Αρχεία | ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ | Наши села

ДОБРОЛИШТА – ΝΤΟΜΠΡΟΛΙΣΣΤΑ

Από τα πολύ παλιά χρόνια το χωριό ονομαζόταν Добролишта – Ντομπρόλισστα. Θεωρείται ότι έλαβε το όνομα αυτό επειδή οι κάτοικοί του παρήγαγαν добра лешта (ντόμπρα λέσστα – καλή φακή). Μετά την προσάρτιση αυτού του τμήματος της Μακεδονίας από την Ελλάδα, το χωριό, το έτος 1926, μετονομάστηκε σε Καλοχώρι. Το Добролишта βρίσκεται σε απόσταση περίπου 17 χιλιόμετρα, νοτιοδυτικά της πόλης Костур – Κόστουρ (Καστοριά) και απλώνεται στη μέση του νομού, ανάμεσα στα ποτάμια Белица – Μπέλιτσα και Бистрица – Μπίστριτσα (Αλιάκμωνας). Ανατολικά συνορεύει με τα χωριά Желин – Ζζέλιν (Χιλιόδεντρο) και Цакони – Τσάκονι (Τσάκονη), νότια συνορεύει με τα χωριά Желегоже – Ζζελέγκοζζε (Πεντάβρυσος), Галишта – Γκάλισστα (Ομορφοκκλησιά) και Дреничево – Ντρενίτσσεβο (Κρανοχώρι), ενώ βορειοδυτικά με το χωριό Папратско – Πάπρατσκο (Πτεριά).

Στις αρχές του 20ου αιώνα είχε περίπου 600 κάτοικους, από τους οποίους τα 2/3 ήταν Μακεδόνες χριστιανοί και το υπόλοιπο 1/3 ήταν Μακεδόνες μουσουλμάνοι και Τούρκοι. Μετά την αναχώρηση του μουσουλμανικού πληθυσμού, ως συνέπεια του ελληνο-τουρκικού πολέμου (1920-22), στη θέση τους εγκαταστάθηκε χριστιανικός πληθυσμός από τη Μικρά Ασία, ο οποίος αργότερα αποτέλεσε την κύρια στήριξη της ελληνικής εξουσίας στα νεοκατακτηθέντα εδάφη, μετά το 1912-1913. Σήμερα το χωριό αριθμεί περίπου 400 κατοίκους. Μεγάλη ήταν κατά περιόδους η μετανάστευση κατοίκων του χωριού, οι οποίοι όμως, μετά από ορισμένο διάστημα, πάντοτε επέστρεφαν στις πατρικές τους εστίες. Οι κύριες ασχολίες των κατοίκων του ήταν η καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων, όπως καπνός, σιτάρι, καλαμπόκι, βρύζα κ.α.

Οι κάτοικοι του Ντομπρόλισστα συμμετείχαν ενεργά σε όλους τους λαικοαπελευθερωτικούς αγώνες του μακεδόνικου λαού κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι ήταν μέλη της μακεδόνικης οργάνωσης ΒΜΡΟ και κατά τη διάρκεια της μακεδόνικης Επανάστασης του Ίλιντεν (1903) έξι άτομα του χωριού κατείχαν σημαντικές θέσεις στην ευρύτερη περιοχή, υπό την ηγεσία του Ристо Калиманов – Ρίστο Καλιμάνοβ και του Кољо Калиманов – Κόλιο Καλιμάνοβ, γνωστότερου ως βόιβοντα Κόλιο Ντομπρολίτσκι. Πρόεδρος της τοπικής οργάνωσης ήταν ο Павле Калиманов – Πάβλε Καλιμάνοβ. Όλοι όσοι εντάσονταν στην οργάνωση έδιναν όρκο στο σπίτι του Πάβλε. Μετά το 1903, ο Κόλιο Ντομπρολίτσκι και η τσσέτα (ένοπλη ομάδα) του είχαν σταθμεύσει στο χωριό. Ο οθωμανικός στρατός περικύκλωσε το χωριό και μετά από 18ωρη μάχη, όλοι οι κόμιτι, εκτός ενός, σκοτώθηκαν, μαζί και ο βόιβοντα Ντομπρολίτσκι, ενώ ο στρατός έκαψε το μισό χωριό. Ο βόιβοντα της περιοχής, Ρίστο Καλιμάνοβ, μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν, αιχμαλωτίστηκε από τους Έλληνες αντάρτες και βασανίστηκε μέχρι θανάτου. Επίσης, σκοτώθηκε και ο κόμιτα Тимјовски – Τίμιοβσκι, ο οποίος ήταν μέλος της τσσέτα του Ντομπρολίτσκι και χάθηκε σε μια μάχη κοντά στο χωριό Апоскеп – Άποσκεπ (Απόσκεπος), ενώ την ίδια τύχη είχε και ο Христо Поплазаров – Χρίστο Ποπλαζάροβ. Μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν, μεγάλος αριθμός Μακεδόνων του χωριού, λόγω της τρομοκρατίας από πλευράς των Οθωμανών και των Ελλήνων ανταρτών, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό και να αναχωρήσουν για χώρες μακρινές, ιδιαίτερα για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και τον Καναδά.

Μετά το 1913 και την εγκατάσταση των ελληνικών αρχών στην ευρύτερη περιοχή, ξεκίνησαν τα βάσανα και η μεγάλη τρομοκρατία των Μακεδόνων χωρικών. Μεγάλος αριθμός μελών του ВМРО δολοφονήθηκε και οι χωρικοί πιέζονταν να παραδώσουν τον οπλισμό τους και να προδόσουν τους κόμιτι. Όλα αυτά συνεχίστηκαν και τις επόμενες δεκαετίες. Το 1940, οι αρχές φυλάκισαν δύο Μακεδόνες από το Ντομπρόλισστε, μόνο και μόνο επειδή δημόσια είχαν μιλήσει για την εθνική τους συνείδηση. Από το 1927 στο χωριό υπήρχε παράνομη οργάνωση του ΚΚΕ, ενώ από το 1933 και οργάνωση νεολαίας ΟΚΝΕ. Το 1936 είχε φυλακιστεί ο γραμματέας της τοπικής οργάνωσης του χωριού Трпе Калиманов – Τ΄ρπε Καλιμάνοβ, όπως και το μέλος Зисо Дељов – Ζίσο Ντέλιοβ. Στη φυλακή παρέμειναν εώς και το 1941. Το 1938, συλλήφθησαν και φυλακίστηκαν οχτώ κάτοικοι του χωριού, χωρίς καμιά κατηγορία. Ήταν απλώς Μακεδόνες. Μεγάλη βοήθεια στο χωριό έδινε και ο καθοδηγητής του ΚΚΕ, Λάζο Τ΄ρποβσκι, από το χωριό Дмбени,Костурско – Ντ΄μπενι,Κόστουρσκο (Δενδροχώρι Καστοριάς), ο οποίος συχνά επισκεπτόταν το Ντομπρόλισστα και έδινε πρακτική βοήθεια στην τοπική οργάνωση. Το κύρος του είχε βοηθήσει στη μαζικοποίηση της οργάνωσης. Με τον ερχομό της δικτατορίας του Μεταξά  (1936), συλλήφθησαν περισσότερα μέλη. Κατά τη διάρκεια του ελληνο – ιταλικού πολέμου  (1940) είχαν επιστρατευτεί 40 κάτοικοι, από τους οποίους ποτέ δεν επέστρεψαν οι τρεις.

