Αρχεία | ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ | Наши села

КРОНЦЕЛЕВО – ΚΡΟΝΤΣΕΛΕΒΟ

Μεταξύ των χωριών Теово-Τέοβο (Καρυδιά), Волкјанево-Βολκογιάνεβο (Λύκοι),  Луковец-Λούκοβετς (Σωτήρα), Почеп-Πότσσεπ (Μαργαρίτα) και Саракиново-Σαρακίνοβο (Σαρακινοί), στις παρυφές μιας από τις κορυφές του όρους Ниџе-Νίτζζε (Βόρας), βρίσκεται το χωριό Кронцелево. Όπως λέει και ο θρύλος για την ίδρυση του χωριού, το όνομα από τα πολύ παλιά χρόνια δεν είχε αλλάξει καθόλου. Κροντσέλεβο λεγόταν εώς και τον ερχομό των Ελλήνων, οι οποίοι το 1928 άλλαξαν το όνομα, εξελληνίζοντάς το σε Κερασιά.

Βρίσκεται σε απόσταση περίπου 10-12 χιλιόμετρα από την πόλη Воден-Βόντεν (Έδεσσα) και στο παρελθόν οι κάτοικοι πήγαιναν εκεί μέσω δύο δρόμων. Ο ένας οδηγούσε μέσω του πυκνού δάσους και το χωριό Волкјанево, ενώ ο δεύτερος περνούσε κοντά από το χωριό Теово και έπειτα έβγαινε στο χωριό Владово-Βλάντοβο (Άγρα), όπου ενωνόταν με το λέρισνκι πατ (δρόμος για το Λέριν).

Στις αρχές του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα το 1900, το χωριό είχε 600 περίπου κάτοικους, από τους οποίους οι μισοί ήταν Μακεδόνες χριστιανοί και οι υπόλοιποι Μακεδόνες μουσουλμάνοι. Μετά την προσάρτηση του τμήματος αυτού της Μακεδονίας στο ελληνικό βασίλειο, το 1924 οι Μακεδόνες μουσουλμάνοι αναγκάστηκαν ,,εθελοντικά,, να εγκαταλείψουν το χωριό και να πάνε στην Τουρκία, ενώ στη θέση τους εγκαταστάθηκαν από τις ελληνικές αρχές Μάτζζιρι (πρόσφυγες από την Τουρκία). Δηλαδή περίπου εξήντα οικογένειες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στο χωριό, αλλά δεν έμειναν όλες εκεί. Κάποιες φοβήθηκαν λόγω της μακρινής απόστασης από το Βόντεν και μετακόμισαν εκεί ή στην πεδιάδα του Μέγκλεν (Αλμωπίας). Έτσι στο χωριό απόμειναν μόλις 30 οικογένειες προσφύγων. Το 1941, ο πληθυσμός ήταν ως εξής: 93% Μακεδόνες και 7% Έλληνες (Μάτζζιρι). Μετά το 1949, στο χωριό παρέμειναν να ζουν μόνο Μακεδόνες. Οι πρόσφυγες μετά τον Εμφύλιο πόλεμο δεν επέστρεψαν στο χωριό, εκτός από δύο οικογένειες.

Σύμφωνα με το θρύλο, το χωριό Кронцелево δεν βρισκόταν πάντοτε στην σημερινή τοποθεσία. Περίπου μισή ώρα πεζοπορία απόσταση από το χωριό προς τα βορειοανατολικά, στην τοποθεσία „Новосел-Νόβοσελ“, όπου σήμερα πολλοί από τους κατοίκους έχουν αμπέλια, εκεί κάποτε βρισκόταν το χωριό. σε εκείνη την τοποθεσία, όταν καλλιεργούν τα αμπέλια τους, οι κάτοικοι βρίσκουν διάφορα αντικείμενα νοικοκυριού, από χαλκό ή πηλό. Εμφανίστηκε όμως αρρώστεια, πανούκλα, όπως αφηγήθηκαν οι παλαιότεροι, και πολλοί χωρικοί πέθαναν. Ένας από τους κατοίκους, με το όνομα Κρούμε, είχε γουρούνια και τα βοσκούσε σε ψηλές τοποθεσίες, εκεί δηλαδή που βρίσκεται σήμερα το χωριό. έτσι, αυτός ανακάλυψε καλό νερό, έχτισε καλύβα και μετοίκισε με όλη του την οικογένεια εκεί. Μετά από αυτόν, στο ίδιο μέρος άρχισαν να εγκαθίστανται και άλλες οικογένειες, δημιουργώντας νέο οικισμό, ο οποίος άρχισε να αποκαλείταιαπό το όνομα του Κρούμε, Крумово село-Κρούμοβο Σέλο, και μετά από αρκετές παραφράσεις, έλαβε το όνομα Кронцелево.

Το χωριό δραστηριοποιήθηκε επαναστατικά στην περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πριν ακόμη την Επανάσταση του Ίλιντεν (1903), όταν σε αυτό έφτασε ο Гоце Делчев-Γκότσε Ντέλτσσεβ στις 2 Φαβρουαρίου 1902. Ο Делчев φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Наси Марков-Νάσι Μάρκοβ και ήρθε σε επαφή με τους Александар-Αλεξάνταρ και Георги-Γκεόργκι Георгиев-Γκεοργκίεβ. Έμεινε στο χωριό δύο μέρες και μετά την αναχώρησή του και σύμφωνα με τις οδηγίες που έδωσε, οι χωρικοί οργάνωσαν τσσέτα (ένοπλη ομάδα). Βόιβοντα (οπλαρχηγός) της τσσέτα ήταν ο Ефтим Пејов-Έφτιμ Πέιοβ. Όταν το 1903 ξεκίνησε η Επανάσταση των Μακεδόνων, η Επανάσταση του Ίλιντεν, λόγω της πρόχειρης οργάνωσης στην περιοχή Βόντεν, ο ξεσηκωμός άργησε να γίνει. Την είδηση στο χωριό για την έναρξη της επανάστασης, έφερε ένας κάτοικος του Βόντεν με το όνομα Радомир-Ράντομιρ και όλα τα μέλη της τσσέτα αναχώρησαν για το βουνό. Στο βουνό, στην τοποθεσία  Гребен-Γκρέμπεν, παρέμειναν μερικές μέρες, γεμίζοντας σφαίρες, ετοιμαζόμενοι για μάχη.

Το 1905, στους βάλτους του Πάζαρ (Γιαννιτσών), η τσσέτα του Апостол Петков Терзиев војвода-Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ βόιβοντα, περικυκλώθηκε από ελληνικά αντάρτικα σώματα και προς βοήθεια του Άποστολ, από το Κροντσέλεβο πήγαν εκεί οι Вани Трпанов-Βάνι Τ΄ρπάνοβ, Ташо Пашалиев-Τάσσο Πασσαλίεβ, Чичо Сотиров-Τσσίτσσο Σοτίροβ και Вани Минов-Βάνι Μίνοβ. Το πρόσωπο από το Κροντσέλεβο που έλαβε εξέχουσα θέση στο πάνθεον των Μακεδόνων ηρώων, ήταν το μέλος του ΒΜΡΟ, Кулиман Диев-Κουλιμάν Ντίεβ. Για τις ηρωικές του πράξεις και την μεγάλη προστασία των δικαιωμάτων των Μακεδόνων της περιοχής, ο μακεδόνικος λαός του έκανε πολλά τραγούδια. Ο Кулиман προδώθηκε από τον καλό του φίλο Георги Бузев-Γκεόργκι Μπούζεβ ή Γκιόσσε, το οποίο οι Τούρκοι είχαν εξαγοράσει με 30 λίρες. Μια μέρα ο Кулиман έπεσε σε ενέδρα που του είχε στήσει ο Γκιόσσε και ο γαμπρός του Ρίστε και εκεί σκοτώθηκε, αλλά πριν ξεψυχήσει κατάφερε με μικρό ρεβόλβερ να σκοτώσει και αυτός τον Γκιόσσε.

Το 1913, την ημέρα του Πέτροβντεν (Άγίου Πέτρου), το χωριό περικυκλώθηκε από ελληνικό απόσπασμα αστυνομίας. Όλοι οι κάτοικοι βρίσκονταν στην εκκλησία. Οι άντρες συλλήφθηκαν και μεταφέρθηκαν στην τοποθεσία βλάντοβσκα κουρία και εκεί ξυλοκοπήθηκαν μόνο και μόνο επειδή το χωριό ήταν μακεδόνικο. Από το πολύ ξύλο, μόλις που γλίτωσαν το θάνατο οι Мици Шамарданов-Μίτσι Σσαμαρντάνοβ, Гочи Диев-Γκότσσι Ντίεβ, Гочи Попов-Γκότσσι Πόποβ, και Трпче Трајов-Τ΄ρπτσσε Τράιοβ.

Το Кронцелево ενεργά είχε ενταχθεί και στον Εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα. Το Σεπτέμβριο του 1946, συλλήφθηκαν άντρες, γυναίκες, κοπέλες και παιδιά, είκοσι στον αριθμό, μόνο επειδή οι οικογένειές τους είχαν μέλη παρτιζάνους. Όλοι αυτοί φυλακίστηκαν στις φυλακές του Βόντεν, όπου κρατήθηκαν επί δύο μήνες και έπειτα καταδικάστηκαν χωρίς δίκη σε πολύχρονη φυλάκιση. Σε λίγες μέρες έπρεπε να μεταφερθούν σε ερημονήσια του Αιγαίου, αλλά οι οι υπόλοιποι κάτοικοι εξαγόρασαν με χρήματα τις τοπικές αρχές και οι κρατούμενοι αφέθηκαν ελεύθεροι. Το 1947, οι αρχές άδειασαν όλα τα χωριά και μετάφεραν τους κατοίκους στις πόλεις για να μην βρίσκουν τρόφιμα οι παρτιζάνοι. Το Кронцелево μεταφέρθηκε στο Воден και στο  Владово και μέχρι το 1949 οι κάτοικοι παρέμειναν στα δύο εκείνα μέρη. Ήατν από τις δυσκολότερες περιόδους της ζωής του χωριού. Οι νέοι όλοι παρτιζάνοι, οι γεροντότεροι και τα παιδιά στο Βόντεν και στο Βλάντοβο να πεινάνε και οι σοδειές τους να σαπίζουν στα χωράφια. Μερικές φορές, με ειδικές άδειες πήγαιναν στο χωριό για να μαζέψουν μέρος της σοδειάς, αλλά λόγω των συνεχών βομβαρδισμών, σύντομα παραιτήθηκαν από την προσπάθεια. Οι οικογένειες που παρέμειναν, που δεν βρήκαν καταφύγιο στις πρώην ανατολικές χώρες, επέστρεψαν στο χωριό το 1950.

Σήμερα το χωριό είναι ζωντανό και δραστήριο, με μεγάλη παραγωγή κυρίως κερασιών. Εκεί υπάρχει μακεδόνικος πολιτιστικός σύλλογος, ο οποίος διατηρεί και αναπτύσει τη γνήσια μακεδόνικη παράδοση.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ЧЕГАН – ΤΣΣΕΓΚΑΝ

Το χωριό Чеган, σύμφωνα με κάποια τούρκικα έγγραφα του 15ου αιώνα, άνηκε στον Καζά του  Лерин-Λέριν, ενώ σύμφωνα με άλλα, επίσης τούρκικα, στον Καζά του Острово-Όστροβο (μετέπειτα Άρνισσα). Από την προσάρτηση αυτού του τμήματος της Μακεδονίας στην Ελλάδα το 1913 και μετά, ανήκει στο νομό Πέλας. Το 1926, από πλευράς ελληνικών αρχών, μετονομάστηκε σε Άγιος Αθανάσιος.

Το Чеган είναι χτισμένο σε υψόμετρο 1220 μ. Νότια συνορεύει με τα χωριά Жерви-Ζζέρβι (Ζέρβη) και Острово (Άρνισσα), νοτιοδυτικά με το χωριό Пателе-Πάτελε (Άγιος Παντελεήμονας), δυτικά με το χωριό Горничево-Γκορνίτσσεβο (Κέλη) και βορειοδυτικά με τα χωριά Сетина-Σέτινα (Σκοπός) και Попадја-Ποπάντια (δεν υπάρχει πια). Τα όρια του χωριού στο βορρά εκτείνονται στις τοποθεσίες Митиуриз’те-Μιτιουρίζτε, Камну-Κάμνου, Вдовица-Βντοβίτσα, ως τις Баковите Колиби-Μπακόβιτε Κόλιμπι και Поплазов Камен-Ποπλάζοβ Κάμεν.

Το χωριό πάντοτε αποτελούσε μακεδόνικο οικισμό και τέτοιος είναι ως και σήμερα, χωρίς να έχει δεχτεί εθνικές αλλαγές.

Το 1913 είχε 1.060 κάτοικους, το 1920-1.024, ενώ το 1940-1.395 κατοίκους. Κατα τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα (1946-1949) και επειδή οι κάτοικοι αγωνίστηκαν για τα δίκαια του μακεδόνικου λαού, ο αριθμός των κατοίκων μειώθηκε κατά το μισό και έτσι το 1951 είχε μόλις 722 κάτοικους. Μεγάλος αριθμός των κατοίκων του ζει σήμερα στη Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Οι Τσσεγκάντσι ασχολούνταν αποκλειστικά με την κτηνοτροφία και τη

Βόιβοντα Μίτσε Χρίστοβ - Τσσεγκάνσκι

Βόιβοντα Μίτσε Χρίστοβ - Τσσεγκάνσκι

γεωργία. Στ καλύτερά του χρόνια, το χωριό είχε μέχρι και 30.000 πρόβατα και κατσίκια, όπως και πολλές αγελάδες, βόδια, γαϊδούρια, μουλάρια και σπανιότερα, άλογα. Παρήγαγαν καλαμπόκι, σιτάρι, βρώμη, κριθάρι, πατάτες, όπως και ντομάτες, πιπεριές, κρεμμύδι, σκόρδο, πράσο, λάχανο, φασόλι και φακές. Η μετανάστευση δεν αποτελούσε χαρακτηριστικό των Τσσεγκάντσι.

