που είχαν συλληφθεί στις αρχές Νοεμβρίου 1904 από στρατιωτικό απόσπασμα και είχαν οδηγηθεί στις φυλακές Γευγελής. Ωστόσο ο έλληνας πρόξενος Θεσσαλονίκης δωροδόκησε τις οθωμανικές αρχές, και έτσι αφέθηκαν ελεύθεροι. Βλ. Βακαλόπουλος, σ. 77 και 79.

[19] Grčište. Αναφέρεται επίσης ως Grčišta, Garčište. Το βρίσκουμε σαν Γκέρτσιστα και Γκίρτσιστα στα ελληνικά κείμενα. Χωριό του καζά Γευγελής. Οι κάτοικοί του ήταν χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 426 άτομα.

[20] Bogdanci. Και Μπογδάντσα ή Βογδάντσα στα ελληνικά κείμενα. Οικισμός του καζά Γευγελής. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ 557 οικογένειες χριστιανών Μακεδόνων (135 πατριαρχικών, 350 εξαρχικών, 50 ουνιτών, 22 σερβιζόντων) και 200 οικογένειες μουσουλμάνων (180 Τούρκων και 20 Τσιγγάνων). Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 3.190 άτομα.

[21] Draganof, σ. 219.

[22] «Καιροί» της 17ης Ιανουαρίου 1905.

[23] Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 71, 28 Ιανουαρίου.

[24] Dakin, σ. 310

[25] Zorbatovo, Zorbat. Και Ζορμπάς στα ελληνικά. Χωριό της περιοχής Ρουμλουκίου (Urumluk) του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ζούσαν εδώ 230 περίπου χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί) και 60 Τσιγγάνοι. Μετά το δεύτερο βαλκανικό πόλεμο, 47 εξαρχικοί κάτοικοί του μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Από την άλλη, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν εδώ 79 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1928 απογράφηκαν 607 άτομα, 303 εκ των οποίων ήτα προσφυγικής καταγωγής. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Μικρό Μοναστήρι και το 1940 Μικρόν Μοναστήριον.

[26] Η εφημερίδα «Εμπρός» γράφει στις 7 Ιανουαρίου 1905, πως έξω από το χωριό Ζορμπάς βρέθηκαν σκοτωμένοι τρεις εξαρχικοί, ένας εκ των οποίων ήταν παπάς. Η «Πρωΐα» της 9ης Ιανουαρίου, επιβεβαιώνει την είδηση για τους φόνους στο Ζορμπά, διευκρινίζοντας πως πρόκειται για πράξη ελληνικού σώματος, οι δε νεκροί είναι ένας ιερέας και δύο πρόκριτοι. Η ίδια εφημερίδα γράφει επίσης πως μια άλλη ελληνική ομάδα σκότωσε δυο κομιτατζήδες στο Ασβεστοχώρι. Η «Φιλιππούπολις» της 18ης Ιανουαρίου διευκρινίζει πως ο πρώτος φόνος στο Ασβεστοχώρι ήταν του Γιώργου Ντέλεφ και πραγματοποιήθηκε στις 4 Ιανουαρίου. Ο δεύτερος φόνος ήταν του νυχτοφύλακα Σταύρου Δημητρόφ και έγινε στις 7 Ιανουαρίου. πατριαρχικών προσφύγων. Το 1928 απογράφηκαν 607 άτομα, 303 εκ των οποίων ήτα προσφυγικής καταγωγής. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Μικρό Μοναστήρι και το 1940 Μικρόν Μοναστήριον.

[26] Η εφημερίδα «Εμπρός» γράφει στις 7 Ιανουαρίου 1905, πως έξω από το χωριό Ζορμπάς βρέθηκαν σκοτωμένοι τρεις εξαρχικοί, ένας εκ των οποίων ήταν παπάς. Η «Πρωΐα» της 9ης Ιανουαρίου, επιβεβαιώνει την είδηση για τους φόνους στο Ζορμπά, διευκρινίζοντας πως πρόκειται για πράξη ελληνικού σώματος, οι δε νεκροί είναι ένας ιερέας και δύο πρόκριτοι. Η ίδια εφημερίδα γράφει επίσης πως μια άλλη ελληνική ομάδα σκότωσε δυο κομιτατζήδες στο Ασβεστοχώρι. Η «Φιλιππούπολις» της 18ης Ιανουαρίου διευκρινίζει πως ο πρώτος φόνος στο Ασβεστοχώρι ήταν του Γιώργου Ντέλεφ και πραγματοποιήθηκε στις 4 Ιανουαρίου. Ο δεύτερος φόνος ήταν του νυχτοφύλακα Σταύρου Δημητρόφ και έγινε στις 7 Ιανουαρίου.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Η εκτέλεση του οπλαρχηγού Μαργαρίτη

Ο οπλαρχηγός Αριστείδης Μαργαρίτης, καταγόμενος από την πόλη Καστοριά [Костур, Касторија],[1] χαρακτηρίζεται σε επιστολή του Παύλου

Δημήτρης Λιθοξόου

Δημήτρης Λιθοξόου

Μελά, προς τον πατέρα του Μιχάλη Μελά, γραμμένη στις 14 Μαρτίου 1897, ως «λαμπρός άνδρας », «αληθινός λεβέντης» που «θα κάνει θαύματα» στη Μακεδονία.[2]

Ένα χρόνο αργότερα ο Μαργαρίτης φαίνεται πως έκανε ένα από τα πρώτα του «θαύματα»: την απαγωγή ενός εμπόρου από την Κλεισούρα, για λύτρα. Οι οθωμανικές αρχές ωστόσο τον ανακαλύπτουν κι έτσι αναγκάζεται να φύγει κυνηγημένος στην Ελλάδα.[3]

Ένα επόμενο «θαύμα» του, είναι η επίθεση που πραγματοποιεί, μαζί οκτώ μισθοφόρους του (που αμείβονται ο καθένας με 2 ½ εικοσόφραγκα το μήνα), εναντίον του μακεδονικού χωριού Τσιρίλοβο ή Τσουρίλοβο [Чурилово / Άγιος Νικόλαος],[4] στις 20 Δεκεμβρίου 1904[5]. Ο οπλαρχηγός Μιχάλης Τσόντος λέει πως τότε ο Μαργαρίτης σκότωσε[6] πέντε κατοίκους του χωριού και έκαψε ένα σπίτι.[7]

Μετά την επίθεση στη Ζαγκορίτσανη, ο Μαργαρίτης με τους άντρες του λημεριάζει στα Καστανοχώρια [Костенарија] και τρομοκρατεί τα χωριά της περιοχής. Στα τέλη Μαρτίου 1905 η δεκαπενταμελής ομάδα του εισβάλλει στο χωριό Έζερετς [Езерец / Πετροπουλάκι].[8] Εκεί πλιατσικολογούν, καίνε σπίτια, βασανίζουν τους χωρικούς και στραγγαλίζουν τους: Βάνγκελ Τόμοφ, Στάβρε Στάβροβσκι, Πέτρε Νικόλοβσκι, Στέργιο Φότεβσκι, Νίκολα Κάρερα, Στέργιο Λιότσο και Λάζο Λιότσο.

Ο Μιχάλης Τσόντος γράφει σχετικά με τους νεκρούς, πως ο Μαργαρίτης αιχμαλώτισε στο Έζερετς επτά, τους οποίους πήρε μαζί του στο βουνό. Από αυτούς ένας τους ξέφυγε, τους άλλους όμως τους τουφέκισε.[9]

Το «Εμπρός», σε κύριο άρθρο το, θα γράψει αργότερα πως ο Μαργαρίτης σκότωσε στο Έζερετς με σκοπό «να αποσπάσει χρήματα».[10] Ο Καούδης υπογραμμίζει την τάση για λαφυραγωγία της συμμορίας του Μαργαρίτη, λέγοντας πως αυτοί «σε όποιο σπίτι έμπαιναν ζητούσαν παράδες, λίρες».[11]

Ο υπολοχαγός Στέφανος Δούκας (καπετάν Μάλλιος) χαρακτηρίζει τα όσα έγιναν στο Έζερετς «αισχρή πράξη».[12]

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης και οι φίλοι και συνεργάτες του, οι Οθωμανικές αρχές

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης και οι φίλοι και συνεργάτες του, οι Οθωμανικές αρχές

Ας σημειωθεί, πως πριν από την εισβολή στο Έζερετς, έχει προηγηθεί επίθεση της ομάδας Μαργαρίτη στα μακεδόνικα χωριά Λουβράδες ή Ολόβραντε [Оловраде / Σκιερό][13] και Οσνίτσανη [Осничани) / Καστανόφυτο].[14] Στο πρώτο χωριό σκότωσαν δυο κατοίκους και έκαψαν τέσσερα σπίτια. Νεκρούς πάντως φαίνεται πως άφησαν φεύγοντας και στο δεύτερο χωριό.[15]

Στις 31 Μαρτίου 1905 ο καπετάν Φιλώτας γράφει, στο ημερολόγιό του,[16] πως μεταξύ των ανδρών των ενόπλων σωμάτων διαδίδεται ότι η ομάδα του Μαργαρίτη πλιατσικολόγησε και βίασε στα ρωμαίικα χωριά Λάνγκα [Лјанга, Л’ка][17] της Καστοριάς και Ζάντσικο [Занцико / Ζώνη][18] της Ανασελίτσας.

Ο Κώστας Κλειδής λέει ακόμα πως ο Μαργαρίτης έκλεψε επίσης στο ρωμαίικο χωριό Λόσνιτσα [Лошница / Γέρμας].[19] Για τη συμπεριφορά του δε στο Λέχοβο, αποκαλύπτει ότι οι κάτοικοι του χωριού ειδοποίησαν τους έλληνες καπεταναίους, να μη ξαναμπεί ο Μαργαρίτης στα σπίτια τους, γιατί «θα πιάσουν τα ντουφέκια». Αλλά το χειρότερο για την ελληνική ηγεσία, από όσα έκανε ο Μαργαρίτης και οι δικοί του, είναι ότι αυτοί εγκαταλείπουν τη θέση τους σε μάχη στη

Езерец – Έζερετς – Πετροπουλάκι

Езерец – Έζερετς – Πετροπουλάκι

Λόσνιτσα με στρατιωτικό απόσπασμα, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν τρεις και να αιχμαλωτισθούν οι υπόλοιποι από την ομάδα του οπλαρχηγού Βαγγέλη Φραγκιαδάκη (Γαλλιανού).[20]

Ο δεσπότης Καστοριάς Καραβαγγέλης δέχεται τις οργισμένες διαμαρτυρίες των ρωμιών χωρικών για τις αθλιότητες του Μαργαρίτη και αυτός ζητάει από τον Βάρδα, να περάσει τον Μαργαρίτη από ανταρτοδικείο και να τον εκτελέσει[21] για παραδειγματισμό, κατηγορώντας τον για ληστείες και βιασμούς στα γύρω χωριά, καθώς «αφαίρεσε από τους χωρικούς χιλιάδες λίρες και με τη βία ατίμασε γυναίκες και νεανίδες».[22]

Το συμβούλιο των ελλήνων αρχηγών, με τη συμμετοχή του Βάρδα και του Μάλλιου, αποφασίζει την εκτέλεση του

Παπα Δράκος

Παπα Δράκος

Μαργαρίτη. Την απόφαση εκτελεί ο Παπα-Δράκος Χρυσομαλλίδης, ο «ανισόρροπος ιερέας»[23], ο πρωταγωνιστής και στο φόνο του αυτονομιστή Κονστάντοφ[24] το Δεκέμβριο του 1904 στο χωριό Λιμπίσεβο ή Λιμπίσοβο [Либишево / Άγιος Ηλίας].[25] Ο Παπα-Δράκος λοιπόν φυτεύει με το όπλο του, μια σφαίρα από πίσω, στο κεφάλι του Μαργαρίτη.[26] Ο
παπάς θέλει στη συνέχεια να σκοτώσει και τους άντρες του οπλαρχηγού, αλλά αυτοί γλυτώνουν με την επέμβαση των άλλων ανταρτών.[27]

————————————————————————————————————–
[1] Kostur, Kastoria, Kesrije, Kastorja. Η Καστοριά ή Καστορία των ελληνικών κειμένων. Έδρα του ομώνυμου καζά. Το 1912 είχε πληθυσμό περίπου 7.400 άτομα. Οι χριστιανοί Ρωμιοί και οι μουσουλμάνοι Τούρκοι ήταν οι μεγαλύτερες κοινότητες της Καστοριάς. Ακολουθούσαν οι ισπανόφωνοι Εβραίοι. Μικρότερες πληθυσμιακές ομάδες της πόλης είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική, την αλβανική, τη βλάχικη και την τσιγγάνικη.

[2] Ναταλία Μελά, «Παύλος Μελάς», Αθήνα 1964., σ. 83-84.

[3] Όπως σημειώνει ο καπετάν Φιλώτας (Φιλόλαος Πηχιών) στο ημερολόγιό του στις 30 Απριλίου 1905. Βλ. εφημερίδα «Δυτική Μακεδονία», τόπος έκδοσης Καστοριά, 18 Ιανουαρίου 1931.

[4] Čurilovo και Čerilovo. Το Τσιρίλοβο(ν) των ελληνικών κειμένων. Χωριό της περιοχής Πόπολε του καζά Καστοριάς. Στο τέλος της οθωμανικής περιόδου είχε πληθυσμό περίπου 400 άτομα. Από αυτά τα 2/3 ήταν χριστιανοί Μακεδόνες και το 1/3 μουσουλμάνοι Τούρκοι. Φαίνεται πως την περίοδο των βαλκανικών πολέμων οι μουσουλμάνοι εγκαταλείπουν το χωριό. Επίσης δώδεκα εξαρχικές οικογένειες μεταναστεύουν στη Βουλγαρία με τη συνθήκη της Νεϊγύ. Προπολεμικά ζούσαν στο Τσιρίλοβο 150 Μακεδόνες. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, οι μισοί κάτοικοί του εγκαταλείπουν τα σπίτια τους. Το 1955 ο οικισμός μετονομάζεται Άγιος Νικόλαος.

[5] Ο Dakin (σ. 260) αναφέρει το φόνο «εξαρχικών» στο Τσουρίλοβο, το Δεκέμβριο του 1904. Η ημερομηνία 20 Δεκεμβρίου, προσδιορίζεται από πληροφορία που δημοσιεύει η εφημερίδα «Σάλπιγξ» της Λάρισας στις 30 Δεκεμβρίου 1904. Εκεί λέγεται ακόμα πως ο οπλαρχηγός Αριστείδης Μαργαρίτης και οι οπαδοί του σκότωσαν πέντε κομιτατζήδες στο Τσουρίλοβο και αιχμαλώτισαν άλλους τρεις, τους οποίους τουφέκισαν αργότερα.

[6] Φαίνεται πως τους τρεις Μακεδόνες τους σκότωσαν μέσα στο χωριό και τους άλλους δύο τους πήραν μαζί τους αιχμάλωτους και τους

Манастир на Цирилово – Μοναστήρι του Τσιρίλοβο

Манастир на Цирилово – Μοναστήρι του Τσιρίλοβο

εκτέλεσαν μετά, σύμφωνα με όσα γράφει το «Εμπρός» της 16ης Δεκεμβρίου 1904. Τα ίδια περίπου δημοσιεύονται στις εφημερίδες «Καιροί» και «Χρόνος» στις 13 Απριλίου 1905.

[7] Αρχείο Τσόντου-Βάρδα, φάκελος 6.

[8] Ezerec. Το Έζερετς ή Εζερέτσι των ελληνικών κειμένων. Χριστιανικό χωριό της περιοχής Καστανοχωρίων (Kostenarija) του καζά Καστοριάς. Το 1912 υπήρχαν εδώ περίπου 210 εξαρχικοί Μακεδόνες. Το 1926 μετονομάστηκε Πετροπουλάκι και το 1928 Πετροπουλάκιον. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, οι περισσότεροι κάτοικοί του έγιναν πολιτικοί πρόσφυγες.

[9] Αυτά γράφει ο Μιχάλης Τσόντος προς τον ξάδελφό του Γιώργο Τσόντο (Βάρδα), σε επιστολή του από τα Χανιά με ημερομηνία 10 Μαρτίου 1939. Βλ. Αρχείο Τσόντου-Βάρδα, φάκελος 6.

[10] «Εμπρός» της 30ης Αυγούστου 1905.

[11] Καούδης, σ. 95.

[12] Σε επιστολή του προς το Γιώργο Τσόντο, με ημερομηνία 1η Μαΐου 1905. Βλ. Βάρδας, τ. Α’, σ. 124.

