Αρχεία | ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ | Наши села

ТРЛИС – Τ΄ΡΛΙΣ

Το Τ΄ρλις βρίσκεται στις βόρειες παρυφές του όρους Црна гора (Τσ΄ρνα γκόρα – Μαύρο Βουνό) στη γεωγραφική περιοχή Мрвашко (Μ΄ρβασσκο), στην κοιλάδα του ποταμού Трлиска Матница (Τ΄ρλισκα Μάτνιτσα). Απέχει 55 χιλιόμετρα βορειοδυτικά από την πόλη Δράμα και 16 χιλιόμετρα από το κέντρο της επαρχίας που ανήκει, το Зрново (Ζ΄ρνοβο – Κάτω Νευροκόπι).      Δυτικά συνορεύει με το χωριό Караќово (Καράκιοβο – Κατάφυτο), ανατολικά με το χωριό Куманич (Κούμανιτςς – Δασωτό), νότια με τα χωριά Старчишта и Долно Броди (Στάρτσσισστα και Ντόλνο Μπρόντι – Περιθώρι και Κάτω Βροντού), ενώ βόρεια με το προαναφερθέν βουνό και το όρος Σλαβιάνκα (Όρβηλο).

Το 1927, στην προσπάθεια εξελληνισμού των ,,Νέων Χωρών,, οι ελληνικές αρχές μετονόμασαν το χωριό σε Βαθύτοπος και σύμφωνα με την απογραφή του 2001 εκεί σήμερα ζουν περίπου 416 κάτοικοι, σχεδόν όλοι προσφυγικής καταγωγής, αφού κάποιοι φρόντισαν οι Μακεδόνες κάτοικοι να καταφύγουν σε άλλες χώρες…

Σύμφωνα με τον Μαξ Φάσμερ, το όνομα του χωριού προήλθε από το Три Листа (Τρι Λίστα) που σε μετάφραση σημαίνει τρία φύλλα ή τρία δάση, ενώ ο Γιόρνταν Ζάιμοβ θεωρεί ότι προήλθε από το трло (τ΄ρλο) που σημαίνει μαντρί.

Το Τ΄ρλις παλιά ήταν χωριό μεταλλωρύχων, στο οποίο πριν ακόμη τον ερχομό των Οθωμανών είχε αναπτυχθεί η εξόρυξη σιδήρου. Σε κληροδότημα από το έτος 1347 του μοναστηριού του Αγίου Όρους Μεγίστης Λάβρας αναγράφεται ότι το μοναστήρι εισπράττει έσοδα από την τήξη σιδήρου στο Τ΄ρλις, μέρος μεταξύ του Ζ΄ρνοβο και του Σερ (Σέρρες). Λόγος γινόταν για πολύ καλής ποιότητας μεταλεύματα. Στο χωριό υπήρχαν πάντοτε περισσότεροι σιδηρουργοί, οι οποίοι σταμάτησαν την τέχνη αυτή – πιθανόν λόγω απαγόρευσης από τις οθωμανικές αρχές- περίπου στα μισά του 19ου αιώνα. Κατά το Μεσαίωνα το χωριό ήταν στην ουσία κωμώπολη, κέντρο επαρχίας και αργότερα ακόμη μεγαλύτερο διοικητικό κέντρο και έδρα του μουντίρ. Από επιστολή του Στέφαν Ντούσσαν προς τον Ράικο γίνεται φανερό ότι ο τελευταίος ήταν βόιβοντα (οπλαρχηγός) του Μπρόντι και του Τ΄ρλις.

Το χωριό αυτό αναφέρεται και σε οθωμανικά ντοκουμέντα του 15ου αιώνα και του 1671 με τα ονόματα Κασταρτέρλις και Τ΄ρλις. Σύμφωνα με πηγές από τα τέλη του 15ου και αρχές του 16ου αιώνα, στο χωριό Τ΄ρλις (Γκόρνα Τ΄ρλιτσα) είχαν καταγραφεί 199 αρχηγοί οικογενειών.

Το Τ΄ρλις ήταν ένα από τα μεγάλα και ανεπτυγμένα χωριά με αρκετές επιχειρήσεις για την εποχή εκείνη, ένα από τα μεγαλύτερα του Καζά του Ζ΄ρνοβο, κυρίως με μακεδόνικο πληθυσμό. Γενικά σε όλη την επαρχία του Ζ΄ρνοβο κυριαρχούσε ο μακεδόνικος πληθυσμός, με μικρότερο ποσοστό Τούρκων.

Βόιβοντα Ντίνε Ντομπρένοβ

Βόιβοντα Ντίνε Ντομπρένοβ

Μετά από το έτος 1803, στο σχολείο του χωριού, δίδασκε ο ιερομόναχος Јоан Симеонов (Ιόαν Σιμεόνοβ) από το Τ΄ρλις.

Το 1848, ο Ρώσος ιστορικός και ταξιδιώτης Βίκτορ Γκρογκόροβιτς, στο βιβλίο του „Очерк путешествия по Европейской Турции“ (Δοκίμιο για τα ταξίδια στην Ευρωπαϊκή Τουρκία), είχε αναφέρει ότι στο Τ΄ρλις ζουν κυρίως Μακεδόνες.. Στην “Εθνογραφία των βιλαετιών Ανδριανούπολης, Μοναστηριού και Κωνσταντινούπολης”, που είχε εκδωθεί στην Κωνσταντινούπολη το έτος 1878 και ασχολούταν με την στατιστική του αντρικού πληθυσμού από το 1873, το Τ΄ρλις αναφέρεται ως Τέρλιςς και ως χωριό με 380 νοικοκυριά με 190 μουσουλμάνους και 1060 Μακεδόνες.

Το 1889, ο Στέφαν Βέρκοβιτς, Σέρβος ιστορικός, πολιτικός και διπλωμάτης, στο βιβλίο του ,,Τοπογραφικό – εθνογραφικό δοκίμιο για τη Μακεδονία,, ανέφερε το Τ΄ρλις ως χωριό με 290 μακεδόνικα και 90 τούρκικα σπίτια.

Το 1891, ο Γκεόργκι Στρέζοβ είχε γράψει για το χωριό αυτό:

,,Τ΄ρλις, μεγάλο χωριό νότια του Νέβροκοπ, 6 ώρες δρόμος. Απλωμένο στους πρόποδες του βουνού Τσέρνα Γκόρα και του Άλι Μπότουςς και δίπλα του τα χωριά Λόφτσσα, Στάρτσσισστα και Καρακιόι, σε μισή ώρα απόσταση. Στα ανατολικά απλώνεται οροπέδιο, στολισμένο με χωράφια, λιβάδια και σε πολλά μέρη έλατα του κάμπου. Η γονιμότητα του μέρους αυτού είναι όπως και του Έλεσσκο. Τριγύρω πλούσια δάση. Ανάμεσα στ΄άλλα φυτεύουν και καπνό. Κάθε βδομάδα έχουν παζάρι για τα γύρω χωριά σε ξεχωριστό μέρος. Από τη 1 Οκτωβρίου κάθε χρόνο αρχίζει το πανηγύρι „Св. Петка“ (Σβέτα Πέτκα – Αγία Παρασκευή) και διαρκεί ως τις 15 του μήνα. Μισή ώρα από το χωριό. Στην εκκλησία „Св. Никола“ (Σβέτι Νίκολα – Άγιος Νικόλαος) λειτουργούν μεικτά. Το σχολείο έχει 80 μαθητές. 380 σπίτια, 500 Τούρκοι και 1500 Μακεδόνες,,.

Σύμφωνα με τις τότε έρευνες και στατιστικές του Βούλγαρου Βάσιλ Κάντσσεβ („Μακεδονία. Εθνογραφία και στατιστική“) το 1900 οι κάτοικοι του χωριού αριθμούσαν σε 2104 άτομα, από τους οποίους οι 1560 Μακεδόνες (αναφέρει Βούλγαροι..) χριστιανοί, 520 Τούρκοι και 24 Βλάχοι.

Στις αρχές του 20ου αιώνα το χωριό ανήκει στην εξαρχία. Ο γραμματέας της εξαρχίας Ντιμίταρ Μίσσεβ είχε αναφέρει στο βιβλίο του(„La Macédoine et sa Population Chrétienne“) ότι το 1905 στο Τ΄ρλις έχει 2.240 εξαρχικούς ,,Βούλγαρους,, 18 Βλάχους και 12 Τσιγγάνους και λειτουργεί εξαρχικό σχολείο με έναν δάσκαλο και 30 μαθητές.

Από το Τ΄ρλις καταγόταν και ο Μακεδόνας ιεράχης Теодосиј Гологанов (Τεοντόσιι Γκολογκάνοβ, 1846 – 1926) για τον οποίο έχουμε γράψει σχετικά στο τεύχος 22 της Νόβα Ζόρα, ενώ γνωστοί δάσκαλοι του χωριού εκείνης της εποχής ήταν οι Ντιμίταρ Αλακούσσεβ και Ντιμίταρ Στόιλοβ.

Μιτροπολίτ Τεοντόσιι Γκολογκάνοβ

Μιτροπολίτ Τεοντόσιι Γκολογκάνοβ

Ο αγώνας του ΒΜΡΟ για αυτονομία της Μακεδονίας και του μακεδόνικου λαού είχε ήδη ξεκινήσει. Οι Τούρκοι κάτοικοι του χωριού είχαν μετοικήσει και γι΄αυτό δεν αναφέρθηκε τουρκικός πληθυσμός στα παραπάνω στοιχεία του Μίσσεβ. Μεγάλος ήταν ο αριθμός των κατοίκων του Τ΄ρλις που εντάχθηκε στο μακεδόνικο κίνημα και στην Επανάσταση του Ίλιντεν. Μερικά εξέχοντα άτομα εκείνης της περιόδου από το Τ΄ρλις ήταν και οι: Ντίνε Ντομπρένοβ, Κόσταντιν Αλακούσσεβ, Κόσταντιν Γκέρτσσεβ, Τόντορ Στραχίνοβ, Πάντε Μλαντένοβ, Στέφαν Τ΄ρλισιάντσσετο κ.α.

Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου το 1912, 36 άτομα από το χωριό εθελοντικά είχαν ενταχθεί στις δυνάμεις του Македоно-одринско ополчение (Μακεδόνικου –Θρακικού Σώματος).

Μετά το Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο το 1913, το Τ΄ρλις βρέθηκε υπό ελληνική εξουσία. Τμήμα του τουρκικού (1912) και μακεδόνικου πληθυσμού του (1913) αναγκάστηκε να καταφύγει σε άλλα μέρη. Σύμφωνα με την ελληνική στατιστική υπηρεσία, μετά το 1913 στο Τερλίς ζούσαν 1360 άτομα. Στις 27 Ιουλίου 1924, ο ελληνικός στρατός επιτέθηκε στο χωριό και σκότωσε 17 κατοίκους. Το γεγονός είχε αποκαλεσθεί ως ,,επεισόδιο του Τ΄ρλις,, και είχε οδηγήσει σε διεθνή πίεση προς την Ελλάδα και τελικά την συμφωνία Κάλφοβ – Πολίτη. Το 1927, το Τ΄ρλις έγινε Βαθύτοπος και μετά το επεισόδι και οι Μακεδόνες που είχαν απομείνει αναγκάστηκαν ,,εθελοντικά,, να εγκαταλείψουν τις αιώνιες εστίες τους και να καταφύγουν στη γειτονική Βουλγαρία, ενώ στη θέση τους εγκαταστάθηκαν από τις αρχές πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία.   Σύμφωνα με την απογραφή του 1928, στο Τ΄ρλις ζούσαν 154 προσφυγικές οικογένειες με 544 άτομα…

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

СОРОВИЧЕВО – ΣΟΡΟΒΙΤΣΣΕΒΟ

Το κάποτε χωριό και σήμερα κωμώπολη Σοροβίτσσεβο βρίσκεται σε απόσταση 33 χιλιομέτρων νοτιοανατολικά από την πόλη Лерин (Λέριν-Φλώρινα), στη βορειοανατολική πλευρά της κοιλάδας Сараѓол (Σάραγκιολ) και ένα χιλιόμετρο από τη νότια όχθη της λίμνης του Петрско (Πέτ΄ρσκο/Πετρών), στις παρυφές του όρους Ниџе (Νίτζζε – Βόρας). Τα χαμηλά βουνά Μάλα Νίτζζε και Μάλα ρέκα χωρίζουν το Σοροβίτσσεβο από το Λέρινσκο πόλε (Κάμπο του Λέριν).

Βόρεια συνορεύει με τα χωριά Петрско, Церово, Горничево (Πετ΄ρσκο, Τσέροβο, Γκορνίτσσεβο – Πέτρες, Κλειδί, Κέλλη), ανατολικά με το χωριό Пателе (Πάτελε – Άγιος Παντελεήμωνας), δυτικά με το  χωριό Врбени και νότια με το χωριό Елово (Έλοβο – Λεβαία).

Το Σοροβίτσσεβο ιδρύθηκε στα μέσα το 18ου αιώνα, κάπου στο 1750, όταν Μακεδόνες από τα γύρω χωριά κατέβηκαν στη πεδιάδα και εγκαταστάθηκαν κοντά στις λίμνες Πέτ’ρσκο και Όστροβσκο (Βεγορίτιδα). Ο πληθυσμός αχολούταν κυρίως με την αμπελουργία και την οινοποιία, κάτι που γίνεται εώς και σήμερα. Το 1848, ο Ρώσος καθηγητής Βίκτορ Γκριγκόροβιτς, στην έκθεσή του ,,Έκθεση για το ταξίδι στην Ευρωπαϊκή Τουρκία,, είχε περιγράψει το Σοροβίτσσεβο ως μακεδόνικο χωριό.

Η ανάπτυξη του Σοροβίτσσεβο από χωριό σε πόλη (σύμφωνα με τα τότε κριτήρια) έγινε άμεσα και κυρίως δύο αιτιών. Η πρώτη ήταν η αύξηση των νερών της λίμνης του Ρούντνικ (σήμερα Ανάργυροι) και η δεύτερη ήταν η κατασκευή του σιδηροδρομικού σταθμού, ο οποίος άρχισε να λειτουργεί από το 1892 και δεν άλλαξε κατά πολύ τα χαρακτηριστικά χωριού του Σοροβίτσσεβο, αλλά του έδωσε και κάποια αστικά επιπλέον. Τότε ήταν που η έδρα της Νάχια του Ρούντνικ (οθωμανικό διοικητικό κέντρο) μεταφέρθηκε στο Σοροβίτσσεβο.

Το 1889, ο Στέφαν Βέρκοβιτς, Σέρβος διπλωμάτης και ιστορικός, είχε γράψει: ,,Στις όχθες της λίμνης του Πέτ’ρσκο, σε αμμώδης έδαφος, βρίσκεται το χωριό Σοροβίτσσεβο με 19 μουσουλμανικές οικογένειες και 31 χριστιανικές. Ο φόρος των μουσουλμάνων είναι 1700 πιάστρα, των χριστιανών Μακεδόνων 4560 πιάστρα και επίσης στρατιωτικό φόρο των 1260 πιάστρων. Οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία και την παραγωγή βότκας (σίγουρα ενοούσε τη ράκια/τσίπουρο), για την οποία υπερηφανεύονται σε όλο το σαντζάκι της Μπίτολα. Πωλείται επίσης και στην πόλη Сачиста (Σάτσσιστα – Σιάτιστα). Έχει 5-6 χάνια και βρίσκεται πάνω στον  κύριο δρόμο για τη Λάρισα,,.