Η παλαιότερη εκκλησία του χωριού ήταν αυτή του “Свети Спас-Σβέτι Σπας“, η οποία είχε ενταχθεί στην Εξαρχεία. Η Πατριαρχεία είχε επιχειρήσει να χτίσει άλλο ναό, αλλά αυτός δεν λειτούργησε ποτέ. Το μοναστήρι Σβέτι Γκιόργκι βρίσκεται στη δεξιά όχθη του ποταμού  Баљалка-Μπαλιάλκα και μπροστά από την πύλη του υπήρχε πλάκα με κάποιο κείμενο πάνω της και έτσι οι ελληνικές αρχές την αφαίρεσαν και την εξαφάνισαν, ίσως επειδή αποτελούσε πηγή πληροφοριών που δεν συμφωνούσαν με τους ελληνικούς ισχυρισμούς.

Το πανηγύρι του χωριού ήταν του Свети Спас-Σβέτι Σπας (Σωτήρος). Στο ναό του αγίου αυτού, οι κάτοικοι έφερναν δώρα και συνήθως ζωντανά, όπως αρνιά και κατσίκια. Οι γυναίκες συνήθως δώριζαν τσσόραπι, ποδιές και κεντήματα για τον στολισμό του ναού. Την ημέρα της γιορτής, μετά τη λήξη της λειτουργίας, σφάζονταν μερικά από τα ζωντανά και το κρέας μοιραζόταν σε φτωχές οικογένειες για να έχουν και εκείνες, την ημέρα αυτή, πλουσιότερο τραπέζι. Το απόγευμα, στο κέντρο του χωριού μαζεύονταν οι νέοι και οι νέες, με μουσικές ορχήστρες και χόρευαν και τραγουδούσαν ως αργά το βράδι.

Η επίθεση στο Чеган του ελληνικού στρατού, αστυνομίας και μισθοφόρων το 1947, σύμφωνα με τις μαρτυρίες του κατοίκου του χωριού Јане Димулков-Γιάνε Ντιμούλκοβ.

,,Το χωριό ήταν περικυκλωμένο από όλες τις πλευρές. Τρόπος υποχώρησης δεν υπήρχε. Το μόνο ελεύθερο μονοπάτι ήταν αυτό που οδηγούσε στις τοποθεσίες Куритцкин Дол-Κουρίτσκιν Ντολ, Козјак-Κόζιακ, Црвен’та Стена-Τσαρβέντα Στένα και Писта-Πίστα, με δυνατότητα καταφυγίου στο χωριό Ποπάντια.  Όταν ο ελληνικός στρατός έφτασε στις Κόλιμπι και Βοντένιτσι (νερόμυλους), σκότωσε τη Μάτσα Στόικοβα, η οποία από το νερόμυλο με το μουλάρι της πήγαιναν για το χωριό. Ο στρατός προχωρούσε προς το Τσσέγκαν μέσω της τοποθεσίας Τοπόλκατα Μπάρτα προς τις αχερώνες του χωριού και οδηγός ήταν ένας μαḯτης με καταγωγή από το ίδιο το χωριό, γκρκομαν όπως τον έλεγαν οι κάτοικοι, ο Γιάνε Άλκοβ. Πριν να μπει ο στρατός στο χωριό, οι παρτιζάνοι σκότωσαν τον προδότη. Οι ένοπλοι κάτοικοι και μια μεγάλη ομάδα παρτιζάνων που υπήρχε στο χωριό, δεν μπορούσαν να αποφασίσουν εάν θα έπρεπε να δώσουν μάχη ή να υποχωρήσουν λόγω του πολυάριθμου στρατού που είχε καταφτάσει. Τελικά δώθηκαν μεγάλες μάχες και εντός και εκτός χωριού.  Πολλοί ήταν αυτοί που σκοτώθηκαν, τραυματίστηκαν, αιχμαλωτίστηκαν και εκτελέστηκαν. Άλλοι οδηγήθηκαν στις φυλακές. Νεκροί έπεσαν από πυρά μισθοφόρων οι Танасе Капиданчев-Τανάσε Καπιντάντσσεβ και Танасе Најдо Цицаров-Τανάσε Νάιντο Τσιτσάροβ, ενώ αιχμαλωτίστηκαν οι παρακάτω Τσσεγκάντσι:  Ставро Шанев-Σταύρο Σσάνεβ, Наце Толе Брзов-Νάτσε Τόλε Μπ΄ρζοβ, Мице Ване Брзов-Μίτσε Βάνε Μπ΄ρζοβ, Коле Пишлинов-Κόλε Πισσλίνοβ, Коле Јанков-Κόλε Γιάνκοβ, Танасе Кочанов Б’лов-Τανάσε Κοτσσάνοβ Μπ΄λοβ, ενώ αιχμαλωτίστηκαν και πολλοί κάτοικοι οι οποίοι δεν συμμετείχαν στον ένοπλο αγώνα αλλά είχαν μέλη των οικογενειών τους ενταγμένα στους παρτιζάνους.

Μετά τις ελληνικές επιθέσεις στο Кајмакчалан-Καϊμάκτσσαλαν το 1949, όλοι οι Τσσεγκάντσι που είχαν καταφύγει στις τοποθεσίες Топлиците-Τοπλίτσιτε και Кариица-Καρίιτσα, κατέφυγαν στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, αφήνοντας τις εστίες τους για πάντα. Οι ελληνικές αρχές κρατικοποίησαν τις περιουσίες των εκδιωγμένων και πολλά σπίτια, καλύβες και στάβλους, τα γκρέμισαν.

Το χωριό μας έμεινε στη μνήμη χωρίς να έχουμε τη δυνατότητα να επιστρέψουμε λόγω της απαγόρευσης των ,,δημοκρατικών,, ελληνικών αρχών. Ποτέ δεν μπορέσαμε να ξαναθυμηθούμε τα παιδικά μας χρόνια, να ξαναπιούμε νερό από τις δροσερές βρύσες και πηγές του χωριού, να περπατήσουμε στην Πιπέριτσα, στο Καράμπουναρ, στο Ποπλάζοβ Κάμεν. Την άνοιξη, όταν ξυπνάει όλο το βουνό, να δούμε τα κοπάδια, να φάμε πότκβας από προβατίσιο γάλα, τυρί, μασστένιτσα και πολλά άλλα. Να δούμε όπως τότε, συγχωριανό και να τον ρωτήσουμε όπως κάναμε παλιά: “Кажи некоја лага, што има ново во селото-Κάζζι νέκοϊα λάγκα, σστο ίμα νόβο βο σέλοτο (πες κανένα ψέμα, τί νέο από το χωριό)“. Άλλους πολιτισμικούς φόρτους δεν είχαμε. Αυτήν την ειρήνη μας τη χάλασαν οι απαρνητές μας, απαγορεύοντας να μιλάμε τη μητρική μας γλώσσα, τη μακεδόνικη. Αυτή ήταν η εποχή της αρχής του τέλους του χωριού μας, το οποίο το 1985-1990 το μετέφεραν στην τοποθεσία Габиро-Γκάμπιρο, ενώ στο παλιό χωριό έμειναν δυό τρεις οικογένειες,,.

Σήμερα το Τσσέγκαν είναι ένα ζωντανό χωριό, αλλά σε άλλη τοποθεσία. Στη θέση του παλιού χωριού έχει χτιστεί παραδοσιακό τουριστικό θέρετρο και προσελκύει χιλιάδες τουρίστες, λάτρεις των χειμερινών σπορ.

Στον αέρα όμως ακόμη πλανιέται το πνεύμα του Τσσέγκαν, του μακεδόνικου επαναστατικού χωριού και των κατοίκων του, εκ των οποίων οι μισοί δεν μπορούν να ξαναδούν τα μέρη τους.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

АПОСКЕП – ΑΠΟΣΚΕΠ


Το χωριό Апоскеп (εξελληνίστηκε σε Απόσκεπος, όπως και τα ονόματα όλων των  μακεδόνικων χωριών) βρίσκεται σε απόσταση 6 χιλιομέτρων βόρεια του Костур-Κόστουρ (Καστοριάς), σε υψόμετρο 840μ. στις παρυφές του βουνού Свети Илија-Σβέτι Ίλια, το οποίο ονομάστηκε έτσι λόγω ενός ναού που βρίσκεται στην κορυφή του και είναι αφιερωμένος στον Προφήτη Ηλία. Διοικητικά σήμερα ανήκει στο Δήμο Καστοριάς και αριθμεί περίπου 150 κατοίκους (απογραφή 2001). Βόρεια συνορεύει με τα χωριά Сетома-Σέτομα (Κεφαλάρι) και Сештево-Σεσστέβο (Σιδηροχώρι), νότια με την πόλη Костур-Κόστουρ (Καστοριά) και το χωριό Жупаниште-Ζζουπάνισστε (Λεύκη), ανατολικά με τα χωριά Тиолишта-Τιόλισστα (Τοιχιό), Кондоропи-Κοντόροπι (Μεταμόρφωση) και Фотиништа-Φοτίνισστα (Φωτεινή) και δυτικά, σε κάποια απόσταση, με το χωριό Сливени-Σλίβενι (Κορομηλέα).

Άποσκεπ 1908. Μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων, μνημόσυνο στους Μακεδόνες πεσόντες του Ίλιντεν. Παρεβρέθηκαν οι Βόιβοντι Βάσιλ Τσσακαλάροβ και Πάντο Σίντοβ, ο ιερέας Γκέρμαν Τσσίκοβσκι από το χωριό Τσσερέσνιτσα (Πολυκέρασο), αρχές, συγγενείς των θυμάτων κ.α.

Άποσκεπ 1908. Μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων, μνημόσυνο στους Μακεδόνες πεσόντες του Ίλιντεν. Παρεβρέθηκαν οι Βόιβοντι Βάσιλ Τσσακαλάροβ και Πάντο Σίντοβ, ο ιερέας Γκέρμαν Τσσίκοβσκι από το χωριό Τσσερέσνιτσα (Πολυκέρασο), αρχές, συγγενείς των θυμάτων κ.α.

Στις αρχές του εικοστού αιώνα το χωριό αριθμούσε περισσότερους από 750 κατοίκους (όλοι Μακεδόνες), με 120 σπίτια και αποτελούταν από δύο μάαλι (γειτονιές), ανατολική και δυτική. Μεταξύ των δύο γειτονιών κυλάει πηγή, η οποία θεωρείται ότι έρχεται από τη λίμνη Πρέσπα. Τον χειμώνα, το νερό της πηγής είναι ζεστό και το καλοκαίρι κρύο. Το χωριό είναι χτισμένο σε τοποθεσία που θυμίζει τρύπα, περικυκλωμένο από βουνά και για το λόγο αυτό οι Τούρκοι το ονόμασαν Άπους Κουπ (κλειστό πήλινο δοχείο). Σύμφωνα με το θρύλο, το χωριό δημιουργήθηκε όταν κάποιος από την οικογένεια Танаскови- Τανάσκοβι έχασε μια αγελάδα και όταν τη βρήκε στην σημερινή τοποθεσία του χωριού, επέστρεψε και είπε στους υπόλοιπους ότι βρήκε ένα θαυμάσιο μέρος και ότι θα έπρεπε να μετοικίσουν εκεί. Κάτω από το χωριό υπάρχει ένα μικρό ίσιο μέρος, καλό για χωράφια, το οποίο εύκολα ποτίζεται από τα νερά της πηγής. Επειδή όμως το χωρίο είναι ορεινό, οι περισσότεροι κάτοικοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, αλλά και με την αμπελουργία και αρκετοί αναχωρούσαν μετανάστες, προς αναζήτηση εργασίας σε μέρη μακρινά, απ΄όπου επέστρεφαν μέσα σε λίγα χρόνια. Ήταν ιδιαίτερα γνωστό για το καλό σταφύλλι, το οποίο πουλούσαν στο Κόστουρ και τα γύρω χωριά, αλλά και σε αγοραστές που κατέφθαναν από το Кожани-Κόζζανι (Κοζάνη) και το Лерин-Λέριν (Φλώρινα).

Σύντομα μετά τη δημιουργία του ΒΜΡΟ, του οποίου σκοπός ήταν η απελευθέρωση του μακεδόνικου λαού από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, στο Άποσκεπ άρχισαν να συντάσονται οι πρώτοι πυρήνες της οργάνωσης. Ο πρώτος που οργανώθηκε ήταν ο  Лазо Луаров-Λάζο Λουάροβ, ο οποίος ήταν ο γραμματέας του χωριού της οργάνωσης και έπειτα εξέχουσα θέση έλαβαν οι Наум Фотев Божинов-Νάουμ Φότεβ Μποζζίνοβ, Наке Лазо Џинов-Νάκε Λάζο Τζζίνοβ, Дине Трупанков-Ντίνε Τρουπάνκοβ, Стојан Бакалов-Στόγιαν Μπακάλοβ κ.α. Το Апоскеп και οι κάτοικοί του έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην οργάνωση, αν και το χωριό βρισκόταν πολύ κοντά στο Κόστουρ. Βρισκόταν όμως και σε διασταύρωση μεταξύ τριών περιοχών του Κόστουρ που είχαν ενταχθεί στο ΒΜΡΟ (Κορέσστα, Πόπολε και Κοστεναρίατα) και από εκεί έπρεπε να περάσουν οι ένοπλες ομάδες για να μεταβούν σε άλλη περιοχή. Στις 20 Ιουλίου 1903 ξεκίνησε η Επανάσταση του Ίλιντεν, η επανάσταση των Μακεδόνων, και οι κάτοικοι του Άποσκεπ βρίσκονταν στο ναό Σβέτι Ίλια και έπειτα στο κέντρο του χωριού για τον εορτασμό. Το βράδι όμως έφτασε η είδηση για την έναρξη του ξεσηκωμού και όλο το χωριό συγκεντρώθηκε στο κέντρο αυτού, όπου υπήρχαν περίπου 300 ένοπλοι επαναστάτες. Ένας από τους Βόιβοντες (οπλαρχηγούς) έβγαλε λόγο και μεταξύ άλλων είπε: „Αδέρφια Μακεδόνες, Αποσκέπανι, η ημέρα που περιμέναμε για επανάσταση εναντίον της τούρκικης σκλαβιάς έφτασε και σήμερα επαναστατούμε με όπλα στα χέρια…“. Από το Άποσκεπ, υπό την ηγεσία του Βόιβοντα του χωριού Стојан Бакалов-Στόγιαν Μπακάλοβ και των βοηθών του Ламбро Браов-Λάμπρο Μπράοβ, Пандо Поповски-Πάντο Πόποβσκι και Атанас Јорљов-Άτανας Ιόρλιοβ, ένοπλοι εντάχθηκαν στον αγώνα περίπου 60 άτομα.