[13] Olovrade. Αναφέρεται ακόμα ως Luvrada, Lavaradi, Longrad, Lovradi, Lovaradi, Golovrade. Στις ελληνικές πηγές εμφανίζεται σαν

Градот Костур тогаш – Η πόλη Κόστουρ/Καστοριά τότε

Градот Костур тогаш – Η πόλη Κόστουρ/Καστοριά τότε

Λουβράδες ή Λοβράδες. Χριστιανικό μακεδονικό χωριό της περιοχής Καστανοχωρίων (Kostenarija) του καζά Καστοριάς. Οι κάτοικοί του συμμετείχαν το 1903 στην επανάσταση του Ίλιντεν. Σε αντίποινα ο οθωμανικός στρατός έκαψε το χωριό. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 170 εξαρχικοί Μακεδόνες. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, επτά οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Το 1928 ο οικισμός μετονομάστηκε Σκιερόν. Στην απογραφή του ίδιου έτους, είχαν απομείνει εδώ 22 άτομα. Τα επόμενα χρόνια ο τόπος ερήμωσε.

[14] Sničeni και Osničani. Στα ελληνικά Οσνίτσανη και Οσνίτσανι. Χριστιανικό χωριό της περιοχής Καστανοχωρίων (Kostenarija) του καζά Καστοριάς. Το 1903 συμμετείχε στην επανάσταση του Ίλιντεν. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 580 Μακεδόνες (εξαρχικοί και Πατριαρχικοί). Στη συνέχεια σαράντα οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Καστανόφυτον. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, πολλοί κάτοικοί του αναγκάστηκαν να περάσουν τα σύνορα και να γίνουν πολιτικοί πρόσφυγες.

[15] Το φύλλο του «Εμπρός» της 11ης Απριλίου 1905, γράφει πως το σώμα του καπετάν Αριστείδη σκότωσε συνολικά πέντε άτομα στα δύο χωριά, ενώ από το Έζερετς απήγαγε δέκα άτομα.

[16] Βλ. εφημερίδα «Δυτική Μακεδονία» της 8ης Ιουνίου 1931.

[17] Langa ή Ljanga ή L’ka. Η Λάγγα ή Λάγκα (επίσημη ονομασία) των ελληνικών κειμένων. Χριστιανικό χωριό του ναχιγιέ Χρούπιστα (Hrupišta) του кαζά Καστοριάς. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 510 πατριαρχικοί Ρωμιοί (Κατσαούνηδες).

[18] Zansko και Zanciko. Ζάνσκο και Ζάντσικον στις ελληνικές πηγές. Χωριό του καζά Ανασελίτσας. Οι κάτοικοί του ήταν πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 560 άτομα. Το 1927 ο οικισμός μετονομάζεται Γερακοχώριον και το 1928 Ζώνη.

[19] Lošnica. Και Λόσνιτσα στα ελληνικά έγγραφα. Πατριαρχικό χωριό του ναχιγιέ Κλεισούρας του καζά Καστοριάς. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 870 πατριαρχικοί Ρωμιού. Το 1928 μετονομάστηκε Γέρμας.

[20] Κλειδής, σ. 195, 243, 282.

[21] Ο Καραβαγγέλης είχε πει στην Πηνελόπη Δέλτα πως ζήτησε τότε «την καταδίκη σε θάνατο του ελεεινού» Μαργαρίτη, αλλά το απόσπασμα αυτό απαλείφτηκε από την έκδοση των απομνημονευμάτων του. Την πληροφορία αποκάλυψε η δημοσιογραφική ομάδα του «Ιού», σε αφιέρωμα για το «Μακεδονικού Αγώνα», στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», στις 22 Φεβρουαρίου 1998.

[22] Βάρδας, τ. Α’, σ. 112.

[23] Ο χαρακτηρισμός είναι του Λάκη Πύρζα. Βλ. Καραβίτης, σ. 935.

[24] Λιθοξόου, σ. 116.

[25] Libiševo και Libišovo. Λιμπίσοβο(ν) και Λιμπίστοβον στις ελληνικές πηγές. Χριστιανικό μακεδονικό χωριό του καζά Καστοριάς (περιοχή Καστανοχωρίων) και στη συνέχεια του καζά Ανασελίτσας. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 320 άτομα. Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Αϊλιάς και το 1949 Άγιος Ηλίας.

[26] Ο φόνος του Μαργαρίτη διχάζει στη συνέχεια τους Έλληνες. Το «Εμπρός» του Καλαποθάκη, ανακοινώνει την εκτέλεσή του στις 3 Μαΐου 1905, κατηγορώντας τον για συνεργασία με τον εχθρό. Την επόμενη όμως μέρα αναιρεί την κατηγορία για προδοσία και γράφει πως εκτελέστηκε γιατί «πίεζε και εκβίαζε για χρηματισμό τους χωρικούς των ελληνικών χωριών». Αντίθετα το «Άστυ» της 7ης Μαΐου 1905 δημοσιεύει την επιστολή ενός αντάρτη, που χαρακτηρίζει τον Παπα-Δράκο «δολοφόνο» του καπετάν Αριστείδη, και την πράξη «βδελυρό έγκλημα», ενώ η εφημερίδα «Σάλπιγξ» της Λάρισας (στις 8.5.1905) θεωρεί «άδικη την τιμωρία του οπλαρχηγού», που έλαβε χώρα στη θέση «Παλιοκοζάνη», μεταξύ των οικισμών Σιάτιστα και Κόνσκο.

[27] Βάρδας, τ. Α’, σ. 114.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ГРЧКАТА АНТИМАКЕДОНСКА БОРБА ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΝΤΙΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

(втора глава – δεύτερο κεφάλαιο)

Убиството на децата во Лагени – Ο φόνος των παιδιών στο Λάγκενι

Τα ξημερώματα του Μεγάλου Σαββάτου της 16 / 29ης Απριλίου 1905, ο Μακρής που έχει καταλύσει στο χωριό Λέχοβο [Лехово][1] της

Δημήτρης Λιθοξόου

Δημήτρης Λιθοξόου

Καστοριάς, μαθαίνει τη σύλληψη, από τον αυτοκρατορικό στρατό, στο εκεί πλησίον χωριό Μπελκαμένη [Бел Камен / Δροσοπηγή][2] της Φλώρινας [Леринска], του υπολοχαγού Νικόστρατου Καλομενόπουλου (καπετάν Νίδα) και 45 ανδρών του. Αμέσως ξεκινά με την ομάδα του και πάει στο λημέρι του σώματος Νίδα, που βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Βίτσι [Вичо]. Εδώ βρίσκει πληγωμένο στο πόδι τον υπαρχηγό του σώματος ανθυπολοχαγό Χρήστο Τσολακόπουλο (καπετάν Ρέμπελο) με 70 άντρες. Μαθαίνει πως ο αρχηγός Νίδας και 47 άντρες, παραδόθηκαν στο στρατό, που τους κύκλωσε στη Μπελκαμένη, πριν από λίγες ώρες. Ο Ρέμπελος αρνήθηκε να παραδοθεί, άνοιξε πυρ και διέφυγε με τους υπόλοιπους, διασπώντας την πολιορκία. Οι απώλειες των Ελλήνων ήταν οκτώ νεκροί.[3]

Ο Μακρής έμεινε για λίγες μέρες σε εκείνο το λημέρι, που το ονόμαζαν του «Μαμπινού τα Ταμπούρια».[4] Την Τρίτη 19 Απριλίου / 2 Μαΐου μερικοί άντρες φεύγουν από το λημέρι και πάνε να αρπάξουνε πρόβατα για να τα σουβλίσουν, από ένα μαντρί που υπήρχε εκεί κοντά,[5] πάνω από το χωριό Λάγκενι ή Λάγκινο [Лагени или Лагино / Τριανταφυλλιά].[6] Μετά από κάμποση ώρα αυτοί επιστρέφουν, λέγοντας πως δεν

Νικόστρατος Καλομενόπουλος (καπετάν Νίδας)

Νικόστρατος Καλομενόπουλος (καπετάν Νίδας)

τα κατάφεραν, γιατί τους πυροβόλησαν από το μαντρί. Τότε αποφασίζουν να επιτεθούν όλοι μαζί στους τσοπάνηδες, εκτός από τον πληγωμένο Ρέμπελο και δυο άντρες που θα έμεναν πίσω για να τον φυλάνε.[7] Αρχηγός της επίθεσης ορίζεται ο οπλαρχηγός Χρήστος Τσίτουρας (καπετάν Ντούρας). Ο Μακρής συμμετέχει στην επίθεση.

Βλέποντας να έρχονται εναντίον τους εξήντα ένοπλοι Έλληνες με στολές τσολιάδων, οι άνθρωποι από τη στάνη κατεβαίνουν τρέχοντας στο χωριό Λάγκενι. Οι επιτιθέμενοι ακροβολίζονται στην πλαγιά του βουνού πάνω από το χωριό και ανοίγουν πυρ προς αυτό. Οι μακεδόνες

Лаген – Λάγκεν

Лаген – Λάγκεν

χωρικοί κλείνονται τρομαγμένοι στα σπίτια τους για να σωθούν. Τα πυρά κρατάνε για δυο ώρες, έως ότου καταφθάνει ένα απόσπασμα τριάντα στρατιωτών. Το απόσπασμα αυτό έχει ακούσει τους πυροβολισμούς κι έρχεται από το γειτονικό χωριό Νέρετ ή Νέρεντ [Нерет или Неред / Πολυπόταμο],[8] όπου έχει βρει και είχε σκοτώσει, πριν από λίγες ώρες, δυο καταζητούμενους επαναστάτες αυτονομιστές. Μόλις πλησιάζει ο στρατός, το ελληνικό σώμα υποχωρεί και χάνεται ψηλά στο βουνό. Ο στρατός, βλέποντας πως οι ένοπλοι είναι Έλληνες, τους αφήνει να φύγουν ανενόχλητοι.

Μέσα στο Λάγκενι, στο χώρο γύρω από τη βρύση του χωριού, κείτονται σκοτωμένα τέσσερα άτομα που δεν πρόλαβαν να κρυφτούν: ο σαρανταεπτάχρονος Χρίστο Μποζίνοφ, ο δεκαοκτάχρονος Ιβάν Ντένοφ, η οκτάχρονη Κατερίνα Πέτκοβα και ο δωδεκάχρονος Τρίνκο Χρίστοφ. Δίπλα τους σφαδάζουν σοβαρά πληγωμένοι, η οκτάχρονη Μίτρα Χρίστοβα (κόρη του πρώτου νεκρού) και ο δεκατριάχρονος Τάνας Μίτρεφ.[9]

Στη σχετική αναφορά του, με ημερομηνία 9 Μαΐου 1905 (νέα ημερομηνία), προς τον προϊστάμενό του, βρετανό πρεσβευτή στην οθωμανική πρωτεύουσα, ο πρόξενος McGregor, αφού περιγράφει την ελληνική επίθεση στο Λάγκενι καταλήγει:

«Την επόμενη μέρα ο λοχαγός Gastoldi που πήγε στο Λάγκενι, πήρε το πληγωμένο κορίτσι και το έστειλε στο Μοναστήρι για θεραπεία του

Χρίστος Τσολακόπουλος (καπετάν Ρέμπελος)

Χρίστος Τσολακόπουλος (καπετάν Ρέμπελος)

ποδιού του. Πριν το λοχαγό είχε επισκεφτεί το χωριό ο καϊμακάμης και ο Καντρί Μπέης, διοικητής της χωροφυλακής στη Φλώρινα, οι οποίοι έφυγαν από το χωριό χωρίς να πάρουν κανένα μέτρο για τη θεραπεία των πληγωμένων. Απεναντίας, σύμφωνα με τους χωρικούς, υποχρέωσαν τον πρόκριτο του χωριού να υπογράψει ένα έγγραφο, που έλεγε ότι ο στρατός είχε δώσει μάχη με το ελληνικό σώμα. Ο λοχαγός Gastoldi με πληροφορεί ότι ο Καντρί Μπέης, εκτός του ότι είναι ανάξιος άνθρωπος, διατελεί καθ’ ολοκληρία υπό την επιρροή του έλληνα μητροπολίτη της Φλώρινας».[10]

Το αίμα των αθώων χωρικών και κυρίως το αίμα των μικρών παιδιών, οι ελληνικές εφημερίδες της εποχής θα προσπαθήσουν να το ξεπλύνουν[11] με νέα ψέματα, μέσα στα πλαίσια του «δημοσιογραφικού πολέμου».[12] Το ίδιο έκαναν αργότερα και οι έλληνες ιστορικοί.[13]

Ο Ι. Ηλιάδης (αντάρτης του Ρέμπελου) που πήρε μέρος στην επίθεση, μιλάει γι’ αυτήν στην εφημερίδα «Σκριπ», λίγες μέρες μετά, λέει πως οι Έλληνες σκότωσαν στο Λάγκενι δεκαεπτά κομίτες.[14] Ο Μακρής τέλος, στα απομνημονεύματά του, λέει πως «κυνηγήσαμε και σκοτώσαμε έξι» μέλη μιας δεκαπενταμελούς συμμορίας.[15]

Τσσέτα Μακεδόνων επαναστατών

Τσσέτα Μακεδόνων επαναστατών

Белкамен – Μπέλκαμεν. Κάποτε

Белкамен – Μπέλκαμεν. Κάποτε

Лехово – Λέχοβο

Лехово – Λέχοβο

——————————————————————————

Неред – Νέρεντ

Неред – Νέρεντ

—————————————


[1] Lehovo. Το βρίσκουμε και με τις ονομασίες Eleovo, Elehovo. Στα ελληνικά κείμενα αναγράφεται πάντα ως Λέχοβο(ν). Μέχρι το 1906 ανήκε διοικητικά στον καζά Φλώρινας και μετά στον καζά Καστοριάς. Το 1912 είχε περίπου 1.650 κατοίκους. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν πατριαρχικοί Αλβανοί. Υπήρχαν ωστόσο και σχεδόν 100 πατριαρχικοί Βλάχοι.

[2] Bel Kamen ή Belkamen. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Μπελκαμένη. Χωριό του ναχιγιέ Νέβεσκα (Neveska), του καζά Φλώρινας. Ήταν ένα μικτό χριστιανικό χωριό Αλβανών και Βλάχων. Το 1909, πενήντα οκτώ κάτοικοι του χωριού ζήτησαν από τις αρχές να τους επιτραπεί η λειτουργία στην εκκλησία στην αλβανική γλώσσα, «για να μπορούν να καταλαβαίνουν». Το 1912 ο πληθυσμός του υπολογίζεται σε 1.300 άτομα. Μετονομάστηκε Δροσοπηγή το 1928.

[3] Ο Καλομενόπουλος (Νίδας) στην έκθεσή του για το συμβάν, που στην ελληνική ιστοριογραφία έχει καθιερωθεί ως «ατύχημα της Μπελκαμένης», γράφει πως οι Τούρκοι αξιωματικοί στη Φλώρινα, όπου μεταφέρθηκε αυτός αιχμάλωτος, του εξέφρασαν την πραγματική λύπη τους για «το ατύχημα». Στην κατάθεσή του προς τις οθωμανικές αρχές, ο υπολοχαγός κατάθεσε πως: «γνωρίζαμε ότι οι Τούρκοι οι οποίοι μας κύκλωσαν ήταν λίγοι, αλλά εμείς δεν θέλαμε να πυροβολήσουμε κατά του στρατού» [Προξενείο Μοναστηρίου, 1905, έγγραφο 385]. Οι μουσουλμάνοι της Φλώρινας, έχοντας επικεφαλής τους σημαντικότερους προύχοντες, πραγματοποίησαν μεγάλη διαδήλωση μπροστά από το διοικητήριο της πόλης και διαμαρτυρήθηκαν για τη σύλληψη του Νίδα και των ανδρών του. Δήλωσαν μάλιστα στον καϊμακάμη, ότι από τότε που εμφανίστηκαν τα ελληνικά σώματα στη Μακεδονία οι Οθωμανοί ξαναβρήκαν την ησυχία τους [Εφημερίδα «Εμπρός», 29 Απριλίου 1905]. Ο Τσολακόπουλος (Ρέμπελος), σε επιστολή του προς τον πρόεδρο του ελληνικού Κομιτάτου Δημήτρη Καλαποθάκη, κάνει λόγο για «δειλία» και «άνανδρη διαγωγή του αρχηγού Νίδα» [Προξενείο Μοναστηρίου, 1905, έγγραφο 382]. Το δε τηλεγράφημα του προξενείου Μοναστηρίου, της 17 / 30ης Απριλίου, υπογραμμίζει πως η παράδοση του Νίδα «θα έχει ολέθριες συνέπειες πάνω στο ηθικό των δικών μας χωριών» [Προξενείο Μοναστηρίου, 1905, έγγραφο 1478].