Με τη φασιστική κατοχή από το 1941, το χωριό δραστηριοποιήθηκε στο κίνημα της αντίστασης άμεσα, από το Μάη του 1941. Την επόμενη περίοδο είχε διεξαχθεί συνάντηση παλιών Μακεδόνων ακτιβιστών στο χωριό Жупаништа – Ζζουπάνισστα (Λεύκη), από τα χωριά Добролишта – Ντομπρόλισστα (Καλοχώρι), Жупаништа – Ζζουπάνισστα (Λεύκη),  Дмбени – Ντ΄μπενι (Δενδροχώρι), Хрупишта – Χρούπισστα (Άργος Ορεστικό), Желин – Ζζέλιν (Χιλιόδεντρο), Нестрам – Νέστραμ (Νεστόριο) και Дупјак – Ντούπιακ (Δισπηλιό). Η συνάντηση είχε συγκληθεί με πρωτοβουλία μελών της περιοχής, με σκοπό την ανάλυση της νέας κατάστασης πραγμάτων. Εκεί είχε αποφασιστεί να συσταθούν παρτιζάνικες ομάδες και να προετοιμαστούν για ξεσηκωμό. Στο Добролиште είχαν συσταθεί δύο ομάδες των δέκα παρτιζάνων, υπό την ηγεσία του Лазо Поплазаров – Λάζο Ποπλαζάροβ και του Стерјо Ташалуков – Στέριο Τασσαλούκοβ. Οι ένοπλες αυτές ομάδες συνεργάζονταν στενά με την Πρώτη Παρτιζάνικη ομάδα του Κόστουρσκο (Καστοριάς), η οποία από το 1941 είχε ξεκινήσει με ενέργειες σαμποτάζ. Με την ίδρυση της μακεδόνικης οργάνωσης СНОФ (ΣΝΟΦ) στο ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας, όλοι οι Μακεδόνες οργανώθηκαν σ΄αυτήν. Από το χωριό μέλη έγιναν άνω των 100 ατόμων. Μετά την σύγκρουση ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και το ΣΝΟΦ, οχτώ μαχητές από το Ντομπρόλισστα εγκατέλειψαν τις τάξεις του ΕΛΑΣ και εντάχθηκαν στην Αιγαιάτικη Ταξιαρχία. Αργότερα, στο πρώτο μισό του 1945, στο χωριό συστάθηκε η τοπική οργάνωση του НОФ (ΝΟΦ). Γραμματέας της είχε εκλεγεί ο Димитар Губединов – Ντιμίταρ Γκουμπεντίνοβ, ο οποίος ταυτόχρονα ήταν και υπεύθυνος του ΝΟΦ για την ευρύτερη περιοχή. Ακτιβιστές του НОФ από το χωριό ήταν οι παρακάτω: Стерјана Вангелова – Славјанка (Στέριανα Βαγκέλοβα – Σλαβιάνκα), Сотир Тимјовски – Σότιρ Τίμιοβσκι, Филко Ставров – Φίλκο Στάβροβ, Ленче Цветкова – Λέντσσε Τσβέτκοβα,  Ѓорги Влахов – Γκιόργκι Βλάχοβ, Зисо Дељов – Ζίσο Ντέλιοβ κ.α. Με την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου, το μεγαλύτερο μέρος των μελών του ΝΟΦ, με το όπλο στο χέρι, εντάχθηκαν στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού. Σύνολο 53 μαχητές, από τους οποίους οι 17 χάθηκαν στη μάχη.

Το 1948, μεγάλος αριθμός κατοίκων του χωριού εξορίστηκαν στα ερημονήσια του Αιγαίου επειδή ήταν μέλη του ΝΟΦ ή επειδή τα παιδιά τους, η οι σύζυγοί τους, μάχονταν στις τάξεις του ΔΣΕ. Από πλευράς αρχών και διαφόρων εθνικιστικών συμμοριών είχαν ληστευτεί περισσότερα σπίτια του χωριού όπως και μεγάλος αριθμός ζωντανών. Παράλληλα, από το 1945 είχε ξεκινήσει πρωτοφανή εκστρατεία ενάντια στους Μακεδόνες του Ντομπρόλισστα. Η αστυνομία και οι συμμορίες που αποτελούνταν από νεοεγκαταστηθέντες πρόσφυγες, δεν σταματούσαν να βασανίζουν καθημερινά τους Μακεδόνες. Έρχονταν συχνά στο χωριό, συγκέντρωναν τους χωρικούς και τους ξυλοκοπούσαν εώς λιποθυμίας. Μετά τον Εμφύλιο, λόγω πολιτικών και κυρίως εθνικών αιτιών, περισσότεροι από 120 Μακεδόνες του Ντομπρόλισστα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν για πάντα τις πατρικές τους εστίες. Το ελληνικό κράτος απαγόρεψε την επιστροφή τους, όπως και σε όλους τους υπόλοιπους Μακεδόνες, επειδή ,,δεν ήταν Έλληνες το γένος,,.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ШТРКОВО – ΣΣΤ΄ΡΚΟΒΟ

Ανάμεσα στα πολλά μακεδόνικα χωριά των Πρεσπών ανήκει και το χωριό Штрково – Σστ΄ρκοβο. Βρίσκεται στις παρυφές του βουνού Бела Вода – Μπέλα Βόντα, εκεί όπου αρχίζει να εξαπλώνεται ο κάμπος των Πρεσπών, ο οποίος φτάνει ως τις όχθες της Μικρής Πρέσπας. Το όνομα το έλαβε από τους πολλούς πελαργούς (штркови – σστ΄ρκοβι) που κατέφταναν συνεχώς από τη λίμνη και έφτιαχναν τις φωλιές τους στα τζάκια των σπιτιών του χωριού. Οι ελληνικές αρχές, το 1927 μετονόμασαν το χωριό σε Πλατύ. Βόρεια συνορεύει με το χωριό Медово – Μέντοβο (Μηλιώνα), νότια με το χωριό Рудари – Ρούνταρι (Καλλιθέα), ανατολικά με το βουνό Бигла – Μπίγκλα (Βίγλα), ενώ δυτικά συνορεύει με τη Μικρή Πρέσπα.

Το Штрково, από την ίδρυσή του εώς και το έτος 1949, ήταν κατοικημένο με εθνικά μακεδόνικο πληθυσμό. Το 1900 είχε περίπου 160 κάτοικους, ενώ το 1914 είχε 253. Μετά το τέλος του Εμφυλίου πολέμου εκδιώχθηκαν ή μετανάστευσαν αναγκαστικά σχεδόν όλοι οι Μακεδόνες κάτοικοί του και στη θέση τους, οι ελληνικές αρχές εγκατέστησαν 15 βλάχικες οικογένειες από την Ήπειρο. Σήμερα έχει περίπου 100 κάτοικους.

Από πολύ παλιά, από την περίοδο της τουρκοκρατίας, αλλά και αργότερα, μεγάλος αριθμός χωρικών έφευγαν μετανάστες σε διάφορες ευρωπαικές και υπερωκεάνιες χώρες.  Έφευγαν όχι μόνο λόγω οικονομικών αιτιών αλλά και λόγω πολιτικών και εθνικών αιτιών και πιέσεων. Την περίοδο 1913 – 1940, από το χωριό, το οποίο ήταν σχετικά μικρό, είχαν μεταναστεύσει 24 χωρικοί, από τους οποίους μόνο λίγοι επέστρεψαν, ενώ οι υπόλοιποι έμειναν για πάντα στην ξενιτειά. Οι κάτοικοι του Σστ΄ρκοβο ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργεία και την αλιεία.

Κατά την Επανάσταση του Ίλιντεν (1903), οι χωρικοί συμμετείχαν ενεργά και όταν καταπνίχθηκε από πλευράς οθωμανικού στρατού οι κάτοικοι εγκατέλειψαν το χωριό επί δύο ολόκληρους μήνες, φοβούμενοι αντίποινα. Γνωστοί βόιβοντες του χωριού ήταν ο Спиро Преспанчето – Σπίρο Πρεσπάντσσετο και ο Гоче Трајков – Γκότσσε Τράικοβ. Την περίοδο εγκατάστασης των ελληνικών αρχών μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13) και μέχρι και το 1940, από πλευράς των νέων αρχών έγιναν πολλοί βασανισμοί και εγκλήματα επί του πληθυσμού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ξυλοκόπημα και ο βασανισμός του Стефан Муневски – Στέφαν Μούνεβσκι και του Јане Костов – Γιάνε Κόστοβ, τους οποίους έπειτα ο ελληνικός στρατός τους έριξε στη λίμνη όπου και πνίγηκαν, επειδή οι γιοί τους δεν ήθελαν να υπηρετήσουν στον στρατό και είχαν καταφύγει από την άλλη πλευρά των συνόρων. Οι ελληνικές αρχές είχαν συλλάβει και τους Васил Ѓоргов – Βάσιλ Γκιόργκοβ και Гроздан Грозданов – Γκρόζνταν Γκροζντάνοβ, το έτος 1916, τους οποίους και είχαν παραδώσει στο γαλλικό στρατό, ο οποίος βρισκόταν εκεί λόγω του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Μεταφέρθηκαν στη Γαλλία ως ύποπτα πρόσωπα και παρέμειναν εκεί επί δύο ολόκληρα χρόνια. Το ίδιο συνέβη και στους  Михајло Костовски – Μιχάιλο Κόστοβσκι, Јане Костовски – Γιάνε Κόστοβσκι και Стојче Ристов – Στόιτσσε Ρίστοβ. Ιδιαίτερα είχε υποφέρει ο μακεδόνικος πληθυσμός κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, όταν απαγορεύτηκε η μητρική μακεδόνικη τους γλώσσα και τους ανάγκαζαν να μαθαίνουν την ελληνική, με αποτέλεσμα πολλοί κάτοικοι να τιμωρούνται και να ξυλοκοπούνται. Όσοι συλλαμβάνονταν να μιλούν τη μακεδόνικη γλώσσα τιμωρούνταν με το γνωστό πρόστιμο των 500 δραχμών.