Ο Σρέμπρεν ΠοπΠέτροβ και οι αδερφές του

Ο Σρέμπρεν ΠοπΠέτροβ και οι αδερφές του

Σύμφωνα με το μεγαλύτερο ειδικό Στατιστικής της περιόδου εκείνης, το Βάσιλ Κάντσσοβ, („Μακεδονία-Εθνογραφία και Στατιστική“) το έτος 1900 στο Σοροβίτσσεβο είχε 750 κατοίκους Μακεδόνες, 35 Τούρκους και 50 Αθίγγανους. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν εξαρχικοί και στο χωριό λειτουργούσαν δύο σχολεία στη μακεδόνικη γλώσσα, ένα βασικής εκπαίδευσης και ένα προγυμνασιακό, υπό την επιμέλεια της δασκάλας Деца Алексова (Ντέτσα Αλέξοβα).

Την περίοδο μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν, τα βάσανα των κατοίκων από την ένοπλη ελληνική προπαγάνδα στη Μακεδονία ήταν απερίγραπτα. Έτσι, π.χ. στις 13 Μαρτίου 1907, ελληνική ένοπλη ομάδα μπήκε στο χωριό, αιχμαλώτησε έξι γυναίκες Μακεδόνων και τις σκότωσε.

Για πρώτη φορά ο ελληνικός στρατός κατέλαβε το Σοροβίτσσεβο κατά τη διάρκεια του πολέμου στις 18 Οκτωβρίου 1912. Μετά από μάχες με τον οθωμανικό στρατό, οι Τούρκοι κατάφεραν να ξαναπάρουν τον σημαντικό σιδηροδρομικό δίκτυο, μετά από τη γνωστή και αιματηρή μάχη του Σοροβίτσσεβο, αλλά σύντομα η κωμώπολη βρέθηκε και πάλι σε ελληνικά χέρια. Οι ελληνικές αρχές άμεσα ξεκίνησαν να τρομοκρατούν το μακεδόνικο πληθυσμό, προσπαθώντας να τον αναγκάσουν να αποτάξει τη μακεδονικότητά του και να αποκαλείται πλέον ,,σλαβόφωνοι Έλληνες,,. Στα σχολεία άρχισε να διδάσκεται η ελληνική γλώσσα. Μεγάλος αριθμός Μακεδόνων συλλήφθηκε και εκδιώχθηκε. Η τρομοκρατία αυξήθηκε με την έναρξη του Δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου. Το 1912 το Σοροβίτσσεβο έγινε κέντρο επαρχίας και πρώτος δήμαρχος είχε τοποθετηθεί ο Γρηγόριος Νικολαίδης. Η πρώτη ελληνική απογραφή το 1913 έδειξε ότι εκεί ζούσαν 1105 άτομα. Το 1918 έπαψε να είναι κέντρο επαρχίας και ξαναέγινε το 1946. Την ίδια χρονιά είχαν δολοφονηθεί και οι Μακεδόνες κάτοικοί του, Γκιόκο Μιτρεντίμεβ, Κ΄ρστο Μιτρεντίμεβ, Βάσιλ Γκιόσσεβ, Νίκολα Πετροτσσάνοβ και Γκρίγκορ Μιλάτσσεβ.

Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και κυρίως λόγω των απάνθρωπων πράξεων της ένοπλης  συμμορίας του Στέφου Γρηγορίου, το Σοροβίτσσεβο και τα γύρω μακεδόνικα χωριά άρχισαν και πάλι να ζουν σε ανυπόφορο κλίμα. Δολοφονήθηκαν όλοι οι Μακεδόνες ιερείς, δάσκαλοι και εξέχοντες πολίτες του Πάτελε, Σοροβίτσσεβο και Πέτ’ρσκο, μεταξύ των οποίων οι ποπΠέτρε, Ντίνε Ντάσκετο, Λάζο Μίσσεβ, Μίχαλ Ζούνκοβ, Κόλε Ντάσσεβ κ.α. Την ίδια περίοδο, οι ελληνικές αρχές εγκατέστησαν στην κωμώπολη πρόσφυγες γκρεκομάνους Μακεδόνες και Βλάχους από την περιοχή της Μπίτολα.

Η απογραφή του 1920 έδειξε 1.514 κατοίκους. Το 1922 στο Σοροβίτσσεβο οι αρχές εγκατέστησαν προσφυγικές οικογένειες από τη Μικρά Ασία. Το 1928 μετονομάστηκε σε Αμύνταιο, από το όνομα του Μακεδόνα βασιλιά Αμύντα. Η απογραφή της επόμενης χρονιάς έδειξε 2.148 κάτοικους.

Σε μυστική έκθεση από τις 6 Μάη 1932, η αστυνομική διεύθυνση του Λέριν/Φλώρινας έκανε λίστα με 44 κατοίκους του Σοροβίτσσεβο, οι οποίοι ήταν „αποδεδειγμένοι βουλγαρόφρονες, επικύνδυνοι για το ελληνικό κράτος“. Οι νεότεροι της λίστας κατατάχθηκαν ως „γιοί των μελών του μακεδόνικου κομιτέτ“, ενώ οι γεροντότεροι ως μέλη του ΒΜΡΟ. Τον Ιούνιο του  1935 πολλοί από αυτούς οδηγούνται στο στρατοδικείο της Λάρισας και καταδικάζονται σε πολύχρονες φυλακίσεις με την κατηγορία ,,Βούλγαροι αυτονομιστές,,. Έτσι, π.χ. στις 20 του Μάη 1940, η πενταμελής οικογένεια του Τόντορ Κονσταντίνοβ εκδιώχθηκε από τη χώρα, όπως και ο 87χρονος Άντον Μιτροντίνοβ και η σύζυγός του. Η απογραφή του 1940 έδειξε 2.650 κατοίκους.

Μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η τρομοκρατία του μακεδόνικου πληθυσμού συνεχίστηκε ενισχυμένη. Πολλοί οι εκδιωγμένοι, οι δολοφονημένοι και οι φυλακισμένοι. Οι Μακεδόνες αναγκάζονται να αντιδράσουν στην τρομοκρατία.

Η ελληνική εφημερίδα ,,Φως,, στις 31 Μαρτίου 1945 είχε γράψει:

,,Οι Βούλγαροι και οι κομμουνιστές συνεχίζουν τις ενέργειές τους για αυτονομία της Μακεδονίας. Κέντρο αυτών των ενεργειών δεν είναι μόνο το Αμύνταιο, αλλά και το Ξυνό Νερό, ο Άγιος Παντελεήμωνας και η Βεύη. Τα ονόματα είναι γνωστά και από παλαιώτερα κινήματα στα μέρη αυτά,,.

Άμεσα είχε συλληφθεί ο Κωνσταντίνος Ηλιάδης ή Κόνσταντιν Γκέσσοβ, λόγω ,,ανθελληνικής προπαγάνδας,,.

Σήμερα στο Σοροβίτσσεβο ζουν περίπου 3.650 άτομα. Οι μισοί περίπου Μακεδόνες και οι υπόλοιποι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την αμπελουργία/οινοποιία, ενώ λειτουργεί και ατμοηλεκτρικός σταθμός της ΔΕΗ όπου απασχολείται κάποιος αριθμός πολιτών της κωμώπολης και γενικά της περιοχής. Η μακεδόνικη γλώσσα ομιλείται από πολλούς κατοίκους, ηλικίας κυρίως 30 και άνω.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

СЕТИНА ОД РИМСКИОТ И ВИЗАНТИСКИОТ ПЕРИОД Η ΣΕΤΙΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΡΩΜΑΪΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ

[Τα πραγματικά γεγονότα αποτελούν την ιστορία]

Δεν τολμάς να ξεκλειδώσεις μη σου χυθεί η αλήθεια ξαφνικά και χαθείς μ΄αυτά που θα αντικρύσεις.

Πάνος Κυπαρίσσης – ΜΥΣΤΙΚΑ, ΦΩΣ ΟΡΥΧΕΙΟΥ

Στους δυτικούς πρόποδες του Кајмакчалан (Καϊμάκτσσαλαν) και ανάμεσα στη Варварица (Βαρβάριτσα), Срќак (Σ΄ρκιακ), Чука (Τσσούκα), Крлуго (Κ΄ρλουγκο) και Бабутино (Μπαμπούτινο), βρίσκεται το Сетинско Кале (Σέτινσκο Κάλε – Κάστρο της Σέτινα), όπου είχε τα ανάκτορά του ο κόμης Νίκολα. Το κάστρο είναι χτισμένο σ΄ένα φυσικό λόφο και βρίσκεται ανάμεσα σε δύο φυσικές τάφρους που έχουν σχηματιστεί από γεωλογική διάβρωση του ποταμού Стара Река (Στάρα Ρέκα) κι ένα ποταμάκι, το Речиката (Ρετσσίκατα).

Δυτικά του κάστρου αναπτύχθηκε το χωριό Σέτινα (το 1928 οι ελληνικές αρχές το μετονόμασαν σε Σκοπό). Το χωριό, που δεν ήταν χωριό αλλά πολίχνη, αφού είχε πανδοχεία, μαγαζιά, στρατό, επισκοπή (υπαγόταν στο Μητροπολίτη του Μέγκλεν) φαίνεται πως άρχιζε από τη θέση Βαρβάριτσα κι έφτανε μέχρι και την σημερινή θέση του χωριού, δηλαδή από τη χαράδρα Крива Вода (Κρίβα Βόντα) μέχρι τη χαράδρα Калан Дол (Κάλαν Ντολ). Σοβαρές αποδείξεις της ύπαρξης της Σέτινα είναι τα διάφορα ευρήματα οικισμών και έργων υποδομής (ύδρευσης, αποχέτευσης και άλλων κατασκευών), νεκροταφείων, εκκλησιών, νομισμάτων και βιβλιογραφικές αναφορές (Σκυλίτζης, Μουτσόπουλος, Κεραμόπουλος, Πέτσας, Δέλτα, Σαμψάρης, Λιάκος, Σίμοβσκι, Παπαδάκης κ.α.), αλλά και η προφορική ιστορία.

Η χρονολόγηση των ευρυμάτων και οι εκτιμήσεις των συγγραφέων που αναφέρονται, όταν αναφέρονται σ΄αυτήν, τοποθετούν την πολίχνη της Σέτινα στα βυζαντινά χρόνια και μάλιστα η μέγιστη ανάπτυξή της το 10ο και 11ο μ.Χ. αιώνα. Η Σέτινα πρέπει να ήταν στην ακμή της στις αρχές του 11ου αιώνα, οπότε και καταστράφηκε από το Βασίλειο Β΄, τον αποκαλούμενο Βουλγαροκτόνο, το 1016 μ.Χ.

Οικισμοί στην περιοχή αυτή αποδεικνύονται από αρχαιολογικά ευρήματα, ότι υπήρχαν πριν τα βυζαντινά χρόνια, δηλαδή τη ρωμαϊκή εποχή και τα αρχαιότερα μάλιστα δυτικά της σημερινής Σέτινα, στη θέση Грашишча (Γράσσισστσσα), στις ανατολικές πλαγιές της χαράδρας Филео (Φίλεο), ενώ απέναντι στη θέση Ташоо Кладенец (Τάσσοο Κλάντενετς) υπάρχουν ενδείξεις ύπαρξης νεκροταφείου. Σε ένα ενεπίγραφο επιτύμβιο ανάγλυφο στο οποίο απεικονίζεται ο Ηρακλής μαζί με τον Ερμή καθώς και δύο γυναίκες δεξιά και αριστερά και ένα παιδί. Το επιτύμβιο ήταν της οικογένειας Αυρηλίας Μαρκίας στο τέλος του 2ου μ.Χ. αιώνα. Τα ευρήματα αυτά βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Φλώρινας/Λέριν.

Το κάστρο βρίσκεται σε μια ασφαλή θέση, αφού από τη βόρεια και νότια πλευρά προστατεύεται από τις απότομες πλαγιές του ποταμού Στάρα Ρέκα και μιας βαθιάς χαράδρας με το όνομα Ρετσσίκατα, ενώ δυτικά και ανατολικά υψώνονται τείχη.

Η επιλογή της θέσης του κάστρου και η ανάπτυξη μιας πολίχνης τέτοιου μεγέθους, δε δικαιολογούνται με τα οικονομικά χαρακτηριστικά του γεωγραφικού χώρου. Ούτε το κάστρο βρισκόταν σε περάσματα σημαντικών οδών μεταφοράς και διακίνησης, ούτε και η περιοχή είχε τη φυσική εύνοια του πλούτου αγροτικών ή άλλων προϊόντων. Πώς θα μπορούσε να εξηγηθεί η επιλογή της θέσης;

Αρχαιολογικοί ερευνητές συνδέουν την ανάπτυξη της περιοχής με την ύπαρξη χρυσού. Τόσο η εύρεση υπόγειων στοών εξόρυξης όσο και οι βιβλιογραφικές αναφορές και η προφορική ιστορία, ίσως δικαιολογούν μια τέτοια ερμηνεία της ανάπτυξης λόγω της ύπαρξης του πολίτιμου αυτού μετάλλου.

Η ελληνική εκδοχή του ονόματος Σέτινα (σύμφωνα με το λεξικό του Σιδέρη και Κουμανούδη) θεωρεί ότι σημαίνει γη, χώμα, έδαφος. Η μακεδόνικη εκδοχή μιλάει για τον ύστατο, έσχατο (τελευταίο) οικισμό (Сетен-тна-тно / Σέτεν – τνα – τνο).

Πέρα από την ενδιαφέρουσα αναζήτηση του ετύμου της ονομασίας της Σέτινα, αξίζει να ερμηνεύσουμε τη θέση, ιδιαίτερα του κάστρου, με κριτήρια φυσιογνωστικά. Ας την προσδιορίσουμε αρχικά περιγράφοντάς την.

Ανατολικά, εκτός των τειχών, στη θέση Црквишчето (Τσρκβίσστσσετο) υπάρχει χριστιανικός ναός, νεκροταφείο και τύμβος, μακεδονικός τάφος το πιθανότερο. Απέναντι από το μέσο της βόρειας πλευράς του κάστρου και αρκετά ψηλά από το ποτάμι, υπάρχει το Еврејско корито (Εβρέισκο κόριτο – εβραϊκή σκάφη), το πιθανότερο πρόκειται για λάρνακα σκαμμένη πάνω σε σχιστόλιθο, ενώ κοντά και δυτικά σ΄αυτήν υπάρχουν ενδείξεις νεκροταφείου.