[4] Ράπτης, σ. 444.

[5] Κουτσουκάλης, σ. 34.

[6] Lagen. Το συναντάμε και σαν Lajen ή Lageni ή Lajeni. Στις ελληνικές πηγές το βρίσκουμε με τις ονομασίες Λάγενι, Λαγένι, Λάγενη, Λαγένη, Λάγκεν. Χριστιανικό χωριό του καζά Φλώρινας. Οι κάτοικοι του χωριού συμμετείχαν στο Ίλιντεν. Σε αντίποινα ένα οθωμανικό στρατιωτικό απόσπασμα πλιατσικολόγησε την εκκλησία του χωριού, στις 27 Αυγούστου 1903. Μεταξύ των ετών 1905-1910 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» έντεκα άτομα. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 550 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Το 1927 το χωριό μετονομάστηκε Τριανταφυλλιά και το 1940 Τριανταφυλλέα. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, αρκετοί κάτοικοί του έγιναν πολιτικοί πρόσφυγες.

[7] Μακρής, σ. 94.

[8] Nered. Το βρίσκουμε και με τη γραφή Neret. Το Νερέτ, Νερέτι ή Νερέτη των ελληνικών κειμένων. Χριστιανικό χωριό του καζά Φλώρινας. Κάτοικοι του χωριού συμμετείχαν το 1903 στην επανάσταση του Ίλιντεν και γνώρισαν τα αντίποινα του οθωμανικού στρατού. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 2.000 Μακεδόνες (οι περισσότεροι εξαρχικοί). Μεταξύ 1903-1920 μετανάστευσαν από το Νέρεντ στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» 68 άτομα. Το 1927 το χωριό μετονομάστηκε σε Πολυπόταμον. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου αρκετοί κάτοικοί του έγιναν πολιτικοί πρόσφυγες.

[9] Draganof, σ. 230.

[10] Bλ. τη μετάφραση (στην καθαρεύουσα) στην εφημερίδα «Νέον Άστυ», Τρίτη 29 Νοεμβρίου 1905.

[11] Το «Άστυ» θα γράψει στις 27 Απριλίου 1905 για μάχη του σώματος Ρέμπελου με «πολυάριθμη συμμορία». Η ίδια εφημερίδα θα ξαναβαφτίσει, στις 2 Μαΐου, τη «συμμορία» ως «σχισματικούς ποιμένες» που συνεργάστηκαν με «κομιτατζήδες». Τον αριθμό της φανταστικής «συμμορίας» θα ανεβάσει το «Εμπρός» της 27ης Απριλίου σε 45 άνδρες.

[12] Στο «δημοσιογραφικό πόλεμο» έπαιρνε βέβαια μέρος το σύνολο του ελληνικού τύπου, μέσα στα πλαίσια των εθνικών επιδιώξεων στη Μακεδονία. Η έκφραση «δημοσιογραφικός πόλεμος» χρησιμοποιείται από τον Ίωνα Δραγούμη, σε επιστολή του προς τον Παύλο Μελά. Εκεί μεταξύ άλλων διαβάζουμε, για την ελληνική προπαγάνδα στο εξωτερικό: «Τώρα φρόντισε να οργανώσετε πόλεμο δημοσιογραφικό στην Ευρώπη για τα ελληνικά συμφέροντα. Δηλαδή να έχετε χρήματα να αγοράζετε ξένες εφημερίδες και ανθρώπους να γράφουν». Βλ. εφημερίδα «Ταχυδρόμος Βορείου Ελλάδος» της 8ης Ιουλίου 1926.

[13] Η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (σ. 192), γράφει για «συμπλοκή» με «τέσσερις νεκρούς κομιτατζήδες». Το ίδιο σημειώνει και ο Παύλος Τσάμης (σ 253). Ο Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος (σ. 113) κάνει λόγο μόνο για ένοπλη σύγκρουση αντιπάλων σωμάτων, χωρίς να αναφέρει απώλειες. Σε αντίθεση με τους προαναφερόμενους ο Douglas Dakin (σ. 307), γράφει πως στο Λάγκενι υπήρξε ελληνική επίθεση που είχε ως αποτέλεσμα το φόνο έξι χωρικών. Προφανώς ο αριθμός των έξι νεκρών του Dakin, που συμφωνεί με τον αριθμό του Μακρή, περιλαμβάνει και τα δυο βαριά τραυματισμένα παιδιά, το τέλος των οποίων δεν είναι γνωστό.

[14] «Σκριπ» της 11ης Μαΐου 1905.

[15] Μακρής, σ. 94.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ГРЧКА АНТИМАКЕДОНСКА БОРБА – ТОМ Б ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΝΤΙΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ – ΤΟΜΟΣ Β

Από το τεύχος αυτό και σε κάθε επόμενο, θα παραθέτουμε από ένα κεφάλαιο από το νέο συνταρακτικό ιστορικό βιβλίο του Δημήτρη Λιθοξόου ,,Ελληνικός Αντιμακεδονικός Αγώνας – Τόμος Β΄, 1905-1908,,. Ακολουθεί το πρώτο κεφάλαιο με ιστορικές αλήθειες που επί έναν ολόκληρο αιώνα, το ελληνικό κράτος προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποκρύψει…(τον πρόλογο του συγγραφέα για το έργο αυτό, μπορείτε να το διαβάσετε στη НОВА ЗОРА τεύχος 63)

Колежот на ѕидарите од Корештата

Η σφαγή των χτιστάδων από τα Κορέστια

Μετά τη σφαγή στη Ζαγορίτσανη ή Ζαγκορίτσανη[1] [Загоричани/ Βασιλειάδα][2] της Καστοριάς, το μεγάλο ελληνικό ένοπλο σώμα, για να αποφύγει την καταδίωξη του οθωμανικού στρατού, διασπάται σε άλλα μικρότερα, τα οποία σκορπίζουν και λημεριάζουν στην ευρύτερη περιοχή.

Δημήτρης Λιθοξόου

Δημήτρης Λιθοξόου

Ο κρητικός υπολοχαγός Γιώργος Τσόντος (καπετάν Βάρδας) στήνει το επιτελείο του στο μεγάλο ρωμαίικο[3] χωριό Βογατσικό ή Μπογκάτσικο [Богацко][4] του καζά Καστοριάς (Костурска).

Ο κρητικός οπλαρχηγός Γιώργος Δικώνυμος (καπετάν Μακρής), με τους άντρες του, βρίσκει κατάλυμα νότια, στο χωριό Δριάνοβο ή Ντριάνοβο [Дрјаново / Δρυόβουνο][5] του καζά Ανασελίτσας ή Νασελίτσας [Населичка].

Κι ενώ η είδηση για τη Ζαγκορίτσανη κάνει τον πολιτισμένο κόσμο να παγώσει από την ελληνική θηριωδία, ο εμπνευστής της[6], μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, ζητάει με επιστολή που στέλνει στο Βάρδα «και άλλο αίμα». Τον ειδοποιεί πως μια ομάδα χτιστάδων από τα χωριά των Κορεστίων [Корешта], που ετοιμάζεται να πάει να βρει δουλειά στη Θεσσαλία, θα περάσει από τα μέρη που εκείνος λημεριάζει. Χαρακτηρίζει τους οικοδόμους, «κομιτατζήδες»[7] και ζητάει από τον έλληνα αξιωματικό να τους πιάσει και να τους εκτελέσει.

Με τη σειρά του ο Βάρδας στέλνει γράμμα στον Μακρή, που είναι στο Ντριάνοβο, τον ενημερώνει για όσα γράφει ο Καραβαγγέλης και τον διατάζει να πάει αυτός να βρει τους χτιστάδες και να τους «αποκεφαλίσει».

Ο Μακρής, μόλις νυχτώνει, παίρνει τους είκοσι άντρες του και κατευθύνεται νοτιοανατολικά. Περνάει έξω από τη Σέλιτσα [Селица / Εράτυρα][8] και μετά ανεβαίνει στο Κοντσικό ή Κόνσκο [Конско / Γαλατινή].[9] Εκεί βρίσκει το δάσκαλο του χωριού, που του δείχνει πού πρέπει να στήσει καρτέρι για να τους πιάσει. Η ενέδρα στήνεται το πρωί της 1 / 14ης Απριλίου.[10]

Ο Μακρής πιάνει έντεκα Μακεδόνες, δέκα από τη Ζουπάνιστα [Жупаништа / Άνω Λεύκη][11] και έναν από το Γκάμπρεσι ή Γκάμπρες [Габреш / Γάβρος][12] της Καστοριάς, μαζί με τα πέντε άλογα που έχουν αυτοί μαζί τους. Το απόγευμα, ένας από τους δεμένους αιχμαλώτους λύνεται και καταφέρνει να φτάσει κυνηγημένος στο Κόνσκο. Εκεί βρίσκει έναν τούρκο δραγάτη (αγροφύλακα) από τη Σιάτιστα [Шатиста],[13] που περνάει τυχαία από κει και ζητάει την προστασία του. Ο Μακρής φτάνει ύστερα από λίγο. Παίρνει με το ζόρι το φυγάδα από το δραγάτη. Του δίνει μάλιστα και γράμμα προς την οθωμανική διοίκηση στη Σιάτιστα, με το οποίο και αναλαμβάνει την ευθύνη για την πράξη. Στη συνέχεια επιστρέφει στους άλλους αιχμαλώτους, που τους ανακρίνει, με βασανιστήρια.

Γεώργιος Δικώνυμος – Μακρής

Γεώργιος Δικώνυμος – Μακρής

Δυο αδέλφια από τη Ζουπάνιστα, ο Ναούμ και ο Λάζος Αποστολίδης (όπως είναι το εξελληνισμένο του επώνυμο) παρακαλάνε για τη ζωή τους, λέγοντας πως ο ένας είναι γαμπρός του Δημήτρης Νταλίπη (οπλαρχηγού της ελληνικής οργάνωσης) και οι δύο δε είναι γνωστοί του δεσπότη Καστοριάς. Το βράδυ ο Μακρής οδηγεί τους Μακεδόνες, εκτός από τους δύο προαναφερόμενους που τους κρατάει για περαιτέρω εξακρίβωση, σε μια ρεματιά για να τους ξεπαστρέψει. Μέσα στο σκοτάδι, ένας κατορθώνει να ξεφύγει. Οι Έλληνες σκοτώνουν στη ρεματιά επτά κι αφήνουν, νομίζοντας πως είναι σκοτωμένος, έναν βαριά τραυματισμένο (εκείνον από το Γκάμπρες).

Ο Μακρής γράφει πως τους τουφέκισαν.[14] Ο Θύμιος Καούδης λέει πως τους λήστεψαν και ύστερα τους έσφαξαν. Σφάζοντας μάλιστα έναν, έσπασε το σπαθί του Μακρή, σπαθί που του το είχε χαρίσει στην Αθήνα ο έλληνας αξιωματικός Γιώργος Κολοκοτρώνης.[15]

Το πρωί ο Μακρής επιστρέφει με τους άντρες του και τους δυο αιχμαλώτους στο Ντριάνοβο. Ο Μακρής πηγαίνει μετά στη μονή Σισανίου, όπου συναντάει τον Βάρδα και τον ενημερώνει για τη σφαγή και για τους δυο, από τη Ζουπάνιστα, που κρατάει. Στη συνέχεια επικοινωνούν με τον Καραβαγγέλη, ο οποίος τους λέει να αφήσουν τους αδελφούς Αποστολίδη, γιατί «είναι δικοί μας». Τελικά ο Μακρής τους αφήνει ελεύθερους, αφού όμως πρώτα τους «ελευθερώνει» και από τις είκοσι λίρες που έχουν επάνω τους.[16]

Στις 11 Απριλίου η εφημερίδα «Εμπρός»[17], με τη γνωστή καθυστέρηση της εποχής όσον αφορά τις ειδήσεις, «ενημερώνει» τους αναγνώστες της, πως κοντά στο χωριό «Κοντσικό» έγινε συμπλοκή ανάμεσα στο σώμα του Μακρή και μιας «βουλγάρικης συμμορίας».[18] Κατά τη σύγκρουση αυτή σκοτώθηκαν δύο Έλληνες και τραυματίστηκαν τέσσερις. Η «συμμορία» κατά το «Εμπρός» είχε επτά νεκρούς, ενώ πιάστηκαν και τέσσερις αιχμάλωτοι. Οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή.

Για σύγκρουση με κομίτες, έγραψαν και οι άλλες εφημερίδες.[19] Τα ψέματα[20] του ελληνικού τύπου διαψεύσθηκαν όμως, λίγους μήνες αργότερα από μια ελληνική εφημερίδα, το «Νέον Άστυ», όταν αναδημοσίευσε μεταφρασμένα, προφανώς για λόγους δημοσιογραφικού ανταγωνισμού, ορισμένα επίσημα έγγραφα βρετανών διπλωματών, από την επίσημη αγγλική εκδοτική σειρά που ήταν τότε γνωστή και ως Blue Books Κυανή Βίβλος στα ελληνικά).

Το Габреш – Γκάμπρεςς σήμερα...Έρημο...

Το Габреш – Γκάμπρεςς σήμερα...Έρημο...

Στις 28 Νοεμβρίου 1905 λοιπόν, το «Νέον Άστυ» δημοσιεύει ένα έγγραφο του πρόξενου της Βρετανίας στο Μοναστήρι McGregor, με ημερομηνία 13 / 26 Απριλίου 1905, προς τους ανωτέρους του, όπου αποκαλύπτει τι έγινε στο Κόνσκο. Εδώ οι έντεκα από τα Κορέστια, χαρακτηρίζονται άοπλη ομάδα χτιστάδων που πήγαινε να δουλέψει στη Λάρισα, και περιγράφεται η σύλληψη, ο βασανισμός τους, ο φόνος των επτά και η τύχη των άλλων. Καταλήγει μάλιστα λέγοντας πως ο αρχηγός των Ελλήνων, δηλαδή ο Μακρής, «φορούσε ελληνική στρατιωτική στολή και τα χαρακτηριστικά του τα περιέγραψε με λεπτομέρειες αυτός που κατόρθωσε να διαφύγει».

1.Zagoričani. Και Ζαγοριτσάνη ή Ζαγορίτσανη στις ελληνικές πηγές. Μεγάλο χριστιανικό μακεδονικό χωριό της περιοχής Πόπολε (Popole) του καζά Καστοριάς. Πριν το Ίλιντεν τα 2/3 του χωριού είχαν προσχωρήσει στην εξαρχία. Οι κάτοικοί του πρωτοστάτησαν στην αυτονομιστική επανάσταση. Τα αντίποινα των Οθωμανών υπήρξαν σκληρά. Στις 15 Αυγούστου 1903 η Ζαγκορίτσανη κάηκε από τον στρατό και αρκετοί χωρικοί σκοτώθηκαν. Στις 25 Μαρτίου 1905 το χωριό δέχτηκε τη μεγαλύτερη επίθεση που πραγματοποίησαν τα ελληνικά σώματα, κατά τη διάρκεια του αντιμακεδονικού αγώνα. Σχεδόν 200 μισθοφόροι, υπό την ηγεσία ελλήνων αξιωματικών, σκότωσαν περισσότερα από πενήντα άτομα (μεταξύ των οποίων υπήρχαν γέροι, γυναίκες και παιδιά) και έκαψαν όσα σπίτια και αποθήκες είχαν απομείνει όρθια από το Ίλιντεν. Τα σώματα αναχώρησαν μόνο όταν πλησίασε ο οθωμανικός στρατός. Η σφαγή στη Ζαγκορίτσανη σκόρπισε φρίκη σε όλη την Ευρώπη και αποκάλυψε τις αληθινές προθέσεις της ελληνικής εμπλοκής στο μακεδονικό ζήτημα. Μεταξύ των ετών 1906-1913 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές «εθνικά Μακεδόνες» έντεκα άτομα. Το 1912 υπήρχαν στη Ζαγκορίτσανη περίπου 2.300 άτομα. Με τη

Αντάρτικο σώμα του Γεώργιου Τσόντου – Βάρδα

Αντάρτικο σώμα του Γεώργιου Τσόντου – Βάρδα

συνθήκη της Νεϊγύ, πολλές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στα σπίτια τους 32 οικογένειες χριστιανών προσφύγων από τον Πόντο. Το 1928 μετονομάστηκε Βασιλειάς. Το 1928 ζούσαν στη Ζαγκορίτσανη περίπου 700 Μακεδόνες και 100 πρόσφυγες. Κατά τον εμφύλιο πόλεμο σκοτώθηκαν 62 κάτοικοι του χωριού. Με τη λήξη των εχθροπραξιών 242 άτομα κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

2.Μέσα σε αγκύλη αναγράφονται τα παλαιά ονόματα των χωριών στη μακεδονική γλώσσα και στη συνέχεια, με ελληνικά, οι (για εθνικούς λόγους) μετονομασίες τους από την ελληνική διοίκηση.