Προς το τέλος της επανάστασης, στο Апоскеп έλαβε μέρος μια μεγάλη μάχη

Μακεδόνικο πανηγύρι – χορός στο Άποσκεπ

μεταξύ των Μακεδόνων επαναστατών υπο την ηγεσία των Васил Чакаларов-Βάσιλ Τσσακαλάροβ, Пандо Кљашев-Πάντο Κλιάσσεβ και Митре Влаот-Μίτρε Βλάοτ και του οθωμανικού στρατού. Περίπου 600 Μακεδόνες κόμιτι συγκρούστηκαν με άνω των 3000 στρατιωτών, όταν οι τελευταίοι εκτελούσαν έρευνες στο χωριό και είχαν συλλάβει και φυλακίσει αρκετούς κάτοικούς του. Η μάχη διέρκησε εφτά ώρες και οι κόμιτι είχαν μόνο δύο νεκρούς (ο ένας από το Άποσκεπ, ο Πέτρε Γκέγκοβ), ενώ οι στρατιώτες είχαν πολλά περισσότερα θύματα. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να περικυκλώσουν τους κόμιτι, αλλά αυτοί, μετά από έξυπνη κίνηση του Τσσακαλάροβ, κατάφεραν να ξεφύγουν προς την Κοστενάρια και κάποιοι προς το βορρά. Εκείνη την ημέρα, οι οθωμανικές αρχές έκαψαν το χωριό και σκότωσαν μερικούς χωρικούς, κυρίως γέρους που δεν είχαν καταφέρει έγκαιρα να βρουν καταφύγιο.

Μετά την επανάσταση, άρχισαν από την Ελλάδα να καταφθάνουν Έλληνες αντάρτες, οι οποίοι είχαν αποστολή να πλήξουν το ΒΜΡΟ. Το Апоскеп ήταν καλά προετοιμασμένο έχοντας 50 άτομα φρουρούς του χωριού και οι χωρικοί τοποθετούσαν μέχρι και σκοπιές, για να αντιμετωπίσουν επίθεση από τους αντάρτες.  Δέκα λεπτά από το χωριό, στην τοποθεσία Сливени-Σλίβενι, υπήρχε ομαδικός τάφος πολλών εξέχοντων αντρών του ВМРО, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Митре Влаот, ο Лазар Поптрајков-Λάζαρ Ποπτράικοβ, ο Петар Наумов-Πέταρ Ναούμοβ από το Άποσκεπ και πολλοί άλλοι, περίπου 60 τον αριθμό. Με την εγκατάσταση των ελληνικών αρχών το 1913, αυτός ο τάφος καταστράφηκε.

Μετά την προσάρτηση του τμήματος αυτού της Μακεδονίας στο ελληνικό βασίλειο, μεγάλος αριθμός κατοίκων του χωριού αναγκάστηκε λόγω της τρομοκρατίας από πλευράς των ελληνικών κρατικών οργάνων και διαφόρων ένοπλων ομάδων, να εγκαταλείψουν τις πατρικές τους εστίες και να βρουν καταφύγιο σε άλλες χώρες.

Το 1920, με την επιστροφή από την Αμερική του Лазар Божинов-Λάζαρ Μποζζίνοβ, το χωριό άρχισε να αναδιοργανώνεται. Με τον ερχομό της δικτατορίας του Μεταξά το 1936, αρκετοί Μακεδόνες του χωριού φυλακίστηκαν στο Ακροναύπλιο. Κατα τη διάρκεια του ελληνο-ιταλικού πολέμου, το χωριό έδωσε 36 στρατιώτες. Σκοτώθηκε ο  Панајот Мишајков-Παναγιότ Μισσάικοβ και τραυματίστηκαν βαριά οι Спасо Бубев-Σπάσο Μπούμπεβ και Мичо Почев-Μίτσσο Πότσσεβ. Με τον ερχομό των κατοχικών δυνάμεων, ξεκίνησε μια νέα εποχή, πολύ δυσκολότερη για τους Μακεδόνες του Άποσκεπ. Και πάλι μεγάλος αριθμός χωρικών φυλακίστηκε, αλλά το πνεύμα ελευθερίας των Μακεδόνων αναγεννήθηκε και πάλι. Στη μακεδόνικη οργάνωση НОФ, από το χωριό εντάχθηκαν οι παρακάτω κάτοικοι: Христо Јанкулов-Χρίστο Γιανγκούλοβ, Георги Велев-Γκεόργκι Βέλεβ, Анастас Божинов-Άναστας Μποζζίνοβ και πολλοί άλλοι, ενώ πολλοί ήταν μέλη και των παρτιζάνικων μονάδων του ΕΛΑΣ.  Το χωριό ήταν πολύ δραστήριο και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου, όπου ενεργά βοηθούσε και είχε ενταχθεί στο ΝΟΦ και στα σώματα του Δημοκρατικού Στρατού. Ως μαχητές για τα δίκαια των Μακεδόνων, έδωσαν τη ζωή τους οι: Георги Велков-Γκεόργκι Βέλκοβ, Благоја Шандров-Μπλάγκοϊα Σσάντροβ, Коста Браов-Κόστα Μπράοβ, Пена Велкова-Πένα Βέλκοβα, Гиро Мишајков-Γκίρο Μισσάικοβ και πολλοί άλλοι.

Σήμερα είναι ένα πανέμορφο χωριό με μεγάλη δυναμικότητα τουριστικών εγκαταστάσεων, τα οποία προσφέρουν ιδιαίτερη ηρεμία και αναζωογόνηση. Οι Μακεδόνες κάτοικοί του, γνωρίζουν την σημασία της λέξης гостопримство-φιλοξενία. Αξίζει να το επισκεφτείτε και να αισθανθείτε την ιστορία που κρύβει μέσα του!

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ПЕСОЧНИЦА – ΠΕΣΟΤΣΣΝΙΤΣΑ

Το χωριό Песочница βρίσκεται στον κάμπο, στο μεσαίο τμήμα της κοιλάδας του Λέριν, 9 χιλιόμετρα από την πόλη Λέριν-Φλώρινα. Είναι χτισμένο σε υψόμετρο 615 μέτρων, στις δύο πλευρές του ποταμού Мала Река-Μάλα Ρέκα. Βόρεια συνορεύει με το χωριό Арменоро-Αρμένορο (Αρμενοχώρι), νότια με τα χωριά  Лесковец-Λέσκοβετς (Λεπτοκαριά) και Кучковени-Κουτσσκόβενι (Πέρασμα), ανατολικά με το Росен-Ρόσεν (Σιταριά) και το Борешница-Μπορέσσνιτσα (Παλαίστρα) και δυτικά με το Лажен-Λάζζεν (Μεσονήσι). Σήμερα στο χωριό ζουν περίπου 1500 κάτοικοι, μικτής σύνθεσης: Μακεδόνες και Έλληνες (Μάντζζιρι-πρόσφυγες από τον Πόντο). Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και πολλοί βρίσκονται ως μετανάστες σε χώρες μακρινές. Από τα πολύ παλιά χρόνια, είχε μείνει παράδοση στο χωριό να κάνουν βαριές νηστείες για το Божиќ-Μπόζζικ (Χριστούγεννα) και το Велигден-Βέλικντεν (Πάσχα), όπως και  μεγάλα πανηγύρια για το  Ѓурѓовден-Γκιούργκιοβντεν (ημέρα του Αγίου Γεωργίου) και μεγάλους γάμους. Ακόμη και σήμερα, το χωριό είναι γνωστό για τις πολλές μακεδόνικες ορχήστρες του και τους ταλαντούχους μουσικούς του.

Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχείας, το χωριό ήταν τσιφλίκι και εκεί υπήρχαν δύο κούλι (πύργοι), Κιρίμοβα και Όσμαν Μπεγκ. Οι κάτοικοι ήταν αναγκασμένοι να δουλεύουν στα χωράφια των μπέηδων και έπειτα τα δικά τους, ενώ οι μπέηδες από τους πύργους τους, παρακολουθούσαν συνεχώς την εργασία τους.  Για το λόγο αυτό, οι χωρικοί είχαν κάνει και τραγούδι σχετικό με τα παραπάνω:

Го фатиле Осман паша  -  γκο φατίλε Όσμαν πάσσα

му врзале бели раце  -  μου β΄ρζάλε μπέλι ράτσε

го качиле на кочија  -  γκο κατσσίλε να κοτσσία

го занеле во дворот  -  γκο ζανέλε βο ντβόροτ

и му велат  -  ι μου βέλατ

ој ти Осман паша  -  όι τι Όσμαν πάσσα

ти беше учен на папра да спиеш  – τι μπέσσε ούτσσεν να πάπρα ντα σπίεςς

ти не беше учен од свиња месо да јадеш – τι νε μπέσσε ούτσσεν οντ σβίνια μέσο ντα ιάντεςς

ти беше учен јагнешко месо да јадеш  -  τι μπέσσε ούτσσεν ιάγκνεσσκο μέσο ντα ιάντεςς

О море Нико зеленико – О μόρε Νίκο ζελενίκο

по везден чуваш страшен дервен – πο βέζντεν τσσούβαςς στράσσεν ντέρβεν

О да не виде кој помина,  - О ντα νε βίντε κόι πομίνα

кој помина кој надмина – κόι πομίνα κόι ναντμίνα

о виду виду, как не видув – ο βίντου, κακ νε βίντουβ

што поминаа три мали моми – σστο πομινάα τρι μάλι μόμι

три мали моми Горничевки – τρι μάλι μόμι Γκορνιτσσέβκι

Το 1900, το χωριό είχε περίπου 900 κάτοικους, από τους οποίους 780 ήταν

Κόνσταντιν Βαλκάνοβ

εθνικά Μακεδόνες και 125 ήταν Τούρκοι. Όπως και στα υπόλοιπα μέρη της Μακεδονίας, έτσι και στην περιοχή αυτή, ο πληθυσμός μαζικά συμμετείχε στην Επανάσταση του Ίλιντεν. Το χωριό είχε πολλούς Βόιβοντι και κόμιτι και ενεργά αγωνίζονταν ως μαχητές 21 άτομα, από τα οποία γνωστότερα ήταν: Мицко Грдев (војвода)-Μίτσκο Γκ΄ρντεβ (βόιβοντα), Наум Гинков-Νάουμ Γκίνκοβ, Коле Маринчев-Κόλε Μαρίντσσεβ, Тане Ѓелин-Τάνε Γκέλιν, Геле Попов-Γκέλε Πόποβ, Коста Ванчев-Κόστα Βάντσσεβ, Димитар Гердев-Ντιμίταρ Γκέρντεβ κ.α. Ο Βόιβοντα Мицко σκοτώθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1907, προδωμένος από σπιούνους, σε μάχη με τον οθωμανικό στρατό που έγινε στο χωριό. Ο Мицко  όλη τη μέρα και τη νύχτα μαχόταν με τη βοήθεια ανηψιάς του και οι Τούρκοι μη μπορώντας να τον αιχμαλωτίσουν ή να τον σκοτώσουν, πυρπόλησαν το σπίτι. Οι δυο τους όμως, κατάφεραν να βρουν καταφύγιο σε άλλο σπίτι, έπειτα σε τρίτο. Τους τελείωσαν όμως τα πυρομαχικά και κάηκαν στο τελευταίο σπίτι όπου είχαν καταφύγει. Γνωστοί επίσης αγωνιστές από το χωριό Песочница, για τα ανθρώπινα δικαιώματα των Μακεδόνων, ήταν και τα αδέρφια Константин-Κόνσταντιν και Ристо-Ρίστο Валканов-Βαλκάνοβ, ο πρώτος διανοούμενος, πολύγλωσσος και ο δεύτερος δάσκαλος, ένοπλος μαχητής. Ο Ρίστο διετέλεσε δάσκαλος σε σχολείο του Сер-Σερ (Σερρών), έπειτα σε σχολείο της Μπίτολα και σκοτώθηκε εκεί από Έλληνες αντάρτες. Η κηδεία του έμεινε στην ιστορία, λόγω της μεγαλειότητας και του πλήθους κόσμου που παρεβρέθηκε.

Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913), όπως το μεγαλύτερο τμήμα της Μακεδονίας, έτσι και το χωριό Песочница, εισάχθηκε στην σύνθεση του Ελληνικού Βασιλείου. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ΄20, του εικοστού αιώνα, αναχώρησε ο τούρκικος πληθυσμός και στη θέση του εγκαταστάθηκαν 156 Έλληνες του Πόντου της Τουρκίας. Το 1927, στην προσπάθεια εξελληνισμού των μακεδόνικων χωριών, μετονομάστηκε σε Αμμοχώρι. Στην μεσοπολεμική περίοδο, ισχυρή επίδραση στο χωριό είχε η μακεδόνικη οργάνωση ВМРО Обеднинета (ΒΜΡΟ Ενωτική), ενώ οι πρώτοι πυρήνες του ΚΚΕ εμφανίστηκαν πολύ αργότερα (1943). Στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο (1940-41), από το χωριό επιστρατεύτηκαν στον ελληνικό στρατό 35 άτομα.