Οι ανασκαφές γίνονται με μεγάλα μεταξύ τους χρονικά διαστήματα, με φυσικό επακόλουθο να μην υπάρχει συνέχεια γνώσης κι ενδιαφέροντος. Φανταστείτε ένα άτομο, αρχαιολόγο, που ενδιαφέρεται για μια περιοχή, κάνει μόνο μια ολιγοήμερη ανασκαφή σ΄όλη την καριέρα του.

Μια ερμηνεία της ύπαρξης του κάστρου, για να επανέλθουμε, είναι η ασφαλής και δύσκολα προσεγγίσιμη θέση κι αυτό εξασφαλίζει σίγουρη κρύπτη. Επομένως, το κάστρο ίσως να μην ήταν ανάκτορα, αλλά ένα οχυρό όπου φυλάσσονταν οι θησαυροί του Νίκολα και κατόπιν του τσαρ Σάμοηλ.

Η προφορική ιστορία των σημερινών κατοίκων της Σέτινα, λέει πως όταν ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος κατέστρεψε ολοσχερώς την Σέτινα, πολλοί κάτοικοί της, αρκετοί τυφλωμένοι ως αιχμάλωτοι και μερικοί μονόφθαλμοι, κίνησαν για τη Δύση και κάπου εκεί στο Μαυροβούνιο (Црна Гора – Τσ΄ρνα Γκόρα) ιδρύσανε την Τσέτινα.

Σήμερα υπάρχει ένα μικρό χωριό με το όνομα Σέτινα στην Κροατία. Όπως και αν είναι τα πράγματα, υπάρχει ιστορικό ενδιαφέρον για την Σέτινα και πρέπει κάποιοι να ασχοληθούν και να φωτίσουν τα διάφορα άγνωστα σημεία.

ΑΝΑΦΟΡΕΣ

…,,Η Σέτινα περιγράφεται σαν πόλη με φτωχά και πλούσια σπίτια, με ξενοδοχεία, καπηλειά κ.α….,, Π.ΔΕΛΤΑ – Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου.

…,,διο και υποστρέψας πολιορκεί φρούριο άλλο τη Σέτινα, εν η βασίλεια ήσαν του Σαμουήλ και σίτος επέκειτο πολύς, ον τω λαώ διαρπάσαι κελεύσας, τ΄άλλα πάντα κατέφλεξεν…,, ΣΚΥΛΙΤΖΗΣ, ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΕΛΤΑ.

…,,η ύπαρξη του κάστρου της Σέτινα συνάπτεται με τα άγνωστα για την ιστορία χρυσωρυχεία της Λύγκου, γεγονός που δικαιολογεί και την ίδρυση του σε τοποθεσία και περιοχή η οποία είναι εντελώς απόμερη. Δεν αποκλείεται μάλιστα να υπήρξε το ως άνω κάστρο (προφανώς κατά την αρχαιότητα) και πρωτεύουσα της Λύγκου ακόμα, τον καιρό που αποτελούσε αυτή αυτόνομο κράτος,,. Σ. ΛΙΑΚΟΣ

…,,Και για το κάστρο της Σέτινα έχουν διασωθεί θρύλοι, παρεμφερείς με το γνωστό θρύλο του κάστρου της Ωριάς. Το ,,Κάλε έπεσε με το κόψιμο του νερού και δίνουν λεπτομέρειες για υπόγειο κιούγκι (πήλινο σωλήνα) και τη γριά που πρόδωσε. Διηγούνται επίσης, για κρυμμένους θησαυρούς, όπως άλλωστε σ΄όλα τα Βαλκάνια, για τα έρημα κάστρα. Στην περίπτωση ίσως της Σέτινα, οι θρύλοι αυτοί να έχουν κάποια δόση αλήθειας,,. Ν.Κ.ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΙΓΑΙΑΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΑΣ

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

МОКРЕНИ ВО ИЛИНДЕНСКОТО ВОСТАНИЕ ΤΟ ΜΟΚΡΕΝΙ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΛΙΝΤΕΝ

Ως πρώτους οργανωτές του ΒΜΡΟ στο χωριό Мокрени,Кајларско (Μόκρενι,Κάιλαρσκο – Βαρυκό Εορδαίας…σήμερα Φλώρινας) και στα

Ενωμένες τσσέτες του Κόστουρ στην απελευθέρωση της Κλεισούρας

Ενωμένες τσσέτες του Κόστουρ στην απελευθέρωση της Κλεισούρας

γύρω χωριά, συναντάμε τον Марко Касабов (Μάρκο Κασάμποβ) από το χωριό Конуј (Κονούι,Κάιλαρσκο – Δροσερό Εορδαίας) και τον  Димитар Стојанов (Ντιμίταρ Στογιάνοβ) από το Μόκρενι. Οι δύο αυτοί άντρες, ως νόμιμα μέλη της Οργάνωσης, γρήγορα εξάπλωσαν τη δράση σ΄αυτό το τμήμα της Μακεδονίας. Στις αρχές του 20ου αιώνα, μια μικρή επαναστατική ομάδα από το Μόκρενι υποδέχτηκε και τον πρώτο βόιβοντα (οπλαρχηγό) που επισκέφτηκε το χωριό και διανυκτέρευσε εκεί – τον  Марко Лерински (Μάρκο Λέρινσκι). Αργότερα, την άνοιξη του 1902, ως βόιβοντα περιοχής στο Μόκρενι ορίστηκε ο Никола Андреев (Коле Мокренски) – Νίκολα Αντρέεβ (Κόλε Μοκρένσκι). Το Μόκρενι εκείνη την περίοδο ήταν κεντρικό χωριό για τα γύρω χωριά σχετικά με τις ετοιμασίες για την επανάσταση του μακεδόνικου λαού.  Ήταν κάτι σαν σημείο συγκέντρωσης για τις τσσέτες (ένοπλες ομάδες) της ευρύτερης περιοχής. Πολύ συχνά οι Μακεδόνες επαναστάτες, έλεγαν αστειευόμενοι ότι στο  „Μόκρενι και τα σκυλιά είναι οργανωμένα“, γεγονός που αποδείκνυε την αφοσίωση του πληθυσμού του χωριού στο μακεδόνικο κίνημα. Έτσι, ένα βράδυ λίγο πριν την έναρξη της Επανάστασης, το χωριό το επισκέφτηκε ο Борис Сарафов (Μπόρις Σαράφοβ), ένας από τους ηγέτες της Επανάστασης του Ίλιντεν. Με την ευακιρία εκείνη ο Σαράφοβ έβγαλε και λόγο: „Αδέλφια, η προσδοκούμενη ώρα για εκδίκηση προς τον αιώνιο τύρρανο πλησιάζει – να είστε έτοιμοι“.

Η Επανάσταση του Ίλιντεν ανακηρύχτηκε στις 20 Ιουλίου 1903 και αυτό στο Μόκρενι συνέβη στις 21 Ιουλίου, λόγω της καθυστέρησης της είδησης για την έναρξη αυτής. Από το χωριό βγήκαν 74 επαναστάτες εξ ολοκλήρου εξοπλισμένοι με όπλα και πάτρονι. Το Κέντρο του Μόκρενι περιελάμβανε τα χωριά: Μόκρενι, Έλχοβο (Λέχοβο), Κλίσουρα (Κλεισούρα), Λ΄κα (Μηλοχώρι), Έμπορε (Εμπόριο), Παλιόρ (Φούφας), Ράκιτα (Ολυμπιάδα), Κονούι (Δροσερό) και Ρούντνικ (Ανάργυροι).  Υπεύθυνοι για την περιοχή αυτή ήταν οι: Νίκολα Αντρέεβ – βόιβοντα περιοχής,  Σίμεον Κόστοβ (ηγέτης κέντρου από τη Ράκιτα), Γκεόργκι Τάσεβ (βόιβοντα του χωριού Μόκρενι),  Ίβαν Παπαστέρεβ (πρόεδρος της επιτροπής του χωριού) και άλλοι.

Ντιμίταρ Στογιάνοβ Νάνοβ

Ντιμίταρ Στογιάνοβ Νάνοβ

Στις 22 Ιουλίου τις πρώτες πρωινές ώρες, στις παρυφές του βουνού Шундовица (Σσουντόβιτσα), ο βόιβοντα Αντρέεβ, μετά από σύντομη ομιλία, οδήγησε τους επαναστάτες/κόμιτι προς την κορυφή του Σβέτι Ίλια δυτικά του Μόκρενι προς την Κλίσουρα. Μπροστά κυμάτιζαν την κόκκινη σημαία που έγραφε „Слобода или смрт“ (Σλομπόντα ίλι σ΄μρτ / ελευθερία ή θάνατος), την οποία σημαία είχε φτάξει η δασκάλα του Μόκρενι, Марија Вангелова (Μάρια Βανγκέλοβα). Στην Κλίσουρα εκείνη την στιγμή υπήρχαν περίπου 150 Τούρκοι στρατιώτες. Η μάχη ξεκίνησε περίπου στις 9 η ώρα και διέρκησε ως τις 2 το απόγευμα. Προς βοήθεια των Τούρκων κατέφτασαν και οι μισθοφόροι του μητροπολίτη Καραβαγγέλη, μαζί με δεκαριά Κρητικούς και την ομάδα του γκρεκομάνου Βάνγκελ από το Σρέμπενο (Ασπρόγεια). Λόγω του μεγαλύτερου αριθμού και των καλύτερων θέσεων των Τούρκων, οι Μακεδόνες επαναστάτες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αφού στο πεδίο της μάχης παρέμειναν σκοτωμένοι εφτά άντρες από το Μόκρενι, οι οποίοι θάφτηκαν στην εκκλησία του Σβέτι Ίλια.

Την επόμενη μέρα, στις 23 Ιουλίου, οι ενωμένες τσσέτες του Κόστουρ (Καστοριάς) υπό την ηγεσία των βόιβοντι Βάσιλ Τσσακαλάροβ, Ίβαν Πόποβ, Πάντο Κλιάσσεβ,  Κόλε Αντρέεβ και άλλων, μετά από επανάληψη της επίθεσης στην Κλίσουρα, κατάφεραν να απελευθερώσουν την πόλη από τους Τούρκους. Η τσσέτα του Μόκρενι είχε οριστεί να προσέχει το δρόμο Μόκρενι – Σοροβίτσσεβο (Αμύνταιο) και Μόκρενι – Κάιλαρι (Πτολεμαίδα), ως σημεία εξόδου από την περιοχή του Κόστουρ.  Μη γνωρίζοντας τη δύναμη των επαναστατών, οι Τούρκοι περισσότερες φορές προσπάθησαν να περάσουν από το δρόμο Σοροβίτσσεβο – Μόκρενι, αλλά η μόκρενσκα τσσέτα, η οποία είχε καταλάβει καλές θέσεις στην βορειοανατολική πλευρά του βουνού Β΄ρμπιτσα, είχε καλά παρατηρητήρια για το πλησίασμα του εχθρού από Λέριν (Φλώρινα), Σοροβίτσσεβο και Κάιλαρι.

Στις 12 Αυγούστου, η τσσέτα του Αντρέεβ μαζί με τους πλέον έτοιμους της τσσέτας του Μόκρενι (30 άντρες) και με άλλες τσσέτες του Κόστουρ, συμμετείχε και στην απελευθέρωση της κωμώπολης Νέβεσκα (Νυμφαίο). Η παραμονή όμως των επαναστατών στην κωμώπολη αυτή διέρκησε μόνο δύο μέρες, επειδή ξεκίνησε η μεγάλη τουρκική επίθεση (με 15.000-20.000 στρατιώτες) ενάντια στην επανάσταση της περιοχής του

Τα ερείπια με τα τους βομβαρδισμούς

Τα ερείπια με τα τους βομβαρδισμούς

Κόστουρ. Στις 14 και 15 Αυγούστου οι ενωμένες τσσέτες του Κόστουρ συγκρούστηκαν με τον τουρκικό στρατό στην τοποθεσία Β΄ρμπιτσα και ταυτόχρονα εγκατέλειψαν την Κλίσουρα με κατεύθυνση προς το βουνό Μούρικ.  Ταυτόχρονα, στις 15 Αυγούστου, επίθεση από τον τουρκικό στρατό δέχτηκε και το Μόκρενι. Το πρωί της επόμενης μέρας, όλο το χωριό βρισκόταν μέσα στις φλόγες.  Ο στρατός κατεβαίνοντας από τη Β΄ρμπιτσα ψάχνοντας τους κόμιτι, έφτασε στην Κλίσουρα και από εκεί με κανόνια βομβάρδισε το Μόκρενι. Έπειτα, το μπασσιμπόζουκ (άτακτες ομάδες Τούρκων) από τα γειτονικά μουσουλμανικά χωριά, έκανε ληστείες στα σπίτια και στις υπόλοιπες περιουσίες του χωριού. από τους πυρπολισμούς καταστράφηκαν όλα τα σπίτια εκτός, για μικρό διάστημα, της εκκλησίας και του σχολείου.  Την ίδια εκείνη μέρα, ο στρατός και το μπασσιμπόζουκ σκότωσαν όλους όσους συνάντησαν στο χωριό και που δεν είχαν εγκαίρως φύγει.

Μέσα και γύρω από το Μόκρενι σκότωσαν συνολικά 22 άτομα, μεταξύ των οποίων και οι: Κόλι Ίτσοβ (40 ετών), Μίτι Γκόγκεβ (70), Τσίλι Στεριάκεβ (70), Ζόια Τάσσοβα  (70), ποπ Ντάναηλ (75), Ρίστο Νάνοβ (22), Σίμο Νίκοβ (45).

Σκότωσαν επίσης και 15 άτομα στο δρόμο προς το μοναστήρι και γύρω από αυτό, μεταξύ οποίων οι: Μάρκο Σσάπεβ (75), Αλέξο Σσούτεβ (18), Τάσι Μίσσοβ (50), Τάσι Μάνοβ (52), Τσίλι Κόντοβ (45), Κόστα Σσαπάζοβ (75) και άλλους.

Το μοναστήρι Σβέτα Μπογκορόντιτσα (Παναγίας) ήταν γεμάτο με κατοίκους του Μόκρενι. Εκεί τα φριχτά γεγονότα που σηνέβησαν είναι δύσκολο να περιγραφούν.  Υπήρχε φόβος για γενική σφαγή από τους Τούρκους, οι οποίοι ασταμάτητα πυροβολούσαν μέσα και γύρω από το μοναστήρι. Οι πόρτες του μοναστηριού ανοίχτηκαν από τον ηγούμενο (Έλληνας) και ο στρατός μπήκε. Συγκέντρωσε τον πληθυσμό που είχε καταφύγει εκεί από το χωριό και τους αφαίρεσε χρυσό, ωρολόγια, ρουχισμό κ.α. Έξω από το μοναστήρι δε επιτρεπόταν σε κανένα να βγει και να θάψει τους σκοτωμένους. Αυτή η κατάσταση διέρκησε περίπου 10 με 12 μέρες, διάστημα στο οποίο ο στρατός συνέχιζε να καίει ότι είχε σωθεί στο Μόκρενι και να πλιατσικολογεί ότι έβλεπε ενδιαφέρον. Από πλευράς του στρατού είχαν αρπαχθεί και μερικά μικρά παιδιά Βλάχων από την Κλίσουρα. Μετά από ένα μήνα άρχισε και πάλι η κίνηση, η ταφή των νεκρών και η αναζήτηση των ζωντανών που είχαν διασκορπιστεί προς διάφορες κατευθύνσεις.