3.Τους αναφερόμενους σε άλλα έργα μου ως «ελληνόφωνους» της Μακεδονίας, χαρακτηρίζω εδώ, καθώς αυτό ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα, ως «Ρωμιούς». Έτσι εξάλλου και αυτοπροσδιορίζονταν. Η μητρική γλώσσα των Ρωμιών της Μακεδονίας είναι η βόρεια διάλεκτος της ρωμαίικης γλώσσας. Η ρωμαίικη γλώσσα (Romaic στη διεθνή βιβλιογραφία και Rumca στα τουρκικά) απαγορεύτηκε, με άρθρο στο Ελληνικό Σύνταγμα του 1911, να χρησιμοποιείται στις δημόσιες υπηρεσίες. Η σημερινή γλώσσα που ονομάζεται «νέα ελληνική», είναι μια κατασκευασμένη διαχρονικά γλώσσα, από το εκπαιδευτικό σύστημα του ελληνικού κράτους, με ένα λεξιλόγιο κατά τα 2/3 νεκραναστημένων λέξεων, που οι φιλόλογοι άντλησαν από τα λεξικά της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Οι «Ρωμιοί» είναι μια πολιτισμική και όχι μια εθνική κοινότητα. Από την άλλη, χαρακτηρίζονται εδώ εθνικά «Έλληνες» οι αρχηγοί και τα μέλη των ένοπλων μισθοφορικών ομάδων που, ανεξάρτητα από τη μητρική τους γλώσσα, μάχονται στη Μακεδονία για να υλοποιήσουν τα σχέδια του Ελληνικού Βασιλείου. Γι’ αυτό σε όλο το έργο γίνεται λόγος για «ρωμαίικα» χωριά, αλλά για «ελληνικές» ένοπλες μισθοφορικές ομάδες ή σώματα (ή συμμορίες όπως αυτοαποκαλούνται).

4.Vogaciko ή Bogacko. Στα ελληνικά Βογατσικό(ν). Χριστιανικό χωριό του ναχιγιέ Χρούπιστα (Hrupišta) του кαζά Καστοριάς. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 2.350 πατριαρχικοί Ρωμιοί.

5.Drjanovo. Δριάνοβο(ν) και Δρυάνοβο(ν) στις ελληνικές πηγές. Χωριό του καζά του καζά Ανασελίτσας. Οι κάτοικοί του ήταν πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 660 άτομα. Το 1927 ο οικισμός μετονομάζεται Δρυόβουνο και το 1940 Δρυόβουνον.

6.Οι πρεσβευτές της Ρωσίας και της Αυστρίας κατήγγειλαν στην Υψηλή Πύλη τους μητροπολίτες Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, Πελαγωνείας Ιωακείμ Φορόπουλο και Σισανίου Σεραφείμ Σκαρούλη, «ως συμπράττοντες μετά των ελληνικών συμμοριών της Μακεδονίας και ως ηθικούς αυτουργούς της καταστροφής» του χωριού Ζαγκορίτσανη. Βλ. Εφημερίδα «Ακρόπολις», Τρίτη, 19 Απριλίου 1905.

Σχολείο στο Жупаништа – Ζζουπάνισστα (Λέυκη Καστοριάς)

Σχολείο στο Жупаништа – Ζζουπάνισστα (Λέυκη Καστοριάς)

7.Ο Βάρδας σημειώνει πως οι Έλληνες έλεγαν «κομίτες» τους αντάρτες και «κομιτατζήδες» τους φιλικά προσκείμενους στους «κομίτες. Βλ. Αρχείο Τσόντου-Βάρδα, φάκελος 6.

8.Selica, Selce, Selsko. Σέλιτσα, Σέλτζε και Σιέλτσα στα ελληνικά κείμενα. Χωριό του ναχιγιέ Σιάτιστα ή Σάτιστα (Šatista) του καζά Ανασελίτσας. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 2.600 πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Κατωχώρι και το 1928 Εράτυρα.

9.Konsko. Κόνσκο, Κοντσικό(ν) και Κωντσικό(ν) στις ελληνικές πηγές. Χωριό του ναχιγιέ Σιάτιστα ή Σάτιστα του καζά Ανασελίτσας. Οι κάτοικοί του ήταν πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1912 κατοικούσαν εδώ σχεδόν 1.000 άτομα. Ο οικισμός μετονομάζεται Γαλατινή το 1927.

10.Την εποχή εκείνη για τις ορθόδοξες εκκλησίες ίσχυε το παλαιό (Ιουλιανό) ημερολόγιο, ενώ για τους καθολικούς το νέο (Γρηγοριανό). Τα δυο ημερολόγια έχουν μεταξύ τους 13 ημέρες διαφορά. Έτσι η 1η Απριλίου του παλαιού ημερολογίου, είναι η 14η του νέου ημερολογίου. Όλες οι ημερομηνίες των ελληνικών εφημερίδων και των εγγραφών των ελληνικών προξενείων, το εξεταζόμενο εδώ διάστημα 1905-1908, είναι με το παλαιό ημερολόγιο. Στην Ελλάδα το νέο ημερολόγιο καθιερώθηκε το Μάρτιο του 1924.

11.Županišta. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Ζουπάνιστα και Ζιουπάνιστα. Χριστιανικό μακεδονικό χωριό της περιοχής Κορεστίων (Korešta) του καζά Καστοριάς. Η Ζουπάνιστα συμμετείχε στην επανάσταση του Ίλιντεν και κάηκε γι’ αυτό από τον οθωμανικό στρατό. Τότε κάηκαν τα 120 σπίτια του χωριού και σκοτώθηκαν δώδεκα άτομα. Το 1912 και το 1928 ζούσαν αντίστοιχα εδώ περίπου 550 και 500 άτομα. Πολλοί κάτοικοι του χωριού κατέφυγαν στο τέλος του εμφυλίου στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Άνω Λεύκη. Μεταπολεμικά το χωριό ερήμωσε, όταν όσοι είχαν απομείνει στη Ζουπάνιστα μετοίκησαν κυρίως στο Όρμαν και την Καστοριά.

12.Gabreš. Στα ελληνικά το βρίσκουμε σαν Γκάμπρες, Γκαμπρές, Γκαμπρέσι, Γαβρέσι, Γάβρεση, Γαβρέσιον. Χριστιανικό χωριό της περιοχής Κορεστίων του καζά Καστοριάς. Πολλοί από το Γκάμπρες συμμετείχαν στην επανάσταση του Ίλιντεν. Μεταξύ των ετών 1906-1912 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» πέντε άτομα. Ο πληθυσμός του το 1912 ήταν περίπου 650 εξαρχικοί Μακεδόνες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάζεται Γάβρος. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, αρκετοί κάτοικοί του γίνονται πολιτικοί πρόσφυγες.

13.Šatista, Satista, Sačišta. Και Σιάτιστα στα ελληνικά. Έδρα του ομώνυμου ναχιγιέ, του καζά Ανασελίτσας. Οι κάτοικοί του οικισμού ήταν πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 6.300 άτομα.

14.Μακρής, σ. 92

15.Καούδης, σ. 100

16.Τα ονόματα των δύο αδελφών και κάποιες πληροφορίες για την πράξη βρίσκονται στις σημειώσεις του Βάρδα. Εκεί υπάρχει και επιστολή του Κ. Κατσιά από τη Γαλατινή, με ημερομηνία 11 Ιουνίου 1930, όπου θυμίζει στον Βάρδα, πως ο Μακρής είχε φτάσει εκεί με δεκαεπτά άνδρες για να συλλάβει αυτούς που πήγαιναν στη Θεσσαλία. Κατά την αιχμαλωσία τους γράφει «συνέβησαν πολλά επεισόδια», τα οποία αφορούν την ιστορία του χωριού, η δε «περιγραφή τους απαιτεί πολύ χρόνο και κόπο». Βλ. Αρχείο Τσόντου-Βάρδα, φάκελος 6.

17.Ο διευθυντής της αθηναϊκής εφημερίδα «Εμπρός» Δημήτρης Καλαποθάκης ήταν και πρόεδρος του Ελληνικού Μακεδονικού Κομιτάτου, χωρίς αυτό να είναι δημόσια γνωστό. Του Κέντρου δηλαδή που στρατολογούσε και χρηματοδοτούσε (με τη συνδρομή του ελληνικού κράτους, αλλά και ιδιωτών) τις ελληνικές ένοπλες μισθοφορικές ομάδες που δρούσαν στη Δυτική Μακεδονία. Τα γραφεία του Εμπρός στην Αθήνα ήταν ταυτόχρονα και κέντρο στρατιωτικών επιχειρήσεων. Όλες οι πληροφορίες των ελλήνων αξιωματικών και οπλαρχηγών, που δρούσαν στη Δυτική Μακεδονία, περνούσαν πρώτα από τα χέρια του Καλαποθάκη. Οι σφαγές και οι δολοφονίες που πραγματοποιούσαν οι Έλληνες εκεί, ήταν όλες γνωστές στο Εμπρός. Γι’ αυτό και οι «ειδήσεις» για τα μακεδονικά πράγματα που δημοσιεύονταν σε αυτή την εφημερίδα, όταν παραποιεί ή αντιστρέφει τα γεγονότα, δεν οφείλονται σε λάθος πληροφόρηση, αλλά εντάσσονται στον πόλεμο της προπαγάνδας, που έδινε το ελληνικό κομιτάτο. Σε αυτό το ιδεολογικό μέτωπο, που σφυρηλατούσε το εθνικό φρόνημα στο εσωτερικό της χώρας και προσπαθούσε να επηρεάσει την κοινή γνώμη στο εξωτερικό, το λεξιλόγιο των αρθογράφων, είναι παρόμοιο με εκείνο των πολεμικών ανακοινωθέντων.

Οι πέντε πρώτες σε κυκλοφορία ελληνικές εφημερίδες ήταν κατά σειρά, το Μάιο του 1905, οι: Χρόνος, Εμπρός, Καιροί, Σκριπ και Ακρόπολις. Το Εμπρός ήταν πρώτο σε κυκλοφορία στην Αθήνα.

18.Ο ελληνικός τύπος της εποχής, όταν αναφέρεται σε πολιτικά αυτονομιστές και σε θρησκευτικά εξαρχικούς Μακεδόνες τους χαρακτηρίζει «Βούλγαρους», όταν δε αναφέρεται σε εκκλησιαστικά πατριαρχικούς Μακεδόνες τους ονομάζει «Έλληνες». Ένα μακεδονικό χωριό, όταν είναι εξαρχικό, ονομάζεται «βουλγάρικο». Όταν όμως το ίδιο, τρομοκρατημένο από τη δράση των ελλήνων μισθοφόρων, δηλώνει υποταγή στο Πατριαρχείο, βαφτίζεται διά μαγείας «ελληνικό». Αυτή ήταν η ελληνική ορολογία της εποχής και σε αυτή έχουν επιστρέψει ξανά οι σύγχρονοι έλληνες μακεδονολόγοι.

19.Στις 10 Απριλίου η εφημερίδα «Αθήναι» γράφει πως παρά το χωριό «Κούντσικο» δόθηκε μεγάλη μάχη ανάμεσα στο σώμα του Μακρή και σε ληστές «Βούλγαρους». Σύμφωνα με την «είδηση», έξι ληστές σκοτώθηκαν, ενώ οι άλλοι το έσκασαν για να σωθούν. Στις 13 Απριλίου η εφημερίδα «Καιροί», γράφει για σύγκρουση στο ίδιο μέρος, ανάμεσα στην ομάδα του Μακρή και εικοσαμελή συμμορία, που κράτησε πέντε ώρες. Το αποτέλεσμα της «μάχης», σύμφωνα με την εφημερίδα, ήταν δυο νεκροί και πέντε ελαφρά τραυματίες από την πλευρά των Ελλήνων, ενώ οι αντίπαλοι άφησαν φεύγοντας έξι νεκρούς και δύο που αιχμαλωτίσθηκαν.

20.Ο Σταμάτης Ράπτης πλάθει στην «Ιστορία» του (σ. 469) ένα παραμύθι για «μια σπείρα λαθρεμπόρων όπλων» που συνεργάζεται με τους κομίτες, τους οποίους συλλαμβάνει ο Μακρής κοντά στο «Κοντσικό». Κατά τον έλεγχο που τους κάνει, βρίσκει σε μεγάλα κοφίνια με φρούτα που έχουν μαζί τους, να υπάρχουν μέσα κρυμμένα όπλα. Τους ζητάει εξηγήσεις γι’ αυτό και καθώς δεν παίρνει πειστικές εξηγήσεις τους «τιμωρεί παραδειγματικά».


δεν επιτρέπονται τα σχόλια

КОНФЕРЕНЦИЈАТА НА МАКЕДОНСКАТА РЕВОЛУЦИОНЕРНА ОРГАНИЗАЦИЈА ВО СЕЛОТО ЗАГОРИЧАНИ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΖΑΓΚΟΡΙΤΣΣΑΝΙ

Η κορύφωση της Μεγάλης Εκστρατείαςτου ιδεολόγου του μακεδόνικου επαναστατικού κινήματος, Γκότσε Ντέλτσσεβ, πραγματοποιήθηκε με την επίσκεψη στην περιοχή του Κόστουρ, ιδιαίτερα με του περιφερειακού συνεδρίου του ΒΜΡΟ στις αρχές του 1902 στο χωριό Ζαγκορίτσσανι

Η ανάπτυξη του μακεδόνικου επαναστατικού κινήματος από τις αρχές του 20ου αιώνα συνέβαλε στο να καθιερωθεί το ΒΜΡΟ ως σοβαρός

Γκότσε Ντέλτσσεβ

Γκότσε Ντέλτσσεβ

παράγοντας στις κοινωνικο-πολιτικές διαδικασίες στην οθωμανική Μακεδονία. Η Οργάνωση είχε καταφέρει να διαλύσει εν μέρει τους τότε κανονισμούς των τυπικών κυριάρχων και των συμφερόντων των προπαγανδιστικών μηχανισμών που καραδοκούσαν για να αρπάξουν εδάφη και πληθυσμό της Μακεδονίας. Με τον τρόπο αυτό, προσέλκυσε πάνω της το θυμό και την εχθρότητα της οθωμανικής εξουσίας, όπως και των νεαρών βαλκανικών εθνών-κρατών (Ελλάδα, Βουλγαρία και Σερβία). Ως αποτέλεσμα αυτών των διαδικασιών, την περίοδο αυτή παρατηρήθηκαν συχνότερες προσπάθειες ερχομού βαρχοβιστικών ομάδων σε περιοχές της Μακεδονίας και μεγάλος αριθμός σαμποταρισμάτων που σοβαρά διετάραξαν την οργανωτική δομή του ΒΜΡΟ. Μέσα σε τέτοιες περιστάσεις ο Γκότσε Ντέλτσσεβ αποφάσισε να εκτελέσει αναδιοργάνωση και επιθεώρηση σε περισσότερες περιοχές, με σκοπό επί τόπου να βοηθήσει την ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος.