Η κηδεία του Ρίστο Βαλκάνοβ

Κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, το χωριό ενεργά αντιστάθηκε στον φασιστικό κατακτητή. Ο πλέον δραστήριος του ΕΑΜ ήταν ο Кирјако Колев-Κυριάκο Κόλεβ, ο οποίος ήταν πολιτικός εκπρόσωπος και ο αδερφός του Јане-Γιάνε είχε βγει στον ένοπλο αγώνα. Μεγαλύτερη δραστηριοποίηση των κατοίκων παρατηρήθηκε μετά το τέλος του πολέμου (1944) και την ίδρυση της μακεδόνικης οργάνωσης  НОФ-ΝΟΦ (1945). Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου, μεγάλος αριθμός Ελλήνων, συμπεριφερόταν απάνθρωπα στους συγχωριανούς τους Μακεδόνες, όπου ένοπλοι τους ανάγκαζαν να δουλεύουν τα χωράφια τους. Για το λόγο αυτό, πολλοί Μακεδόνες αναγκάστηκαν να βγουν παρτιζάνοι και πολλές οικογένειες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό. Εκδιώχθηκε μεγάλο τμήμα των οικογενειών Насев-Νάσεβ, Боглев-Μπόγκλεβ, Павлев-Πάβλεβ, Колев-Κόλεβ κ.α. οι οποίες καταφύγιο βρήκαν στην τότε Γιουγκοσλαβία. 14 κάτοικοι του χωριού συμμετείχαν στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού, από τους οποίους σκοτώθηκαν οι Пандил Насев-Πάντιλ Νάσεβ, Трендафил Боглев-Τρένταφιλ Μπόγκλεβ, Гоче Маринков-Γκότσσε Μαρίνκοβ, Танас Дафов-Τάνας Ντάφοβ και τρεις ακόμη. Επίσης μεγάλος αριθμός κατοίκων φυλακίστηκε (17 άτομα) και μετά τη λήξη του Εμφυλίου, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό 40 άτομα. Οι πιέσεις ενατντίων των Μακεδόνων κατοίκων συνεχίστηκαν και μετά το τέλος του πολέμου, με σκοπό να εγκαταλείψουν τις πατρικές εστίες τους ή να φύγουν μετανάστες σε υπερωκεάνιες χώρες.

Παράδειγμα όλων αυτών των αγώνων αποτελεί και ο Ламбо К. Манов-Λάμπο Κ.Μάνοβ, ο οποίος γεννήθηκε στο χωριό Песочница, το Μάρτιο του 1919. Τελείωσε βασική εκπαίδευση στο χωριό και συνέχισε τη μόρφωσή του στο Λέριν-Φλώρινα. Κατα τη διάρκεια της φασιστικής κατοχής, πέρασε τα σύνορα και σπούδασε στη Μπίτολα. Εκεί ορίστηκε ως δάσκαλος. Καταγόταν όμως από επαναστατική οικογένεια και δεν ήθελε να πατήσει την ιστορία του. Έτσι με την εμφάνιση του ΝΟΦ, εντάχθηκε το 1946 στα μακεδόνικα ένοπλα σώματα και το 1947 αναχώρησε για το Γράμο, όπου σκοτώθηκε σε μάχη με τον κυβερνητικό στρατό της Ελλάδας.

Σήμερα το χωριό είναι ένα μεγάλο ζωντανό χωριό, όπου η μακεδόνικη γλώσσα ομιλείται ενεργά από όλες τις ηλικίες και ο μακεδόνικος πολιτισμός διατηρείται παρόλα τα γνωστά εμπόδια. Μάλιστα, ο πρώτος ετήσιος χορός της Нова Зора, έγινε σε κέντρο αυτού του χωριού, με μεγάλη συμμετοχή κατοίκων του.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

БАБЈАНИ – ΜΠΑΜΠΙΑΝΙ

Στις νότιες παρυφές του όρους Пајак-Πάιακ (Πάικο), στο βόρειο τμήμα του κάμπου του Ениџевардар-Ενιτζζεβάρνταρ (Γιαννιτσών), βρίσκεται το μακεδόνικο χωριό  Бабјани-Μπάμπιανι (Λάκκα). Δυτικά συνορεύει με τα χωριά Мавреново-Μαβρένοβο (Μαύρο) και Мандалево-Μαντάλεβο (Μάνδαλο), ανατολικά με το Балџа-Μπάλτζζα (Μελίσσι), Вудришта-Βούντρισστα (Μυλότοπος) και Испирликово-Ισπιρλίκοβο (Πλαγιάρι), νότια με το Асарбегово-Ασαρμπέγκοβο (Δροσερό) και το Ѓупчево-Γκιούπτσσεβο (Γυψοχώρι) και βόρεια με το χωριό Дреново-Ντρένοβο (Κρανέα). Σύμφωνα με το θρύλο, το όνομα Μπάμπιανι έχει πολύ παλιές ρίζες, όταν στο χωριό είχε έρθει επιδημία, τρομακτική αρρώστεια και ο πληθυσμός είχε αποδεκατιστεί. Είχε μείνει μόνο μιά μπάμπα (γριά). Σύμφωνα με τις αφηγήσεις, οι κάτοικοι, πριν πεθάνουν, ετοίμαζαν επιτάφιες πλάκες και μόνοι τους τις μετέφεραν στους τάφους τους. Έτσι, πάντα σύμφωνα με το θρύλο, η μπάμπα που έμεινε τελευταία ζωντανή και απο την οποία ονομάστηκε το χωριό Μπάμπιανι, σήκωσε την πλάκα της για τη μεταφέρει στο δικό της τάφο, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει και πέθανε λίγα μέτρα πριν. Το ελληνικό όνομα Λάκκα, δόθηκε στο χωριό το 1928, με τα Βασιλικά Διατάγματα της περιόδου εκείνης, περι εξελληνισμού των τοπονυμιών της Μακεδονίας. Ονομάστηκε έτσι λόγω της γεωγραφικής του θέσης, επειδή στην ουσία βρίσκεται χτισμένο σε μια τρύπα, λάκκα.   
Στο χωριό υπήρχε σχολείο ακόμη και στην περίοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, προσαρμοσμένο σε ένα παλιό σπίτι. Όλο εκείνο το διάστημα, μέχρι και το 1912, στο οίκημα εκείνο βρισκόταν εγκατεστημένο και το αστυνομικό τμήμα. Επίσης, στο χωριό υπήρχε ένα πηγάδι στην ανατολική πλευρά του και μια βρύση στη στη δυτική πλευρά. Υπήρχαν επίσης δύο ναοί. Το παρεκκλήσι της Σβέτα Πέτκα (Αγία Παρασκευή) και ένα μοναστήρι αφιερωμένο στην Σβέτα Μπογκορόντιτσα (Παναγία), ένα περίπου χιλιόμετρο βόρεια του χωριού.
Το χωριό από πάντα ήταν κατοικημένο από εθνικά μακεδόνικο πληθυσμό και η σύστασή του άλλαξε το 1912, όταν με την εγκατάσταση πλέον των ελληνικών αρχών, εγκαταστάθηκαν εκεί Βλάχοι από την Ήπειρο. Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι κάτοικοι ήταν 160, ενώ το 1940, ζούσαν εκεί 435 άτομα, από τα οποία οι 192 ήταν Μακεδόνες και 243 Βλάχοι. Σήμερα το χωριό αριθμεί περίπου 400 κάτοικους.
Τα σπίτια στο Μπάμπιανι στο παρελθόν ήταν κυρίως χαμηλά, κατασκευασμένα από πλιθάρια και σοβατισμένα με λάσπη απ΄έξω και από μέσα. Οι στέγες αποτελούνταν από τούρκικα κεραμίδια και το πάτωμα από καλά πατημένο χώμα.
Το χωριό στην ουσία βρίσκεται σε οροπέδιο και τα χωράφια δεν ήταν και τόσο γόνιμα, ιδιαίτερα στη βόρεια πλευρά. Γονιμότερο ήταν μόνο ένα τμήμα της νότιας πλευράς. Εκτός από τη γεωργία, οι κάτοικοι ασχολούνταν και με την κτηνοτροφία, κυρίως κατσικιών και λιγότερων προβάτων και αγελάδων-βοδιών.
Κατα την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, οι κάτοικοι του Μπάμπιανι, όπως και όλα τα διπλανά χωριά, βρίσκονταν στη δούλεψη των μπέηδων, εργάζονταν δηλαδή με μεροκάματο για τον Νίντιν Μπέη και πολλές φορές εργάζονταν και χωρίς πληρωμή, έκαναν δηλαδή αγγαρεία. Ζωή δύσκολη και χωρίς προοπτικές. Με την εξάπλωση της μακεδόνικης επαναστατικής οργάνωσης ВМРО στην περιοχή, εντάχθηκε στις τάξεις της και το Μπάμπιανι. Οργανωτές του χωριού, όπως και των διπλανών χωριών, ήταν οι Иван Пајлошот (Ίβαν Πάιλοσσοτ) και Тоде Чивтеев (Τόντε Τσσιφτέεβ) από το Ениџевардар (Ενιτζζεβάρνταρ-Γιαννιτσά) και ηγέτης όλων αυτών, εννοείται, ο Апостол Петков Терзиев (Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ). Από τους κατοίκους του χωριού, οι γνωστότεροι μαχητές ήταν τα αδέλφια Димитар и Леонид Думчеви (Ντιμίταρ και Λέονιντ Ντούμτσσεβ), φημισμένοι βόιβοντες, οι οποίοι με τις τσσέτι τους (ένοπλες ομάδες) δρούσαν στο όρος Πάιακ και κυρίως στις κορυφές Γκάντατςς, Γκόλα Τσσούκα και Γκάτσσοβ Μετερίζι. Ο Димитар Думчев αποκαλούνταν και Ντιμίταρ Καπιντάν και αποτελούσε το φόβο και τον τρόμο για τις οθωμανικές αρχές. Οι μεγαλύτερες μάχες που έδωσε, είχαν λάβει μέρος στις τοποθεσίες  „Арамиски чуки (Αραμίσκι Τσσούκι)“ και „Момина врата (Μόμινα βράτα)“.
Με την προσάρτηση αυτού του τμήματος της Μακεδονίας στην σύνθεση του Βασιλείου της Ελλάδας (1912), στο χωριό άρχισαν να εγκαθίστανται Βλάχοι, οι οποίοι άλλαξαν την εθνική σύνθεση του πληθυσμού. Παρόλα αυτά όμως, οι Μακεδόνες συνέχισαν να ομιλούν τη μητρική τους μακεδόνικη γλώσσα και να διατηρούν τα έθιμα και την κουλτούρα τους. Η ελληνική γλώσσα, κουλτούρα και ιστορία, άρχισαν να μπαίνουν στα μακεδόνικα σπίτια μέσω των σχολείων και της εκκλησίας, όπως και μέσω της επικοινωνίας με τις διοικητικές αρχές.
Το χωριό ενεργά συμμετείχε και στα γεγονότα των πολεμικών συγκρούσεων στην Ελλάδα τη δεκαετία 1940-1949. Την περίοδο του ελληνο-ιταλικού πολέμου 1940-41, από το χωριό επιστρατεύτηκαν 28 άτομα και δύο από αυτά σκοτώθηκαν. Οι Ленџов Георги (Λέντζζοβ Γκεόργκι) και Тренчев Никола (Τρέντσσεβ Νίκολα). Με τον ερχομό των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων, το Μάρτιο του 1942, οι Димитар Думов (Ντιμίταρ Ντούμοβ), Димитар Миндов (Ντιμίταρ Μίντοβ) και Петре Пендуров (Πέτρε Πεντούροβ) ίδρυσαν την παρτιζάνικη μονάδα του χωριού. Στις αρχές του Μαρτίου του 1943, συστάθηκε και η οργάνωση ΕΑΜ και υπεύθυνος του χωριού ορίστηκε ο Βλάχος Γιώργης Κυρατζής. Έπειτα συστάθηκε η οργάνωση νεολαίας ΕΠΟΝ και μέλη της έγιναν περίπου 40 νεαροί κάτοικοι, με υπεύθυνο τον  Јане Костов (Γιάνε Κόστοβ). Η συνάντηση ίδρυσης έλαβε μέρος στο σπίτι του Сотир Минов (Σότιρ Μίνοβ).
Μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου και την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων, άρχισε να πλησιάζει άλλος ένας πόλεμος, ακόμη σκληρότερος. Ο Εμφύλιος Πόλεμος. Το 1945 συστάθηκε η οργάνωση των Μακεδόνων στην Ελλάδα, НОФ (ΝΟΦ-νάροντνο οσλομποντίτελεν φροντ / λαικό απελευθερωτικό μέτωπο) και η πρώτη συνάντηση της οργάνωσης για την περιοχή αυτή, έγινε στο Μπάμπιανι. Ήταν Ιούνιος του 1945. Κύριος ομιλητής ήταν ο Тодор Атанасов (Τόντορ Ατανάσοβ) και συζητήθηκαν τα προβλήματα της νέας οργάνωσης, τα δικαιώματα του μακεδόνικου λαού και οι σκοποί και τα καθήκοντα της οργάνωσης.  Η ένταξη των κατοίκων στο ΝΟΦ ήταν μαζική. Το καλοκαίρι του 1946, οι οργανωτές του ΝΟΦ της περιοχής, δημιούργησαν τοπικό συμβούλιο του χωριού, όπου μέλη του ήταν οι: Петре Пендуров (Πέτρε Πεντούροβ), Георги Миндов (Γκεόργκι Μίντοβ), Георги Линов (Γκεόργκι Λίνοβ), Ристо Трпков (Ρίστο Τ΄ρπκοβ) κ.α. Το συμβούλιο αυτό υπήρξε ως και την άνοιξη του 1947, όταν οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό και να εγκατασταθούν στο χωριό Ѓупчево (Γκιούπτσσεβο-Γυψοχώρι). Στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας, αγωνιζόμενοι για τα δίκαια των Μακεδόνων, εντάχθηκαν άνω των 30 κατοίκων και πολλοί από αυτούς έμειναν γνωστοί για το θάρρος τους, όπως ο Георги Мазнев (Γκεόργκι Μάζνεβ),  Апостол Ефтим Џинов (Άποστολ Έφτιμ Τζζίνοβ), Гјорги Џинов (Γκιόργκι Τζζίνοβ) κ.α. Την ίδια τύχη είχε και ο συγγενής του Гјорги Џинов (Γκιόργκι Τζζίνοβ). Λόγω της μαζικής συμμετοχής των κατοίκων στην οργάνωση, εκτός από τους βασανισμούς, οι δυνάμεις του κυβερνητικού στρατού, τον Ιανουάριο του 1949, έκαψαν όλο το χωριό. Μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου, όλα τα σπίτια οικοδομήθηκαν από τους κατοίκους εκ νέου. Πολλοί από τους κατοίκους του Μπάμπιανι, όπως και εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι Μακεδόνες, ζουν σήμερα στη Δημοκρατία της Μακεδονίας και στη Βουλγαρία, χώρις να έχουν το δικαίωμα επιστροφής στα πάτρια εδάφη τους.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ЗРНОВО – Ζ’ΡΝΟΒΟ

Το χωριό, από την ημέρα δημιουργίας του, λεγόταν Зрново. Οι ελληνικές αρχές, το 1927, το μετονόμασαν σε Κάτω Νευροκόπι, κανένας όμως από τους κατοίκους του, επι πολλές δεκαετίες, δεν το αποκαλούσε έτσι (εκτός από τις αρχές και τους εκπαιδευτικούς).