Από το Штрково, στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο (1940) είχαν πολεμήσει 15 κάτοικοι και στις μάχες έχασε τη ζωή του ο Пандо Ничов – Πάντο Νίτσσοβ. Με τον ερχομό της φασιστικής κατοχής, το χωριό οργανώθηκε στο λαικοαπελευθερωτικό κίνημα (НОД – ΝΟΝΤ) το καλοκαίρι του 1943. Ακόμη από την άνοιξη της ίδιας χρονιάς, στην ευρύτερη περιοχή δρούσαν περισσότερα παρτιζάνικα σώματα, ενώ ορισμένη περίοδο βρισκόταν εκεί και το σώμα Даме Груев – Ντάμε Γκρούεβ από το τότε γιουγκοσλαβικό τμήμα της Μακεδονίας (σήμερα Δημοκρατία της Μακεδονίας). Εκείνο τον καιρό στο Σστ΄ρκοβο κατέφτασαν περισσότερα πρόσωπα του НОД, τα οποία αποστολή είχαν να διοργανώσουν αργότερα επιτροπές του ΕΑΜ και του ΣΝΟΦ. Ανάμεσα στους οργανωτές αυτούς ήταν και ο  Коле Стерјовски – Κόλε Στέριοβσκι από το χωριό Оровник – Όροβνικ (Καρυές), ο Ташо – Τάσσο από το Костурско – Κόστουρσκο (περιοχή Καστοριάς) και άλλοι. Οι κύριοι οργανωτές του χωριού ήταν οι Ристо и Михајло Костов – Ρίστο και Μιχάιλο Κόστοβ,  Никола и Алексо Георгиевски – Νίκολα και Άλεξο Γκεοργκίεβσκι, όπως και η  Александра – Αλεξάντρα και η Ристосија Костова – Ριστόσια Κόστοβα. Για τον ΕΛΑΣ στο χωριό υπεύθυνος ήταν ο Борис Петревски – Μπόρις Πέτρεβσκι. Κατά τη διάρκεια του 1944, εντάχθηκαν στα παρτιζάνικα σώματα τρεις μαχητές, το 1946 πέντε μαχητές, το 1947 30 μαχητές και το 1949 δέκα, δηλαδή συνολικά 49 μαχητές, από τους οποίους οι 14 σκοτώθηκαν στις μάχες για τα δίκαια του μακεδόνικου λαού. Εκτός από τους ένοπλους που μάχονταν ενάντια στο καθεστώς, ενεργά συμμετείχαν και πολλοί χωρικοί αυτού του χωριού σε διάφορες αποστολές, όπως μεταφορά τραυματιών και ασθενών μαχητών από το μέτωπο  Бела Вода – Бигла (Μπέλα Βόντα – Μπίγκλα) στα νοσοκομεία που είχαν δημιουργηθεί στην περιοχή της Πρέσπας. Επίσης στη μεταφορά οπλισμού και πολεμοφοδίων από τις αποθήκες που βρίσκονταν στην περιοχή των χωριών Оровник и Буковик (Όροβνικ και Μπούκοβικ / Καρυές και Οξυά).

Πολλά τα βάσανα των κατοίκων του χωριού κατά τη περίοδο της κατοχής και ιδιαίτερα του Εμφυλίου Πολέμου. Πολλοί φυλακίστηκαν από τις ιταλικές κατοχικές αρχές και τους Έλληνες συνεργάτες τους επειδή δε δέχονταν να δώσουν ζωντανά και σοδειά για τις ανάγκες του στρατού. Το έτος 1945 συλλήφθησαν 13 χωρικοί από τις νέες ελληνικές αρχές και μεταφέρθηκαν στο Лерин – Λέριν (Φλώρινα), όπου παρέμειναν στη φυλακή επί ένα μήνα και έπειτα μεταφέρθηκαν στο Солун – Σόλουν (Θεσσαλονίκη) και κατάδικάστηκαν σε ένα χρόνο φυλάκιση για γελοίες κατηγορίες και μοναδική στην ουσία αιτία η μακεδονικότητά τους. Οι ίδιοι συνελήφθησαν και το 1946 και πάλι μεταφέρθηκαν στο Λέριν όπου παρέμεινα στη φυλακή για διάστημα εφτά μηνών. Ο λόγος ήταν ότι δημόσια δήλωναν ότι είναι Μακεδόνες.

Λόγω της ανυπόφορης κατάστασης, οι χωρικοί, μετά την συνθηκολόγηση του Δημοκρατικού Στρατού το 1949, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρικές τους εστίες και να καταφύγουν σε διάφορες χώρες του κόσμου και κυρίως στη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Από το Штрково, την περίοδο 1948-49 αναχώρησαν 47 οικογένειες, δηλαδή  214 άτομα. 90 στην τότε Γιουγκοσλαβία, 110 στην Πολωνία, 8 στην πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. 5 στην τότε Τσεχοσλοβακία, 2 στη Ρουμανία και ένας στην Αλβανία. Έτσι σήμερα εκεί ζουν λιγότεροι από 100 κάτοικοι. Αλλά και αυτοί που παρέμειναν στο χωριό μετά τον πόλεμο ήταν γέροι και αδύναμοι άνθρωποι, οι οποίοι δε μπορούσαν να φύγουν και βρέθηκαν στις ελληνικές φυλακές, ενώ οι οικογένειές τους διαμοιράστηκαν σε διάφορες χώρες. Έτσι η ζωή αυτών που παρέμειναν έγινε πολύ δύσκολη. Σήμερα το χωριό είναι με μικτή εθνική σύνθεση και ακόμη υπάρχουν στοιχεία, όπως και στην ευρύτερη περιοχή, που μαρτυρούν τα βάσανα του παρελθόντος.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

КОСИНЕЦ – ΚΟΣΙΝΕΤΣ

Στην περιοχή Корештата,Костурско – Κορέσστα,Κόστουρσκο (Κορέστια Καστοριάς), σε απόσταση 25χιλ βορειοδυτικά της πόλης Костур-Κόστουρ, κοντά στα αλβανικά σύνορα, βρισκόταν το χωριό Косинец. Χωριό ορεινό, σε υψόμετρο 1080 μέτρων, απλωμένο στις παρυφές του όρους Μαλίμαντι, σε κοιλάδα ανάμεσα σε πέντε λόφους: ανατολικά ο λόφος Σβέτι Άτανας, δυτικά ο Καλιτσσέβισστσσα, βόρεια ο Τσσούκατα και νότια ο Γκάμπρο και ο Ρούντισστα. Ανατολικά συνόρευε με το χωριό Д’мбени – Ντ΄μπενι (Δενδροχώρι), νοτιοανατολικά με το χωριό Света Недела – Σβέτα Νέντελα (Αγία Κυριακή), δυτικά με το χωριό Лобаница – Λομπάνιτσα (Άγιος Δημήτριος), βόρεια με το Смрдеш – Σμ΄ρντεςς (Κρυσταλοπηγή) και νότια με το χωριό Четирок – Τσσέτιροκ (Μεσοποταμία).  Πριν ακόμη την ύπαρξη του χωριού, στην περιοχή του υπήρχε πυκνό δάσος. Όταν το δάσος κόπηκε ολόκληρο, περί το 15ο αιώνα, το χωριό έλαβε το όνομα Κόσινετς. Το 1927, από πλευράς των νέων ελληνικών αρχών, μετονομάστηκε σε Ιεροπηγή.

Το χωριό παλαιότερα ήταν χωρισμένο σε τέσσερις γειτονιές: Τούμπα, Σρέντνο, Κόλαρ και Πίροβσκα μάαλα.