Προς τα τέλη Αυγούστου του 1901, ο Ντέλτσσεβ ξεκίνησε την περιοδεία του στην οθωμανική Μακεδονία ή στην ιστορία γνωστότερη ως „Μεγάλη Εκστρατεία“. Στην αρχή επισκέφτηκε τις περιοχές Μαλεσσέβια και Ραντόβισσκο (σημερινή ανατολική Δημ.Μακεδονίας). Από εκεί πέρασε τον ποταμό Βάρνταρ και επισκέφτηκε τις πόλεις Καβάνταρτσι και Νεγκότινο και μέσω της περιοχής Τικφέσσιια πέρασε στην περιοχή του Πρίλεπ, δηλαδή στον Επαναστατικό Κύκλο της Μπίτολα. Οι οθωμανικές αρχές αισθανόμενες από την αρχή την παρουσία του ανάμεσα στο μακεδόνικο πληθυσμό και παρόλους τους συνεχείς εκδιωγμούς και απασχόληση μεγάλου αριθμού χαφιέδων, προσέφεραν αμοιβή 1.000 λιρών για οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με τις κινήσεις του. Παρόλα όμως τα μέτρα που λήφθηκαν από πλευράς των Οθωμανών, ο Ντέλτσσεβ, κατά την παραμονή του στη Μπίτολα, δύο φορές συναντήθηκε με το Ντάμε Γκρούεβ, ο οποίος εκείνο το διάστημα βρισκόταν στη φυλακή. Για το πόσο πολυμήχανος ήταν ο Γκότσε, είχε γράψει στα απομνημονεύματά του ο σύγχρονός του, Ρίστο Σιλιάνοβ: „Όταν ο στρατός νόμιζε ότι πολεμάει με το Γκότσε, εκείνος, μεταμφιεσμένος σε χωρικό κάνει βόλτες στην κοντινή πόλη ή ταξιδεύει στο βασιλικό δρόμο, ανακατεμένος με χωρικούς και εμπόρους του παζαριού.  Γνώστης των τουρκικών μεθόδων εκδίωξης και πιστεύοντας στην τουρκική τύφλα, ο Ντέλτσσεβ ήξερε πως να μπερδεύει τα διωκτικά σώματα με γρήγορες και έξυπνες μανούβρες… Κάποιοι ίσως σκέφτονταν ότι ο Γκότσε εμφανίζεται και εξαφανίζεται ως μετεωρίτης στις περιοχές, χωρίς να αφήνει πίσω του ίχνη“.

Στη Μπίτολα παρέμεινε τρεις βδομάδες, όπου είχε συναντήσεις με εκπροσώπους της τοπικής Επιτροπής της Οργάνωσης, αλλά και με μεγάλο αριθμό κατοίκων της γύρω περιοχής. Είχε συνείδηση για τη πιθανότητα βεβιασμένης επανάστασης και με επιχειρήματα προσπαθούσε να πείσει τα μέλη της τοπικής Επιτροπής ότι „η επανάσταση είναι μέσο και όχι στόχος“. Με την ευκαιρία αυτή και με γνώση του Ντάμε Γκρούεβ, είχε αναδιοργανώσει την τοπική Επιτροπή, στην οποίας την σύνθεση είχαν βρεθεί οι: Γκιόργκι ΠοπΧρίστοβ, Γκιόργκι Σούγκαρεβ, Άτσε Ντόρεβ, Άναστας Λοζάντσσεβ, Γκιόργκι Πέσσκοβ και ΝέντελκοΝταμιάνοβ. Επίσης, είχε πληροφορήσει και τους ηγέτες του ΒΜΡΟ της Μπίτολα για την εξέλιξη της κατάστασης με την απαγωγή της Μις Στόουν.

Επόμενη φάση του προγράμματος του Ντέλτσσεβ ήταν η περιοχή του Κόστουρ (Καστοριά). Στο Κόστουρσκο κατέφτασε μέσω της περιοχής του Λέριν (Φλώρινα) όπου είχε συναντηθεί με την τσσέτα (ένοπλη ομάδα) του βόιβοντα Μάρκο Λέρινσκι και η οποία τον συνόδευε κατά την περίοδο παραμονής του στις δύο αυτές περιοχές. Σύμφωνα με τον ιστορικό Ντίμιταρ Ντίμεσκι, οι στόχοι της αποστολής του Γκότσε στο Κόστουρσκο ήταν οι εξής:1.Αναδιοργάνωση της οργανωτικής δομής, 2.Εξάπλωση της βάσης του μακεδόνικου εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, 3.Δημιουργία της περιοχής του Κόστουρ ως κύρια βάση του μακεδόνικου απελευθερωτικού αγώνα, μέσω εξάλλειψης των ενισχυμένων ελληνικών φιλοδοξιών, 4.Δημιουργία κατάλληλης βάσης διατήρησης υπάρχοντων και άνοιγμα νέων καναλιών μεταφοράς οπλισμού που αγόραζε το κίνημα κυρίως από το Ελληνικό Βασίλειο.

Επαναστατική τσσέτα της περιοχής Κόστουρ

Επαναστατική τσσέτα της περιοχής Κόστουρ

Ο Ντέλτσσεβ στην περιοχή του Κόστουρ έφτασε το δεύτερο μισό του Νοεμβρίου του 1901. Πρώτος του σταθμός ήταν το χωριό Κονόμλαντι (σήμερα Μακροχώρι), όπου συγκεντρώθηκε μεγάλος αριθμός επαναστατών της περιοχής, αλλά και εκπρόσωποι της οργάνωσης άλλων περιοχών. Καθόλη την αποστολή του, ο Ντέλτσσεβ συνοδευόταν από τον Ίβαν Μανόλεβ και την τσσέτα του Μάρκο Λέρινσκι (13 άντρες), ενώ στο Κονόμλαντι συνοδεύονταν από τους υπεύθυνους της περιοχής: Λάζαρ Μόσκοβ, Βάσιλ Τσσακαλάροβ, Πάντο Κλιάσσεβ, Κούζο Στέφοβ, όπως και από την τσσέτα της περιοχής, το μέλος της επιτροπής της ευρύτερης περιοχής Γκιόργκι Πέσσκοβ και τον Σλαβέικο Άρσοβ, αργότερα βόιβοντα του Ρέσεν κ.α. Στην συνάντηση με τους χωρικούς, ο Γκότσε άκουσε τα καθημερινά τους προβλήματα και δυσκολίες και προσπάθησε να τα λύσει σύμφωνα με τους κανόνες της Οργάνωσης. Τότε, για πρώτη φορά στην περιοχή, αποφασίστηκε τις δικαστικές υποθέσεις να τις επιλύσει η επιτροπή της οργάνωσης του Κόστουρ και στους χωρικούς απαγορεύτηκε να πηγαίνουν στα οθωμανικά δικαστήρια. Ενδιαφέρουσα μαρτυρία για τα δικαστήρια των χωριών έδωσε στα απομνημονεύματά του ο Άρσοβ, όπου είχε τονίσει: „Στο Κονόμλαντι, Κόστουρσκο, ο Ντέλτσσεβ επέτρεψε σε όλους τους χωρικούς να παραπονεθούν μπροστά του για οτιδήποτε, ακόμη και για την τσσέτα. Και εμφανίστηκαν όλοι οι κάτοικοι, υπήρχαν υποθέσεις για διαζύγιο, για κλοπή, για καυγάδες μεταξύ γυναικών, επειδή είχαν πειστεί ότι  οι υποθέσεις τους λαμβάνουν την προσοχή που απαιτείται. Αυτό διέρκησε τέσσερις ημέρες. Ο Ντέλτσσεβ καθόταν με τους ηγέτες της περιοχής ως πρόεδρος. Οι ηγέτες της περιοχής ρωτούσαν, αυτός άκουγε, συμβουλευόντουσαν μεταξύ τους και έβγαζε συμπεράσματα, τα ανακοίνωνε στους κατοίκους και αμέσως γίνονταν συμφιλιώσεις κτλ… Μετά από έξι μέρες έλαβε χώρα η γενική συνέλευση όλου του χωριού, στην εκκλησία και εκεί τους παρουσιάστηκε ο νέος κανονισμός: απαγόρευση εκδικάσεων σε τουρκικά δικαστήρια, απαγόρευση κλοπών, πορνείας, μέθυσης, διαστροφής, επιβαλόταν υπακοή προς το διοικητικό σώμα του χωριού κ.α. Όλα προφορικά, δεν είχε γραφτεί στο σύνταγμα. Δόθηκε διαταγή ότι έγινε στο χωριό να παραμείνει μυστικό και να μην συζητηθεί σε άλλο χωριό. Όλα αυτά, η τσσέτα, η γενική συνέλευση, το δικαστήριο, για μένα ήταν κάτι το καινούργιο…“.

Το Ζαγκορίτσσανι κάποτε...

Το Ζαγκορίτσσανι κάποτε...

Βαφτίστηκε μεγάλος αριθμός αντρών του χωριού και επίσης συστάθηκε και νέο διαχειριστικό σώμα με περισσότερους υπευθύνους. Στους παρεβρισκομένους στις συναντήσεις αυτές, ο Γκότσε αναλυτικά περιέγραψε την κατάσταση στην οθωμανική Μακεδονία και την κατάσταση στο επαναστατικό κίνημα. Συζητήθηκε επίσης το θέμα του προδότη Κότε Χρίστοβ (σήμερα Κώτας) και των συνεργατών του, όπως και για άλλους τοπικούς προδότες και χαφιέδες. Μετά την παραμονή του στο Κονόμλαντι, με συνοδεία των επαναστατών του Κόστουρ, επισκέφτηκε τα χωριά Ποζντίβισστα, Ντ΄μπενι, Σμ΄ρντεςς,  Ντρενόβενι, Βίσσενι, Τσσερέσσνιτσα κ.α. (σήμερα Χαλάρα, Δενδροχώρι, Κρυσταλοπηγή, Κρανιώνας, Βυσσινιά, Πολυκέρασο). Η παρουσία του Ντέλτσσεβ συνέβαλε στην επαναφορά της εμπιστοσύνης του πληθυσμού στην Οργάνωση ή όπως είχε γράψει ο Νικόλοβ στα απομνημονεύματά του: „να επιστρέψει το θάρρος και να ξεκινήσει ένα μαζικό αφιέρωμα“.  Είχαν επίσης τιμωρηθεί πολλοί τοπικοί παράνομοι και απόβλητοι. Όλες οι τοπικές επιτροπές αναδιοργανώθηκαν. Σε όλα τα χωριά που επισκέφτηκε ο Γκότσε είχαν λάβει χώρα γενικές συνελεύσεις, όπου είχε μιλήσει για την σπουδαιότητα του κινήματος. Εκλέχτηκαν νέα ηγετικά σώματα, στα οποία είχε εξηγηθεί το πως να ενεργούν στο μέλλον. Είχαν ελεγχθεί αναλυτικά οι λογαριασμοί των επιτροπών, οι οποίοι ως τότε διατηρούνταν άτακτα και για το γεγονός αυτό ο Κλιάσσεβ είχε δηλώσει: „Ο Ντέλτσσεβ μας έδειξε πως να λειτουργούμε τους λογαριασμούς“. Στο χωριό Σμ΄ρντεςς είχε συσταθεί επιτροπή γυναικών με σκοπό να βοηθάει στην συγκέντρωση ρουχισμού, στις υπηρεσίες αγγιελιοφώρων, στο κρύψιμο ατόμων της οργάνωσης κ.α.

Μετά την περιοδεία στα χωριά του βόρειου τμήματος της περιοχής του Κόστουρ  (Κορέσστατα και Πόπολε), στα τέλη Δεκέμβρη 1901, ο

Ηγεσία επαναστατών του Κόστουρ

Ηγεσία επαναστατών του Κόστουρ

Ντέλτσσεβ με την συνοδεία των υπευθύνων της περιοχής, κατέφτασαν στο μεγάλο μακεδόνικο χωριό Ζαγκορίτσσανι (Βασιλειάδα). Ενώ περίμεναν να φτάσουν και οι υπόλοιποι οργανωτικοί εκπρόσωποι στο χωριό, μέρος των υπευθύνων του Κόστουρ έκαναν περιοδεία στα γύρω χωριά. έτσι, π.χ. ο Πάντο Κλιάσσεβ στα απομνημονεύματά του αναφέρει ότι αυτός έκανε συνέλευση στο χωριό Μπόμπισστε (σήμερα Βέργα) „όπου τσσέτα δεν είχε πατήσει και το ίδιο στο Μπ΄μποκι και Κουμανίτσσεβο (σήμερα Σταυροπόταμος και Λιθιά), όπου επίσης για πρώτη φορά έμπαινε τσσέτα“. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με αναφορές του Μίχαηλ Νικόλοβ, στις τάξεις του ΒΜΡΟ είχαν ενταχθεί πολλοί χωρικοί, μαζεύτηκαν πολλά χρήματα, ενώ ο Μάρκο Λέρινσκι στους νέους του χωριού έδειξε βασικές δεξιότητες χειρισμού των όπλων.

Στο μεταξύ είχε ληφθεί απόφαση εξολόθρευσης στην πόλη Κόστουρ του προδότη Τράγιαν.   Για την εκτέλεση της απόφασης είχε επιλεχθεί κάποιος Ρίστο από την πόλη Λέριν, άντρας της τσσέτας του βόιβοντα Μάρκο Λέρινσκι. Η επιθυμία και το θάρρος του Ρίστο για την εκτέλεση της πράξης είχαν χαιρετηθεί και από το Ντέλτσσεβ, ο οποίος τότε του είχε απευθυνθεί με τα παρακάτω λόγια: „Μπράβο γενναίε, έλα να σου σφίξω το χέρι και να σε χαιρετήσω, τέτοιοι χρειάζονται στη μητέρα Μακεδονία“. Στις αρχές Γενάρη ο Ρίστο με επιτυχία εκτέλεσε την αποστολή, αλλά κατά την επιστροφή του από το Κόστουρ συνάντησε τουρκικό στρατό και σκοτώθηκε. Μαθαίνοντας για το θλιβερό αυτό γεγονός, ο Ντέλτσσεβ στους συγκεντρωμένους επαναστάτες στο Ζαγκορίτσσανι είχε δηλώσει: „Ο Ρίστο έδωσε θανατηφόρο χτύπημα και χάθηκε μόνος. Αυτός μας υπενθύμησε και σε μας αυτό που μας περιμένει και εγώ σας εύχομαι, σε όλους μας, έτσι γενναία να συναντήσουμε το θάνατο“.

Πριν την έναρξη του συνεδρίου, οι Μακεδόνες επαναστάτες, λόγω προδοσίας, αναγκάστηκαν για μια μέρα να εγκαταλείψουν το Ζαγκορίτσσανι και να βρουν καταφύγιο σε κοντινό δάσος. Συγκεκριμένα, την πρώτη Ιανουαρίου, όταν στο χωριό είχε καρναβάλι, ο γκρεκομάνος δάσκαλος Ίλκο ΠοπΑναστάσοβ, υπό τα ράσα του διάκονου, εξαγορασμένος από το μητροπολίτη του Κόστουρ, Γερμανό Καραβαγγέλη, είδε μέρος των κομίτι, οι οποίοι τον έπιασαν για να μην τους προδόσει στις αρχές του Κόστουρ. Ο Ίλκο όμως κατάφερε να

Επαναστατική σημαία του Ίλιντεν του Ζαγκορίτσσανι

Επαναστατική σημαία του Ίλιντεν του Ζαγκορίτσσανι

ξεφύγει και να ενημερώσει τις τουρκικές αρχές στο διπλανό χωριό Κουμανίτσσεβο ότι στο Ζαγκορίτσσανι υπάρχουν κόμιτι. Αμέσως στάλθηκε τουρκικός στρατός. Έγκαιρα οι Μακεδόνες επαναστάτες υποχώρησαν από το χωριό, ενώ ο στρατός περικύκλωσε το Ζαγκορίτσσανι και συνέλαβε μερικά άτομα, μεταξύ των οποίων και η δασκάλα Μάσλινα Γκ΄ρντσσάροβα, τα μετέφερε στην πόλη Κόρτσσα και τα καταδίκασε σε τρία χρόνια φυλάκιση, αλλά μετά από ένα χρόνο τους δόθηκε αμνηστία.

Το περιφερειακό συνέδριο έλαβε χώρα στις 3 και 4 Ιανουαρίου 1902. Σ΄αυτό, εκτός του Ντέλτσσεβ, συμμετείχαν και οι παρακάτω: Λάζαρ ΠοπΤράικοβ, Μίχαηλ Νικόλοβ, Λάζαρ Μόσκοβ, Πάντο Κλιάσσεβ, Βάσιλ Τσσακαλάροβ και Κούζο Στέφοβ (εκπρόσωποι της επιτροπής Κόστουρ), Άντρεϊ Κοζζουχάροβ, Μίχαελ Τσσέκοβ και Μάρκο Λέρινσκι  (επιτροπή Λέριν), ο Γκεόργκι ΠοπΧρίστοβ ως εκπρόσωπος της περιφερειακής επιτροπής Μπίτολα και επίσης ο βόιβοντα μετέπειτα του Ρέσεν Σλαβέικο Άρσοβ, ο Ρίστο Σιλιάνοβ που είχε επιστρέψει από την Ελλάδα, όπου είχε αποστολή οργάνωσης καναλιού μεταφοράς οπλισμού, όπως και εκπρόσωποι των επιτροπών χωριών της περιοχής Κόστουρ.