Η τσσέτα του Νίκολα Αντρέεβ

Βόιβοντα Νίκολα Αντρέεβ (Κόλε Μοκρένσκι)

Η τσσέτα του Μόκρενι, μετά από το καταφύγιο που είχε βρει πάνω από το χωριό Έμπορε, υποχώρησε προς το χωριό Ράκιτα, όπου μετά από πολλές μέρες πείνας, για πρώτη φορά κατάφερε να φάει. Οι υπόλοιπες τσσέτες ξεκίνησαν προς τα μέρη τους και οι Μόκρεντσι, υπό την ηγεσία του Αντρέεβ και μετά από συμφωνία με τους γεροντότερους έμπειρους κόμιτι, κατευθύνθηκαν προς τα ανατολικά τμήματα του βουνού Β΄ρμπιτσα, κοντά στις καλύβες του Βράπτσσιν (Χειμαδιό). Εκεί οι επαναστάτες του Μόκρενι, στις 18 Αυγούστου, συγκρούστηκαν σκληρά με τον τουρκικό στρατό και το μπασσιμπόζουκ. Σκοτώθηκαν και στην συνέχεια αποκεφαλίστηκαν 18 κόμιτι, μεταξύ οποίων και οι: Γκεόργκι Τάσεβ, Ντίνι Τάσεβ, Βάνι Κοζάροβ, Τούσσι Γκόγκεβ, Γκέλτσσι Γκέλεβ…

Το υπόλοιπο μέρος της τσσέτας, υπό την ηγεσία του βόιβοντα Αντρέεβ, κινήθηκε προς διάφορα μέρη για να βοηθήσει τον μακεδόνικο πληθυσμό που υπέφερε και να του επαναφέρει το θάρρος.

*Όλα τα τοπονύμια που δίδονται σε παρένθεση και στα ελληνικά για καλύτερη πληροφόρηση του αναγνώστη, εκείνη την περίοδο υπήρχαν μόνο στα μακεδόνικα. Έλαβαν ελληνικά ονόματα κυρίως στα μέσα της δεκαετίας του ΄30 στην προσπάθεια εξελληνισμού της περιοχής από τις ελληνικές αρχές και της καταστροφής και εξαφάνισης οτιδήποτε μακεδόνικου.

Η τσσέτα του Νίκολα Αντρέεβ

Η τσσέτα του Νίκολα Αντρέεβ

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ДРЕНОВО – ΝΤΡΕΝΟΒΟ


Το χωριό Ντρένοβο βρισκόταν στην περιοχή της Πρέσπας. Ήταν εγκατεστημένο στα νοτιοδυτικά εδάφη της περιοχής της λίμνης Μάλα Πρέσπα (Μικρή Πρέσπα). Πάνω από το χωριό υψώνεται το βουνό Β΄ρμπα, το οποίο από κατοίκους της περιοχής αποκαλείται και Γκόλινα. Το Ντρένοβο στα βόρεια συνόρευε με το χωριό Л’ка (Λ΄κα – Μικρολίμνη) και το Буковик (Μπούκοβικ – Οξυά), στα νότια με το χωριό В’мбел (Βμ΄μπελ – Μοσχοχώρι) και την Αλβανία και ανατολικά με το χωριό Бесфина (Μπέσφινα – Σφήκα), ενώ πίσω απο το βουνό και με το χωριό Руља (Ρούλια – Κώτας). Ήταν ένα μικρό χωριό που είχε δημιουργηθεί από καλύβες βοσκών, οι οποίοι στην περιοχή αυτή ήταν πολλοί, λόγω της καταλληλότητας των εδαφών για μια τέτοια ασχολία. Οι ελληνικές αρχές μετονόμασαν το 1926 το χωριό σε Κρανιές. Ο πληθυσμός του χωριού από πάντα ήταν εθνικά μακεδόνικος. Το 1900 είχε 70 κατοίκους, το 1913 είχε 124 κατοίκους, το 1940 είχε 150. Το Ντρένοβο κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου καταστράφηκε ολοσχερώς. Το μεγαλύτερο τμήμα των κατοίκων του κατέφυγαν σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης για να γλιτώσουν από τη λύσσα του ελληνικού φασιστικού καθεστώτος, ενώ ένα μικρό τμήμα του πληθυσμού εγκαταστήθηκε στο γειτονικό χωριό Λ΄κα (Μικρολίμνη).

Οι κάτοικοι του χωριού και την περίοδο της τουρκοκρατίας, αλλά και αργότερα, όταν βρέθηκε στην ελληνική επικράτεια, πολύ συχνά αναχωρούσαν για την ξενιτιά. Ξενιτιά για λόγους οικονομικούς, αλλά κυρίως πολιτικούς. Έτσι, την περίοδο από 1912 εώς 1940,   στην ξενιτιά βρέθηκαν έντεκα άντρες (μεγάλο ποσοστό σχετικά με τον πληθυσμό του χωριού) και από αυτούς δύο στον Καναδά, πέντε στη Νότια Αμερική, ένας στην Αυστραλία, ένας στη Βουλγαρία και δύο στην Αλβανία. Κάποιοι από αυτούς παρέμειναν στις νέες χώρες και σταδιακά πήραν εκεί και τις οικογένειές τους. Εκτός της κτηνοτροφίας, οι κάτοικοι του Ντρένοβο ασχολούνταν και με την αλιεία και τα ψάρια που έπιαναν τα πουλούσαν στα γύρω χωριά και στο παζάρι του Λέριν (Φλώρινα). Σε μικρότερο ποσοστό ασχολούνταν και με τη γεωργία.

Το Ντρένοβο, επειδή βρισκόταν κοντά σε αλβανική περιοχή, κατά τη διάρκεια της τουρκικής κυριαρχίας πολύ συχνά δεχόταν επιθέσεις και ληστείες, όχι μόνο από τους Τούρκους, αλλά και από Αλβανούς ληστές, τους οποίους οι χωρικοί αποκαλούσαν „Геги“ (Γκέγκι) και για το λόγο αυτό οι κάτοικοι έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον και οργανώθηκαν άμεσα στην οργάνωση που αγωνιζόταν για την απελευθέρωση της Μακεδονίας ή γνωστότερη ως ΒΜΡΟ. Όλο το χωριό, όπως και τα υπόλοιπα χωριά της περιοχής, συμμετείχε στην επανάσταση των Μακεδόνων ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ή γνωστότερη ως Επανάσταση του Ίλιντεν. Πρώτη τους φροντίδα ήταν η προστασία του χωριού από τους παραπάνω αναφερόμενους άρπαχτες, ενώ πολλοί άντρες έλαβαν μέρος και σε μάχες που δόθηκαν στην ευρύτερη περιοχή από πλευράς επαναστατών της περιοχής της Πρέσπας.

Κατά τη διάρκεια του ελληνο-ιταλικού πολέμου (1940) από το χωριό είχαν επιστρατευτεί έξι άτομα, από τα οποία τα τρία σκοτώθηκαν στις μάχες. Αυτοί ήταν οι Ѓорѓи Ѓоргов (Γκιόργκι Γκιόργκοβ), Андреја Костов (Άντρεα Κόστοβ) και Митре Шашков (Μίτρε Σσάσσκοβ). Στο πρώτο μισό του 1943, κατά τη διάρκεια της φασιστικής κατοχής στην Ελλάδα, στο χωριό είχε έρθει ο Μπόρις Ρακοβίτης και άλλοι από την οργάνωση της αντίστασης του Λέριν (Φλώρινα) και εκεί είχαν δημιουργήσει παρακλάδι της οργάνωσης με γραμματέα τον Васил Костов (Βάσιλ Κόστοβ) και μέλη τους Павле Илиов (Πάβλε Ιλίοβ),  Сотир Богданов (Σότιρ Μπογκντάνοβ) και Васил Ставров (Βάσιλ Στάβροβ). Το κίνημα στο χωριό όμως άρχισε μαζικά να επανδρώνεται το καλοκαίρι του 1943, όταν στα μέρη αυτά άρχισαν να ενεργούν παρτιζάνικες ομάδες από τη Μακεδονία του Βαρδάρη (σημ.Δημοκρατία της Μακεδονίας) και συγκεκριμένα από το σώμα „Бигла“ (Μπίγκλα). Το  σώμα αυτό είχε σταθμεύσει περισσότερο χρονικό διάστημα στο Ντρένοβο, επειδή προετοίμαζε επίθεση και καταστροφή μηχανοκίνητων πλοιαρίων των Ιταλών που υπήρχαν στη λίμνη. Στο χωριό αυτό, υπεύθυνος του ΚΚΕ ήταν ο Атанас Костов (Άτανας Κόστοβ),  του ΕΑΜ ο Сотир Богданов (Σότιρ Μπογκντάνοβ), του АФЖ (ΑΦΖ – αντιφασσίστιτσσκι φροντ να ζζένιτε – αντιφασιστικό  μέτωπο γυναικών) η Циља Ѓоргова (Τσίλια Γκιόργκοβα), ενώ στις εφεδρικές δυνάμεις του ΕΛΑΣ ήταν οι Ристо Костов (Ρίστο Κόστοβ) και Сотир Богданов (Σότιρ Μπογκντάνοβ).

Στις ενεργές τάξεις του ΔΣΕ (Δημοκρατικού Στρατού) την περίοδο 1945-1949 είχαν ενταχθεί συνολικά 42 μαχητές (σχεδόν όλοι οι άντρες του χωριού), από τους οποίους εννιά σκοτώθηκαν στις μάχες ενάντια των κυβερνητικών δυνάμεων. Εκτός αυτού, την περίοδο του Εμφυλίου πολέμου, το 1946, είχε συλληφθεί από την ελληνική αστυνομία ο Михајло Илиов (Μιχάιλο Ιλίοβ), ο οποίος είχε οδηγηθεί στο χωριό П’пли (Π΄πλι – Λευκώνας) και είχε ξυλοκοπηθεί άγρια. Με φορείο τον είχαν επιστρέψει στο Ντρένοβο, όπου και πέθανε λίγες μέρες αργότερα από τα τραύματα.

Την περίοδο της κατοχής και του Εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε, οι χωρικοί υπέφεραν πολλά δεινά. Πολλούς βασανισμούς και φυλακίσεις. Το καλοκαίρι του 1943, οι ιταλικές δυνάμεις είχαν συλλάβει τους Σότιρ Μπογκντάνοβ, Σπίρε Ίλιοβ, Άντρεα Πέτροβ, Τόντορ Κόστοβ κ.α. και τους μετέφεραν στην τοποθεσία „Кула“ (Κούλα), όπου τους ξυλοκόπησαν φριχτά. Είχαν κατηγορηθεί ότι συνεργάζονταν με τους παρτιζάνους. Τον Σεπτέμβριο του 1945, οι ελληνικές αρχές περικύκλωσαν το χωριό και συνέλαβαν περισσότερους κατοίκους, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στο χωριό Π΄πλι – Λευκώνα, όπου βρισκόταν το αστυνομικό τμήμα. Από εκεί τους μετέφεραν στο Σόλουν/Θεσσαλονίκη, τους δίκασαν και τους καταδίκασαν σε ποινή φυλάκιση και εξορία, επειδή κατηγορήθηκαν ως συνεργάτες των παρτιζάνων. Όλοι τους καταδικάστηκαν σε έξι χρόνια φυλάκισης στις φυλακές του Σόλουν/Θεσσαλονίκης και της Κασάνδρας, στον ΑηΣτράτη και τη Μακρόνησσο. Την άνοιξη του 1946, το χωριό και πάλι περικυκλώθηκε από την αστυνομία, η οποία είχε συγκεντρώσει όλους τους κατοίκους σε ένα μέρος, όπου τους ξυλοκόπησε άγρια και συνέλαβε αρκετούς απ΄αυτούς. Τους συλληφθέντες τους μετέφερε στο χωριό Λ΄κα (Μικρολίμνη) και στο αστυνομικό τμήμα τους βασάνισε σκληρά και ένας απ΄αυτούς, ο Μιχάιλο Ίλοβ, πέθανε επι τόπου.

Την περίοδο 1941-1949 στο χωριό είχαν γίνει μεγάλες υλικές ζημιές από τους φασίστες κατακτητές και τις ελληνικές αρχές. Οι Ιταλοί είχαν αρπάξει μεγάλο αριθμό προβάτων και τροφίμων από τους χωρικούς, ενώ οι ελληνικές αρχές, το 1949, μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, είχαν πλιατσικολογήσει εξ ολοκλήρου το χωριό, αρπάζοντας ακόμη και τα κεραμίδια, τα παράθυρα και τις πόρτες των σπιτιών.

Η εγκατάληψη του χωριού είχε αρχίσει από το 1948. Πρώτα το είχαν εγκαταλείψει τα παιδιά, τα οποία είχαν σταλεί σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Την επόμενη χρονιά το χωριό ήταν πλέον εντελώς έρημο. 28 οικογένειες με 152 άτομα είχαν πλέον εκδιωχθεί.

Η θέση αυτών που παρέμειναν στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο ήταν πολύ δύσκολη, επειδή αυτοί οι 27 που παρέμειναν στον τόπο τους ή που μόλις επέστρεψαν από την εξορία, δεν είχαν δικαίωμα να εγκατασταθούν στα σπίτια τους και στο χωριό τους, αλλά έπρεπε να βρουν κατάλυμα στο χωριό Λ΄κα.

Στη θέσω αυτών και στα σπίτια τους, οι ελληνικές αρχές εγκατέστησαν Βλάχους για να εργαστούν ως βοσκοί ή ψαράδες.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

БАНИЦА – ΜΠΑΝΙΤΣΑ

Το χωριό Μπάνιτσα βρίσκεται 23 χιλιόμετρα ανατολικά από την πόλη Лерин (Λέριν – Φλώρινα) στις δυτικές παρυφές του βουνού Мало Ниџе (Μάλο Νίτζζε), στον κύριο δρόμο Μπίτολα – Λέριν – Σόλουν. Βόρεια συνορεύει με το χωριό Забрдени (Ζαμπρντενι – Λόφοι), νότια με το χωριό Церово (Τσέροβο – Κλειδί), ανατολικά με το χωριό Горничево (Γκορνίτσσεβο – Κέλλη) και δυτικά με τα χωριά Вртолом (Βρτολομ – Άγιος Βαρθολομαίος), Лескоец (Λέσκοετς – Λεπτοκαριά) και Кучковени (Κουτσσκόβενι – Πέρασμα). Είναι ένα από τα αρχαιότερα χωριά της ευρύτερης περιοχής και γύρω του έχουν αποκαλυφθεί αρχαιολογικά ευρύματα από την ρωμαϊκή περίοδο του δεύτερου και τρίτου αιώνα. Ο ναός των νεκροταφείων του χωριού „Свети Никола“ (Σβέτι Νίκολα) είχε χτιστεί το 16ο αιώνα, ενώ το χωριό για πρώτη φορά αναφέρεται στα τουρκικά τεφτέρια το έτος 1481 με το όνομα Μπάνιτσα. Στα τουρκικά φορολογικά μητρώα των χριστιανικών πληθυσμών της περιόδου 1626-1667, αναφέρεται με το όνομα Μπάνιτσσε με 132 νοικοκυριά. Ο πληθυσμός αχολούταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία.