Το χωριό βρίσκεται στη Драмска околија-Ντράμσκα οκόλια (περιοχή Δράμας), 42 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης. Είναι εγκατεστειμένο σε κάμπο, ο οποίος λέγεται και Зрновско поле-Ζ’ρνοβσκο πόλε. Βόρεια συνορεύει με τα χωριά Влково-Β’λκοβο (Χρυσοκέφαλος), Блатчен-Μπλάτσσεν (Αχλαδιά), Белотинци-Μπελότιντσι (Λευκόγεια) και Взем-Β’ζεμ (Εξοχή). Νότια συνορεύει με τα χωριά Волак-Βόλακ (Βώλακας), Руждене-Ρούζζντενε (Γρανίτης) και Елес-Έλες (Οχυρό), ανατολικά με το Горна Лакавица-Γκόρνα Λακάβιτσα (Μικροκλεισούρα), Борово-Μπόροβο (Ποταμοί) και Черешово-Τσσερέσσοβο (Παγονέρι), ενώ δυτικά με τα χωριά Куманич-Κούμανιτςς (Δασωτό), Старчишта-Στάρτσσισστα (Περιθώρι) και Трлис-Τ’ρλις (Βαθύτοπος).  Από τις παλαιότερες οικογένειες που κατοικούσαν το χωριό, ήταν οι Жанови-Ζζάνοβι, Шорови-Σσόροβι, Папазови-Παπάζοβι κ.α. Όλοι οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού ήταν  Μακεδόνες και έτσι παρέμειναν μέχρι και την εισβολή των Οθωμανών στη Μακεδονία και την εγκατάσταση σαράντα περίπου οικογένειες Τούρκων. Όταν έγινε η «εθελοντική» ανταλλαγή πληθυσμών το 1923 και οι Τούρκοι αναχώρησαν για την Τουρκία, οι ελληνικές αρχές εγκατέστησαν στο Ζ’ρνοβο, το 1925, περίπου εκατό ελληνικές οικογένειες. Παρόλους τους πολλούς και εντατικούς διωγμούς των Μακεδόνων, το μακεδόνικο στοιχείο κυριαρχούσε μέχρι και το 1945. Από την περίοδο εκείνη και μετά, η εικόνα άλλαξε και ως πλειοψηφία επικράτησε το ελληνικό στοιχείο (κυρίως Μάτζζιρι).

Το Зрново, λόγω του κάμπου του, έδινε τη δυνατότητα εργασίας μεγάλου αριθμού ανθρώπων και ο πληθυσμός είχε αυξητικές τάσεις από πολύ παλιά. Παρόλη τη μεγάλη μετανάστευση των Μακεδόνων την περίοδο 1903 – 1925, άνω των εκατό οικογενειών, ο αριθμός των κατοίκων κυμαινόταν στους 3000 περίπου κατοίκους. Το 1940 στο χωριό ζούσαν πάνω από 350 μακεδόνικες οικογένειες και την περίοδο των πολέμων, 1940-1950, σκοτώθηκαν 42 άτομα, ενώ την ίδια περιόδο αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα πατρικά τους εδάφη περίπου 1500 κάτοικοι. Έτσι, το 1950, το Зрново αριθμούσε μόνο 419 κατοίκους.

Κύρια ασχολία του μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού ήταν η γεωργία και η παραγωγή καπνού.  Εκτός αυτού, μεγάλο μέρος του πληθυσμού ασχολούταν με το εμπόριο, ταβέρνες, τέχνες κτλ. Όταν οι αρχές εγκατέστησαν πρόσφυγες, τους μοίρασαν από 27 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης. Η παραγωγή καπνού έφτανε ως και 250.000 οκάδες. Επίσης ανεπτυγμένη ήταν και η κτηνοτροφία, κυρίως λόγω των πλουσίων βοσκοτόπων που υπήρχαν στα γύρω βουνά. Πριν τον πόλεμο του 1941, το χωριό είχε περίπου 15.000 πρόβατα και 18.000 κατσίκια. Τα κατσίκια, με νόμο το 1936 εξαφανίστηκαν. Υπήρχαν και τρία ξενοδοχεία, ιδιοκτησία των Ѓорги Дагилов-Γκιόργκι Νταγκίλοβ, Димитар Тапанаров-Ντιμίταρ Ταπανάροβ και Ангел Далов-Άγκελ Ντάλοβ.

Το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, στο Зрново άρχισε να εξαπλώνεται η ελληνική προπαγάνδα, μέσω των σχολείων και της εκκλησίας, ενώ παράλληλα ενεργή ήταν και η βουλγάρικη προπαγάνδα μέσω της Εξαρχείας.  Συχνή ήταν η διαμάχη μεταξύ των δύο προπαγανδών για την κυριαρχία στην εκκλησία του χωριού. Μια Κυριακή λειτουργούσε το ένα ρεύμα, την άλλη το άλλο ρεύμα. Η ελληνική προπαγάνδα καθοδηγούταν από το Μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομο, ο οποίος είχε οργανώσει και ένοπλη ομάδα. Ο Μητροπολίτης έδινε από δύο χρυσά σε όποιον του έφερνε κομμένο αυτί (δηλαδή σκοτωμένου ανθρώπου) Μακεδόνα εξαρχικού. Η ένοπλη αυτή ομάδα είχε δολοφονήσει πολλούς Μακεδόνες από τα γύρω μακεδόνικα χωριά, αλλά ποτέ δεν κατάφερε να μπει στο Зрново, λόγω του πολυάριθμου μακεδόνικου πληθυσμού.

Στο Зрново, πριν το Илинденското востание-Επανάσταση του Ίλιντεν  (1903), είχε συσταθεί επιτροπή του χωριού του ВМРО. Οργανωτής της Οργάνωσης ήταν ο Βόιβοντα Άτανας από το χωριό Тешево-Τέσσεβο. Ως μέλη της Οργάνωσης εγγράφηκαν σχεδόν όλοι οι κάτοικοι του χωριού και υπεύθυνος της επιτροπής ορίστηκε ο поп Туљов-ποπ Τούλιοβ. Ηγέτες της Οργάνωσης στο χωριό ήταν οι Иван Чамбов-Ίβαν Τσσάμποβ, Ангел Калинов-Άγκελ Καλίνοβ, Димитар Делџиев-Ντιμίταρ Ντελτζζίεβ, Божо Карауланов-Μπόζζο Καραουλάνοβ και Лазе Мичов-Λάζε Μίτσσοβ.

Όταν το 1913, το νότιο τμήμα της Μακεδονίας προσαρτήθηκε από το ελληνικό κράτος, η σύνθεση του πληθυσμού άρχισε να αλλάζει. Έτσι, το 1925, εγκαταστάθηκαν εκεί οικογένειες από την Τραπεζούντα, τη Μπάφρα κ.α. και τα βάσανα του μακεδόνικου πληθυσμού αυξήθηκαν. Οι νεοεγκατεστηθέντες, παρασυρμένοι από την προπαγάνδα των αρχών, εντάχθηκαν στην προσπάθεια αφομοίωσης ή και φυσικής εξόντωσης των Μακεδόνων. Οι αρχές προπαγάνδιζαν ότι οι Μακεδόνες θα πάρουν τη γη που είχε δοθεί στους πρόσφυγες και ότι εάν καταφέρουν να τους αναγκάσουν να φύγουν, και τη γη τους θα σώσουν, αλλά και θα καρπωθούν τη γη των εκδιωγμένων.

Τα προβοκάτσια από τον ελληνικό πληθυσμό και αρχές στους Μακεδόνες ήταν κάτι το καθημερινό. Παράδειγμα αποτελεί το συμβάν του 1932, όταν οι Γκιόργκι Μλάντιεβ, Ντιμίταρ Σούλιοβ, Νίκολα Τοπούλοβ, Ίλια Χρίστοβ, Κόστα Μίλεβ και Ίβαν Μίλεβ, όπως και κάποιοι άλλοι χωρικοί, ξεκίνησαν με τα κοπάδια τους προς την τοποθεσία Γκάμπερ. Ο Έλληνας Γιάννης Νάλμπαντοτ ειδοποίησε τις αρχές ότι οι Μακεδόνες θέλουν να περάσουν τα σύνορα, κάτι το οποίο ήταν ψέμα, και αμέσως 200 άντρες της αστυνομίας και του στρατού τους περικύκλωσαν, κοντά στην τοποθεσία Σβέτι Ίλια (Άγιος Ηλίας). Άρχισαν να τους πυροβολούν. Οι κάτοικοι, μέσα σε έκπληξη προσπάθησαν να ξεφύγουν από τα πυρά και κάποιοι τα κατάφεραν, ενώ άλλοι τραυματίστηκαν και συλλήφθησαν. Κρατήθηκαν για μεγάλο διάστημα και βασανίστηκαν φριχτά. Επειδή όλα αυτά βασίζονταν σε ψεύτικες κατηγορίες, οι αρχές αναγκάστηκαν να τους ελευθερώσουν.

Κατα τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, το χειμώνα του 1938, στο σπίτι του Коста Стерјов-Κόστα Στέριοβ είχαν συγκεντρωθεί μερικές μακεδόνικες οικογένειες για δείπνο. Οι παρεβρισκόμενοι άρχισαν κάποια στιγμή να τραγουδούν μακεδόνικα τραγούδια. Οι χαφιέδες ειδοποίησαν αμέσως την αστυνομία. Ακολούθησε φυλάκιση, βασανιστήρια και χρηματικά πρόστιμα.

Τέτοια παραδείγματα συνέβησαν αμέτρητα. Αμέτρητα ήταν και κατα τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, όταν το Зрново, όπως και όλη η ανατολική Μακεδονία, βρισκόταν υπο την κατοχή των βουλγάρικων δυνάμεων. Τον Οκτώβριο του 1944, οι μονάδες του ΕΛΑΣ, κατέλαβαν τα γύρω βουνά. Η παραστρατιωτική ομάδα του βουλγάρικου καθεστώτος, υπο την ηγεσία του Άντον Τσσάουςς, έφυγε από το Ζ’ρνοβο όπου είχε σταθμεύσει και βασάνιζε τους κατοίκους. Ο ΕΛΑΣ κατάφερε να διαλύσει τις ομάδες του Τσσαούςς και μπήκε στο Ζ’ρνοβο. Οι κάτοικοι είχαν δηλώσει ότι οι άντρες του ΕΛΑΣ τους συμπεριφέρονταν φιλικά. Καθημερινά είχαν κοινές βραδιές δασκέδασης και το μακεδόνικο τραγούδι και η γκάιντα, ακούγονταν παντού και ελεύθερα.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ПРЕКОПАНА – ΠΡΕΚΟΠΑΝΑ

Η Прекопана είναι ένα όμορφο μακεδόνικο χωριό, το οποίο βρίσκεται στο νομό Φλώρινας-Лерин, αν και με το παιότερο διοικητικό σύστημα, ανήκε στην περιοχή Καστοριάς-Костур. Είναι εγκατεστημένο στις παρυφές του όρους Вичо (Βίτσσο-Βίτσι), σε υψόμετρο 1440 μέτρων και στη μέση της απόστασης μεταξύ των πόλεων Лерин και Костур. Ανατολικά συνορεύει με τα χωριά Невеска-Νέβεσκα (Νυμφαίο),  Негован-Νέγκοβαν (Φλάμπουρο) και Белкамен-Μπέλκαμεν (Δροσοπηγή), δυτικά με τα χωριά Блаца-Μπλάτσα (Οξυά) και Черешница-Τσσερέσσνιτσα (Πολυκέρασο),  βόρεια με το Бапчор-Μπάπτσσορ (Ποιμενικό) και το Вишени-Βίσσενι (Βυσσινιά) και νότια με τα χωριά Загоричани-Ζαγκορίτσσανι (Βασιλειάδα), Елово-Έλοβο (Ελατιά)  και Сребрено-Σρέμπρενο (Ασπρόγεια). Το μακεδόνικο όνομα του χωριού, με διαταγή των ελληνικών αρχών (αριθμός 196/19.7.1928), αντικαταστήθηκε με το ελληνικό (άσχετο) όνομα, Περικοπή.

Υπάρχουν περισσότεροι θρύλοι σχετικοί με τη δημιουργία του χωριού. Σύμφωνα με έναν από αυτούς, τρία αδέρφια τα οποία ήταν τεμπέλικα, γελάστηκαν από τον πατέρα τους, ο οποίος τα έπεισε να прекопат-πρέκοπατ (σκάψουν) τα χωράφια για να βρουν χρυσό και όταν τελείωσαν, φύτεψε ο πατέρας τους πατάτες. Άλλος θρύλος λέει ότι στην τοποθεσία του χωριου κατέφτασαν δύο βοσκοί με τα κοπάδια τους, μια γυναίκα η Прекопа (Πρέκοπα) και ένας άντρας ο Пане (Πάνε) και οι οποίοι ένωσαν τα κοπάδια τους για να ξεχειμωνιάσουν, χτίζοντας μια καλύβα. Λίγο αργότερα παντρεύτηκαν και σιγά σιγά δημιουργήθηκε το χωριό, το οποίο έλαβε το όνομα του από τα ονόματα του ζευγαριού αυτού. Ένας τρίτος θρύλος λέει ότι οι κάτοικοι του χωριού ήρθαν κάποτε από το χωριό Жупан-Ζζούπαν, το οποίο βρισκόταν πέντε χιλιόμετρα μακρύτερα από το σημερινό.