Εώς τον ερχομό των Τούρκων στα Βαλκάνια, στην περιοχή του χωριού υπήρχαν έξι οικισμοί. Για να μπορούν να προστατεύονται καλύτερα οι κάτοικοι, άρχισαν να συγκεντρώνονται στο τωρινό σημείο του χωριού. Οι οικισμοί ήταν: Κόλισστα, που βρισκόταν ανάμεσα στο Κόσινετς και το Ντ΄μπενι και έλαβε το όνομα από την σφαγή είκοσι ατόμων με τον ερχομό των Τούρκων, έπειτα Ούμενι – ο μεγαλύτερος οικισμός, Σέλσκο  (ανάμεσα στο Σμ΄ρντεες και το Κόσινετς), Σβέτι Ίλια (βρισκόταν στον κάμπο), Μίζζουρτσι και Ρούντισστα. Για τη δημιουργία του χωριού Κόσινετς διασώζεται ο παρακάτω θρύλος: Κάποιος βοσκός έχασε μια γίδα και μετά από πολύωρη αναζήτηση τη βρήκε σε ένα πυκνό δάσος να πίνει νερό από μια μεγάλη πηγή και δίπλα στην πηγή υπήρχε μια εικόνα, αγιογραφία. Ο βοσκός πήρε την εικόνα μαζί του και την πήγε στο Ούμενι. Οι χωρικοί την τοποθέτησαν σε κεντρικό σημείο. Την επόμενη μέρα η εικόνα είχε εξαφανιστεί και άρχισαν να την αναζητούν. Τη βρήκαν στην πηγή, στο παλιό της μέρος. Ο βοσκός είπε ότι εκεί έπρεπε να χτίσουν εκκλησία, την οποία έχτισαν και αφιέρωσαν στην Σβέτα Πέτκα (Αγία Παρασκευή). Εκεί εγκαταστάθηκαν και οι κάτοικοι του Ούμενι και έπειτα και οι κάτοικοι των άλλων οικισμών. Έτσι δημιουργήθηκε το Κόσινετς.

Το Косинец στο παρελθόν ήταν εθνικά μακεδόνικο χωριό, με λίγες βλάχικες οικογένειες. Στις αρχές του εικοστού αιώνα είχε περίπου 1400 κάτοικους, ενώ το 1913, το έτος του διαμελισμού της Μακεδονίας, αριθμούσε 1221 κάτοικους. Μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν (1903) λόγω της τρομοκρατίας από πλευράς οθωμανικών αρχών, αλλά και λόγω των επιθέσεων από τους Έλληνες αντάρτες, οι χωρικοί άρχισαν να μεταναστεύουν στις γειτονικές χώρες. Επίσης, μετανάστευαν και σε χώρες μακρινές. Την περίοδο 1903 – 1949, λόγω πολιτικών και οικονομικών αιτιών, μετανάστευαν περίπου 800 κάτοικοι του χωριού.  Μετά το 1922, στο Κόσινετς εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι Έλληνες, στρατιώτες που παντρεύτηκαν κοπέλες του χωριού και παρέμειναν να ζουν εκεί. Μετά τον ελληνο-τουρκικό πόλεμο (1922), η ελληνική κυβέρνηση εγκατέστησε στο Κόσινετς πέντε οικογένειες από τη Μικρά Ασία. Έτσι, στο χωριό το 1940 ζούσαν 529 Μακεδόνες, 34 Βλάχοι, 20 πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και 9 Έλληνες. Μετά τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου (1949), εκδιώχθηκαν από τις ελληνικές αρχές όλοι οι κάτοικοι του χωριού.

Η γρήγορη ανάπτυξη και εξάπλωση του ВМРО στη Μακεδονία, συνέβαλε στην σύσταση τοπικής οργάνωσης και στο Κόσινετς. Συστάθηκε πολύ νωρίς, το 1896, από δέκα χωρικούς υπό την ηγεσία του Лазар Киселинчев – Λάζαρ Κισελίντσσεβ και του Атанас Кршаков – Άτανας Κ΄ρσσάκοβ. Το ВМРО γρήγορα εξαπλώθηκε στο χωριό και μέλη του έγιναν όλοι οι κάτοικοι. Κύρια αποστολή της επιτροπής του χωριού ήταν η συγκέντρωση οπλισμού, η σύσταση τσσέτων (ένοπλων ομάδων) και η ετοιμότητα για ανα πάσα στιγμή ξεσηκωμού ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία. Για τους σκοπούς της οργάνωσης βοηθούσαν πολύ και οι μετανάστες από το Κόσινετς. Στο χωριό συχνά ερχόντουσαν και αρκετοί από τους ηγέτες του ΒΜΡΟ, όπως ο Чакаларов – Τσσακαλάροβ, ο Кљашев – Κλιάσσεβ κ.α. Δραστήριες ήταν και οι γυναίκες του χωριού, ανάμεσα στις οποίες η  Митровица Бицајка – Μιτρόβιτσα Μπιτσάικα, η Лазарица Марковска – Λαζάριτσα Μάρκοβα και η Κοστόβιτσα Πίροβα. Πριν την Επανάσταση οι χωρικοί είχαν ιδρύσει και ένοπλη ομάδα από 95 μαχητές και τρεις βόιβοντι (Гушло Ристо – Γκούσσλο Ρίστο, Сељо Марковски – Σέλιο Μάρκοβσκι και Атанас Кршаков – Άτανας Κ΄ρσσάκοβ), όπως είχαν και δική τους σημαία. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν, μετά τις πρώτες επιτυχίες των Μακεδόνων, ο τουρκικός στρατός έκαψε το Κόσινετς. Κατά τη διάρκεια του ξεσηκωμού οι Τούρκοι πέντε φορές λήστεψαν το χωριό, 52 χωρικοί ξυλοκοπήθηκαν άγρια, 11 χωρικοί συλλήφθησαν, 10 δολοφονήθηκαν, 10 σκοτώθηκαν ως κόμιτι και 283 σπίτια κάηκαν. Το χωριό υπέφερε πολλά δεινά και από τους Έλληνες αντάρτες την περίοδο 1904-1908, αλλά οι χωρικοί αντιστάθηκαν δυναμικά ενάντια στις ελληνικές ένοπλες ομάδες που κατέφθαναν από την Ελλάδα.

Μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων (1913), το χωριό Косинец βρέθηκε στην επικράτεια του ελληνικού κράτους. Για τις ελληνικές αρχές το χωριό χρησίμευσε ως κέντρο για τα γύρω χωριά. Εκεί χτίστηκαν στρατόπεδα, αστυνομικός σταθμός και ταχυδρομείο. Κατά την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά (1936), η τρομοκρατία αυξήθηκε ακόμη. Οι χωροφύλακες, οι στρατιώτες και οι χαφιέδες άκουγαν σε ποιά σπίτια μιλούσαν τη μακεδόνικη γλώσσα. Αυτούς που συνελάμβαναν τους οδηγούσαν στις φυλακές και τους ελευθέρωναν μόνο όταν πλήρωναν λύτρα 500 δραχμών. Πολλοί ήταν τότε που οδηγήθηκαν σε εξορία στα ερημονήσια του Αιγαίου, κυρίως οι εξέχοντες κάτοικοι, όπως ο Λάμπρο Μάινελοβ, ο Νάσο Μάρκοβσκι, ο Βάσιλ Μίοβσκι, ο Τράικο Πετλίτσσαροβ κ.α.

Την περίοδο του ελληνο-ιταλικού πολέμου, λόγω της κοντινής του απόστασης από το μέτωπο, το Κόσινετς βομβαρδίστηκε και επιστρατεύτηκαν 33 χωρικοί, από τους οποίους τρεις έχασαν τη ζωή τους. Η φασιστική κατοχή στο χωριό ξεκίνησε στις 23 του Μάη 1941 και μαζί με τους κατακτητές κατέφτασαν και οι Έλληνες συνεργάτες τους, οι οποίοι αμέσως σκότωσαν το Βάνε Μάινελοβ και το Νάσο Μάρκοβσκι. Στο χωριό είχε συσταθεί Πολιτιφυλακή για να διατηρεί στο χωριό την ,,τάξη,, και να αναγκάζει τους χωρικούς να στηρίζουν τον κατακτητή. Στο Μάη του 1944 στο χωριό έφτασε το παρτιζάνικο σώμα υπό την ηγεσία του Гоче – Γκότσσε. Οι χωρικοί τους υποδέχτηκαν με μεγάλη χαρά και ως παρτιζάνοι εντάχθηκαν αμέσως 22 νέοι. Στις μάχες που ακολούθησαν τη ζωή τους έδωσαν πολλοί νέοι. Οι κάτοικοι του Косинец έδρασαν ενεργά και στον Εμφύλιο Πόλεμο, στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού, με 68 άτομα, από τα οποία τα 22 σκοτώθηκαν. Μετά τη λήξη του εμφυλίου το χωριό εξαφανίστηκε από τον χάρτη. Μόνο δύο σπίτια και ο ναός διασώθηκαν. Όλα τα άλλα ερείπια. Το 1954, οι ελληνικές αρχές εγκατάστησαν εκεί 68 οικογένειες από τους Φιλιάτες της Ηπείρου και τους έχτισαν σπίτια σε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου από το παλιό χωριό.

Κατοίκους από το Κόσινετς σήμερα μπορεί κανείς να βρει σε όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου, εκτός από το χωριό τους. Η ,,επιτυχία,, αυτή οφείλεται στις προσπάθειες της ,,ελληνικής δημοκρατίας,,….