Η Μπάνιτσα ήταν από πάντα κατοικημένη από εθνικά μακεδόνικο πληθυσμό. Στις αρχές του 20ου αιώνα αριθμούσε περίπου 1650 άτομα. Περίπου τόσο πληθυσμό είχε και το 1913, 1612 κάτοικους. Μετά την περίοδο αυτήν, ο αριθμός των κατοίκων άρχισε να αυξάνεται σταδιακά και έτσι το 1928 είχαν απογραφεί 1995 κάτοικοι, ενώ το 1940 ο αριθμός είχε αυξηθεί στους 2245 κάτοικους. Έπειτα όμως ο αριθμός αυτός άρχισε να μειώνεται, ως αποτέλεσμα των δέκα ετών πολεμικών συγκρούσεων στην Ελλάδα (1940-49), έπειτα λόγω πολιτικο-εθνικών αιτιών και τέλος λόγω αιτιών οικονομικής φύσης. Αμέσως μετά τον Εμφύλιο πόλεμο ο αριθμός μειώθηκε στους 2.000 και πλέον το 1971 η απογραφή έδειξε περίπου 1000 κάτοικους. Η τάση αυτή συνεχίστηκε και παραπέρα και έτσι η απογραφή του 2001 σημείωσε μόλις 688 άτομα.

Οι Μπανίτσσενι ενεργά συμμετείχαν στο μακεδόνικο κίνημα ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία. Η πρώτη επιτροπή του ΒΜΡΟ στο χωριό είχε συσταθεί στα τέλη του 19ου αιώνα και στην οργάνωση αυτής είχαν βοηθήσει οι Ντάμε Γκρούεβ και Γκιόργκι Ποπ Χρίστοβ (ηγετικά μέλη του

Σβέτι Γκιόργκι, Μπάνιτσα, 1916

Σβέτι Γκιόργκι, Μπάνιτσα, 1916

ΒΜΡΟ και μετέπειτα βόιβοντι). Οι πλέον εξέχοντες βόιβοντι του χωριού στις τάξεις του ΒΜΡΟ ήταν οι Алексо Џорлев (Αλέξο Τζζόρλεβ), Ѕоле Стојчев Гергев (Τζόλε Στόιτσσεβ Γκέρκεβ), Илија Лерински (Ίλια Λέρινσκι), Геле Алушев (Γκέλε Αλούσσεβ), Начо Коцев (Νάτσσο Κότσεβ) κ.α. Πριν την έναρξη της Επανάστασης του Ίλιντεν συνέβη μεγάλη μάχη στο χωριό. Η κύρια μακεδόνικη ηγεσία της ευρύτερης περιοχής με τους Γκεόργκι Παπάντσσεβ, Μίχαηλ Τσσέκοβ, Αλεξάνταρ ΠοπΝάστεβ και Κόστα Γκρούεβ, έλαβε μεγάλες εξουσιοδοτήσεις και συγκεκριμένες αποστολές σχετικά με την προετοιμασία της επανάστασης. Σύμφωνα με αυτά, έστειλαν επιστολή σε όλα τα ηγετικά στελέχη της περιοχής, με την οποία ενημέρωνε ότι στις 10 Ιουνίου 1903 στο χωριό Μπάνιτσα θα λάμβαινε χώρα σχετική συμβούλευση των ηγετικών στελεχών του Λέρινσκο. Είχαν συγκενρτωθεί περίπου σαράντα ηγετικά στελέχη. Σύμφωνα με μια εκδοχή η συμβούλευση είχε γίνει στο σπίτι του Βάσιλ Νίκοβ, ενώ μια άλλη εκδοχή λέει ότι μετά τον ερχομό στη Μπάνιτσα στις 7 Ιουνίου το βράδι, οι βόιβοντι εγκαταστάθηκαν στο σπίτι του Μίτσε Τουντζζάροβ και οι κόμιτι μοιράστηκαν σε δεκαριά σπίτια του χωριού (τα σπίτια του Ντάφοβ, Αλούσσεβ, Τάνεβ, Πέτκοβ, Πόποβ κ.α.). Η συμβούλευση ξεκίνησε στις 10 Ιουνίου 1903 και κύριο θέμα ήταν οι προετοιμασίες για την επανάσταση. Οι προδότες όμως δεν έλειπαν και η προδοσία έφτασε άμεσα. Οι τουρκικές αρχές ειδοποιήθηκαν από τον προδότη, ο οποίος είπε στη φρουρά του χωριού ότι η τσσέτα έφυγε και έτσι οι Τούρκοι μπήκαν στο χωριό ανενόχλητοι για επίθεση. Στις 11 Ιουνίου 1903 η Μπάνιτσα βρέθηκε περικυκλωμένη από ισχυρό στρατό που κατέφτασε από το Λέριν. Η μάχη δε μπορούσε να αποφευχθεί ούτε και ο πυρπολισμός του χωριού και τα βάσανα του πληθυσμού. Οι Μακεδόνες επαναστάτες αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το χωριό και να μεταφέρουν τη μάχη προς την σιδηροδρομική γραμμή, σπάζοντας τον κλειό των Τούρκων. Έτσι κατάφεραν να σώσουν μερικώς το χωριό. Πρώτος κατάφερε να σπάσει τον κλειό ο Λέκο Γεοργκίεβ Μπαλκάνσκι με ομάδα κόμιτι. Μετά από αυτόν ξεκίνησε ο Γκεόργκι Παπάντσσεβ, αλλά στη μάχη σκοτώθηκε, όπως και 17 επαναστάτες. Μετά την αποχώρηση του τουρκικού στρατού από το χωριό, οι κάτοικοι έθαψαν τους

Βόιβοντα Τζόλε Στόιτσσεβ Γκέρκεβ

Βόιβοντα Τζόλε Στόιτσσεβ Γκέρκεβ

νεκρούς στην αυλή της εκκλησίας του Σβέτι Νίκολα. Σε ένα τάφο θάφτηκαν οι Παπάντσσεβ, Πόποβ, Πάρντοβ και Ντάτσσεβ, ενώ οι υπόλοιποι σε άλλον.  Οι ένοχοι της προδοσίας και της τραγωδίας που ακολούθησε δεν έμεινα ατιμώρητοι. Ο Γκεόργκι ΠοπΧρίστοβ, ο οποίος διαδέχτηκε τον Παπάντσσεβ στο Λέρινσκο, βρήκε και εξολόθρευσε τους προδότες στις 24 Ιουνίου 1903. Η μάχη όμως στη Μπάνιτσα είχε επιδράσει αρνητικά στην παραπέρα ετοιμασία για την επανάσταση στην ευρύτερη περιοχή, η οποία όμως πραγματοποιήθηκε και γράφτηκε με ίχνη βαθιά στην ιστορία του μακεδόνικου λαού.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους το χωριό βρέθηκε στην ελληνική επικράτεια και αμέσως ξεκίνησε μια σκληρή διαδικασία αφομοίωσης και απεθνικοποίησης των Μακεδόνων. Το 1926 μετονομάστηκε σε Βεύη. Το 1922, μετά τον ελληνο-τουρκικό πόλεμο, σε εδάφη της  Μπάνιτσα εγκαταστάθηκε ορισμένος αριθμός προσφύγων από τον Πόντο και σήμερα εκείνος ο οικισμός ονομάζεται Κάτω Βεύη. Ο Атанас Катиновски – Гоче (Άτανας Κατίνοβσκι – Γκότσσε), γεννημένος το 1925 στη Μπάνιτσα, θυμάται τους καιρούς εκείνους. Λόγω της χρήσης της μητρικής μακεδόνικης γλώσσας είχε υποφέρει από τις ελληνικές αρχές και εκείνος πολλά. Ο μαχητής αυτός του ΔΣΕ αφηγήθηκε ότι την περίοδο του Μεταξά στη Μπάνιτσα είχε ιδρυθεί σύλλογος με σκοπό να αντισταθεί στο καθεστώς του Μεταξά. “Στις 25 Μαρτίου 1936, όταν εορταζόταν η εθνική εορτή της Ελλάδας, οι δάσκαλοι μας είχαν βάλει στην σειρά για την παρέλαση του εορτασμού. Μπροστά στην παρέλαση ήταν ο πρόεδρος του συλλόγου μας και σε μια στιγμή είχε σηκώσει τη γροθιά του και είχε φωνάξει:  Да живее Македонија! (Ντα ζζίβεε Μακεντόνια – Ζήτω η Μακεδονία). Με μιά φωνή όλοι οι μαθητές επανέλαβαν το ίδιο. Τότε ενεργοποιήθηκε η αστυνομία και βίαια μας ξυλοκόπησε. Φύγαμε όπου ο καθένας μπορούσε. Έπειτα, έναν έναν μας κάλεσαν στο αστυνομικό τμήμα, όπου μας βασάνισαν και μας κατηγόρησαν ότι οργανώσαμε προβοκάτσια”, αφηγήθηκε ο Γκότσσε.

Οι κάτοικοι του χωριού ενεργά συμμετείχαν στο κίνημα της αντίστασης και στον αγώνα ενάντια στις κυβερνητικές δυνάμεις την περίοδο του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου πολέμου. Η Μπάνιτσα είχε περικυκλωθεί από ισχυρές δυνάμεις του ελληνικού μοναρχοφασιστικού στρατού και αστυνομίας και στο κέντρο του χωριού, στον Άγιο Δημήτριο, συγκέντρωσαν 70 οικογένειες με περισσότερα από 200 άτομα. Αιτία του γεγονότος ήταν η σύνδεσή τους με το λαϊκο-απελευθερωτικό κίνημα, δηλαδή λόγω της δραστηριότητάς τους ενάντια στην φασιστική κατοχή, όπως και λόγω των αιτημάτων τους για άνοιγμα σχολείων στη μακεδόνικη γλώσσα, λειτουργία στην εκκλησία στη μακεδόνικη γλώσσα, επιστροφή των μακεδόνικων ονομάτων και τοπονυμιών κ.α. 25 ανήλικα και ενήλικα άτομα συλλήφθησαν, ανακρίθηκαν, βασανίστηκαν και φυλακίστηκαν, ενώ οι υπόλοιποι εκδιώχθηκαν προς τα βουνά, προς τους παρτιζάνους.

Ο Ίλια Λέρινσκι και η τσσέτα του. Στο πανό γράφει στη μακεδόνικη γλώσσα ,,Στο γολγοθά για ανεξάρτητη Μακεδονία,,

Ο Ίλια Λέρινσκι και η τσσέτα του. Στο πανό γράφει στη μακεδόνικη γλώσσα ,,Στο γολγοθά για ανεξάρτητη Μακεδονία,,

Σήμερα η Μπάνιτσα είναι ένα ζωντανό χωριό, με περισσότερους κατοίκους της στη Δημοκρατία της Μακεδονίας και στον Καναδά, απ΄ότι στο ίδιο το χωριό. Σύμφωνα με διάφορες πηγές, στον Καναδά ζουν περίπου 6.500 Μπανίτσσενι και απόγονοί τους, στην Αυστραλία περίπου 2.500 και στη Δημοκρατία της Μακεδονίας 2.000 Μπανίτσσενι. Η μακεδόνικη γλώσσα διατηρείται σε καλό επίπεδο και οι μακεδόνικες εκδηλώσεις είναι πλέον τακτικά παρούσες. Τα προβλήματα όμως της ανεργίας είναι μεγάλα, με το ελληνικό κράτος να έχει παίξει πολλά παιχνίδια στην πλάτη των κατοίκων σχετικά με το φυσικό πλούτο του χωριού, όπως άλλοτε και με όλα τα μακεδόνικα χωριά της Ελλάδας…

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ГЕРМАН – ΓΚΕΡΜΑΝ

Το χωριό Герман (Γκέρμαν) βρίσκεται στην Πρέσπα και ήταν το μεγαλύτερο χωριό της περιοχής. Είναι εγκατεστημένο στις παρυφές των βουνών Μπέλα Βόντα, Έλκα και Άρζζενα που υψώνονται πάνω του και το περικυκλώνουν με τα δάση τους από έλατα και οξυές. Από τα βουνά αυτά πηγάζουν και οι ποταμοί Γκόρνα Ρέκα και Στάρα Ρέκα, οι οποίοι περνούν μέσα και δίπλα από το χωριό. Στη δυτική πλευρά του χωριού απλώνεται το Преспанско  езеро (Πρέσπανσκο Έζερο – λίμνη Πρέσπα), όπου βρίσκονται και τα περισσότερα από τα υπόλοιπα χωριά της περιοχής. Το Γκέρμαν βρίσκεται δίπλα ακριβώς στα σημερινά μακεδονο-ελληνικά σύνορα και επίσης συνορεύει με τα παρακάτω χωριά: Дупени (Ντούπενι), Љубојно (Λιούμποϊνο), Кишаа (Κίσσαα), Брајчино (Μπράιτσσινο) τα οποία ανήκουν στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, αλλά και Раково (Ράκοβο – Κρατερό), Буф (Μπουφ – Ακρίτας), Медово (Μέντοβο – Μηλιώνα), Желево (Ζζέλεβο – Ανταρτικό), Рудари (Ρούνταρι – Καλλιθέα), П’пли (Π’πλι – Λευκώνας), Р’мби (Ρ΄μπι – Λαιμός) κ.α.

Το χωριό Γκέρμαν επί μεγάλο χρονικό διάστημα βρισκόταν εγκατεστημένο στην τοποθεσία „Маркова нога“ (Μάρκοβα νόγκα) κοντά στο χωριό Ρ΄μπι (Λαιμός) και τη λίμνη της Πρέσπας. Εκείνο το διάστημα είχε μόνο δώδεκα σπίτια και επειδή βρισκόταν πάνω στο κεντρικό πέρασμα της περιοχής, συχνά δεχόταν επιθέσεις από διάφορους κατακτητές. Έτσι, οι χωρικοί αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν και να μετοικίσουν πιο κοντά στα βουνά. Σταδιακά, το χωριό μεγάλωσε και τα δώδεκα σπίτια έγιναν 300. Το πως λεγόταν τότε το χωριό δεν είναι γνωστό, αλλά για το όνομα Γκέρμαν υπάρχουν περισσότεροι θρύλοι και ένας από αυτούς λέει ότι κοντά στο χωριό υπήρχε εκκλησάκι στο οποίο πριν από περίπου 700 χρόνια είχε έρθει κάποιος πατριάρχης από το Τσάριγκραντ (Κωνσταντινούπολη/Ίσταμπουλ) που ονομαζόταν Γκέρμαν και στο εκκλησάκι κρυβόταν. Το 1888, στο ναό αυτό είχε ανακαλυφθεί επιτάφια πλάκα με κυριλλική γραφή, η οποία είχε γραφτεί τον καιρό του Τσαρ Σάμοηλ. Το 1926, οι νέες ελληνικές αρχές μετονόμασαν το χωριό, στην προσπάθεια εξελληνισμού της περιοχής και του έβαλαν το όνομα Άγιος Γερμανός.