Τα τοπονύμια της περιοχής γύρω από το χωριό, όπως και σε όλα τα μακεδόνικα χωριά, είναι μακεδόνικα. Το παλιότερο τμήμα του χωριού λεγόταν Градиште-Γκράντισστε, όπου ακόμα και σήμερα υπάρχουν παλαιά τείχη. Έπειτα είναι το Дум Ливада-Ντουμ Λίβαντα, όπου εκεί κοντά υπάρχει σπηλιά και πηγή γάργαρου νερού.  Όταν το 1903, κατα τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν, το χωριό πυρπολήθηκε από τον Οθωμανικό στρατό, οι κάτοικοι σώθηκαν επειδή κρύφτηκαν στην σπηλιά της τοποθεσίας αυτής. Στην προαναφερόμενη τοποθεσία Жупан υπήρχαν λιβάδια και χωράφια, αλλά και ένας μικρός παλιός ναός. Εκεί είχαν βρεθεί παλιοί τάφοι με ανθρώπινους σκελετούς άνω των δύο μέτρων. Επίσης τοπονύμια όπως: Чекалиште-Τσσεκάλισστε, Поле-Πόλε, Соколец-Σόκολετς και άλλα.

Εγγράφως το χωριό αναφέρθηκε για πρώτη φορά τον 16ο αιώνα, όταν εκεί ζούσαν περίπου είκοσι οικογένειες. Από τότε, ο αριθμός των κατοίκων συνεχώς αυξανόταν και έτσι στις αρχές του 20ου αιώνα στο χωριό ζούσαν περίπου 1100 κάτοικοι, όλοι εθνικά Μακεδόνες. Σύμφωνα με άλλες πηγές, το 1905 οι κάτοικοι ήταν περίπου 1600 Μακεδόνες και 12 Βλάχοι. Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους και το διαμελισμό της Μακεδονίας, οι κάτοικοι μαζικά μετανάστευσαν σε άλλες βαλκανικές χώρες, όπως και σε άλλες μακρυνές (Καναδάς, Αμερική κτλ.). Έτσι μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου, στο χωριό ζούσαν πλέον μόνο 490 άτομα, τα οποία μετά τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, εκδιώχθηκαν ή εξαναγκάστηκαν να φύγουν. Η απογραφή του 1951 έδειξε ότι οι κάτοικοι του χωριού ήταν μηδέν. Σήμερα στο χωριό ζούν περίπου σαράντα άτομα.

Η εκκλησία του χωριού χτίστηκε το 1837 και αφιερώθηκε στη Света Богородица-Σβέτα Μπογκορόντιτσα (Παναγία). Τη λειτουργία εκτελούσε την εποχή εκείνη ο πόποτ Герасим-Γκέρασιμ από το χωριό Трсје–Леринско – Τ’ρσιε Λέρινσκο (Τρίβουνο Φλώρινας). Αργότερα, το 1866, ο ίδιος έχτισε σχολείο στο Трсје, όπου η διδασκαλία γινόταν στη μακεδόνικη γλώσσα και στα μαθήματα παρεβρίσκονταν πολλά παιδιά από γειτονικά χωριά, όπως και από τη Πρεκόπανα.

Η Прекопана όπως και όλα τα χωριά της περιοχής Κόστουρ, κατα τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, αποτελούσε επαναστατικό χωριό όπου οι χωρικοί ενεργά είχαν ενταχθεί στον αγώνα των Μακεδόνων για εθνική ελευθερία. Η τσσέτα του χωριού αριθμούσε περίπου εξήντα μαχητές, όλοι κάτοικοι της Πρεκόπανα. Όταν ξεκίνησε η Επανάσταση του Ίλιντεν, ο οθωμανικός στρατός που στάθμευε στο χωριό υποχώρησε στη Невеска και οι τοπικοί ηγέτες του ΒΜΡΟ, κατέσχεσαν την τροφή από τις στρατιωτικές αποθήκες και τη μοίρασαν στους χωρικούς. Μερικές μέρες μετά την έναρξη της επανάστασης, οι οθωμανικές δυνάμεις του Сорович-Σόροβιτςς (Αμύνταιο), επιτέθηκαν στην Прекопана με πυροβολικό και έκαψαν 124 σπίτια, ενώ σκότωσαν και πέντε κάτοικους, ενώ οι υπόλοιποι κάτοικοι υποχώρησαν στην τοποθεσία Дум ливада. Δεκαπέντε μέρες αργότερα, κατα τη διάρκεια των ισχυρών οθωμανικών επιθέσεων με σκοπό την κατάπνιξη του ξεσηκωμού, ο στρατός και πάλι μπήκε στο χωριό και έκαψε και τα υπόλοιπα 56 σπίτια. Έμειναν μόνο οχτώ σπίτια που γλίτωσαν την πυρπόληση. Το φθινόπωρο οι κάτοικοι μετέβηκαν στο χωριό  Зеленич-Ζέλενιτςς (Σκλήθρο) όπου και παρέμειναν το χειμώνα του 1903/1904 και την άνοιξη του 1904 επέστρεψαν στο χωριό τους και έχτισαν καλύβες για να μπορέσουν προσωρινά να επιζήσουν.

Κατα τη διάρκεια του ελληνικού «Μακεδόνικου αγώνα», το χωριό δέχτηκε δύο φορές επίθεση από τους Έλληνες αντάρτες. Το 1905 δολοφονήθηκε ο ιερέας του χωριού поп Никола (ποπ Νίκολα) και ο δάσκαλος Никола Кондевчев-Νίκολα Κοντέβτσσεβ και στη θέση τους, οι ελληνικές αντάρτικες ομάδες τοποθέτησαν Ελληνα ιερέα και δάσκαλο, τους οποίους έφεραν από το ελληνικό κράτος.

Μετά την χάραξη των νέων συνόρων, ξεκίνησε γρήγορη διαδικασία απεθνικοποίησης και αφομοίωσης του μακεδόνικου πληθυσμού. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε μεγάλος αριθμός εκπαιδευτικών, εκκλησιαστικών, διοικητικών και κατασταλτικών μέτρων, με στόχο οι Μακεδόνες να αναπτύξουν ελληνική εθνική συνείδηση.

Μετά τη φασιστική κατοχή και τη διάλυση του ΕΛΑΣ, το Φεβρουάριο του 1945, στην Πρεκόπανα εγκαταστήθηκε αστυνομικό τμήμα. Παρόλη τη δύσκολη κατάσταση, στο χωριό δραστηριοποιούνταν πάνω από πενήντα άτομα, ως μέλη του НОФ (ΝΟΦ), АФЖ (ΑΦΖ) και НОМС (ΝΟΜΣ) (μακεδόνικες οργανώσεις που αγωνίζονταν εναντίων του μοναρχοφασιστικού καθεστώτος στην Ελλάδα). Επίσης, η Πρεκόπανα συχνά δεχόταν την τρομοκρατία από ελληνικές ένοπλες ομάδες και τα περισσότερα μέλη των μακεδόνικων οργανώσεων αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό και να καταφύγουν στα βουνά. Εφτά άτομα συλλήφθησαν και οδηγήθηκαν στις φυλακές. Καταδικάστηκαν σε πέντε εώς δεκάξι χρόνια φυλάκισης και επίσης καταδικάστηκαν εν απουσία σε θάνατο οι Сотир Киров (Σότιρ Κίροβ) και Васил Сидеров (Βάσιλ Σιντέροβ). Τέτοιες επιθέσεις έγιναν πολλές. Τον Σεπτέμβριο του 1947, ο κυβερνητικός στρατός έκανε μεγάλες επιθέσεις εναντίων των παρτιζάνων στο όρος  Вичо (Βίτσι). Ο στρατός μπήκε και στην Πρεκόπανα και έκαψε όλο κυριολεκτικά το χωριό το οποίο αριθμούσε 110 σπίτια. Δεν κάηκε μόνο η εκκλησία. Οι κάτοικοι έβλεπαν απελπισμένοι τα σπίτια τους να καίγονται, αλλά με όπλα στραμμένα στα στήθια τους δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για να τα σώσουν και να εμποδίσουν την τραγωδία. Μετά από αυτό, όλοι οι κάτοικοι, άμεσα ή έμμεσα, εκδιώχθηκαν από τις πατρικές τους εστίες και καταφύγιο βρήκαν σε άλλες χώρες. Ακόμα και σήμερα δεν τους επιτρέπεται η επιστροφή από τις «δημοκρατικότατες» ελληνικές αρχές.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ТРЕМЊО – ΤΡΕΜΝΙΟ

Το Тремњо, Кајларско (Καρδιά Εορδαίας) είναι, ή καλύτερα ήταν ένα σχετικά μεγάλο «καθαρό» μακεδόνικο χωριό. Βρισκόταν στο δρόμο Кајлари – Кожани (Πτολεμαḯδα-Κοζάνη), στο 14ο χιλιόμετρο, σε ισιάδα των παρυφών του όρους Καρακάμεν (Βέρμιο) και υψόμετρο 800μ.  το Тремњо, μαζί με το χωριό Ранци-Ράντσι (Ερμακιά), αποτελούσαν κατα κάποιο τρόπο το σύνορο της μακεδόνικης γλώσσας, επειδή νότια από τα χωριά αυτά, πολλά χρόνια νωρίτερα, η μακεδόνικη δεν ομιλούταν πλέον. Κατα τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στα νοτιότερα χωριά της περιοχής ζούσαν Τούρκοι και αργότερα (1922) αντικαταστάθηκαν από τους ματζζίρι (πρόσφυγες από τον Πόντο).

Τα περισσότερα χωριά της περιοχής, είχαν από τρία συνήθως ονόματα. Ράντσι-Φρανγκότςς-Ερμακιά, Μπόσσοβτσι- Καράμπουναρ-Μαυροπηγή, Λίπιντσι-Χασάν Κιόι-Ασβεστόπετρα, Μπίραλτσι-Ναλμπάν Κιόι-Περδίκας κ.α. Όλα είχαν δηλαδή μακεδόνικο, τούρκικο και μετέπειτα ελληνικό όνομα. Το ίδιο συνέβαινε και με το Τρέμνιο, αλλά τα δύο από τα τρία ονόματα ήταν μακεδόνικα. Εάν ρωτηθεί γέρος κάτοικος του χωριού για το παλιό όνομα και η ερώτηση γίνει στη μακεδόνικη γλώσσα, η απάντηση θα είναι Τρέμνιο. Εάν η ίδια ερώτηση γίνει στην ελληνική γλώσσα, η απάντηση θα είναι Τρέμπενο. Αυτό δείχνει ότι το γνήσιο όνομα ήταν μάλλον Τρέμνιο και το Τρέμπενο αποτελούσε παράφθαρση από τους Τούρκος ή τους κατοίκους της Κοζάνης και τα χωριά νότια από αυτήν. Η πιο εύλογη υπόθεση είναι ότι το όνομα προήλθε από τη μακεδόνικη λέξη τρεμ, που σημαίνει βεράντα, σημείο από όπου βλέπεις ολόγυρα. Τέτοια ήταν και η παλιά τοποθεσία του χωριού.

Το Тремњо αποτελούσε το τρεμ των γύρω χωριών, όπως του Κόμαν, Άινταρτσι, Ράντσι, Τζζούμα κτλ. Ισχυρισμοί όπως ότι το όνομα σήμαινε Διαλεχτό, επίλεκτο, είναι αβάσιμοι ως και αστείοι.

Τα τοπονύμια, οι ονομασίες των τοποθεσιών γύρω από το χωριό, ήταν και αυτές μακεδόνικες. Мера-Μέρα, Садине-Σάντινε, Песоци-Πέσοτσι, Долчек-Ντόλτσσεκ, Ириите-Ιρίιτε, Црна вода-Τσ’ρνα βόντα και πολλά άλλα. Για την καταγωγή των κατοίκων δεν είναι αναγκαίο να σχολιάσουμε, αρκεί να λάβουμε υπόψιν μας ότι η μοναδική γλώσσα που ομιλούταν στο χωριό μέχρι και μερικές δεκαετίες νωρίτερα, ήταν η μακεδόνικη γλώσσα.

Ήταν ένα πολύ όμορφο χωριό και οι κάτοικοί του ήταν εργατικοί και νοικοκύρηδες, σε τέτοιο βαθμό που τα γύρω χωριά δεν ήθελαν να παντρέυουν εκεί τα κορίτσια τους επειδή θα έπρεπε να δουλεύουν όλη τη μέρα. Ιδιαίτερα για να μην ρ’βατ λικάντζα. Για το λόγο όμως αυτό, βρίσκονταν σε καλή οικονομική κατάσταση. Το έδαφος ήταν καρποφόρο και οι γέροι έλεγαν ότι «ι τσσόβεκ ντα σάντιςς κι νίκνε (και άνθρωπο να φυτέψεις θα φυτρώσει). Τα σπίτια του χωριού ήταν όμορφα και νοικοκυρεμένα και οι κόρες είχαν πάντοτε καλή προίκα.

Στο Τρέμνιο δινόταν μεγάλη σημασία στον εορτασμό διαφόρων γιορτών και εθίμων και ένα από τα μεγαλύτερα γλέντια γινόταν τις ημέρες της Νόβα Γκόντινα και της Σούρβα, όπου οι νεαροί μεταμφιέζονταν σε καπιντάνι (οπλαρχηγούς) και οι κοπέλες ντύνονταν με τις παραδοσιακές τους ενδυμασίες. Ομάδες ομάδες, επισκέπτονταν και τα γύρω χωριά και το ίδιο συνέβαινε κυρίως στο Κόμαν (Κόμανο) και το Μπόσσοβτσι (Μαυροπηγή).