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

КОНОМЛАДИ – ΚΟΝΟΜΛΑΝΤΙ

Το μακεδόνικο χωριό Кономлади – Κονόμλαντι βρίσκεται στην περιοχή Корештата – Κορέσστατα, του Κόστουρ (Καστοριάς). Το χωριό είναι εξαπλωμένο σε στενή κοιλάδα μεταξύ των βουνών Вичо-Βίτσσο, Лисец-Λίσετς, Румзел-Ρούμζελ, Полената-Πολένατα και  Кукул-Κούκουλ. Μέσα από το χωριό περνάνε δύο ποτάμια: Голема Река-Γκόλεμα Ρέκα,  το οποίο πηγάζει από τα βουνά Ρούντζζελ και Λίσετς, και το Мала Река-Μάλα ρέκα που πηγάζει από το Βίτσσο. Τα δύο αυτά ποτάμια ενώνονται στο κέντρο του χωριού, στην Средна маала-Σρέντνα Μάαλα (Μεσαία γειτονιά), και από εκεί συνεχίζουν προς τα υπόλοιπα χωριά του Κορέσστατα, απ΄όπου χύνεται στον ποταμό Бистрица-Μπίστριτσα (Αλιάκμονα). Το χωριό εξαπλώνεται σε μήκος τριών χιλιομέτρων και χωρίζεται σε τρεις γειτονιές: ντόλνα, σρέντνα και γκόρνα. Βόρεια συνορεύει με τα χωριά Турије-Τούριε (Κορυφή) και Статица-Στάτιτσα (Μελάς), ανατολικά με το χωριό  Бапчор-Μπάπτσσορ (Ποιμενικό), νοτιοανατολικά με το πρώην τούρκικο και από το 1924 με το προσφυγικό χωριό Жервени-Ζζέρβενι (Άγιος Αντώνιος), νότια με το Поздивишта-Ποζντίβισστα (Χαλάρα), ενώ δυτικά, μέσω του βουνού, με τα χωριά Брезница-Μπρέζνιτσα (Βατοχώρι) και Руље-Ρούλιε (Κώτας). Το Кономлади απέχει από την πόλη Костур-Κόστουρ (Καστοριά) 25 χιλιόμετρα. Εώς το 1926, το χωριό ονομαζόταν μόνο με το μακεδόνικό του όνομα και οι ελληνικές αρχές το εξελλήνισαν σε Μακροχώρι, λόγω του μήκους του.

Σύμφωνα με τους θρύλους, στην σημερινή τοποθεσία του χωριού παλιότερα υπήρχε μόνο αδιάβατο δάσος. Όταν οι Τούρκοι κατέφτασαν στα Βαλκάνια, άρχισαν να τρομοκρατούν το μακεδόνικο πληθυσμό. Πριν την ακμή της τρομοκρατίας αυτής, τρία αδέρφια από τα χωριά του κάμπου, νότια του Κόστουρ, εγκατέλειψαν την εστία τους και μετέβηκαν στην τοποθεσία Цер-Τσερ, παρακλάδι του όρους Λίσετς, στη δυτική πλευρά του σημερινού χωριού Κονόμλαντι. Εκεί η περιοχή ήταν δασωμένη και κανείς δε μπορούσε να περάσει. Σταδιακά τ΄αδέρφια καθάρισαν ορισμένα τμήματα, δημιούργησαν χωράφια και έχτισαν τα σπίτια τους. Σταδιακά άρχισαν να εγκαθίστανται και άλλοι άνθρωποι στο χωριό. Το όνομα Κονόμλαντι, σύμφωνα με θρύλο, το έλαβε ως παρακάτω: Κάποιος από τους εξέχοντες του χωριού είχε νεαρό και δυνατό άλογο και έτσι βγήκε και το όνομα Κονόμλαντι, κον μλαντ – άλογο νεαρό.

Από τη δημιουργία του εώς και σήμερα, στο Κονόμλαντι ζούσαν και ζουν μόνο Μακεδόνες. Τον πληθυσμό του χωριού τον αποτελούσαν απόγονοι Μακεδόνων, φευγάτων λόγω της τουρκικής τρομοκρατίας από τα χωριά του κάμπου της γύρω περιοχής, από το Λέρινσκο (περιοχή Φλώρινας), από το Κάιλαρσκο (περιοχή Εορδαίας) και από το Μπίτολσκο (περιοχή Μπίτολα). Περιοδικά, προσωρινά στο χωριό ζούσαν και Τούρκοι και Βλάχοι. Στις αρχές του εικοστού αιώνα το χωριό αριθμούσε 1100 κατοίκους, το 1913 είχε 1200 κατοίκους, ενώ σήμερα έχει μόνο περίπου 200. Οι χωρικοί του Κονόμλαντι μετανάστευαν στο εξωτερικό λόγω οικονομικών αλλά και πολιτικών αιτιών, όπως παράδειγμα μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν ή την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού το 1949.

Λόγω της ορεινής φύσης του χωριού, στην κοιλάδα υπήρχε περιορισμένη γη για καλλιέργεια, όπου οι κάτοικοι καλλιεργούσαν σιτάρι και καλαμπόκι, ενώ σε ένα τμήμα υπήρχαν λιβάδια για βοσκή των ζωντανών. Στην ορεινή γη καλλιεργούσαν κυρίως πατάτες και σίκαλη. Λόγω της περιορισμένης γης, πολύ νωρίς εμφανίστηκε στο χωριό η μετανάστευση. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι, πριν και μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν, όπως και εώς τον Εμφύλιο πόλεμο, ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, και περισσότερο με τα πρόβατα και τα γίδια. Μέχρι πριν το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στο χωριό είχαν περίπου 10.000 γιδοπρόβατα.

Η Επιτροπή (Κομιτέτ) του χωριού του ВМРО συστάθηκε στο Κονόμλαντι μεταξύ των πρώτων χωριών της ευρύτερης περιοχής και για το

Μίτρε Παντζζάροβ - Βλάοτ

Μίτρε Παντζζάροβ - Βλάοτ

γεγονός είχε βοηθήσει πολύ ο μετέπειτα βόιβοντα Ристо Цветков-Ρίστο Τσέτκοβ από το ίδιο χωριό. Ο Ρίστο είχε ενταχθεί σε τσσέτα της Οργάνωσης από το 1900, όταν εκεί εντάχθηκε και ο Митре Панџаров Влаот – Μίτρε Παντζζάροβ Βλάοτ (μετέπειτα ξακουστός Βόιβοντα) και τα δύο του αδέρφια, επίσης από το Κονόμλαντι. Έπειτα στις τσσέτες (ένοπλες ομάδες) εντάχθηκαν και οι Циљо Котев-Τσίλιο Κότεβ με τα αδέρφια του Новачко-Νόβατσσκο και Доне-Ντόνε, Коле Шумов-Κόλε Σσούμοβ, Ристо Богов-Ρίστο Μπόγκοβ κ.α. Εκτός από τους άντρες, στην Οργάνωση είχαν ενταχθεί και πολλές γυναίκες του χωριού. Στο Κονόμλαντι είχε έρθει και ο σημαντικότερος ηγέτης του ВМРО, ο Гоце Делчев – Γκότσε Ντέλτσσεβ, το φθινόπωρο του 1901. Στο χωριό είχε μείνει μόνο μια νύχτα και είχε κοιμηθεί στο σπίτι του βόιβοντα Τσβέτκοβ. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν, εκτός από τους κόμιτι του χωριού που βρίσκονταν σε τσσέτες της περιοχής, είχε συσταθεί και τσσέτα του χωριού με εκατό περίπου μέλη. Τότε από το χωριό υπήρχαν τέσσερις βόιβοντι (οπλαρχηγοί). Ο Ρίστο Τσβέτκοβ, ο Μίτρε Παντζζαροβ Βλάοτ, ο Στάβρε Λιάσσκοβ και ο Τσίλιο Κότεβ. Στις μάχες με τον οθωμανικό στρατό, αλλά και με τους Έλληνες αντάρτες, σκοτώθηκαν 26 κόμιτι του χωριού, ενώ στις φυλακές του Ντιάρ Μπακίρ της Μικράς Ασίας είχαν φυλακιστεί 15 άτομα. Μετά τη λήξη της Επανάστασης, στο χωριό και πάλι εγκαταστάθηκε σώμα οθωμανικού στρατού με 100 άντρες και εκεί παρέμεινε ως και το 1912.