Στο Γκέρμαν από πάντα ζούσε μακεδόνικος πληθυσμός, αλλά περιοδικά και Αλβανοί μωαμεθανοί. Στις αρχές του 20ου αιώνα είχα περίπου 700 Μακεδόνες κάτοικους και 100 Αλβανούς. Το 1913 ο αριθμός των κατοίκων ανερχόταν στους 1600, ενώ το 1940 στους 2000. Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο το χωριό ερήμωσε τελείως και οι κάτοικοί του, κυνηγημένοι από τον ελληνικό στρατό και αστυνομία, αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε γειτονικές χώρες. Μόνο ένα μικρό μέρος των Μακεδόνων κατάφερε να επιστρέψει στα σπίτια του αργότερα, αλλά οι αρχές εγκατέστησαν εκεί και Βλάχους από την Ήπειρο, όπως και πρόσφυγες από τον Πόντο. Σήμερα το χωριό έχει περίπου 200 κατοίκους.

Οι κάτοικοι του Γκέρμαν ασχολούνταν με τη γεωργία και κυρίως με την καλλιέργεια βρύζας και πατάτας. Επίσης ανεπτυγμένη ήταν και η κτηνοτροφία και στους βοσκότοπούς  τους ο αριθμός των ζωντανών έφτανε και τις 15.000. Πολλοί ήταν όμως και εκείνοι που ασχολούνταν με την ξυλεία και ακόμη περισσότεροι εκείνοι που ξενιτεύονταν για να φροντίσουν την οικογένειά τους.

Γκέρμαν, 1918 – Όταν το χωριό έσφιζε από ζωή...

Γκέρμαν, 1918 – Όταν το χωριό έσφιζε από ζωή...

Οι κάτοικοι του Γκέρμαν ενεργά συμμετείχαν στην Επανάσταση του Ίλιντεν (1903), όπως και όλα τα χωριά της ευρύτερης περιοχής. Πριν ακόμη την έναρξη της Επανάστασης, είχαν συχνά συγκρούσεις με τις οθωμανικές αρχές, στις οποίες εξαναγκάζονταν να καταβάλουν ετήσιο φόρο από 500 λίρες και 500 οκάδες καρύδια. Το 1898 τέθηκαν οι βάσεις του ΒΜΡΟ στο χωριό και εξέχοντα οργανωτικά μέλη ήταν οι Νάουμ Γκέροβ, Πέταρ Χρίστοβ – Γκερμάντσσετο, Ντίνε Γκροζντάνοβ, Πέτρε Ντάμοβ κ.α. Η επανάσταση στο Γκέρμαν ξεκίνησε στις 20 Ιουλίου 1903 και το χωριό είχε τσσέτα από περισσότερους από 150 μαχητές, υπό την ηγεσία του βόιβοντα Πέτρε Ντάμοβ. Η πρώτη μάχη που έδωσαν οι κόμιτι αυτοί ήταν στο χωριό Π’πλι (Λευκώνα) όπου υπήρχε τουρκικό στρατόπεδο και το οποίο κατάφεραν να καταστρέψουν. Επίσης έδωσαν μάχες στα χωριά Νάκολετς (Δημ.Μακεδονίας), Л’ка (Λ΄κα – Μικρολίμνη), Бесфина (Μπέσφινα – Σφήκα), όπως και στην τοποθεσία Μπίγκλα (Βίγλα). Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του μακεδόνικου λαού, αλλά και έπειτα, από το Γκέρμαν σκοτώθηκαν περισσότεροι από 25 μαχητές, μεταξύ των οποίων και οι: Νίκολα Κίπρεβ, Νίκολα Σαραγκιούλεβ, Στέφο Μετσσκάροβ, Πέτρε Ντάμοβ (βόιβοντα), Σπίρε Λούλιν κ.α. Την περίοδο μετά την επανάσταση το χωριό υπέφερε από την τρομοκρατία των Ελλήνων ανταρτών, από τους οποίους δολοφονήθηκαν το 1906 οι Τράικο Πάικοβ, Στόινα Γκόλτσσεβα, Ίλια Πιλάφοβ και Ντονέβιτσα Γκροζντάνοβα.

Οι Έλληνες, μετά την προσάρτιση του μεγαλύτερου τμήματος της Μακεδονίας το 1913, εώς το 1946, είχαν βασανίσει, φυλακίσει και ξυλοκοπήσει περισσότερες φορές τους κατοίκους του Γκέρμαν. Η δικαιολογία για το πλιάτσικο ήταν πάντοτε ότι αναζητούν οπλισμό στα σπίτια των χωρικών. Τα ίδια και χειρότερα συνέβησαν και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, με πολλές εξορίες και βασανιστήρια λόγω της χρήσης της μητρικής μακεδόνικης γλώσσας από τους κατοίκους. Έτσι για παράδειγμα, στις 2 Ιουνίου 1937, εξορίστηκαν σε διάφορα νησιά οι Ρίστο Σσάπκοβ και Γκλίγκουρ Μάζζεβ επειδή θεωρούνταν ,,επικίνδυνοι,, για την ασφάλεια του κράτους, όπως και το 1940 οι Στέφο Τσσετέλεβ, Βάσιλ Πάικοβ, Μίτρε Κουζμάνοβ και Γκλίγκουρ Μάτζζεβ επειδή φαίνονταν ,,ύποπτοι,, στα μάτια της εξουσίας. Την περίοδο 1912-1941 το Γκέρμαν υπέφερε και πολλές υλικές ζημιές. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγοσμίου Πολέμου, το 1916, ο ελληνικός και ο γαλλικός στρατός έκλεψαν από τους χωρικούς 15.000 πρόβατα και γίδια, 500 γουρούνια και άλλα ζωντανά.

Στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο (1940-41) από το χωριό επιστρατεύτηκαν περίπου 200 άτομα και δέκα από αυτούς έχασαν τη ζωή τους. Όταν η Ελλάδα έχασε τον πόλεμο αυτό, οι ελληνικές αρχές εγκατέλειψαν το χωριό. Στα τέλη του 1942 και αρχές του 1943, μέσα και γύρω από το χωριό άρχισαν να κινούνται μεμονομένοι παρτιζάνοι και παρτιζάνικα σώματα, στον αγώνα ενάντια στους νέους κατακτητές. Τον Ιούνιο του 1943  στο χωριό έφτασε το σώμα  „Бигла“ (Μπίγκλα) μετά από μάχη που είχε δώσει με τον ιταλικό στρατό. Το καλοκαίρι του 1943 το κίνημα της αντίστασης άρχισε να οργανώνει το χωριό και κύρια οργανωτικά μέλη ήταν οι Πέτρε Κούριν, Πέτρε Κέντροβ, Νεντέλκοβ, Στάβρε Κότσσοβ και Πάντο Ντορντούλοβ „Βάνετο“. Αργότερα στο χωριό είχε συσταθεί και λαϊκή εξουσία και λαϊκή επιτροπή της οποίας πρόεδρος ήταν ο Γιόσσε Πράλιτσσο, γραμματέας ο Γιάνε Κάιτσσοβ και περισσότερα μέλη. Στο ΝΟΜΠ από το 1943 εώς το 1945 και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου ως το 1949, στις ενεργές τάξεις των παρτιζάνων εντάχθηκαν από το Γκέρμαν συνολικά 288 αγωνιστές, από τους οποίους οι 92 χάθηκαν στις μάχες. Επίσης, την περίοδο που αναφέρθηκε, από το χωριό σκοτώθηκαν και 31 κάτοικοι από βομβαρδισμούς του κυβερνητικού στρατού.

Εκτός από τους ενεργούς μαχητές από το Γκέρμαν, μαζικά συμμετείχε και μεγάλος αριθμός ατόμων (άντρες και γυναίκες) στην εκτέλεση διάφορων εργασιών σχετικών με τις μάχες, όπως σκάψιμο χαρακωμάτων στις τοποθεσίες Μπέλα Βόντα, Μπίγκλα, Βίτσσο, μέχρι και το Γράμμο. Επίσης κουβαλούσαν οπλισμό και πυρομαχικά, τροφή και άλλα εφόδια στο μέτωπο, όπως και τραυματίες στην Πρέσπα, όπου λειτουργούσε παρτιζάνικο νοσοκομείο.

Μετά το τέλος της περιόδου αυτής, από το Γκέρμαν εκδιώχθηκαν σχεδόν όλοι οι κάτοικοί του και μόνο ένα μικρό μέρος, περίπου 60 άτομα, κατάφερε να παραμείνει στα πάτρια εδάφη και να επιστρέψει αργότερα στο χωριό (κυρίως αυτοί που ήταν εξόριστοι). 770 βρέθηκαν στην τότε Γιουγκοσλαβία, 354 στην Πολωνία, 105 στην τότε ΕΣΣΔ, 4 στην Ουγγαρία, 3 στην Αλβανία, 96 στην Τσεχοσλοβακία και 2 στη Βουλγαρία.

Σήμερα, το μακεδόνικο πνεύμα εξακολουθεί να ζει στο ιστορικό αυτό μακεδόνικο χωριό, του οποίου οι κάτοικοι ζουν παντού στον κόσμο, εκτός από εκεί.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

РУЉA – ΡΟΥΛΙA

Στις παρυφές του βουνού Врба Планина (Β΄ρμπα Πλάνινα), δίπλα στο δρόμο που οδηγεί από την πόλη Лерин (Λέριν-Φλώρινα) μέσω Бигла (Μπίγκλα-Βίγλα) για την Αλβανία, βρίσκεται το παλιό μακεδόνικο χωριό Руља  (Ρούλια ή Ρούλιε). Το χωριό παλιά βρισκόταν εγκατεστημένο ακόμη ψηλότερα προς το βουνό και τότε ονομαζόταν „Горно Село“ (Γκόρνο Σέλο). Αργότερα, αφότου οι Τούρκοι το έκαψαν, οι κάτοικοι μετακινήθηκαν και δημιούργησαν άλλον οικισμό, χαμηλότερα, εκεί όπου βρίσκεται και σήμερα. Λόγω του γεγονότος ότι γύρω από το χωριό υπήρχαν πολλά δέντρα, από τα οποία οι χωρικοί έφτιαχναν  рули (ρούλι – δοκάρια ψηλά για χτίσιμο σπιτιών), το χωριό έλαβε το όνομα Ρούλια. Αργότερα, το έτος 1927, οι ελληνικές αρχές ξαναβάφτισαν το χωριό (όπως και όλα τα μακεδόνικα χωριά και τοπονύμια) και του έδωσαν το όνομα Κατωχώρι, ενώ το 1932, το βάφτισαν και πάλι και αυτή τη φορά του έδωσαν το όνομα Κώτας, προς τιμή του Μακεδόνα Κότε Χρίστοβ, ο οποίος είχε γίνει μισθοφόρος των Ελλήνων ανταρτών κατά τη διάρκεια του ελληνικού „Μακεδονικού αγώνα“.

Το χωριό Ρούλια συνορεύει στα βόρεια με τα χωριά Трново (Τ΄ρνοβο – Πράσινο) και  Бесфина (Μπέσφινα – Σφήκα), νότια με το χωριό Брезница (Μπρέζνιτσα – Βατοχώρι),  ανατολικά με το βουνό Лисец Планина (Λίσετς Πλάνινα) και δυτικά με το βουνό Β΄ρμπα Πλάνινα. Πολλές φορές στην ιστορία άλλαζε τοπικές αρχές και άνηκε άλλοτε στην περιοχή Λέριν/Φλώρινα και άλλοτε στο Κόστουρ/Καστοριά. Από πάντα, όπως και σήμερα, το χωριό κατοικείται από εθνικά μακεδόνικο πληθυσμό. Στις αρχές του εικοστού αιώνα αριθμούσε περίπου 500 κατοίκους, ενώ το 1940 είχε 618 κατοίκους. Μετά όμως από τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, ο αριθμός απότομα μειώθηκε στους 191, ενώ σήμερα εκεί ζουν λιγότεροι από πενήντα κάτοικοι.

Ακόμη από την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας και αργότερα από τις ελληνικές αρχές, οι κάτοικοι του Ρούλια ήταν χρησιμοποιούμενοι οικονομικά, αλλά και πολιτικά και εθνικά εκδιωκόμενοι και για τους λόγους αυτούς συχνά αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τις πατρικές τους εστίες και να μεταναστεύσουν σε χώρες μακρινές για να μπορέσουν να καλύψουν τις οικογενειακές ανάγκες τους, αλλά και να γλιτώσουν από τα βάσανα που τους προκαλούσαν οι ,,ηγεμόνες,, τους. Λόγω όλων αυτών, την παραπάνω περίοδο από το Ρούλια για την ξενιτιά είχαν αναχωρήσει 114 χωρικοί, από τους οποίους οι περισσότεροι δεν ξαναγύρισαν, ενώ σταδιακά προσκαλούσαν και άλλα μέλη των οικογενειών τους.

Οι κάτοικοι του Ρούλια ασχολούνταν με την καλλιέργεια της γης τους, φυτεύοντας βρώμη, σιτάρι, καλαμπόκι, πατάτες, φασόλια κ.α. Επίσης, ασχολούνταν και με την κτηνοτροφία και την ξυλοκομία, αλλά όπως και για το μεγαλύτερο τμήμα των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής, η κυριότερη ασχολία ήταν η αναχώρηση για εργασία και εξοικονόμηση χρημάτων στο εξωτερικό.

Οι κάτοικοι του Ρούλια συμμετείχαν μαζικά στην επανάσταση του μακεδόνικου λαού, την Επανάσταση του Ίλιντεν (1903), αλλά και στο μακεδόνικο εθνικό κίνημα μετά τη λήξη της επανάστασης. Από το χωριό αυτό ήταν και ο Коте Христов (Κότε Χρίστοβ), ο οποίος καταρχήν ήταν άιντουτ βόιβοντα, έπειτα βόιβοντα του ΒΜΡΟ, για να καταλήξει στο τέλος μισθοφόρος της ελληνικής προπαγάνδας και συνεργάτης του μητροπολίτη Καραβαγγέλη. Η ελληνική πολιτική και ιστοριογραφία έχουν κατατάξει τον Κότε σε εξέχουσα θέση ως Έλληνα πατριώτη με σκοπό να δείξουν ότι αυτός ήταν Έλληνας, αν και ο ίδιος δεν ήξερε ούτε λέξη ελληνικά και μιλούσε μόνο τη μητρική του μακεδόνικη γλώσσα.