Την πρώτη μέρα, στις 3 Ιανουαρίου, σύμφωνα με τον επαναστάτη του Κόστουρ Βάσιλ Τσσακαλάροβ, λήφθηκαν οι παρακάτω αποφάσεις: „Αποφασίσαμε να υπάρχει ακίνητη ηγεσία στο Κόστουρ, συνδεδεμένη με την κινητή. Προσωρινά ως υπεύθυνο για το Κόστουρ ορίσαμε το Μίσσσε Νικόλοβ και εάν ενταχθεί ο Λάζαρ ΠοπΤράικοβ, αυτός να είναι ο πρόεδρος. Όρισα τους Κούζο Στέφοβ και Πάντο Κλιάσσεβ για το Πόπολε με πέντε άντρες:  ο Πέτροβ ως τσσέτνικ, ο Νεντέλκο από το Ζαγκορίτσσανι, ο Κόλιο Ρασσάικοβ από το Βίσσενι, ο Κόλιο Βλάσσετο από το Ρούπισστα (σήμερα Άργος Ορεστικό) και ο μικρός Νάκε.. Επίσης, ο Μόσκοβ και εγώ, με το Μίτρε Βλάοτ, τον Στάσο Γκέλεβ από το Κονόμλαντι, το Βάνγκελ από το Μπέσφινα (σήμερα Σφήκα), τον Κότσσο από το Ζαγκορίτσσανι και το Νάκε από το Σσεσστέβο (σήμερα Σιδηροχώρι), να αναχωρήσουμε για την περιοχή Κορέσστατα. Ήρθε και ο Σιλιάνοβ. Το βράδυ μιλήσαμε σχετικά με το ζήτημα του καναλιού αγοράς οπλισμού από την Αθήνα“.

Κατά την παραμονή στο Ζαγκορίτσσανι, ο Ντέλτσσεβ έλαβε μια ωραία είδηση από το Γκεόργκι ΠοπΧρίστοβ, ότι τα λύτρα για την απελευθέρωση της Αμερικανίδας Μις Στόουν, την οποία είχε απαγάγει η Οργάνωση, είχαν πληρωθεί. Η πληροφορία αυτή έκανε το Γκότσε να αναχωρήσει πιο γρήγορα από το Κόστουρσκο για να μεταβεί στη Βουλγαρία και να συμμετάσχει στην κατάλληλη διανομή των λύτρων.

Η παραμονή του Γκότσε στην περιοχή του Κόστουρ έφερε τεράστια αποτελέσματα στην  ανάπτυξη του μακεδόνικου επαναστατικού κινήματος. Είχε ανυψωθεί το πνεύμα στην οργάνωση και τον πληθυσμό σε πολύ μεγάλο βαθμό. Ξεκίνησε πλέον μαζική ένταξη του πληθυσμού στο ΒΜΡΟ. Σταμάτησαν οι διαφωνίες μεταξύ του μακεδόνικου πατριαρχικού και εξαρχικού πληθυσμού. Οι τσσέτες, εκτός από την ένταξη αντρών, άρχισαν να ασχολούνται και με δικαστικές υποθέσεις και επίσης είχε δοθεί αυστηρή διαταγή με την οποία οι Μακεδόνες απαγορευόταν να απευθύνονται πλέον στα τουρκικά δικαστήρια. Σύμφωνα με το Μίχαηλ Νικόλοβ „στα τουρκικά μάτια η οργάνωση φάνταζε μεγάλη, η οποία δεν σταματά πουθενά και βρίσκεται σε κατάσταση να εκτελέσει οποιαδήποτε αποστολή“.

Τελικά έφτασε το τέλος της δίμηνης συντροφιάς μεταξύ των κοστούρτσσανι και του Ντέλτσσεβ. Σύμφωνα με το Νικόλοβ, η στιγμή του αποχωρισμού ήταν αρκετά συγκινητική.  „Οι λίγες ημέρες συντροφιάς (ο Νικόλοβ συναντήθηκε για πρώτη φορά με το Ντέλτσσεβ στο Ζαγκορίτσσανι, όπου είχε καταφτάσει από το Κόστουρ) με το Γκότσε μας έφεραν πολύ κοντά όλους και ο αποχωρισμός μας φάνηκε πολύ δύσκολος. Κρατήσαμε χειραψίες μεγάλες και ανταλλάξαμε διάφορες ευχές για το έργο μας και την επόμενη συνάντησή μας, φιληθήκαμε και χωρίσαμε. Δυστυχώς δεν ειδοθήκαμε ποτέ ξανά!“

Αντίθετα με το Κόστουρσκο, η παραμονή του Ντέλτσσεβ στο Λέρινσκο ήταν σύντομη, κυρίως επειδή εκεί βρήκε την περιοχή έτοιμη σχετικά με τις οργανωτικές δραστηριότητες.  Επισκέφτηκε μερικά χωριά της περιοχής και οι οργανωτικές του ικανότητες φάνηκαν κατά τη διάρκεια της συνέλευσης στο χωριό Έκσσι Σου (σήμερα Ξινό Νερό). Από την άλλη πλευρά, η τσσέτα του Λέριν συνόδευε επί δύο μήνες το Γκότσε και είχε τη δυνατότητα να κατανοήσει τις ιδέες και τις θέσεις του. Ο Ντέλτσσεβ αναχώρησε από το Λέρινσκο και γενικά από τον Επαναστατικό Κύκλο της Μπίτολα στα τέλη του Γενάρη 1902, μετά από συνέλευση στο χωριό Ράκιτα,Κάιλαρσκο (σήμερα Ολυμπιάδα Έορδαίας) και κατευθύνθηκε προς το χωριό Γκούγκοβο του Βόντεν (σήμερα Βρυττά Έδεσσας).

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ Η εφαρμογή του δικαιώματος της αυτόδιάθεσης, με ένα βαθμιαίο, δημοκρατικό τρόπο, αποτελεί μια λύση στα κοινωνικά – πολιτικά προβλήματα της Ευρώπης του 21ου αιώνα

Συνοπτικές πολιτικές δηλώσεις στα κύρια ζητήματα που συζητήθηκαν στην Γενική Συνέλευση της Ευρωπαϊκής Ελεύθερης Συμμαχίας (EFA)

Η Ευρωπαϊκή Ελεύθερη Συμμαχία, Ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα, το οποίο δημιουργήθηκε το 1981 και συγκαταλέγει περισσότερα από 40 κόμματα (μεταξύ των οποίων και το κόμμα των εθνικά Μακεδόνων της Ελλάδας Виножито-Ουράνιο Τόξο) τα οποία αγωνίζονται για την αυτοδιάθεση των λαών της Ευρώπης και τα μειονοτικά δικαιώματα, δηλώνοντας παρών σε 17 Μέλη Κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πραγματοποίησε την Ετήσια Γενική Συνέλευση στη πόλη Budyšin (Μπάουτσεν) της Łužyca (Λουσατία) της Γερμανίας, από τις 16 εώς  τις 18 Απριλίου 2015.

Η Γενική Συνέλευση φιλοξενήθηκε από την Łužyska Συμμαχία, το μέλος κόμμα της ΕΕΣ το οποίο εκπροσωπεί τα ενδιαφέροντα των Σοράβων της Łužyca. Οι Σοράβοι (Sorben/Wenden) θέλουν να σώσουν τον πολιτισμό και την γλώσσα τους και αρνούνται στην ερήμωση των περιοχών τους από το άνοιγμα ορυχείων λιγνίτη από πολυεθνική εταιρία Vattenfall με έδρα στο Σουηδικό κράτος. Η δραστηριότητα της  μολύνει ολόκληρη την Łužyca παράγοντας ένα εξαιρετικό βλαβερό καύσιμο, το οποίο χρησιμοποιείτε για την παραγωγή ηλεκτρισμού, και το οποίο πωλείται σε όλες τις περιφέρειες της Γερμανίας και καλεί την Ευρώπη να ζητήσει άμεσα την παύση του ορυχείου λιγνίτη, διότι είναι ένα από τα μεγαλύτερα οικολογικά σκάνδαλα της ηπείρου.

Κατά την διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης, η ΕΕΣ προχώρησε σε απολογισμό της διαδικασίας της αυτοδιάθεσης και υπεράσπισης των λαών και πολιτισμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε ένα πλαίσιο όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάνει βήματα πίσω στην γλωσσική ποικιλομορφία, στο σεβασμό των μειονοτήτων και στο σεβασμό της δημοκρατικής διάθεσης των λαών. Σε αντίθεση με τους προκατόχους του, οι οποίοι συμφωνούσαν να συναντούν εκπροσώπους του Ευρωπαϊκού μας Πολιτικού κόμματος, ο τωρινός Πρόεδρος της Ε.Ε, κ. Juncker, δεν έχει χρόνο να δεχθεί την ΕΕΣ. Η πολιτική συζήτηση στα Ευρωπαϊκά Ινστιτούτα μετατοπίζεται από την αυτοδιοίκηση στην ενδυνάμωση των αρμοδιοτήτων των Μελών Κρατών. Παντού στην Ευρώπη μπορούμε να δούμε και να αισθανθούμε τις αποκεντρωτικές τάσεις των μελών κρατών. Η Ευρώπη κινείται προς τα πίσω και αυτά τα βήματα πίσω είναι μια απειλή στο μέλλον της. Η ΕΕΣ  επιθυμεί να επαναπροωθηθεί η Ευρωπαϊκή δυναμική και λογική, σεβόμενη τα δικαιώματα των λαών και την ποικιλομορφία, τα οποία αποτελούν τους θεμέλιους λίθους των αρχών που βασίστηκε το Ευρωπαϊκό σχέδιο.  Οι δώδεκα Ευρωβουλευτές της ΕΕΣ θα έχουν το σκοπό αυτό ως προτεραιότητα στην νέα αποστολή του Ευρωκοινοβουλίου.

Στην Καταλονία, η χρονιά του 2015 θα και πάλι ιστορική,  στις επερχόμενες εκλογές θα επιτραπεί στον  λαό να ψηφίσει για ανεξαρτησία στις περιοχές όπου ζει και στην προσχώρηση στην Ευρώπη. Από την δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα είναι η πρώτη φορά όπου η Ευρώπη θα έχει να εντάξει νέα Κράτη που προέρχονται μέσα από ίδια περιφέρεια της Ε.Ε. Αυτή είναι μια νομική, πολιτιστική και δημοκρατική πρόκληση που η Ευρώπη είναι απαραίτητο να αποδεχθεί και να υποστηρίξει με μένος την σημαντικότερη  Ευρωπαϊκή αξία: τη δημοκρατία.

Η προθυμία και η βαθιά επιθυμία των Καταλανών πρέπει να γίνει σεβαστή. Η Ε.Ε. πρέπει να προσπαθήσει στο μέγιστο για να καταφέρει να ορίσει ένα πλαίσιο «εσωτερικής διερεύνησης». Η Ευρώπη θα πρέπει να είναι ένα δημοκρατικό παράδειγμα για την επίλυση συγκρούσεων και ειρηνικής συνύπαρξης ανάμεσα στους λαούς. Αρνούμενοι την επιλογή των Καταλανών θα εννοηθεί μια πλήρης αποτυχία αυτής της αποστολής.

Στην Γαλλία επίσης, η Ευρώπη θα πρέπει να δείξει μεγαλύτερη προσοχή στην κατάσταση των δικαιωμάτων των λαών που ζουν εκεί. Η ΕΕΣ αντιτίθεται σε αυτές τις ανησυχητικές τάσεις όπου το Παρίσι μπλοκάρει όλες τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που έχουν ψηφιστεί με καθαρές πλειονότητες στα Κορσικανικά Κοινοβούλια, όπου το Παρίσι περαιτέρω αραιώνει τις περιοχές των Οξιτανών, της Σαβοΐας, των Βάσκων και Καταλανών, αρνούμενο την επανένωση των πέντε ιστορικών κομματιών της Βρετάνης, ενώ ταυτόχρονα καταργεί την περιφέρεια των Αλσατών. Η κατάργηση μιας περιοχής, σύμφωνα με τον τρόπο που εκτελέστηκε στην Αλσατία, εναντίων της συμβουλής των εκλεγμένων μελών και ακόμη χωρίς την συμβουλή των κατοίκων που εμπλέκονται, είναι μια άρνηση της δημοκρατίας, είναι κάτι που η ΕΕΣ σθεναρά καταδικάζει. Αρνείται μια επίσημη γλωσσική κατάσταση προς τις ιστορικές γλώσσες του Κορσικανικού πληθυσμού, παρόλα που υπάρχει  αίτημα  από τους εκλεγμένους εκπροσώπους της Κορσικής εκφραζόμενη από την  πλειονότητα του πληθυσμού για θέσπιση της, γεγονός το οποίο αποτελεί μια απαράδεκτη επίθεση στα δικαιώματα των λαών. Η Ευρώπη θα πρέπει να καταδικάσει αυτές τις υπερβολές από πλευράς  Γαλλικού κράτος.

Η ΕΕΣ ανησυχεί σχετικά με τους όρκους μετάβασης, που έγιναν τις τελευταίες μέρες πριν το δημοψήφισμα των Σκοτσέζων, το οποίο σταμάτησε από την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να δεχθεί την επιθυμία των Σκοτσέζων για ιδιο-κυβέρνηση και η  Ευρώπη να υποστηρίξει τα αιτήματα των Σκοτσέζων.

Η ΕΕΣ καταγγέλλει ότι το κεντρικό Ισπανικό κράτος αρνείται να αναγνωρίσει την αρχή της αυτοδιάθεσης, αγνοώντας και μπλοκάροντας μοντέρνες δημοκρατίες που αναπτύσσονται μέσα στην περιοχή της Ιβηρικής Χερσονήσου και καταγγέλλει την συμπεριφορά της Ισπανικής κυβέρνησης κατά  της οικοδόμησης ειρήνης και συμφιλίωσης στη Χώρα των Βάσκων. Η ΕΕΣ ανανεώνει την υποστήριξη της στην Διεθνή Διακήρυξη υπογεγραμμένη στις Βρυξέλλες στις 24 Μαρτίου 2015 για τη ελευθέρωση του  Arnaldo Otegi και την επιστροφή των πολιτικών κρατουμένων στο σπίτι τους.

Η ΕΕΣ διαδηλώνει κατά της μεθόδου του Ιταλικού κράτους που συνεχίσει να κωφαίνει σχετικά με την ύπαρξη της αυτόνομης κατάστασης.

Η ΕΕΣ ανησυχεί σχετικά με τα κράτη της Βουλγαρίας και της Ελλάδας, τα οποία βρίσκονται μέσα σε μια υπαρξιακή κρίση και παρόλα αυτά συνεχίζουν να αγνοούν τις μειονότητες τους και ιδιαίτερα τους Μακεδόνες και τους Τούρκους.

Η ΕΕΣ καταδικάζει την μη νομιμοποίηση στην Πολωνία κάθε οργάνωσης που συγκαταλέγει στο τίτλο της την ονομασία  Silesian (Σιλεσία).

Η ΕΕΣ ανησυχεί σχετικά με την έλλειψη δραστικών μέτρων στην Φιλανδία για τη διασφάλιση και  την επιβίωση της Σουηδικής γλώσσας και διαμαρτύρεται έντονα σχετικά με την πρόσφατη απόφαση του Φιλανδικού Κοινοβουλίου να μην επικυρώσει την σύμβαση για τους αυτόχθονες πληθυσμούς και αυτόχθονες λαούς, ILO 169.»

Η ΕΕΣ εκφράζει τον αποτροπιασμό προς το Ρουμανικό κράτος, το οποίο δήλωσε ότι η διάθεση για αυτονομία είναι  απειλή προς την εθνική ασφάλεια.

Η ΕΕΣ διαδηλώνει για την συνεχόμενη διάκριση εναντίων των μειονοτήτων στην Δημοκρατία της Σλοβακίας και τις κεντραρίστικες τάσεις  στην Αυστρία και τη Δημοκρατία της Τσεχίας.

Τα περισσότερα μέλη της ΕΕΣ διαφωνούν με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τη μη ισορροπημένη, αυστηρή ατζέντα που εφαρμόζει, όπως και τις διαπραγματευτικές συμφωνίες πάνω στο Διατλαντικό Εμπόριο και τις Επενδυτικές Συνεργασίες (Transatlantic Trade and Investment Partnership (TTIP)). Τα μέλη της ΕΕΣ φοβούνται, ότι οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα επιρρεάσουν αρνητικά τις μειονότητες, την κοινωνική ισότητα, την οικολογία, τη γλωσσική ποικιλομορφία κ.α.