Με τον ερχομό των ελληνικών αρχών στο χωριό το 1912-1913, συνέχισαν τα βάσανα των χωρικών. Μια από τις πρώτες πράξεις του μητροπολίτη Καστοριάς ήταν να σβήσει και να κάψει ότι το μακεδόνικο, κυρίως στο ναό του χωριού. Επίσης έκλεισαν και το σχολείο όπου διδασκόταν η μακεδόνικη γλώσσα και στη θέση του άνοιξε ελληνικό σχολείο. Το 1913 στο χωριό κατέφθασε κάποιος Έλληνας οπλαρχηγός Ελλήνων ανταρτών και με τη βοήθεια του στρατού συγκέντρωσε όλους τους χωρικούς σε κεντρικό σημείο και άρχισε έναν έναν να τους ρωτάει ποιά εκκλησία αναγνώριζαν, την ελληνική ή την ,,σλαβική,,. Όλοι απάντησαν ότι αναγνωρίζουν την ,,σλαβική,, εκτός από τρεις οικογένειες. Ξυλοκόπησαν άγρια όλους τους κατοίκους για να αναγνωρίσουν την ελληνική. Κατά τη διάρκεια του ελληνο-τουρκικού πολέμου 1920-22 είχαν επιστρατευτεί όλοι οι ικανοί άντρες, από τους οποίους στη Μικρά Ασία σκοτώθηκαν 14 απ΄αυτούς. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, το 1937, οι ελληνικές αρχές εξέδωσαν διαταγή ανοίγματος βραδινών σχολείων για ενήλικες που δε γνώριζαν την ελληνική γλώσσα, αλλά αυτό δεν επέτυχε στο Κονόμλαντι επειδή μετά το άνοιγμα του σχολείου όλοι οι γεροντότεροι δεν ήξεραν ούτε λέξη ελληνικά και μετά δέκα ημέρες το σχολείο έκλεισε.

Την περίοδο της φασιστικής κατοχής, το Κονόμλαντι υπέπεσε υπό την ιταλική εξουσία. Οι Ιταλοί είχαν επιτρέψει την επιστροφή των τοπικών ελληνικών αρχών που υπήρχαν πριν από τον πόλεμο και την ανανέωση του αστυνομικού τμήματος στο χωριό.  Οι Έλληνες αστυνομικοί και πάλι άρχισαν να τρομοκρατούν το μακεδόνικο πληθυσμό. Όλα αυτά προκάλεσαν την εμφάνιση ένοπλης αντίστασης ενάντια της ιταλικής εξουσίας, αλλά και της ελληνικής τρομοκρατίας, όπως και ενάντια της βουλγάρικης προπαγάνδας. Πολλοί κάτοικοι εντάχθηκαν στο ΣΝΟΦ. Παρόμοια δράση αναπτύχθηκε και την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, όταν μαζικά οι κάτοικοι του χωριού εντάχθηκαν στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού, ελπίζοντας ότι έτσι θα αποκτήσουν τα εθνικά, γλωσσικά και πολιτιστικά τους δικαιώματα. Δυστυχώς, μετά τη λήξη του πολέμου αυτού, μεγάλος αριθμός κατοίκων και κυρίως παιδιά, αναγκάστηκαν για πάντα να εγκαταλείψουν το χωριό, με το ελληνικό κράτος να τους απαγορεύει την επιστροφή τους εώς και σήμερα.

Σήμερα είναι λίγοι οι κάτοικοί του, αλλά είναι πολλοί περισσότεροι οι Κονομλάτσσανι που βρίσκονται στον Καναδά και Αυστραλία, όπως και στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, και οι οποίοι διατηρούν αναλλοίωτη τη μακεδόνική τους συνείδηση.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ЕЗЕРЕЦ – ΕΖΕΡΕΤΣ

Στις παρυφές του όρους Горуша – Γκόρουσσα (Βόιο), στην περιοχή Костенаријата – Κοστεναρίατα, βρίσκεται το χωριό Езерец – Έζερετς. Ανατολικά συνορεύει με το χωριό  Осничани – Οσνίτσσανι (Καστανόφυτο), δυτικά με τα χωριά Омотско – ‘Ομοτσκο (Λιβαδοτόπι) και Л’ка – Λ΄κα (Λάγκα), βόρεια με το Забрдени – Ζαμπρντενι (Μελάνθιο) και το Вичишта – Βίτσσισστα (Νικη) και νότια με το χωριό Скумско – Σκούμσκο (Βράχος), ενώ απέχει από την πόλη Хрупишта – Χρούπισστα (Άργος Ορεστικό) 24 χιλιόμετρα.

Μετονομάστηκε σε Πετροπουλάκι το 1926, στην προσπάθεια των ελληνικών αρχών για εξελληνισμό του τμήματος της Μακεδονίας που προσάρτισε μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. Σύμφωνα με κάποιο θρύλο, το χωριό ονομαζόταν Езерец – Έζερετς από τα πολύ παλιά χρόνια, επειδή κοντά του βρισκόταν μια μικρή λίμνη (μάλο έζερο). Η λίμνη όμως άρχισε να χάνει τα νερά της όταν μια όμορφη κοπέλα πνίγηκε μέσα της και της έδωσε κατάρα με τον παρακάτω τρόπο: „Како што загинав јас, да загинеш и ти проклето езеро (κάκο σστο ζάγκιναβ ιάς ντα ζάγκινεςς ι τι πρόκλετο έζερο – όπως χάθηκα εγώ να χαθείς και εσύ καταραμένη λίμνη)“. Η κοπέλα είχε μπει στη λίμνη για να ξεφύγει από την εκδίωξη Τούρκων ληστών. Παρ΄όλα αυτά, υπάρχουν αποδείξεις ότι πράγματι υπήρχε λίμνη, όπως οι πολλές μικρές πηγές που υπάρχουν εώς και σήμερα. Επίσης, η αφήγηση συνεχίζεται λέγοντας ότι η κοπέλα, όταν αυτοκτόνησε, βρισκόταν σε έναν ψηλό βράχο. Ο βράχος αυτός σήμερα βρίσκεται ανάμεσα στα ερείπια ενός μοναστηριού, το οποίο αποκαλείται „девојачки манастир (ντεβόιατσσκι μανάστιρ – μοναστήρι κοπελών)“. Στο μοναστήρι αυτό, μέχρι και το 1912, υπήρχαν πολλές επιγραφές στη μακεδόνικη γλώσσα, αλλά με τον ερχομό των ελληνικών αρχών στην περιοχή, ,,εξαφανίστηκαν,, με ειδικό σοβά. Αυτό σημαίνει ότι το χωριό δε βρισκόταν εκεί που σήμερα βρίσκεται, αλλά στην τοποθεσία „девојачки камен“.  Σύμφωνα με άλλο θρύλο, οι πραγματικές αιτίες μετεγκατάστασης του χωριού ήταν οι κινδύνοι που απειλούσαν τους χωριανούς λόγω των διαφόρων ληστών που περνούσαν από κοντά, όπως επίσης και λόγω των δυνατών νότιων ανέμων που συχνά φυσούσαν εκεί. Το Езерец από πάντα κατοικούταν από εθνικά μακεδόνικο πληθυσμό. Στις αρχές του 20ου αιώνα είχε περίπου 110 κάτοικους, ενώ η απογραφή του 2001 έδειξε μόλις 35 κατοίκους. Οι  χωρικοί του Езерец οργανωμένα ξεκίνησαν να αγωνίζονται ενάντια στις οθωμανικές αρχές από το 1900, όταν στο χωριό συστάθηκε η πρώτη επιτροπή του ΒΜΡΟ. Πρώτος οργανωτής ήταν ο δάσκαλος Арсен-Άρσεν από την πόλη Битола-Μπίτολα, ενώ η πρώτη συνάντηση έλαβε χώρα στο σπίτι του Ѓорги Главинов – Γκιόργκι Γλαβίνοβ την ημέρα του Σβέτι Νίκολα (Αγίου Νικολάου). Ως υπεύθυνοι της επιτροπής του χωριού είχαν εκλεχθεί οι παρακάτω: Ѓорги Главинов – Γκιόργκι Γκλαβίνοβ, Кузо Насков – Κούζο Νάσκοβ και Јане  Донов – Γιάνε Ντόνοβ. Αμέσως μετά την σύσταση της επιτροπής άρχισε μεγάλη δράση για την συγκέντρωση οπλισμού. Για τον σκοπό αυτό στάλθηκαν χωρικοί στην Ελλάδα και από εκεί αγόρασαν όπλα. Τα όπλα τα μετέφεραν στο χωριό οι Атанас Варсамов – Άτανας Βαρσάμοβ, Андон Николов – Άντον Νικόλοβ, Паскал Минов – Πάσκαλ Μίνοβ, Васил Николов – Βάσιλ Νικόλοβ και Атанас Сидов – Άτανας Σίντοβ. Το 1902, στο χωριό κατέφτασε ο βόιβοντα Σστέριο από το χωριό Желин – Ζζέλιν (Χιλιόδεντρο) με την τσσέτα του, η οποία αριθμούσε περίπου 100 άντρες (κόμιτι). Στην εκκλησία του χωριού συγκέντρωσε όλον τον πληθυσμό. Σκοπός ήταν να δοθεί όρκος για αγώνα ενάντια στην οθωμανική τυραννία. Όταν μαζεύτηκαν όλοι οι χωρικοί, ο Σστέριο άρχισε: „Ιάς ια κλάβαμ ράκατα να εβαγγελίετο ι σε κόλναμ ντέκα κε σε μπόραμ ντο ποσλέντνα κάπκα κρβ ζα ιστερουβάνιετο να Τούρτσιτε οντ νάσσατα ζέμια. Ζνάετε σέλανι, βο οβάα μπόρμπα μόζζε ντα ντόιντατ νε σάμο Μακέντοντσι, τούκου ι σάτι σιρομάσσνι Τούρτσι, Βλάσι, Γκρτσι ι Αλμπάντσι (εγώ βάζω το χέρι στο ευαγγέλιο και ορκίζομαι ότι θα αγωνιστώ ως την τελευταία σταλιά αίματος για την εκδίωξη των Τούρκων από τη γη μας. Γνωρίζετε χωριανοί, στον αγώνα αυτό μπορούν να έρθουν όχι μόνο Μακεδόνες, αλλά και όλοι οι φτωχοί Τούρκοι, Βλάχοι, Έλληνες και Αλβανοί)“. Έπειτα οι χωρικοί ομόφωνα επανέλαβαν το ίδιο και ο βόιβοντα συνέχισε: „Ζα τίε Μακέντοντσι σσο κε ια πογκάζατ οβάα ζάκλετβα, γκι τσσέκα κάζνα (Τους Μακεδόνες που θα πατήσουν τον όρκο αυτό, τους περιμένει τιμωρία)“. Το 1903, ξεκίνησε η Επανάσταση του Ίλιντεν. Σημαντικότερα γεγονότα στο χωριό και γύρω από αυτό δεν συνέβησαν, αλλά πολλοί ήταν οι χωρικοί που συμμετείχαν στις επαναστατικές ομάδες που μάχονταν σε άλλες περιοχές του Κόστουρσκο (περιοχή Καστοριάς). Μερικοί απ΄αυτούς ήταν οι Коста Димитров – Κόστα Ντιμίτροβ, Јане Насков – Γιάνε Νάσκοβ,  Атанас Сидов – Άτανας Σίντοβ, Христо Томов – Χρίστο Τόμοβ, Аргир Митов – Άργκιρ Μίτοβ, Атанас Томов – Άτανας Τόμοβ, Петре Колев – Πέτρε Κόλεβ κ.α. Ο Γκιόργκι Γκλαβίνοβ πέθανε στις φυλακές της Μπίτολα, ενώ ο Ντόνε Γκλαβίνοβ σκοτώθηκε στο  Крушево – Κρούσσεβο. Επίσης, πριν την Επανάσταση, τον Ιούνιο του 1903, στο χωριό είχαν καταφτάσει οι τσσέτες των βόιβοντι Васил Чакаларов – Βάσιλ Τσσακαλάροβ και Митре  Влаот – Μίτρε Βλάοτ, συνολικά 300 κόμιτι. Ο Τσσακαλάροβ στην συνέλευση είπε: „Ντράγκι Μακέντοντσι, ντόιντε βρέμε κόγκα μόζζεμε ντα σε ντίγκνεμε να βοστάνιε (Αγαπητοί Μακεδόνες, ήρθε ο καιρός που μπορούμε να ξεσηκωθούμε σε επανάσταση)“ και στο τέλος φώναξε „Ούραα, ντα ζζίβεε Μακεντόνια (Ζήτω, να ζήσει η Μακεδονία)!“.

Μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν, οι χωρικοί έπρεπε να αντιμετωπίσουν νέους εχθρούς, οι οποίοι σκοπό είχαν να αφομοιώσουν τους Μακεδόνες και αυτοί ήταν οι Έλληνες αντάρτες. Στις 17 Μαρτίου 1905, ο καπετάν Αριστείδης με την συμμορία του επιτέθηκαν στο χωριό. Άρχισαν να μάχονται με τους άοπλους χωρικούς. Έπιασαν μερικούς βοσκούς του χωριού και τους σκότωσαν. Ήταν οι Вангел Томов – Βάγκελ Τόμοβ, Ставре Ставров – Στάβρε Στάβροβ, Петре Николов – Πέτρε Νικόλοβ, Стерјо Сидов – Στέριο Σίντοβ, Штерјо Фотев – Σστέριο Φότεβ, Никола Капера – Νίκολα Κάπερα κ.α. Οι χωρικοί γρήγορα συγκεντρώθηκαν από τα χωράφια όπου βρίσκονταν και αντιστάθηκαν στους αντάρτες, οι οποίοι σύντομα υποχώρησαν. Το 1905, μήνα Δεκέμβρη, εμφανίστηκε νέα ελληνική ομάδα, πάλι υπό την ηγεσία του Αριστείδη, η οποία κατάφερε να εισέλθει βράδυ στο χωριό, στο ναό και να καταστρέψει όλες τις εικόνες και βιβλία στη μακεδόνικη γλώσσα. Το 1906, αντάρτες και πάλι επιτέθηκαν στο χωριό και έγινε μεγάλη μάχη. Οι αντάρτες κατάφεραν να καταστρέψουν δέκα κτίρια και να κάνουν μεγάλες υλικές ζημιές. Την ίδια χρονιά, την τρίτη μέρα του Πάσχα, οι αντάρτες ξαναμπήκαν στο χωριό για να κλέψουν τα πρόβατα των κατοίκων. Δεν τα κατάφεραν… Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν ως και το 1908.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1913) και την ένταξη του Έζερετς υπό ελληνική εξουσία, ξεκίνησε ανοιχτό κυνήγημα πολλών κατοίκων του χωριού. Έτσι, για παράδειγμα, φυλακίστηκαν οι δάσκαλοι Димитар Георгиев – Ντιμίταρ Γκεοργκίεβ και Атанас Томев – Άτανας Τόμεβ στην πόλη Хрупиште – Χρούπισστε (Άργος Ορεστικό). Την περίοδο αυτή, λόγω πολιτικών, εθνικών και οικονομικών αιτιών, ξεκίνησε η μετανάστευση των κατοίκων, ιδιαίτερα στην Αμερική. Κατά τη διάρκεια του ελληνο-ιταλικού πολέμου (1940), αν και το χωριό ήταν μικρό σε αριθμό κατοίκων, λόγω της κοντινής του απόστασης από το μέτωπο, επιστρατεύτηκαν 50 άτομα στον ελληνικό στρατό. Έπειτα ακολούθησε η φασιστική κατοχή, ενάντια στην οποία οι χωρικοί εντάχθηκαν ενεργά στις οργανώσεις της αντίστασης.  Συμετάσχοντες στον ΕΛΑΣ ήταν οχτώ άτομα, από τα οποία δύο σκοτώθηκαν, οι Άντον Τόμοβ και Νίκολα Ατανάσοβ. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, οι Μακεδόνες ενεργά εντάχθηκαν στις οργανώσεις τους, όπως και στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού.  Έτσι, στις τάξεις του Δημ.Στρατού από το Έζερετς υπήρχαν 34 μαχητές, από τους οποίους οι δώδεκα έχασαν τη ζωή τους. Με το τέλος του πολέμου αυτού, συνέβη πραγματική έξοδος του πληθυσμού από το χωριό και το μεγαλύτερο μέρος αυτού αναγκάστηκε να εγκαταλείψει για πάντα τις πατρικές του εστίες, απαγορεύοντάς του η ελληνική πολιτεία να επιστρέψει και πάλι.

Από το χωριό αυτό κατάγεται και ένα από τα πρώτα μέλη των μακεδόνικων οργανώσεων ΜΑΚΙΒΕ και ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ, ο Ρίστο Σίντοβ (Χρήστος Σιδηρόπουλος).

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Б’МБОКИ – ΜΠ΄Μ΄ΜΠΟΚΙ

Το χωριό στη μακεδόνικη γλώσσα ονομάζεται Б’мбоки – Μπ΄μ΄μποκι, ενώ στα ελληνικά μετονομάστηκε το 1929, λαμβάνοντας το όνομα Σταυροπόταμος. Το όνομα αυτό δόθηκε από τις ελληνικές αρχές επειδή εκεί συναντιούνται δύο μικρά ποτάμια, το Στάρα Ρέκα που πηγάζει από το όρος Вичо-Βίτσσο και το Которска река – Κότορσκα ρέκα, το οποίο πηγάζει από το ομώνυμο βουνό.