Όπως και όλα τα μακεδόνικα χωριά, πολλοί από τους κατοίκους του Τρέμνιο συμμετείχαν στον ξεσηκωμό των Μακεδόνων εναντίων των Οθωμανικών αρχών, στην περίφημη Επανάσταση του Ίλιντεν (1903). Οι περισσότεροι από αυτούς, μαζί με κατοίκους του διπλανού χωριού Ράντσι (Ερμακιά), βρίσκονταν στην τσσέτα (ένοπλο σώμα) του Βόιβοντα Κόλε Μοκρένσκι (του οπλαρχηγού Κόλε από το Βαρυκό). Το χωριό έδωσε επίσης ζωές νεαρών και κατα τη διάρκεια του Ελληνο-Τουρκικού πολέμου (1921) και μετέπειτα κατα τη διάρκεια του Αλβανικού μετώπου και του Εμφυλίου πολέμου.

Το Τρέμνιο ήταν ένα από  τα χωριά, όπου οργανώθηκαν οι «περίφημες» ορκομωσίες. Το 1959 «ορκίστηκε» το χωριό «Ορκίζομαι ενωπίων Θεού να μην ξαναμιλήσω αυτό το γλωσσικό ιδίωμα». Ήταν το πρώτο από τα τρία χωριά που εξαναγκάστηκαν σε αυτή την ταπεινωτική πράξη. Ακολούθησε το Лудово, Костурско – Λούντοβο, Κόστουρσκο (Κρύα Νερά Καστοριάς) και το χωριό Крпешина, Леринско – Κ’ρπέσσινα, Λέρινσκο (Ατραπός Φλώρινας). Κάποια άλλα χωριά εξαναγκάστηκαν να υπογράψουν ομαδικές δηλώσεις υπακοής, όπως το Владово, Воденско – Βλάντοβο, Βόντενσκο (Άγρας Έδεσσας). Ίσως γιαυτό και τα γύρω χωριά, ακόμη και σήμερα αποκαλούν τους κατοίκους «Ζακ’λνατι (ορκισμένοι)». Η όλη εκδήλωση ήταν κάτι το τραγικωμικό, αλλά γιαυτούς που ήξεραν τί συνέβαινε, ήταν κάτι το τρομακτικό.

Όλοι οι κάτοικοι καλοντυμμένοι, στην αυλή του σχολείου. Κυριακή πρωί, κατέφθασε μεγάλος αριθμός επισήμων, αστυνομικών, πολιτικών, στρατιωτικών, ιερέων, μέχρι και η «Πανδώρα» από την Κοζάνη. Ο πρόεδρος του χωριού καλοντυμμένος και περήφανος, άσχετα που η γυναίκα του δεν ήξερε λέξη ελληνικά, και όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι εξαναγκασμένοι να παρεβρεθούν. Μετά την ορκομωσία ακολούθησε χορός. Οι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι η κυβέρνηση δεν είχε καμιά σχέση με το γεγονός, αλλά είναι δυνατό κάτι τέτοιο ειδικά στην Ελλάδα; Οι νέοι χόρευαν, ενώ οι γεροντότεροι, όταν άρχισαν να φεύγουν οι επίσημοι προσκεκλημένοι, τους είπαν: «άι σου ζντράβε ντα σι όιτε ι ντου γκουντίνα πακ ντα σι ντόιτε (με υγεία να φύγετε και του χρόνου πάλι να έρθετε)».

Και στο τέλος το χωριό «σηκώθηκε» από τη ΔΕΗ, για να γίνει εκεί ορυχείο λόγω των ποσοτήτων λιγνίτη που βρίσκονταν στο υπέδαφος και τότε οι κάτοικοι του Τρέμνιο χωρίστηκαν στα δύο. Η απόφαση μετεγκατάστασης του χωριού λήφθηκε από το Υπουργείο Οικομομίας και Βιομηχανίας. Η διαδικασία ξεκίνησε το 1975 και αποπερατώθηκε το 1977. Άρχισε η καταμέτρηση των περιουσιών, από σπίτια μέχρι και δέντρα. Πού όμως θα πήγαιναν; Απογοήτευση και βάσανα περίμεναν τους κατοίκους. Το κράτος ήθελε να τους στείλει στο χωριό Σλάμνια (Κοίλα Κοζάνης), αλλά το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων δεν ήθελε, ήταν στενά δεμένο με τις περιουσίες, με τους συγγενείς στα γύρω χωριά. Τί θα κάνουμε στα Κοίλα; έλεγαν. Χωρισμός. Κάποιοι στα Κοίλα σε χαρισμένα οικόπεδα, άλλοι στο Κάιλαρι (Πτολεμαίδα) σε αγορασμένα οικόπεδα.  Ίσως άξιζε όμως. Ένας γέροντας είπε «έδωσα λεφτά για το οικόπεδο, αλλά θα παντρέψω τις κόρες μου σε δικά μας χωριά, με δικά μας παιδιά». Έτσι υπάρχουν σήμερα δύο χωριά. Δίπλα στο Κάιλαρι, συνοικία με 700 κάτοικους και στα Κοίλα περίπου 600 κάτοικοι. Δύο εκκλησίες Στι Νίκολα.

Χαρακτηριστικό για το Τρέμνιο ήταν ότι οι κάτοικοί του δεν έφευγαν μετανάστες και κάποιοι λίγοι που πήγαν, σύντομα επέστρεψαν. Μόνο ένας πέθανε στην Αμερική. Φυσικά και οι αγωνιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα των εθνικά Μακεδόνων στην Ελλάδα, μαχητές στον Εμφύλιο πόλεμο του 1946-1949, οι οποίοι δυστυχώς δεν μπόρεσαν να επιστρέψουν στο χωριό και να θαφτούν στα δικά τους νεκροταφεία, δίπλα στις οικογένειές τους. Οι γέροι έλεγαν «όντι ντεκ κι όςς, ντόμα ντα σι ντοςς (πάνε όπου θα πας, σπίτι να έρθεις)». Αυτό όμως, ακόμη και σήμερα στην «σύγχρονη» Ελλάδα, είναι απαγορευμένο.

Ένας Τρεμνιάνετς

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ГРАЖДЕНО – ΓΚΡΑΖΖΝΤΕΝΟ

Το χωριό Граждено βρίσκεται στα τελευταία βορειοδυτικά σημεία του ελληνικού κράτους, στην περιοχή της Μικρής Πρέσπας, νομού Φλώρινας-Лерин. Είναι πολύ κοντά στα αλβανικά σύνορα, σε υψόμετρο 1090 μέτρων, 15χιλ από τη Μεγάλη Πρέσπα και 4 χιλιόμετρα από τη Μικρή Πρέσπα. Βόρεια συνορεύει με το χωριό Орово (Πυξός) και το Винени-Βίνενι (Πύλη). Επίσης, τα τρία αυτά χωριά, συνδέονται με τον παλιό οικισμό Пероо. Νότια συνορεύει με το χωριό Трново-Τ’ρνοβο (Πράσινο). Δυτικά, πάνω από τους βάλτους, μέσω τοποθεσίας Круша-Κρούσσα, ο δρόμος οδηγεί προς το χωριό Ракицко-Ράκιτσκο και από εκεί συνεχίζει για την Κόρτσσα της Αλβανίας.

Στο Граждено, όπως και στο μεγαλύτερο τμήμα της βορείου Ελλάδας, μεγάλες εθνογραφικές αλλαγές έγιναν μετά τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου, το 1949. Μετά τα τραγικά γεγονότα, με τη χρήση βίας, οι κάτοικοι του χωριού αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Στις 15 Αυγούστου 1949, με την υποχώρηση του Δημοκρατικού Στρατού, υποχώρησε και το σύνολο των κατοίκων της τότε ελεύθερης Πρέσπας. Πίσω τους έμειναν οι περιουσίες και τα σπίτια τους. Μετά τον Εμφύλιο, πολλά χωριά της βόρειας Ελλάδας, ερήμωσαν και αυτό οι ελληνικές αρχές το εκμεταλεύτηκαν. Έτσι, το 1953, οργάνωσαν μεγάλο εποικισμό στην περιοχή, με βλάχικο πληθυσμό, ο οποίος εγκαταστάθηκε στα εγκατελειμένα σπίτια, καταλαμβάνοντας το σύνολο των περιουσιών του εκδιωγμένου μακεδόνικου πληθυσμού.

Το χωριό Граждено συνεχίζει να υπάρχει, αλλά οι πραγματικοί του κάτοικοι δεν ζουν πια εκεί, όπως δεν υπάρχει πια και το σχολείο του, ενώ τα νεκροταφεία καταστράφηκαν από τις αρχές, ολοσχερώς. Με τέτοιο τρόπο, άκρως βάνδαλο, το Граждено, για πρώτη φορά στην πολύχρονη ιστορία του, έλαβε ελληνική ταυτότητα και μετονομάστηκε σε Βροντερό (1928).

Το Граждено, μέχρι και το 1860, υπήρχε ως τούρκικο τσιφλίκι, ιδιοκτησία του Ίλετ Πασά. Σιγά σιγά, το τσιφλίκι σταδιακά αγοραζόταν από περισσότερες οικογένεις και έτσι το 1880, το χωριό ανήκε και πάλι, μόνο σε Μακεδόνες. Το 1949, ζούσαν εκεί, οι παρακάτω οικογένειες: Ангеловски-Αγγέλοβσκι, Василовски-Βασίλοβσκι, Гроздановски-Γκροζντάνοβσκι, Гесковски-Γκέσκοβσκι, Доневски-Ντόνεβσκι, Дробицки-Ντρομπίτσκι, Јанковски-Γιάνκοβσκι, Калиновски-Καλίνοβσκι, Кочовски-Κότσσοβσκι, Костовски-Κόστοβσκι, Костадиновски-Κοσταντίνοβσκι, Марковски-Μάρκοβσκι, Маркојчин-Μαρκόιτσσιν, Мушкин-Μούσσκιν, Несторовски-Νεστόροβσκι, Огненовски-Ογκνένοβσκι, Петрејчин-Πετρέιτσσιν, Петровски-Πέτροβσκι, Пројковски-Πρόικοβσκι, Ралевски-Ράλεβσκι, Ристовски-Ρίστοβσκι, Стериовски-Στερίοβσκι, Секуловски-Σεκούλοβσκι και Трпчевски-Τ’ρπτσσεβσκι.

Μετά το Δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο, σε απογραφή των ελληνικών αρχών, αναγράφεται ότι το χωριό είχε 437 κατοίκους. Το 1936 είχε 420 και το 1949, 507 κατοίκους.

Την περίοδο της Επανάστασης του Ίλιντεν, στο Граждено υπήρχε επαναστατική επιτροπή και τσσέτα με 50 άτομα. Το 1903, η ηγεσία της περιοχής του Ресен-Ρέσεν (Δ.Μακεδονίας), αποφάσισε να ορίσει Βόιβοντα για τα χωριά των Πρεσπών και τοποθετήθηκε ο Доне Видинчев-Ντόνε Βιντίντσσεβ από το Нивици-Νίβιτσι (Ψαράδες). Υπό την ηγεσία του είχε τις τσσέτες των χωριών: Нивици-Νίβιτσι (Ψαράδες), Орово-Όροβο (Πυξός), Граждено (Βροντερό), Трново (Πράσινο), Церје-Τσέριε (Αλβανία), Дробитишта-Ντρομπίτισστα (Δασερή), Винени-Βίνενι (Πύλη) και Аил-Άιλ (Αγ.Αχίλλειος). πολύ νωρίς όμως αποκαλύφθηκε και σκοτώθηκε από τους Οθωμανούς και έτσι τα χωριά αυτά έμειναν χωρίς Βόιβοντα.

Η επάνάσταση και εδώ, ξεκίνησε στις 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου του 1903. Επιτέθηκαν στον οθωμανικό στρατό. Την επόμενη μέρα, οι Јоше Ристанов-Γιόσσε Ρίστανοβ και Тодор Поповски-Τόντορ Πόποβσκι, με τους άντρες τους, κατέλαβαν τος στρατόπεδο στον οικισμό Пероо. Ο πληθυσμός των χωριών κατέφυγε για προστασία στο όρος Όσο.

Μετά τη διαταγή αυτή, στο Граждено παρέμειναν μόνο οι φύλακες του χωριού, υπό την ηγεσία του Тасе Јанковски-Τάσε Γιάνκοβσκι και τουНајдо Костовски-Νάιντο Κόστοβσκι.

Για την συνολική άμυνα του χωριού, υπεύθυνος τοποθετήθηκε ο попПетре Василовски-παπαΠέτρε Βασίλοβσκι. Αποφάσισαν να προστατέψουν την είσοδο του χωριού, κοντά στην τοποθεσία Грло-Γκ’ρλο. Υπεύθυνος του οθωμανικού στρατού ήταν ο Νίαζι Μπέη. Αυτός ειδοποίησε τους ξεσηκωμένους ότι επιστρέφει από μακριά και ότι ζητάει κατάπαυση του πυρός και συμφιλίωση. Οι κόμιτι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και στάλθηκε ο νεαρός Бојко Ристовски-Μπόικο Ρίστοβσκι, να ανέβει στο καμπαναριό και να παρακολουθεί τον στρατό.

Ο Бојко από ψηλά φώναξε: «Τρέξτε να σωθείτε, Τούρκοι παντού, ατελείωτοι». Οι κόμιτι, με λίγα όπλα και μαχαίρια, επιτέθηκαν στον στρατό. Πρώτος αιχμαλωτίστηκε ο ποπ Πέτρε, τον οποίο έπνιξαν και του ξερίζωναν τα μαλλιά και τα γένια και έπειτα αποκεφάλισαν. Ακολούθησε ο φόνος του Τάσε Γιάνκοβσκι. Οι υπόλοιποι αποφάσισαν να πολεμήσουν μέχρι θανάτου και το θάρρος τους, ξεπέρασε όλα τα όρια. Μεγάλη αντίσταση στον εχθρό έδωσε ο Сотир Јанетому-Σότερ Ιανετόμου, μαζί με τον Спиро Кочовски-Σπίρο Κότσσοβσκι, ο οποίος ήταν ένας από τους λίγους που επέζησαν, για να διηγηθεί τον ηρωισμό των συναγωνιστών του. Ζωντανοί έμειναν επίσης και οι Митре Василовски-Μίτρε Βασίλοβσκι και Василка Кочовска-Βασίλκα Κότσσοβσκα. Μέχρι και τη γριά Ѓурѓа Петрејчина-Γκιούργκια Πετρέιτσσινα, η οποία κατέβηκε από το βουνό για να ταίσει τα ζωντανά, σκότωσαν. Μετά το πλιάτσικο, έκαψαν οχτώ σπίτια. Την εκκλησία όμως δεν την πείραξαν και ούτε κυνήγησαν τους κατοίκους που κρύβονταν στα βουνά.