Κατά την Επανάσταση του Ίλιντεν, αλλά και την μετέπειτα περίοδο, πολλοί ήταν οι κάτοικοι που είχαν χάσει τη ζωή τους και μεταξύ αυτών και οι: Павле Аличев (Πάβλε Αλίτσσεβ), Сава Аличев (Σάβα Αλίτσσεβ) και Стојан Гамов (Στόγιαν Γκάμοβ). Από πλευράς Ελλήνων ανταρτών είχαν δολοφονηθεί οι χωρικοί Ставре и Ѓорги Џавелов (Στάβρε και Γκιόργκι Τζζαβέλοβ) και Васил Попкарафилов (Βάσιλ ΠοπΚαρανφίλοβ). Την περίοδο από το 1912 εώς το 1941, οι ελληνικές αρχές διέπραξαν πολυάριθμες τρομοκρατήσεις, βασανισμούς, συλλήψεις, φυλακίσεις, εξορίες κ.α εις βάρος των κατοίκων του Ρούλια. Έτσι, π.χ. ο Јане Кешинов (Γιάνε Κεσσίνοβ), κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου συλλήφθηκε από τις ελληνικές αρχές και παραδόθηκε στους Γάλλους, συμμάχους της Ελλάδας εκείνη την περίοδο, και μεταφέρθηκε στη Γαλλία όπου παρέμεινε επί τρία χρόνια σε φυλακή. Αναπηρία από τα βασανιστήρια εκείνης της περιόδου απέκτησαν και οι Насо Троков (Νάσο Τρόκοβ) και Јанакица Мишова (Γιανακίτσα Μίσσοβα). Η Петра Мишова (Πέτρα Μίσσοβα) είχε τιμωρηθεί με πρόστιμο 500 δραχμών επειδή μίλησε στη μακεδόνικη γλώσσα, ενώ ο Лазо Коломанов (Λάζο Κολομάνοβ) συλλήφθηκε, βασανίστηκε  και καταδικάστηκε το 1935 σε 6 μήνες φυλακή επειδή τραγούδησε μακεδόνικα τραγούδια και χόρεψε μακεδόνικο χορό. Αργότερα αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Αυστραλία. Ο  Ристо Ристов (Ρίστο Ρίστοβ) το 1940 συλλήφθηκε και φυλακίστηκε επί 7 μήνες στο νησί Χίος επειδή θεωρήθηκε απλώς ύποπτο πρόσωπο σχετικά με το μακεδόνικο ζήτημα.

Στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο (1940) από το Ρούλια είχαν επιστρατευτεί 43 άτομα, από τα οποία σκοτώθηκαν οι Ντόνε Τρενταφίλοβ και Κίρε Κίροβ. Κατά τη διάρκεια της φασιστικής κατοχής, η οργανωμένη αντίσταση στο χωριό ξεκίνησε το 1943. Κύριοι οργανωτές ήταν οι:  Νάσο Τζαβέλα, Πάντο Γκροζντάνοβ, Τράικο Ποπ Καρανφίλοβ, Ίλια Τρόκοβ κ.α. Λίγο αργότερα είχαν σχηματιστεί και παρτιζάνικα σώματα, στα οποία ενεργά είχαν ενταχθεί πολλοί κάτοικοι του χωριού, αλλά και πολλοί βοηθούσαν έμμεσα. Ο πρώτος από το Ρούλια που είχε ενταχθεί στους παρτιζάνους ήταν ο Лазо Настов (Λάζο Νάστοβ), ο οποίος είχε ενταχθεί στο σώμα του Лазо Трповски (Λάζο Τ΄ρποβσκι). Συνολικά από το χωριό είχαν βγει 125 άτομα παρτιζάνοι, από τα οποία τα 36 έχασαν τη ζωή τους. Επίσης, περισσότερες από 120 γυναίκες του χωριού συμμετείχαν στον αγώνα ως μεταφορείς τραυματιών και αρρώστων, αλλά και ως εργάτες στην ετοιμασία κρυπτών, χαρακωμάτων κ.α.

Την περίοδο από το 1945 εώς την άνοιξη του 1947, όταν δηλαδή την εξουσία στα μέρα αυτά είχαν ακόμη οι μοναρχοφασιστές, στο Ρούλια όλοι οι κάτοικοι είχαν βασανιστεί ανυπόφορα. Πολυάριθμοι οι φυλακισμένοι, όπως οι Ίλια Τάσεβ, Ντιμίταρ Γιάνοβσκι, Ντόνε Λαζάροβ κ.α. οι οποίοι αφού συλλήφθησαν και βασανίστηκαν, το 1946 οδηγήθηκαν στο Λέριν και καταδικάστηκαν σε 1 έτους φυλάκιση επειδή αισθάνονταν Μακεδόνες και βοηθούσαν το Μακεδόνικο κίνημα.

Κατά τη διάρκεια του 1944 από το χωριό αναγκάστηκαν να φύγουν 6 οικογένειες, ενώ το 1948 και 1949 συνολικά 69 οικογένειες, οι οποίες λόγω των διωγμών από πλευράς ελληνικών αρχών εγκαταστάθηκαν στην τότε Γιουγκοσλαβία και ΕΣΣΔ, Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Αυστραλία και Καναδά.

Από τα παραπάνω είναι ολοφάνερη η μοίρα που είχε το μακεδόνικο χωριό Ρούλια, μοίρα που έζησαν και ζουν ακόμη σχεδόν όλα τα μακεδόνικα χωριά στην Ελλάδα.

Μεταξύ των εκδιωγμένων Μακεδόνων κατοίκων του Ρούλια, είναι και ένας γνωστός Μακεδόνας ακτιβιστής για τα δίκαια του μακεδόνικου λαού, ο οποίος σήμερα ζει στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, ο Тасе Крумев Филипов (Τάσε Κρούμεβ Φιλίποβ).

Στάτο Κοζάροβ και Βεσέλινα Κοζάροβα από το Ρούλια με τα παιδιά τους. Ο πατέρας της Βεσέλινα, Νέστορ Ράτσσκοβ ήταν μέλος του ΒΜΡΟ και είχε φυλακιστεί από τις ελληνικές αρχές στο Έντι Κούλε την περίοδο 1912-1913, ενώ ο παππούς του Στάτο, Ρίστο Κολομάνοβ, είχε δολοφονηθεί από τις ελληνικές αρχές το 1912. Η Βεσέλινα είναι ντυμμένη με παραδοσιακή στολή του Ρούλια.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ПОСТОЛ – ΠΟΣΤΟΛ

Το χωριό (ή κωμώπολη αν θέλετε) Постол (Πόστολ) βρίσκεται σε απόσταση περίπου δύο χιλιομέτρων βόρεια του δρόμου που απλώνεται από

Το Πόστολ την περίοδο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Το Πόστολ την περίοδο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

το Солун (Σόλουν/Θεσσαλονίκη), Пазар (Πάζαρ/Γιαννιτσά), Воден (Βόντεν/Έδεσσα), εώς και το Лерин (Λέριν/Φλώρινα). Η τοποθεσία του Πόστολ απέχει 10 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά από το Πάζαρ (Γιαννιτσά) και 40 χιλιόμετρα βορειοδυτικά από το Σόλουν (Θεσσαλονίκη), σε υψόμετρο 60 μέτρων.

Βόρεια συνορεύει με το Рамел (Ράμελ/Ραχώνα), βορειοδυτικά με το Куфалово (Κουφάλοβο/Κουφάλια),  νότια με το Зорбатово (Ζορμπάτοβο/Μικρό Μοναστήρι),  νοτιοανατολικά με το Илиџиево (Ιλιτζζίεβο/ Χαλκηδόνα)  και δυτικά με το Пазар (Πάζαρ/Γιαννιτσά).

Είναι εγκατεστημένο σε γόνιμη πεδιάδα του μεγάλου χαμηλού του Σόλουνσκο Πόλε (Κάμπου της Θεσσαλονίκης). Είναι σχετικά πλούσιο χωριό, επειδή διαθέτει μεγάλη γόνιμη γη και οι κύριες παραγωγές του είναι σιτηρά, βαμβάκι, οπωροκηπευτικά και κτηνοτροφικές επεξεργασίες. Κάτω από το χωριό, δίπλα στον κεντρικό δρόμο, υπάρχουν πηγές από το νερό των οποίων γινόταν η ύδρευση της αρχαίας πόλης Πέλα, πρωτεύουσα της αρχαίας Μακεδονίας του Αλέξανδρου, η οποία βρισκόταν ακριβώς εκεί και μαρτυρούν το γεγονός οι ανασκαφές και το μουσείο που βρίσκεται επιτόπου.

Την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στη Μακεδονία, το χωριό λεγόταν Постол (Πόστολ), αλλά μετά την προσάρτιση του νότιου τμήματος της Μακεδονίας στην Ελλάδα το 1912, το χωριό έλαβε το όνομα Άγιοι Απόστολοι. Το 1920 μετονομάστηκε και πάλι και το νέο του όνομα ήταν Παλιά Πέλλα και κοντά του δημιουργήθηκε ένα νέο χωριό λόγω του ερχομού των ματζζίρι (προσφύγων από Μικρά Ασία) το 1924, το οποίο έλαβε το όνομα Νέα Πέλλα.

Το όνομα Πέλα λήφθηκε από τα νερά Πελ που βρίσκονται και σήμερα στο ίδιο μέρος. Οι χωρικοί αφηγούνταν ότι η Πέλα ήταν η πρωτεύουσα του Αλεξάνταρ του Μακεδόνα και ότι τα νερά βρίσκονταν στην αυλή του παλατιού του.

Το Постол εώς το 1924 ήταν κατοικημένο μόνο από εθνικά Μακεδόνες, όταν οι ελληνικές αρχές εγκατέστησαν εκεί πρόσφυγες από Μικρά Ασία και Βουλγαρία, ενώ το 1947 οι αρχές εγκατέστησαν στο χωριό και πενήντα οικογένειες Καρακατσάνους από την περιοχή του Λέριν/Φλώρινας. Στις αρχές του 20ου αιώνα το χωριό αριθμούσε περίπου 500 κάτοικους, ενώ το 1943 είχε πλέον 1863 κάτοικους. Οι κάτοικοι του Πόστολ από πολύ νωρίς άρχισαν να εγκαταλείπουν τις πατρικές τους εστίες, καταρχήν λόγω οικονομικών αιτιών και έπειτα λόγω πολεμικών, πολιτικών και εθνικών λόγων. Μεγάλο μέρος των Μακεδόνων κατέφυγαν (ή τους μετέφεραν ,,εθελοντικά,,) στη Βουλγαρία την περίοδο1924-1925 και 1944, ενώ το 1945, περίπου 50 Μακεδόνες αναγκάστηκαν να βρουν καταφύγιο στην τότε Γιουγκοσλαβία. Σήμερα είναι κωμώπολη με μεικτή σύνθεση και εκεί ζουν περίπου 2500 άνθρωποι.

Στο Πόστολ, μεταξύ άλλων, γεννήθηκε και ένας από τους μεγαλύτερους Μακεδόνες της νεότερης μακεδόνικης ιστορίας, ο Крсте Петков Мисирков (Κ΄ρστε Πέτκοβ Μίσιρκοβ), ο οποίος θεωρείται ως ο ,,πατέρας,, του σύγχρονου μακεδόνικου έθνους και της κωδικοποιημένης μακεδόνικης γλώσσας, ενώ το γνωστότερο έργο του ήταν το βιβλίο „За Македонцките работи“ (Ζα Μακεντόντσκιτε ράμποτι / Για τις μακεδόνικες υποθέσεις), το οποίο είχε εκδοθεί το 1903. (Περισσότερα για το Μίσιρκοβ δείτε Νόβα Ζόρα τεύχος7).

Στο Πόστολ, την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας λειτουργούσαν δύο σχολεία. Το πρώτο ήταν το πατριαρχικό, το οποίο είχε ανοίξει το έτος 1876 και το δεύτερο ήταν το εξαρχικό, που είχε αρχίσει να λειτουργεί το 1905, το οποίο μαζί με την εξαρχική εκκλησία είχαν καταστραφεί από τις ελληνικές αρχές το 1912, ενώ όλα τα βιβλία που ήταν γραμμένα στη μακεδόνικη γλώσσα είχαν καεί. Το Πόστολ είναι αρκετά μακριά από τα γύρω βουνά και για το λόγο αυτό οι κόμιτι του ВМРО δεν είχαν συχνές επαφές με τον πληθυσμό. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν (1903), της επανάστασης δηλαδή του μακεδόνικου λαού ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, είχαν σχεδιαστεί κάποιες δράσεις από κατοίκους του χωριού, αλλά τελικά δεν είχαν υλοποιηθεί. Η μόνη τσσέτα που είχε μπει αρκετές φορές στο Πόστολ και είχε δεχθεί μεγάλη βοήθεια από τους κατοίκους, ήταν αυτή του μεγάλου Μακεδόνα βόιβοντα Апостол Петков Терзиев (Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ).

Μετά την εγκατάσταση των προσφύγων στο χωριό, ξεκίνησαν τα βάσανα του μακεδόνικου πληθυσμού. Ο πλέον εξέχων Μακεδόνας της περιόδου μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων ήταν ο Петар Камбуров (Πέταρ Καμπούροβ). Στις εκλογές το 1935 για πρόεδρο του χωριού, είχε εκλεγεί ο Коста Рамилски (Κώστα Ραμίλσκι). Οι ελληνικές αρχές ήταν κατά της εκλογής του και σχεδίαζαν τη δολοφονία του. Στις 26 Μαρτίου 1935, στο κοινοτικό κατάστημα γινόταν συνεδρίαση και αφότου έφυγαν όλοι περίπου στις 9 το βράδυ, ξεκίνησε το σχέδιο δολοφονίας του. Αφού μπήκε στο σπίτι του, οι αρχές πυροβόλησαν και τον σκότωσαν, ενώ τραυμάτισαν την 12χρονη κόρη του. Η οικογένεια κατέθεσε μήνυση στο Σόλουν/Θεσσαλονίκη, αλλά το δικαστήριο ποτέ δεν κάλεσε σε δίκη τους ενόχους. Την ίδια ημερομηνία, αλλά το επόμενο έτος, έγινε νέα δολοφονία. Για πρόεδρος του χωριού είχε εκλεγεί και πάλι Μακεδόνας. Οι Μακεδόνες του χωριού συνήθως συγκεντρώνονταν στην καφάνα του Κολάροβ. Οι αρχές (του παρακράτους) περικύκλωσαν το καφενείο και περίμεναν να βγουν έξω οι θαμώνες για να σκοτώσουν τον πρόεδρο και κάποιους άλλους εξέχοντες Μακεδόνες κάτοικους του χωριού. Γνωρίζοντας όμως για την παγίδα παρέμειναν στο καφενείο όλη τη νύχτα, αλλά ο 17χρονος Коста Лопутов (Κώστα Λοπούτοβ), μη γνωρίζοντας, κατευθύνθηκε τη νύχτα προς το καφενείο και πριν να μπει, πυροβολήθηκε από πολλές πλευρές και έπεσε νεκρός. Η τραγική θέα ξεσήκωσε τους Μακεδόνες και όλοι μαζί βγήκαν από το καφενείο οπλισμένοι με ότι είχαν βρει στο μαγαζί, όπως ξύλα, σκούπες κ.α. Το σκοτάδι ήταν πυκνό και οι πολιορκητές άρχισαν να πυροβολούν οπουδήποτε και έγινε στην ουσία μια μεγάλη μάχη.