Στον υπόλοιπο κόσμο, η ΕΕΣ παρατηρεί μια αύξηση της αστάθειας, όπως συγκεκριμένο παράδειγμα αυτό της Μέσης Ανατολής. Μαθαίνοντας από τις περιόδους μνήμης, «100 χρόνια από την έναρξη-τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου «14-18» και την «100η Επέτειο από την Γενοκτονία των Αρμενίων» η ΕΕΣ ζητά από τις κυβερνήσεις και οργανισμούς την χρήση του διαλόγου και σε καμία περίπτωση την χρήση της βίας, όταν λύνουν πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα. Πόλεμος και εθνικές εκκαθαρίσεις δεν πρέπει ΠΟΤΕ ΝΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ. Σε σχέση με αυτό, η ΕΕΣ  αναπαράγει την δήλωση από την «Παν-Αμερικανική διακήρυξη για την Εκατονταετία της Γενοκτονίας των Αρμενίων» και καλεί τα κράτη των Ηνωμένων Εθνών να αναγνωρίσουν το Ναγκόρνο Καραμπάχ ως ένα κανονικό κράτος το οποίο βασίζεται στις αρχές της δημοκρατίας, ελευθερίας, δικαιοσύνης και ειρήνης. Η υπόθεση του Ναγκόρνο Καραμπάχ είναι σπουδαίας  σημασίας για την οικογένεια της ΕΕΣ. Θέλουμε να δείξουμε όχι μόνο τη διεκδίκηση και  υπεράσπιση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης μέσα στα κράτη, αλλά επίσης υποστηρίζουμε νέα κράτη που ξεσηκώνονται για μια διαδικασία αυτοδιάθεσης. Η ΕΕΣ επιδιώκει να βοηθά τέτοια «μη-αναγνωρισμένα de facto ανεξάρτητα κράτη».

Η ΕΕΣ συνεχίζει να εστιάζει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση ως ένα παγκόσμιο δικαίωμα, ως μέρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παντού στο κόσμο, οπουδήποτε είναι πιθανό, η Ευρώπη πρέπει να υπερασπίζεται τις εθνικές μειονότητες, το δικαίωμα των λαών για αυτοδιάθεση και το σεβασμό για όλους τους πολιτισμούς, ταυτότητες, γλώσσες και όλες τις δημοκρατικές και ειρηνικές  φιλοδοξίες όλων των λαών της Ευρώπης (για περισσότερη αυτονομία και ανεξαρτησία). Η ΕΕΣ θα ασκήσει την αλληλεγγύη της, πιο συγκεκριμένα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με όλους τους λαούς στο δικαίωμα του αγώνα για ελευθερία.

Συζητήσεις και αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης:

1) Ακολουθώντας το αίτημα και την πρόταση της Łužyska Alianca, (Συμμαχία Λουσατίας) η Ευρωπαϊκή Ελεύθερη Συμμαχία αποφάσισε να πραγματοποιήσει τη Γενική Συνέλευση του 2015 στην Λουσατία έτσι ώστε να επιτρέψει σε όλα τα μέλη της ΕΕΣ να δουν τι συμβαίνει στην περιοχή αυτής. Με αυτό τον τρόπο, η ΕΕΣ παρουσιάζει ένα τέλειο παράδειγμα πως η πολιτιστική και οικολογική βιωσιμότητα ενός Ευρωπαϊκού έθνους είναι υπό απειλή. Η παθητική συμπεριφορά των Γερμανών, οι κυβερνήσεις του Βραδεβούργου και Σαξονίας προς το Σουηδικό κράτος, ιδιοκτήτη της εταιρίας Vattenfall που σκάβει το ένα χωριό μετά το άλλο ώστε να δημιουργήσει ενέργεια από κάρβουνο, καταστρέφοντας το οικοσύστημα και διακόπτοντας τα πολιτιστικά-κοινωνικά δίκτυα στην Λουσατία, είναι ένα πραγματικό σκάνδαλο. Η ΕΕΣ ζητεί να σταματήσει η  δραστηριότητα της εξόρυξης του κάρβουνου και υποστηρίζει τις απαιτήσεις των πολιτών της Λουσατίας για τη δημιουργία δικού της κοινοβουλίου. Παραδείγματα από άλλα Έθνη δείχνουν ότι η αυτοδιάθεση  επιφέρει μόνο θετικά αποτελέσματα και αυτό το παγκόσμιο δικαίωμα θα πρέπει να εφαρμοστεί προς υποστήριξη της δημοκρατικής διαδικασίας για σωτηρία της κουλτούρας, της γλώσσας και του περιβάλλοντος στην Λουσατία.

2) Η ΕΕΣ υιοθετεί ένα στρατηγικό πλάνο 2014-2020 διαμορφώνοντας τους στρατηγικούς σκοπούς της οργάνωσης για την προσεχή περίοδο. Το σχέδιο στοχεύει να βελτιώσει τις σχέσεις στην ομάδα της ΕΕΣ, με την ύπαρξη μελών κομμάτων στην ΕΕΣ, στο CMC και στην νεολαία της ΕΕΣ,  με τους θεματοφύλακες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και σε υπο-κρατικό επίπεδο φορέων. Η επικοινωνία της ΕΕΣ είναι σε μελέτη για το πώς μπορεί να διευρυνθεί το δίκτυο της.

3) Η ΕΕΣ υιοθετεί μια πρόσθεση στα Άρθρα του Συλλόγου και Κανόνων για την Εσωτερική Τάξη με σκοπό να δημιουργήσει μια νέα κατηγορία μέλους. Τα συνδεμένα μέλη είναι πολιτικά κόμματα της Ευρώπης, τα οποία προέρχονται από κράτη μη (ακόμη) μέλη της Ε.Ε.

4) Η ΕΕΣ αγκαλιάζει νέα κόμματα. Το Bloc Nacionalista Valencia λαμβάνει το καθεστώς του πλήρους μέλους στην ΕΕΣ. Την κατάσταση του μέλους Παρατηρητή έχουν οι: Pro-Lombardia Indipendenza (Ιταλία), DEB Partisi (Τουρκική μειονότητα στην Ελλάδα), το Ουγγρικό Λαϊκό Κόμμα από την Τρανσυλβανία (HPPT) και το  Yorkshire First (Ηνωμένο Βασίλειο). Σε αυτή τη Γενική Συνέλευση, η ΕΕΣ αύξησε τον αριθμό των μελών της, καλωσορίζοντας το Democratic Party of Artsakh (DPA), από το Ναγκόρνο Καραμπάχ, ως συνεργαζόμενο μέλος.

5) Η ΕΕΣ υποστηρίζει πλήρως την τρέχουσα διαδικασία για αυτοδιάθεση στη Σκωτία, Καταλονία και στη Χώρα των Βάσκων, αλλά και όπου αυτή και αν εκφράζεται. Η ΕΦΑ συνεχίζει να υποστηρίζει την βιώσιμη ειρήνη στη Χώρα των Βάσκων.

6) Η Ε.Ε.Σ υιοθετεί το κλειστό προϋπολογισμό του 2014, το τροποποιημένο προϋπολογισμό του 2015 και τις προτάσεις του προϋπολογισμού 2016, όπως και τα συνδεμένα σχέδια δραστηριοτήτων. Υψηλότερες δυνατότητες προϋπολογισμού και  χρηστή διαχείριση θα πρέπει να οδεύουν μαζί με μια υψηλότερη αίσθηση υπευθυνότητας όλων των μελών και κάλυψη αναγκών από ιδίους πόρους.

7) Η ΕΕΣ παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή τις δραστηριότητες της νεολαίας για το 2015 και την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να χορηγήσει βοήθεια και να υποστηρίξει το δίκτυο νεολαίας. Η ΕΕΣ  παρακολουθεί και υποστηρίζει την έκκληση που έκανε η νεολαία της ΕΕΣ σχετικά με την καταγγελία της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  για το 2015, σχετικά με την χορηγία προς τη νεολαία της ΕΕΣ. Εκτός από την πολιτική υποστήριξη, η νεολαία της ΕΕΣ επίσης αιτείται μια οικονομική στήριξη και η ΕΕΣ επέδειξε και πάλι την υποστήριξη στη νεολαία,  αυξάνοντας την οικονομική υποστήριξη προς το δίκτυο νεολαίας.

8) Η ΕΕΣ υιοθετεί ένα νέο επικοινωνιακό σχέδιο και καλωσορίζει το νέο διοικητικό μέλος της, Γιώργο Παπαδάκη (ο οποίος προέρχεται από το κόμμα των εθνικά Μακεδόνων στην Ελλάδα, Виножито-Ουράνιο Τόξο) και το οποίο επικοινωνιακό σχέδιο θα εστιάζει στην προβολή της ΕΦΑ,   την παρουσία της στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και την επικοινωνία σε όλα τα επίπεδα. Προς το σκοπό αυτό, ο νέος υπεύθυνος επικοινωνίας θα εστιαστεί πάνω στη παραγωγή πολύ ελκυστικών οπτικοακουστικών υλικών και τη διεύρυνση και ενδυνάμωση του δικτύου των μέσων ενημέρωσης και των επαφών, συμπεριλαμβανόμενων των κύριων Ευρωπαϊκών κέντρων διαμόρφωσης της κοινής γνώμης.

9) Η ΕΕΣ υποστηρίζει το σχέδιο δραστηριοτήτων του CMC για το έτος 2015. Η ΕΕΣ θα συνεχίσει να δημιουργεί καλές συνεργίες και παράδειγμα αποτελεί η κοινή αίθουσα τύπου στις Βρυξέλλες, γεγονός που ενσαρκώνει αυτή την συνεργασία. Από αυτή την άποψη, είναι πολύ σωστή η αντίληψη ότι η οικογένεια της ΕΕΣ έχει μεγαλώσει θετικά και χάρη της άψογης δουλείας του πολιτιστικού ιδρύματος CMC, το οποίο αυτό το χρόνο έχει ξεκινήσει νέες εκδόσεις και οργάνωσε ένα αριθμό από ενδιαφέροντα συνέδρια και σεμινάρια, λαμβάνοντας πολύ θετικές αναφορές έξω από την οικογένεια της  ΕΕΣ.

10) Η ΕΕΣ εγκρίνει την πρόταση στο «Υποστήριξη για ένα Serbksi Sejmik» (Σερβικό Κοινοβούλιο). Άλλα κείμενα που υιοθετήθηκαν, έχουν σχέση με ερωτήσεις για το περιβάλλον όπως η διακήρυξη για τη «Περιβαλλοντική Ευθύνη» και οι κινήσεις για «Οργανική καλλιέργεια», ενώ υιοθετήθηκαν πολυάριθμες διακηρύξεις και αποφασεις.

11) Η ΕΕΣ αποδίδει το τίτλο του επίτιμου μέλους της ΕΕΣ στην Eva Klotz και στον Inaki Irazabalbeitia.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Записи за импресиите од обиколката низ Костурско и Корештата Σημειώσεις για τις εντυπώσεις της περιήγησης στις περιοχές Κόστουρ και Κορέσστα

Καλύτερη περίοδο για να επισκεφτούμε τα μακεδόνικα χωριά στη βόρεια Ελλάδα απ΄αυτήν στα μέσα του Μάη δε μπορούσαμε να

Оро во Забрдени – χορός στο Ζαμπ΄ρντενι

Оро во Забрдени – χορός στο Ζαμπ΄ρντενι

αποζητήσουμε. Καιρός με λιακάδα και ζέστη, κάμποι πρασινισμένοι, χωριά ήδη προετοιμασμένα για τουσ επικείμενουσ εορτασμούς και οι κάτοικοι, νέοι και γέροι το ίδιο, γεμάτοι προσδοκία για τα παραδοσιακά τραγούδια και χορούς, αλλά και για τα χορευτικά με τα παιδάκια με τις αυθεντικές τοπικές μακεδόνικες φορεσιές, ως αναπόφευκτη διακόσμηση των εορτασμών και των πανηγυριών. Ζωντανά τα χωριά των Μακεδόνων στην Ελλάδα, τουλάχιστον αυτά που δεν ερημώθηκαν από τις κρατικές αρχές, χωριά με νεολαία, όπου οι γιορτές, τα γλέντια και οι πολιτιστικές εκδηλώσεις αποτελούν μέσο διατήρησης της εθνικής, πολιτιστικής και γλωσσικής ταυτότητας, μέσα σε μια κατάσταση όπου το κράτος αρνείται την ύπαρξη της μακεδόνικης μειονότητας.

Πριν να συνεχίσω με την αφήγηση επιτρέψτε μου να σας συστηθώ. Ονομάζομαι Κίριλ και ζω στη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Στο επάγγελμα είμαι νομικός, αλλά το μεγάλο μου πάθος είναι η ιστορία του μακεδόνικου λαού μου. Οι πρόγονοί μου, παππούδες και γιαγιάδες, κατάγονταν από χωριά της περιοχής του Μέγκλεν ή όπως σήμερα λέγεται, Αλμωπεία και συγκεκριμένα από το Τούσσιν (Αετοχώρι) και το Ζμπόρσκο (Πευκωτό).

Τα σύνορα τα περάσαμε από τη Μετζζίτλια προς το Νεγκότσσανι (Νίκη) και τα οποία ακόμη και στον “αιώνα των εντάξεων”, δυστυχώς, για πολλούς Μακεδόνες υπήκοους ακόμη αποτελεί  “αόρατο τείχος”, λόγω της πολιτικής διακρίσεων των ελληνικών αρχών για άμεση ανακήρυξη  “ανεπιθυμήτων ξένων”, πρακτική που συμπεριλαμβάνει μέρος των ανθρώπων που έχουν εκεί γεννηθεί ή οι πρόγονοί τους κατάγονταν από εκεί, ή ακόμη περισσότερο ανθρώπους που εμφανίζουν ενδιαφέρον για θέματα που συνδέονται με την ιστορία, την εθνολογία, τον πολιτισμό, την παράδοση ή και τα μειονοτικά δικαιώματα των εθνικά Μακεδόνων στην Ελλάδα.

Σε εορτασμό στο Ζαμπ΄ρντενι

Πρώτη μας στάση ήταν το χωριό Ζαμπ΄ρντενι/Λόφοι του Λέριν/Φλώρινα. Το Ζαμπ΄ρντενι, μαζί με το Ποπόλζζανι/Παπαγιάννη στην περιοχή

Жупаништа – Ζζουπάνισστα, το τραγούδι των ερειπίων

Прекопана - Πρεκόπανα

αυτή, τη Ράκιτα/Ολυμπιάδα στην περιοχή Κάιλαρι/Εορδαία, όπως και μερικά άλλα χωριά, στις 21 του Μάη γιορτάζουν τους πολιούχους τους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη. Το Ζαμπ΄ρντενι είναι ανάμεσα στα πρώτα χωριά που μετά από πολλές δεκαετίες άρχισε και πάλι στις αρχές του ΄90 να τραγουδάει μακεδόνικα τραγούδια, αντίθετα από τις πιέσεις των δημοτικών, περιφερειακών και κρατικών αρχών. Εδώ, στο Ζαμπ΄ρντενι, κατά τη διάρκεια κάθε περιοδείας μας, σταματάμε πάντοτε στο σπίτι των φιλόξενων Κωστίκο και Μαριάνα, βετεράνων του μακεδόνικου κινήματος. Το ζεύγος αυτό, εμπνευσμένο από τον ηρωισμό της Μακεδόνισσας Μίρκα Γκίνοβα, έδωσαν στην κορούλα τους το όνομα Μίρκα, εκπληρώνοντας την επιθυμία των προγόνων τους, αφήνοντας έτσι ενέχυρο για τις επόμενες γενεές Μακεδόνων στην Ελλάδα.

Για το μουσικοτραγουδιστικό πρόγραμμα στο Ζαμπ΄ρντενι φρόντισε το γνωστό μακεδόνικο συγκρότημα της περιοχής αυτής, το Μουσικόραμα. Δεν λένε μάταια στη Δημοκρατία της Μακεδονίας τη φράση “αν θέλεις να ακούσεις γνήσια και όμορφα μακεδόνικα τραγούδια, πήγαινε στα μακεδόνικα χωριά της Μακεδονίας του Αιγαίου” και η φράση αυτή πάντα έρχεται στο νου μου και επιβεβαιώνεται όποτε τύχει και βρεθώ σε τέτοιες και παρόμοιες εκδηλώσεις. Και πράγματι, το φολκλόρ και τα τραγούδια του λαού μας στο ελληνικό κομμάτι της Μακεδονίας, στο πανηγύρι του Ζαμπ΄ρντενι, κατάφεραν να σαγηνεύσουν και εκπροσώπους των αρχών της περιοχής αυτής, αντιπεριφερειάρχη και βουλευτή, οι οποίοι λόγω ειλικρινών αισθημάτων ή λόγω μελλοντικών ψήφων, δεν κατάφεραν να παραμείνουν ψύχραιμοι στη μακεδόνικη μελωδία και σηκώθηκαν να χορέψουν τραγούδια του Λέρινσκο.