Αιτία αυτού ήταν οι Τούρκοι κάτοικοι του χωριού Στάρο Βίνενι, οι οποίοι απέτρεψαν τον στρατό να τους κυνηγήσει, λόγω της εμπιστοσύνης και σεβασμού που υπήρχε μεταξύ των δύο χωριών. Το θάρρος αυτών των Ιλίντεντσι, προκάλεσε τον σεβασμό σε όλη την ευρύτερη περιοχή.

Μεγάλη ήταν και η συμμετοχή των κατοίκων στον Εμφύλιο πόλεμο, σχεδόν το σύνολο των κατοίκων. Εκεί, την περίοδο αυτή, λειτουργούσε μακεδόνικο σχολείο με πολλούς μαθητές. Όσοι δεν μπορούσαν να πολεμήσουν, βοηθούσαν με διάφορους άλλους τρόπους. Έφτιαχναν σφαίρες, βόμβες, μετέφεραν τροφή και ρουχισμό στους παρτιζάνους, κτλ. Σήμερα, το σύνολο των κατοίκων, ζει εκτός Ελλάδας. Οι περισσότεροι στη Δ.Μακεδονίας και αρκετοί σε Καναδά και ΗΠΑ. Ισχύει και γιαυτούς ο νόμος απαγόρευσης της επιστροφής τους, επειδή «δεν είναι Έλληνες το γένος».

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

КАДИНОВО – ΚΑΝΤΙΝΟΒΟ

Το χωριό Кадиново καταλαμβάνει έκταση 30 χιλιάδων στρεμμάτων και αποτελεί ένα από τα γονιμότερα σε γη χωριά της περιοχής του Ениџевардар-Γιαννιτσών. Βρίσκεται στο Солунско поле-κάμπο της Θεσσαλονίκης, 12 χιλιόμετρα δυτικά του Ениџе Вардар-Пазар-Γιαννιτσά και 25 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Воден-Έδεσσας. Αποτελεί κέντρο σύνδεσης των χωριών Бреж-Μπρεζζ (Άγιος Λουκάς), Пласничево-Πλασνίτσσεβο (Κρύα Βρύση), Долно Власе-Ντόλνο Βλάσε (Εσώβαλτα), Липариново-Λιπαρίνοβο (Λιπαρό), Лозаново-Λοζάνοβο (Παλαίφυτο) και Карјотица-Καριότιτσα (Καρυώτισσα). Μέχρι και την περίοδο 1929 -1935, όταν ακόμη δεν είχε αποξυρανθεί το Пазарско Блато-Πάζαρσκο Μπλάτο (λίμνη Γιαννιτσών), στο χωριό αυτό εκτρέφονταν περίπου 2500 αγελάδες και βόδια, όπως και 3500 πρόβατα. Οι πλουσιότεροι κτηνοτρόφοι ήταν οι Јован, Ристо и Глигорче Јованчев (Γιόβαν, Ρίστο και Γκλίγκορτσσε Γιοβάντσσεβ), Филип Нишадоров-Φίλιπ Νισσαντόροβ και Благој Чекуров-Μπλάγκοϊ Τσσεκούροβ. Σήμερα το Καντίνοβο είναι ένα ανεπτυγμένο γεωργικά χωριό, με πλούσιο γόνιμο έδαφος και όλα τα απαραίτητα για τη λειτουργία του.

Σύμφωνα με το θρύλο, το χωριό ονομάστηκε Кадиново, λόγω της παρακάτω ιστορίας. Στο χωριό είχε οικοδομηθεί ένα κονάκι, σπίτι του Μπέη και σ’αυτό είχε εγκατασταθεί ό Άμπντουλα Μπέη. Εκεί υπήρχε ιδιαίτερος πύργος, ο οποίος λειτουργούσε ως μέρος συγκέντρωσης και φύλαξης του χαρατσιού (φόρος 10% επι της παραγωγής). Στο μέρος εκείνο μαζεύονταν οι γυναίκες, οι αποκαλούμενες к’д’ни-καντάνι, από τα γύρω χωριά, οι οποίες εκτός του καφέ που έπιναν, έτρωγαν γλυκά και μπακλαβάδες και μασούσαν μαστίχα. Έτσι, λόγω των γυναικών αυτών, το χωριό έλαβε σιγά σιγά το όνομα Кадиново.

Το σημερινό όνομα, Γαλατάδες, δώθηκε το 1926 από τις ελληνικές αρχές, οι οποίες άλλαξαν όλα τα ονόματα των πόλεων και χωριών, όπως και των κατοίκων, εκτελώντας ιδιαίτερη πολιτική βίαιης αφομοίωσης των Μακεδόνων. Το χωριό ήταν γνωστό στην ευρύτερη περιοχή για την αφθονία σε παραγωγή γάλακτος, λόγω των πολλών ζωντανών και έτσι του δόθηκε το όνομα Γαλατάδες.

Το Кадиново είναι χτισμένο σε υψόμετρο 25 μέτρων και το κλίμα που επικρατεί είναι καθαρά μεσογειακό. Ο συνδιασμός του κλίματος αυτού με το πλούσιο έδαφος, βοηθά πολύ στην πλούσια παραγωγή σιτηρών και καλαμποκιού, βρύζας και σουσαμιού, αλλά και πιπεριών, ντομάτας, λάχανου, όπως και μήλων, αχλαδιών, ροδάκινων, κορόμηλων κ.α. μεγάλη είναι σήμερα και η παραγωγή σπαραγγιών.

Το πανηγύρι του χωριού τότε γινόταν πολύ μεγάλο στις 2 του Μάη, προς τιμή του Свети Атанас-Αγίου Αθανασίου και στις 23 Απριλίου Свети Ѓорги-Αγίου Γεωργίου. Στη γιορτή Прочка-Πρότσσκα (Συγχώρεση) πάντα είχε καρναβάλι και επίσης διατηρούνταν όλα τα μακεδόνικα ήθη και έθιμα, όπως Сурва-Σούρβα, Коледе-Κόλεντε, κτλ. Την ημέρα του Свети Лазар-Αγίου Λάζαρου οργανώνονταν лазареви ора-λαζάρεβι όρα (χοροί του Λάζαρου), όπου οι νέοι συναντιούνταν και γνωρίζονταν μεταξύ τους.  Στο χωριό είχε συσταθεί και μια ομάδα џамалари-τζζαμαλάρι, η οποία εκτός από το χωριό, έδινε παραστάσεις με χορούς και τραγούδια, με συνοδεία γκάιντας και ζούρλα και σε διπλανά χωριά, όπως και ομάδα русалии-ρουσαλίι. Σχετικά με τα παραπάνω, συνέβηκαν και πολλά δραματικά γεγονότα. Χαρακτηριστικά, μετά την ημέρα της πρότσσκα, το чист понеделник-τσσιστ πονέντελνικ (Καθαρή Δευτέρα), όταν οργανωνόταν το καρναβάλι, ένας από τους χωρικούς, ο Ефтим Думов-Έφτιμ Ντούμοβ, άτομο γνωστό για το χιούμορ του, ντύθηκε καρναβάλι, πήρε έναν σκύλο, ένα ντάιρε και ένα ραβδί και χόρευε τραγουδώντας: Ајде Марко играј оро-Άιντε Μάρκο χόρευε κτλ. Τρεις αστυνομικοί του όρμηξαν και τον χτύπησαν ανελέητα και έπειτα τον έκλεισαν στο αστυνομικό τμήμα, του έδεσαν τα πόδια, τον πότισαν ρετσινόλαδο και τον ξανάβγαλαν στο κέντρο του χωριού. Ο καημένος ο Έφτιμ, αρρωστημένος και ντροπιασμένος, έναν μήνα δεν βγήκε από το σπίτι του. Το γεγονός αυτό, όχι τυχαία, συνέβηκε το 1936, όταν ξεκίνησαν τα μαύρα χρόνια για τους Μακεδόνες, τα χρόνια του δικτάτορα Μεταξά. την περίοδο αυτού, 400.000 πολίτες, Μακεδόνες, αλλά και δημοκράτες Έλληνες, κλείστηκαν στις φυλακές και στα ερημονήσια του Αιγαίου. Τη δικτατορία εκείνη, ιδιαίτερα την αισθάνθηκαν οι Μακεδόνες, στους οποίους απαγορεύτηκε η μητρική τους μακεδόνικη γλώσσα και ανοίχτηκαν νυχτερινά σχολεία για να μάθουν την ελληνική, την οποία οι περισσότεροι δεν γνώριζαν καθόλου.

Η δομή του πληθυσμού παρουσιάζει 2.250 Μακεδόνες και 1.750 Έλληνες, οι οποίοι ήρθαν στην περιοχή το 1924 – 1925 από την Καλίπολη, Τουρκία. Η πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων ήταν να εκτελέσει αφομοίωση του μακεδόνικου λαού και να μην επιτρέψει να παραμείνει εθνικά ομοιογενής στην ευρύτερη περιοχή. Αυτό συνέβει παντού όπου ζούσαν Μακεδόνες και ιδιαίτερα μετά τις Συμφωνίες «εθελοντικής» ανταλλαγής πληθυσμών, μεταξύ της Ελλάδας και Βουλγαρίας (1922, Μόλοβ-Καβαδάρης) και Ελλάδας – Τουρκίας, 1921-1923 (Βενιζέλος-Ατατούρκ). Πριν από αυτό, το Καντίνοβο ήταν ένα καθ’όλα μακεδόνικο χωριό. Το 1900, σύμφωνα με ιστορικές αναφορές της εποχής, εκεί ζούσαν περίπου 600 Μακεδόνες και το 1905, περίπου 750. Αυτή ήταν και η περίοδος που ξεκίνησε να δρα με όλα της τα μέσα η ελληνική προπαγάνδα, χρησιμοποιώντας πολλές μεθόδους, αλλά κυρίως το χρηματικό εξαγορασμό συνειδήσεων, βάζοντας να πολεμούν μεταξύ τους αδέρφια. Τα άτομα αυτά αποκαλούνταν από τους κατοίκους «Γκ’ρκομάνι» και θεωρούνταν προδότες του λαού τους. Ως τέτοιοι, γνωστότεροι ήταν οι αρχηγοί των οικογενειών Στογιάνοβι και Χριστιάνοβι και επίσης από εκεί καταγόταν και ο πατέρας του γνωστού Гоно Јотов-Γκόνο Ιότοβ (Γκόνος Γιώτης).

Την εποχή της οθωμανικής σκλαβιάς, ιδιαίτερα μετά την ίδρυση του ВМРО το 1893 και την εμφάνιση των κόμιτι, στο Ениџевардарско блато-λίμνη Γιαννιτσών, στάθμευσε ο ξακουστός Βόιβοντα Апостол Петков Терзиев-Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ με την τσσέτα του. Εκεί έκαναν καλύβες με το πλέξιμο врби-β’ρμπι (ιτιών) και για την τροφή τους φρόντιζαν οι κάτοικοι των γύρω χωριών, όπως και τα ψάρια της λίμνης. Ο Апостол војвода αποκαλούνταν από το λαό ως Ениџевардарско сонце-Ήλιος του Ενιτζζεβάρνταρ, επειδή το όνομά του έδινε ελπίδα για ελευθερία στους σκλαβωμένους και φόβο στις αρχές. Πολλοί από τους πιστούς του κόμιτι, κατάγονταν από το Καντίνοβο. Μεταξύ αυτών ξεχώριζαν οι: Петре Треболски-Πέτρε Τρεμπόλσκι, αγγελιοφόρος, Тодор Чифтеев-Τόντορ Τσσιφτέεβ, Дине Падарот-Ντίνε Πάνταροτ, Ване Аџихристов-Βάνε Ατζζιχρίστοβ, Мице Вангеловски-Μίτσε Βαγγέλοβσκι, Иван Мулезимов-Ίβαν Μουλεζίμοβ, Менче Стојанов-Μέντσσε Στογιάνοβ, Гоце Падарот-Γκότσε Πάνταροτ, Нише Чаков-Νίσσε Τσσάκοβ, Мице Николов-Μίτσε Νικόλοβ, Ристо Карчонов-Ρίστο Καρτσσόνοβ, όλοι τους κόμιτι. Δυστυχώς, ο Ѓорѓи Стојанов-Γκιόργκι Στογιάνοβ και ο παπάς Ристо Стојанов-Ρίστο Στογιάνοβ, αν και στην αρχή ήταν πιστοί στον Άποστολ, αργότερα, χρηματίστηκαν από τους «Μακεδονομάχους» και αποδέχτηκαν την ελληνική πολιτική. Για το λόγο αυτό αποκαλέστηκαν «Γκ’ρκομάνι» και τιμωρήθηκαν με τουφεκισμό από τους κόμιτι. Ο Γκιόργκι παρέμεινε ζωντανός, αλλά του έμεινε και ο χαρακτηρισμός “гркоман”. Μεγάλη ήταν η συμμετοχή των κατοίκων του Кадиново και στον Εμφύλιο πόλεμο (1946-1949), στον αγώνα τους για τα εθνικά δίκαια των Μακεδόνων. Ένας από τους γνωστότερους ήρωες της περιόδου ήταν ο Димитар Угриновски-Ντιμίταρ Ουγκρίνοβσκι, για τον οποίο αναφέρθηκε στο τεύχος 8 της Нова Зора.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Κατηγορίες

Loading

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


EMPORIKI BANK-Branch 501 Florina

Bank account 59667441

IBAN:GR75 0120 5010 0000 0005 9667 441

BIC EMPOCRAA

  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2012 (153)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)
  • Τελευταίο
  • Δημοφιλή
  • Σχόλια