Την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι φασιστικές δυνάμεις μπήκαν στην Ελλάδα, οι Έλληνές του Πόστολ άρχισαν να καταφεύγουν προς τον Όλυμπο, αλλά αργότερα αποδείχτηκε ότι εκείνοι ήταν που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς ενάντια στο μακεδόνικο κίνημα. Ο πρώτος που εντάχθηκε στην αντίσταση το 1943 ήταν ο Георги Рамилски (Γκιόργκι Ραμίλσκι) και αργότερα και η Марија ПопЛазарева (Μάρια ΠοπΛαζάρεβα), η Ана Рамилска (Άνα Ραμίλσκα) και ο Ристо Мицакис (Ρίστο Μητσάκης).  Το μήνα Ιούνιο του 1944, αφότου ενημερώθηκαν ότι στο Πόστολ αναπτύσσεται καλά το δίκτυο της αντίστασης, οι παοτζήδες την αυγή περικύκλωσαν το χωριό. Έδωσαν διαταγή όλοι οι χωρικοί να συγκεντρωθούν στην αυλή του σχολείου. Οι εκπρόσωποι της αντίστασης εγκλείστηκαν στο σχολείο και ξυλοκοπήθηκαν και ένας απ΄αυτούς πέθανε. Τον Ιούνη, Ιούλη και Αύγουστο του 1944, από το Πόστολ στα παρτιζάνικα σώματα εντάχθηκαν τα παρακάτω άτομα: Борис Љалев (Μπόρις Λιάλεβ), Георги Самарџиев (Γκεόργκι Σαμαρτζζίεβ), Томо Инсточиев (Τόμο Ινστοτσσίεβ), Томо Рамилски (Τόμο Ραμίλσκι), Манол Чакрев (Μάνολ Τσσάκρεβ) κ.α.

Μετά τη λήξη του πολέμου, ξεκίνησε και πάλι η τρομοκρατία του μακεδόνικου πληθυσμού από τις ελληνικές αρχές, όπως παράδειγμα στις 5 του Μάη 1945, όταν οι μπουρουντάρι μπήκαν στο χωριό και ξυλοκόπησαν Μακεδόνες και έτσι, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, 50 απ΄αυτούς αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην τότε Γιουγκοσλαβία. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου, μεγάλος αριθμός Μακεδόνων του χωριού εντάχθηκαν στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού και για το βουνό Пајак (Πάιακ/Πάικο) είχαν αναχωρήσει άνω των 30 αγωνιστών, ενώ οι δυνάμεις του κυβερνητικού καθεστώτος έμπαιναν συχνά στο χωριό και εκτελούσαν διάφορα κακουργήματα εις βάρος του πληθυσμού.

(σύμφωνα με αφήγηση της Κάτα Ρουμένοβα Μισίρκοβα, εκδιωγμένης από τις ελληνικές αρχές κατοίκου του Πόστολ)

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

СТАТИЦА – ΣΤΑΤΙΤΣΑ

Το χωριό Статица είναι το βορειότερο του νομού Κόστουρ/Καστοριάς και απέχει 30 χιλιόμετρα από την πόλη Костур (Κόστουρ-Καστοριά). Βρίσκεται στην περιοχή Корештата (Κορέσστατα/Κορέστια), μέσα σε ένα είδος κλεισούρας, ανάμεσα στα βουνά Вичо (Βίτσσο/Βίτσι), Лисец (Λίσετς) και Лунџер (Λούντζζερ). Βόρεια συνορεύει με το χωριό  Трсје (Τ΄ρσιε Λέρινσκο/Τρίβουνο Φλώρινας), νότια με το χωριό Кономлади (Κονόμλαντι-Μακροχώρι), ανατολικά με το Турје (Τούριε/Κορυφή) και δυτικά με τα χωριά Трново (Τ΄ρνοβο-Πράσινο) και Оштима (Όσστιμα-Τρίγωνο). Ως ορεινό χωριό, αφθονεί σε δασικό και υδάτινο πλούτο. Μέσα από την κλεισούρα αυτή περνάει το ποτάμι Белица (Μπέλιτσα)  το οποίο είναι μία από τις πηγές του ποταμού Бистрица (Μπίστριτσα – Αλιάκμονας).

Το χωριό αποτελείται από δύο γειτονιές, τη Γκόρνα και τη Ντόλνα, δηλαδή τη Γκόρνα Στάτιτσα και τη Ντόλνα Στάτιτσα. Μετονομάστηκε με ελληνικό όνομα από τις ελληνικές αρχές το έτος 1927, οι οποίες το ,,ξαναβάφτισαν,, σε ,,Μελάς,, προς τιμή του ,,μακεδονομάχου,, Παύλου Μελά, ο οποίος σκοτώθηκε από τους Τούρκους (ή τους δικούς του άντρες λόγω χρημάτων;) μέσα στο χωριό Στάτιτσα τον Οκτώβριο του 1904. Στην τοποθεσία όπου προσωρινά είχε ταφεί, κοντά στο χωριό, οι ελληνικές αρχές έχτισαν εκκλησία, μουσείο και άγαλμα αφιερωμένο στο Μελά. Ακόμη και σήμερα με δεξιότητα χρησιμοποιούν οι αρχές το γεγονός αυτό στην προσπάθειά τους για αφομοίωση του μακεδόνικου πληθυσμού της ευρύτερης περιοχής.

Τον 15ο αιώνα αναφέρεται για πρώτη φορά το χωριό ως Стадица (Στάντιτσα), στο οποίο υπήρχαν 95 νοικοκυριά. Προς τα τέλη του 19ου αιώνα το χωριό ήταν ,,καθαρό,, μακεδόνικο με περίπου 700 κατοίκους. Οι κάτοικοί του ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και περισσότερο ευδοκιμούσε η βρώμη, η πατάτα και το φασόλι. Υπήρχαν περίπου 3.000 κεφάλια πρόβατα, από το γάλα των οποίων οι χωρικοί έκαναν τυρί και το πουλούσαν στο παζάρι του Лерин (Λέριν/Φλώρινα) και του Костур (Κόστουρ/Καστοριά).  Οι κάτοικοι του χωριού, κατά τη διάρκεια του 19ου και ιδιαίτερα του 20ου αιώνα, λόγω  οικονομικών και πολιτικών αιτιών, αναγκάζονταν να φεύγουν στην ξενιτιά και κυρίως στην αμερικάνικη ήπειρο. Παραδείγματος χάρη, την περίοδο από το 1912 εώς το 1940, από το χωριό αυτό για την ξενιτιά αναχώρησαν 177 άτομα, δηλαδή μπορούμε ελεύθερα να πούμε ότι από κάθε οικογένεια έφυγε και από ένα ή και περισσότερα μέλη. Κάποιοι από αυτούς επέστρεψαν στο χωριό, ενώ πολλοί παρέμεινα για πάντα στα ξένα και σταδιακά πήραν εκεί και τους δικούς τους ανθρώπους.

Εκδιωγμένα παιδιά από την Στάτιτσα

Εκδιωγμένα παιδιά από την Στάτιτσα

Οι κάτοικοι του χωριού Статица, όπως και των υπολοίπων οικισμών της ευρύτερης περιοχής, συμμετείχαν ενεργά στην Επανάσταση του Ίλιντεν (1903), την επανάσταση του μακεδόνικου λαού ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία. Είχαν και δική τους επαναστατική τσσέτα (ένοπλη ομάδα) στο χωριό, υπό την ηγεσία του βόιβοντα Митре Ружин (Μίτρε Ρούζζιν) ο οποίος αργότερα σκοτώθηκε από τους Τούρκους στην πόλη Κόστουρ. Άλλοι γνωστοί επαναστάτες του χωριού ήταν και οι: Нуме Талев (Νούμε Τάλεβ), ο οποίος αργότερα εξαγοράστηκε από τους Έλληνες και εντάχθηκε στην ομάδα του Κότε από το Ρούλιε, Коста Ташков (Κόστα Τάσσκοβ), Наќе Миленков (Νάκε Μιλένκοβ), Крсто Настов (Κ΄ρστο Νάστοβ), Коста Пандов (Κόστα Πάντοβ), Митра Урдова (Μίτρα Ούρντοβα) κ.α. Ο Τάσσκοβ και ο Μιλένκοβ σκοτώθηκαν στις μάχες. Επίσης, μετά την επανάσταση, οι οθωμανικές αρχές συνέλαβαν αρκετούς κατοίκους της Στάτιτσα και τους έστειλαν εξορία στη Μικρά Ασία.

Από την εγκατάσταση των ελληνικών αρχών στο χωριό (1913) εώς και το 1940, οι κάτοικοι του χωριού πέρασαν τα πάνδεινα. Ξυλοδαρμούς, εκδιώξεις, βασανιστήρια, εξορίες, ταπεινώσεις, βιασμούς…Το 1924, με την κατηγορία ότι από την περιοχή πέρασαν κόμιτι (κάτι το εντελώς άσχετο δηλαδή), συνελήφθησαν οι Πάσκαλ Κιτσσομάκιν, Μάρκο Κιτσσομάκιν, Ρίστο Ατζζίεβ, Κόλε Βασίλεβ κ.α. και βασανίστηκαν φριχτά. Απ΄αυτούς, ο Ρίστο Ατζζίεβ καταδικάστηκε και σε φυλάκιση 4 ετών όπου και πέθανε από τις κακουχίες, ενώ ο Στέφο Ντίμοβ και ο Στόγιαν Σσάνοβ καταδικάστηκαν σε θάνατο. Την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, λόγω χρήσης της μητρικής τους μακεδόνικης γλώσσας, βασανίστηκαν και έλαβαν και χρηματική ποινή, οι Ίλια Λίτσσεβ, Λάζαρ Λίτσσεβ, Βάνε Σάρεβ κ.α., ενώ οι Κ΄ρστο και Λάζο Τάνεβ εξορίστηκαν στο νησί Χίος.

Илија Димовски – Гоче со фамилијата Ίλια Ντίμοβσκι-Γκότσσε με την οικογένειά του

Στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο από την Στάτιτσα είχαν επιστρατευτεί 40 άτομα, από τα οποία σκοτώθηκε ο Βάνε Γκάκοβ και τραυματίστηκαν βαριά οι Μίτρε Ντίμοβ και Ντόνε Ατζζίοβ.

Το χωριό κατά τη διάρκεια της φασιστικής κατοχής άρχισε να οργανώνεται στην αντίσταση το φθινόπωρο του 1942, με τη βοήθεια των παρτιζάνων Πέτρε Νοβάτσσεβ και Νάσε Γκέτσοβ από το χωριό Πόροντιν της Μπίτολα και Илија Димовски-Гоче (Ίλια Ντίμοβσκι – Γκότσσε) από την Στάτιτσα, μία από τις ηγετικές φυσιογνωμίες του μακεδόνικου παρτιζάνικου αγώνα της περιόδου εκείνης. Οι πρώτοι μαχητές βγήκαν στα τέλη του 1943, στο σώμα „Лазо Трповски“ (Λάζο Τ΄ρποβσκι) υπό την ηγεσία του Ντιμίταρ Τουπούρκοβσκι – Τίταν. Μεταξύ των πρώτων οργανωτών του ΚΚΕ στο χωριό ήταν και ο δάσκαλος Νίκολα Πούπτι, ενώ υπέυθυνοι από το χωριό ήταν οι Νάσο Μπόγκτσεβ και Άτανας Νίτσσεβ, για το ΕΑΜ και ΣΝΟΦ ο Πάβλε Μαζνίκοβ και για τις γυναίκες οι Τσίλια Τσσατσσίροβα, Στόινα Μποτσσκάροβα κ.α.

Κατά τη διάρκεια της φασιστικής κατοχής, από ιταλικές και γερμανικές δυνάμεις, οι κάτοικοι πέρασαν πολλά δεινά. Το ίδιο και μετά την απελευθέρωση, από πλευράς των ελληνικών αρχών, τα βάσανα δεν τελείωσαν. Σαν παράδειγμα αναφέρουμε τα βάσανα που πέρασε ο Στέφο Κίτσσεβ το 1945 και ο Κ΄ρστο Μπασότοβ, τον οποίο σκότωσαν οι ελληνικές αρχές μέσα στο χωριό και επί τρεις ημέρες δεν επέτρεπαν την ταφή του ως προειδοποίηση για τους υπολοίπους. Από τον πολύ ξυλοδαρμό πέθανε και ο Κόστα Γκέλεβ.

Από το χωριό, στα ενεργά παρτιζάνικα σώματα είχαν ενταχθεί, την περίοδο 1943-1949, 85 αγωνιστές. Από αυτούς τη ζωή τους έδωσαν στον αγώνα του μακεδόνικου λαού για δίκαια και αναγνώριση οι 53 από αυτούς. Εκτός από τους παρτιζάνους αυτούς, την ζωή τους έχασαν και πέντε άοπλοι χωρικοί: ο Νάσο Ούρντοβ και ο Κόστα Γκέλεβ από νάρκη το 1949, ο Κ΄ρστο Μπασότοβ και ο Φίλιπ Αντρέεβ από τις ελληνικές αρχές το 1946 και ο Στέφο Ατζζίεβ επίσης από τις ελληνικές αρχές το 1948. Στον αγώνα συμμετείχαν και οι υπόλοιποι κάτοικοι, άντρες και γυναίκες, στο σκάψιμο πολυβολείων στα βουνά Λίσετς, Μπίγκλα και άλλα μέρη. Οι γυναίκες ζύμωναν ψωμί για τους μαχητές και κουβαλούσαν τραυματίες στα προσωρινά νοσοκομεία των χωριών Όσστιμα (Τρίγωνο) και Ρούλιε (Κώτας). Πολλά ήταν επίσης τα παιδιά του χωριού που κατέφυγαν σε χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ για να γλιτώσουν τους βομβαρδισμούς και από εκεί δεν επέστρεψαν ποτέ στις πατρικές τους εστίες. Φρόντισε το ,,δημοκρατικό,, ελληνικό κράτος γι΄αυτό.

Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού το 1949, οι ελληνικές αρχές επιτέθηκαν στο χωριό και αφότου έκαναν μεγάλο πλιάτσικο, βασανιστήρια και βιασμούς γυναικών και κοριτσιών, πήραν μαζί τους μέρος των χωρικών και τους εκτέλεσαν στην τοποθεσία Γιάτσσεβο πόλε κοντά στην πόλη Λέριν/Φλώρινα.

Σήμερα, σύμφωνα με την απογραφή του 2001, το χωριό έχει 96 εγγεγραμμένους κατοίκους. Από το  1940 η γειτονιά Γκόρνα Στάτιτσα θεωρείται ξεχωριστό χωριό με το όνομα Άνω Μελάς, το οποίο το 2001 είχε 47 κατοίκους.

Πανέμορφο τοπίο, άσχημο παρελθόν, μικρό χωριό, τεράστια ιστορία…

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Κατηγορίες

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


ALPHA BANK

Account 852 00 2101 031390

IBAN: GR47 0140 8520 8520 0210 1031 390

BIC: CRBAGRAA

Μηνιαίες Εκδόσεις

Македонска Ризница
  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2016 (75)
  • 2015 (416)
  • 2014 (404)
  • 2013 (377)
  • 2012 (372)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)