Жупаништа – Ζζουπάνισστα, το τραγούδι των ερειπίων

Жупаништа – Ζζουπάνισστα, το τραγούδι των ερειπίων

Αφήνοντας πίσω μας το μεγάλο χορό του Ζαμπ΄ρντενι, πολύ μετά τα μεσάνυχτα, κατευθυνθήκαμε προς την περιοχή του Κάιλαρι/Εορδαία, στο χωριό Ράκιτα και στους οικοδεσπότες μας Κότσσο και Σσένκα Ιωάννου, γονείς του Δημήτρη Ιωάννου, συντάκτη της Νόβα Ζόρα και μέλους του προεδρείου του Βινόζζιτο-Ουράνιο Τόξο. Έπρεπε να ξεκουραστούμε λόγω των πολλών σχεδίων της επόμενης ημέρας.

Στο Κόστουρσκο και Κορέσστατα

Την ολοήμερη περιήγηση στα χωριά του Κόστουρ/Καστοριάς και Κορέσστα/Κορέστια μπορώ να την αποκαλέσω επική, λόγω του ότι η παρακάτω περιγραφή φαίνεται σαν να γράφτηκε με μια ανάσα, όπως πέρασε και η μέρα για μας, τους ερωτευμένους με την ιστορία και το παρόν της μακεδονικότητας στον χώρο αυτό.

Από την Ράκιτα, μαζί με το Δημήτρη και τη Νάντε, αλλά και τον Κότσσο από το Μπόσσοφτσι (Μαυροπηγή), ξεκινήσαμε για τα δυτικά. Στο δρόμο μας περάσαμε από το Μόκρενι/Βαρικό, το χωριό του βόιβοντα της περιόδου του Ίλιντεν, Κόλε Αντρέεβ-Μοκρένσκι και της εγγονής του, της Μακεδόνισσας παρτιζάνκα Κατίνα Αντρέεβα – Τσβέτα, η οποία σε ηλικία μόλις 21 ετών, το 1949 σκοτώθηκε στις μάχες του όρους Βίτσσο/Βίτσι. Επόμενος σταθμός μας ήταν η εμπνευστική Κλεισούρα, απλωμένη ψηλά στο όρος Μούρικ, κατοικημένη με βλάχικο πληθυσμό, η οποία θυμίζει στους γνώστες της ιστορίας τις επιτυχίες της Επανάστασης του Ίλιντεν, όταν στις 5 Αυγούστου 1903 οι Μακεδόνες επαναστάτες κατάφεραν να απελευθερώσουν την Κλεισούρα.  Συνεχίσαμε προς την πόλη Κόστουρ/Καστοριά, η οποία με την υπέροχη λίμνη της μοιάζει πολύ με το λεγόμενο μακεδόνικο μαργαριτάρι, την πόλη Όχριντ. Περνώντας το Κόστουρ, αποφασίσαμε να σταματήσουμε για λίγο στο χωριό Τσσέτιροκ (Μεσοποταμία), για έναν καφέ στο σπίτι του ακούραστου ακτιβιστή του μακεδόνικου κινήματος στην Ελλάδα, Γκιόργκι Νικόλοβ. Η αιφνιδιαστική μας άφιξη δεν εμπόδισε το Γκιόργκι να παρατήσει τις υποχρεώσεις του και μαζί με την σύζυγό του Μπέτυ, να έρθουν μαζί μας και να μας ξεναγήσουν στην ευρύτερη περιοχή.  Η καλοσύνη τους και τα ειλικρινή αισθήματά τους είναι πάντοτε τα ίδια για όλους τους επισκέπτες, οι οποίοι πολύ συχνά καταφθάνουν για να αναζητήσουν τα σπίτια των προγόνων τους στα μερικώς ή ολικώς εγκαταλελειμένα χωριά, λόγω των διωγμών που υπέφεραν οι Μακεδόνες από τις ελληνικές αρχές.

Η ωραία παρέα της εκδρομής

Η ωραία παρέα της εκδρομής

Από το Τσσέτιροκ κατευθυνθήκαμε προς την παλιά Ζζουπάνισστα (Λεύκη), που βρίσκεται σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων από την πόλη Κόστουρ και η οποία είναι εξ ολοκλήρου ερημωμένη και κατεστραμένη. Ολόκληρο κράτος φρόντισε γι΄αυτό. Τα ερείπια των σπιτιών και η εκκλησούλα άλαλα μαρτυρούν για την ολοφάνερη ανεπτυγμένη προηγούμενη ζωή εκεί στο παρελθόν, ενώ τα ίχνη των σφαιρών στους τοίχους, όπως και οι γκρεμισμένες από τις βόμβες οροφές, βάναυσα συμμορφώνονται με εκείνους που είχαν αποφασίσει να σβύσουν το Ζζουπάνισστα από το χάρτη των ζωντανών χωριών. Αντιμέτωποι με την σιωπή, αισθανθήκαμε ότι άρχιζε σιγά σιγά να βρέχει και κάποιος από μας ψυθύρισε ότι και ο Θεός λυπάται μαζί μας για την τραγική μοίρα αυτού του άλλοτε πανέμορφου χωριού. Ανάψαμε κεριά στην εκκλησούλα, την οποία σαφώς κάποιοι από το κάτω χωριό ακόμη τη φροντίζουν, ως ανάμνηση για όλους τους πρώην κάτοικους της παλιάς Ζζουπάνισστα. Από εκεί, κατεβήκαμε στο νέο Ζουπάνισστα (Νέα Λεύκη), η οποία είναι ενωμένη με το παλιό μακεδόνικο χωριό Όρμαν. Και τότε συνέβη μια συνάντηση που μας συγκίνησε απερίγραπτα. Τυχαία συναντήσαμε τον 85χρονο Γκιόργκι, ο οποίος μαζί με το γιο του Λάζο, μας αφηγήθηκαν για τις περιπέτειες των κατοίκων αυτών των χωριών. Μιλώντας με καθαρή σκέψη, στην αυθεντική του καστοριανή διάλεκτο της μακεδόνικης  γλώσσας, ο ντέντο Γκιόργκι αφηγήθηκε για όλη την οικογένεια της συζύγου του Δημήτρη, τη Νάντε, της οποίας η μητέρα κατάγεται από το Ζζουπάνισστα. Οι αφηγήσεις του δεν μας άφησαν ψύχραιμους. Ακούγωντας την ομιλία του για το θάνατο της ζωής στη παλιά Ζζουπάνισστα, τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν απροειδοποίητα…

Жупаништа – Ζζουπάνισστα

Жупаништа – Ζζουπάνισστα

Αφήσαμε πίσω μας το Ζζουπάνισστα και ξεκινήσαμε για τα πάνω χωριά του Κόστουρ, το  Σέτομα (Κεφαλάρι) και το ανυπότακτο Σσεσστέβο (Σιδηροχώρι), για να χαιρετίσουμε το Κόλε Νότεβ, το βετεράνο ακτιβιστή για τα δίκαια του μακεδόνικου λαού, που αποτελεί μια αστείρευτη πηγή γεγονότων και προφορικής ιστορίας για την Επανάσταση του Ίλιντεν, την επανάσταση των Μακεδόνων ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία, αλλά και για τις μάχες του Εμφυλίου πολέμου στην περιοχή και ευρύτερα. Παρόλα αυτά, ο Κόλε έλειπε από το χωριό και πίνοντας λιγάκι κρύο νερό από τη βρύση του κέντρου του πανέμορφου αυτού χωριού συνεχίσαμε την περιοδεία… Με κάποια δόση συγκίνησης και αισθημάτων, κυρίως λόγω της ιστορικής σημασίας για το μακεδόνικο λαό, αρχίσαμε να πηγαίνουμε προς την πανέμορφη και ηρωική εθνογεωγραφική περιοχή Κορέσστατα (Κορέστεια). Εκεί, τότε, κυρίαρχα, με τις τσσέτες τους (ένοπλες ομάδες), κινούνταν οι Μακεδόνες βόιβοντι Λάζαρ ΠοπΤράικοβ, Βάσιλ Τσσακαλάροβ, Μίτρε Παντζζάροβ-Βλάοτ, Πάντο Κλιάσσεβ… Περάσαμε δίπλα από το χωριό Ζζέρβενι (Άγιος Αντώνιος), είδαμε την πινακίδα που ελεγειακά δείχνει προς το κατεστραμένο χωριό Μπάπτσσορ (Ποιμενικό) και ο δρόμος μας έβγαλε μέσω του ερημωμένου χωριού Τσαρνόβισστε (Μαυρόκαμπος) στο δοξασμένο Ντρενόβενι (Κρανιώνας), κάποτε πολύ μεγάλο χωριό, χωρισμένο σε δύο γειτονιές, σήμερα δυστυχώς εξ ολοκλήρου ερημωμένο, με όλους τους κατοίκους του εκδιωγμένους σε όλες τις άκρες του κόσμου. Τα εγκαταλελειμένα σπίτια με την αναγνωρίσιμη μακεδόνικη αρχιτεκτονική αποτελούν μάρτυρες για την περήφανη μακεδόνικη ύπαρξη, ενώ από το σκόπιμο ξαναβάψιμο των προηγουμένως πυροβολημένων τοίχων κάποιων από τα σπίτια, ντροπαλά αρχίζουν να ξαναεμφανίζονται συνθήματα των Μακεδόνων μαχητών του ΔΣΕ και του ΝΟΦ: “Да живее Илинден”. Πολλά τα ετοιμόρροπα σπίτια, αλλά τα μπαλκόνια τους ακόμη βαστούν, όπως βαστάει και η

Трогателна средба со дедо Гјорги Συγκινητική συνάντηση με το ντέντο Γκιόργκι

Трогателна средба со дедо Гјорги Συγκινητική συνάντηση με το ντέντο Γκιόργκι

μακεδονικότητα, προς γινάτι αυτών που κάνουν το παν για να την εξαφανίσουν. Παραπέρα, παρατηρήσαμε πως μέσα από τα παράθυρα και τα κεραμίδια πολλών σπιτιών, προβάλουν κλαδιά δέντρων και θάμνων.  Ίσως, αφού σκόπιμα η επίσημη ιστοριογραφία ξεχνάει τους γνήσιους κάτοικους και τη μοίρα τους, δίνοντας ζωή στα φυτά αυτά, η φύση πλέκει μέσα της με ισχυρούς κόμπους τον αιώνιο καημό και τα βάσανα των κατοίκων του Ντρενόβενι.

Εγκαταλείποντας το Κορέσστα, ξεκινήσαμε προς το όρος Νέρετσκα Πλάνινα και την κορυφή του που πολλές φορές ποτίστηκε από μακεδόνικο αίμα, το Βίτσσο. Σταματήσαμε για λίγο στο Βίσσενι (Βυσσινιά), αφήσαμε πίσω μας τη Μπλάτσα (Οξυά) και βγαίνοντας από το δρόμο που οδηγεί μέσω της κορυφής Βίτσσο προς τα χωριά του Λέριν, Μπέλκαμεν (Δροσοπηγή) και Νεβόλανι (Σκοπιά), μέσω ενός μονοπατιού, καταφέραμε να φτάσουμε στην ψηλή Πρεκόπανα (Περικοπή), η οποία σήμερα μοιράζεται τη μοίρα πολλών μακεδόνικων χωριών, δηλαδή είναι ερημωμένη. Είπαμε και παραπάνω, άλλοι φρόντισαν γι΄αυτό. Βρεθήκαμε ακριβώς κάτω από την κορυφή του Βίτσσο, στις τοποθεσίες όπου έλαβαν χώρα οι σκληρότερες μάχες του Εμφυλίου, τα μέρη όπου ο Γκότσσε, ο Πέιοβ, ο Κεραμιτσσίεβ, ο Τουρούντζζεβ, ο Αγιάνοβσκι και οι υπόλοιποι ηγέτες του ΝΟΦ λάμβαιναν τις αποφάσεις και προσπαθούσαν να σώσουν το μακεδόνικο λαό…Και από εκεί ξεκίνησε το ,,σαφάρι,, μας. Από βουνίσια μονοπάτια, με σπορτ αυτοκίνητο, ξεκινήσαμε προς τη Νέβεσκα (Νυμφαίο), μέσα από την καρδιά του βουνού. Χάσαμε το δρόμο, περάσαμε δύο ποτάμια και περισσότερα ρυάκια με το αμάξι, καθαρίζαμε το δρόμο από πέτρες και κλαδιά για να μπορέσουμε να κινηθούμε, σκεφτόμασταν τι να κάνουμε, το μονοπάτι ήταν σχεδόν αδιάβατο για αυτοκίνητο, αλλά όπως και οι κόμιτι αντέξαμε…και τελικά στο τέλος, μετά από πολλές περιπέτειες, βγήκαμε πάνω από το Σρέμπρενο (Ασπρόγεια). Το Σρέμπρενο είναι το χωριό απ΄όπου καταγόταν ο γρεκομάνος, μισθοφόρος των Ελλήνων ανταρτών  “καπετάνιος”  Βάνγκελ Γκεοργκίεβ Σρεμπρένσκι (ελληνιστί Βαγγέλης Σρεμπρενιώτης), ο οποίος είχε καταδικαστεί από τη

Дреновени - Ντρενόβενι

Дреновени - Ντρενόβενι

μακεδόνικη οργάνωση σε θάνατο και η τιμωρία του κατέφτασε κατά την σύγκρουση με την τσσέτα του Αλεξάνταρ Τουρούντζζεβ. Το ελληνικό κράτος го “απαθανάτισε”  τον “ελληνο-μακεδονικό ηρωισμό” του με άγαλμα στο δρόμο Σοροβίτσεβο (Αμύνταιο) – Κόστουρ (Καστοριά). Φτάνοντας στο δρόμο αυτό, αποφασίσαμε να αφήσουμε τη Νέβεσκα για την επόμενη φορά, και οδηγώντας προς τη Ράκιτα και τους οικοδεσπότες μας, περάσαμε από τα μεκαδόνικα χωριά Ζελενίτσσε (Σκλήθρο) και Λιουμπέτινο (Πεδινό), χωριά με την ίδια θλιβερή ιστορία όλων των μακεδόνικων χωριών της Ελλάδας.

Με τον τρόπο αυτό, το ολοήμερο έπος στα χωριά του Κόστουρ και του Κορέσστα έλαβε τέλος.  Τα ενθύμια πάρα πολλά για να περιγραφούν σε μερικές μόνο σελίδες, ενώ τα πολλά χωριά που δεν επισκεφτήκαμε, το θεαματικό βουνό με την κορυφή Βίτσσο, όπως και η περιοχή Κοστενάρια, παραμένουν για μας μια πρόκληση για ένα μελλοντικό ταξίδι.

Με αγάπη προς όλους τους Μακεδόνες, όπου και αν ζουν, Κίριλ.

Вичо Планина – όρος Βίτσι

Вичо Планина – όρος Βίτσι

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

МАКЕДОНСКИ ЖИВОТ ПРЕД ЕДЕН ВЕК ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΖΩΗ ΠΡΙΝ ΕΝΑΝ ΑΙΩΝΑ

Оригинални слики од македонскиот живот пред повеќе од еден век. Веселби, погреби, работа, пазар, игри, дома, фамилија… Еден народ, изнамачен, прогонет, но и издржлив, како троската, колку ја требиш толку никнува…Еден народ што успеа да опстане и покрај обидите за негово исчезнување. Македонскиот народ !!
Γνήσιες φωτογραφίες από τη μακεδόνικη ζωή πριν από περισσότερο από έναν αιώνα. Χοροί, κηδείες, δουλειά, παζάρι, παιχνίδια, οικία, οικογένεια… Ένας
λαός βασανισμένος, εκδιωγμένος, αλλά και με αντοχή, όπως το αγριόχορτο, που όσο το ξεριζώνεις τόσο ξαναφυτρώνει… Ένας λαός που κατάφερε να επι-
βιώσει παρόλες τις προσπάθειες για εξαφάνισή του. Ο Μακεδόνικος λαός !!

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Κατηγορίες

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


ALPHA BANK

Account 852 00 2101 031390

IBAN: GR47 0140 8520 8520 0210 1031 390

BIC: CRBAGRAA

Μηνιαίες Εκδόσεις

Македонска Ризница
  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2016 (147)
  • 2015 (416)
  • 2014 (404)
  • 2013 (377)
  • 2012 (372)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)