Το Б’мбоки βρίσκεται κοντά στις αρχές του κάμπου του Костур-Κόστουρ (Καστοριάς) στη γεωγραφική περιοχή Пополе-Πόπολε. Κοντά του υπάρχουν τα χωριά Олишта – Όλισστα (Μελισσότοπος),  Загоричани – Ζαγκορίτσσανι (Βασιλειάδα), Куманичево – Κουμανίτσσεβο (Λιθιά),  Горенци – Γκόρεντσι (Κορησσός), Фотиништа – Φοτίνισστα (Αγία Φωτεινή), Кондоропи – Κοντόροπι (Μεταμόρφωση), Бобишта – Μπόμπισστα (Βέργα) και Чурилово – Τσσουρίλοβο (Άγιος Νικόλαος). Από το Костур – Κόστουρ (Καστοριά) απέχει περίπου 20 χιλιόμετρα.

Στο παρελθόν το χωριό βρισκόταν στην τοποθεσία Селца – Σέλτσα και εκεί διασταυρώνονταν πολλά μονοπάτια. Οι Τούρκοι που περνούσαν από το χωριό, συχνά επιτίθονταν, λήστευαν και βίαζαν γυναίκες και έτσι οι κάτοικοι εγκατέλειψαν το χωριό και εγκαταστάθηκαν στην σημερινή τοποθεσία, δημιουργώντας το Μπ΄μ΄μποκι.

Από τα πολύ παλιά χρόνια εώς και σήμερα, στο χωριό ζούσαν και ζουν εθνικά Μακεδόνες. Στις αρχές του εικοστού αιώνα το χωριό είχε περίπου 300 κάτοικους, ενώ σήμερα εκεί ζουν περίπου 200. Κατά την οθωμανική κυριαρχία εκεί ζούσαν και Τούρκοι μπέηδες, οι οποίοι κατείχαν τη γη του χωριού. Τούρκικο τσιφλίκι ήταν όλο το Μπ΄μ΄μποκι. Το μεγαλύτερο μέρος της γης ήταν ιδιοκτησία του Μπιντοβάι Μπέη και το κονάκι του ήταν πολύ μεγάλο και φραγμένο με ψηλά τείχη. Το όνομα του κονακιού ήταν Κούλα (στα μακεδόνικα σημαίνει πύργος).

Οι κάτοικοι του χωριού από πολύ νωρίς άρχισαν να μεταναστεύουν, κυρίως λόγω πολιτικών και οικονομικών αιτιών. Συνήθως μετανάστευαν στις γειτονικές χώρες, αλλά και στην Ευρώπη και στις υπερωκεάνιες χώρες. Μεταξύ των πρώτων μεταναστών ήταν και οι  Петре Аламанов – Πέτρε Αλαμάνοβ, Кузо Васков – Κούζο Βάσκοβ, Петре Теодосиев – Πέτρε Τεοντοσίεβ, Аргир Дуланов – Άρκιρ Ντουλάνοβ, Христо Ичов – Χρίστο Ίτσσοβ κ.α. Το χωριό ασχολούταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία.

Το χωριό ήταν ενεργό σε όλα τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του μακεδόνικου λαού. Την περίοδο της Επανάστασης του Ίλιντεν (1903), μεγάλος αριθμός κατοίκων του  Б’мбоки συμμετείχε στις επαναστατικές δράσεις. Στις 25 Ιουλίου 1903, ο  Στέφο και ο Πέτρε Γκίτσσεβι (πατέρας και γιος), ξεκίνησαν να πάνε στο γιατρό στην Κλεισούρα. Στο δρόμο συνάντησαν οθωμανικό στρατό και έχασαν τη ζωή τους. Στις 14 Αυγούστου 1903, ισχυρά τουρκικά σώματα συγκρούστηκαν με επαναστατικές τσσέτες στην τοποθεσία  Кајмакот – Κάιμακοτ, η οποία βρίσκεται απέναντι από το χωριό. Όσοι κάτοικοι δεν συμμετείχαν στη μάχη, κυρίως γέροι και γυναικόπαιδα, εγκατέλειψαν το χωριό και κατέφυγαν στο μοναστήρι Свети Врач – Σβέτι Βρατςς. Ένα τουρκικό σώμα, με την συνοδεία μπασσιμπόζουκ (ληστοσυμμορίας), πέρασε από το χωριό και έκαψε και τα 43 σπίτια του, το σχολείο και την εκκλησία. Σκοτώθηκαν τότε πέντε γέροι του χωριού, οι Димо Николов – Ντίμο Νικόλοβ, Христо Дељов – Χρίστο Ντέλιοβ, бабата Дељанова – μπάμπατα Ντελιάνοβα, Мара Дељанова – Μάρα Ντελιάνοβα και Леко Стефов – Λέκο Στέφοβ.

Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913) και την προσάρτιση του μεγαλύτερου τμήματος της Μακεδονίας στην Ελλάδα, το Μπ΄μ΄μποκι για πρώτη φορά στην ιστορία του βρέθηκε στην σύνθεση του ελληνικού κράτους. Το 1913, από το Κόστουρ (Καστοριά) έφτασε στο χωριό αστυνομία. Με έντολή της όλοι οι άντρες και αγόρια συγκεντρώθηκαν στο σχολείο. Περίπου 50 άντρες και αγόρια μεταφέρθηκαν στις φυλακές της πόλης. Ο Јане – Γιάνε και ο Петре – Πέτρε Волчев-Βόλτσσεβ και κάποιοι άλλοι, μετά από δύο χρόνα φυλακής εξορίστηκαν στα ελληνικά ερημονήσια. Το 1927, η αστυνομία εξόρισε στα ερημονήσια για τρία χρόνια και τους Ламбе Василев – Λάμπε Βασίλεβ, Ламбе Попниколов – Λάμπε Ποπνικόλοβ και Миро Глигоров – Μίρο Γκλιγκόροβ. Για την αφομοίωση των Μακεδόνων, οι αρχές άνοιξαν βραδυνό σχολείο με σκοπό όλοι οι κάτοικοι, νέοι και γέροι, να μάθουν την ελληνική γλώσσα. Ταυτόχρονα τιμωρούνταν όλοι όσοι δημόσια έκαναν χρήση της μητρικής τους μακεδόνικης γλώσσας. Έτσι για παράδειγμα, η γριά Ангелија Сијакова – Αγκέλια Σιάκοβα τιμωρήθηκε με χρηματική ποινή τρεις φορές για τον ίδιο λόγο.

Στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο (1940-41), από το χωριό επιστρατεύτηκαν 20 άτομα.  Με την φασιστική κατοχή της Ελλάδας από το 1941, το χωριό βρέθηκε υπό ιταλική εξουσία.  Την ίδια χρονιά το χωριό δέχτηκε επίθεση από ιταλικά σώματα με σκοπό να βρουν οπλισμό. Όλοι οι άντρες συγκεντρώθηκαν στο σχολείο και ανακρίθηκαν για οπλισμό. Άγρια ξυλοκοπήθηκαν και βασανίστηκαν οι Коста Костандинов – Κόστα Κονσταντίνοβ και Лазе Станоев – Λάζε Στανόεβ. Είχαν συκοφαντηθεί από το δάσκαλο Νάουμ Τσολάκη από το  Хрушишта – Χρούπισστα (Άργος Ορεστικό), ότι τάχα έκρυβαν όπλα. Οι Ιταλοί εκμεταλεύτηκαν την ευκαιρία και έκλεψαν τροφή, σοδειές και ζωντανά των κατοίκων.

Μετά την υποχώρηση και την συνθηκολόγηση των ναζιστών της Γερμανίας, ιδιαίτερα μετά την Συμφωνία της Βάρκιζας (1945), για τους κατοίκους του Бомбоки, όπως και τους κατοίκους όλων των μακεδόνικων χωριών, έφτασαν δύσκολες ημέρες. Ο ελληνικός στρατός και αστυνομία, αλλά και ένοπλες συμμορίες, είχαν στόχο το βασανισμό του μακεδόνικου πληθυσμού. Το καλοκαίρι του 1945, στο χωριό έφτασε ο Μανέλης, αρχηγός ένοπλης συμμορίας. Αυτός απείλησε ότι εάν δεν του δώσουν αυτό που ζητάει (τρόφιμα, ζωντανά, ρουχισμό και χρήματα), θα επιτεθεί στο χωριό. Οι χωρικοί για να γλιτώσουν έδωσαν τα ζητούμενα. Κατά μια άλλη επίθεση της ίδιας συμμορίας, σκοτώθηκε ο Ѓорги Грозданов – Γκιόργκι Γκρόζντανοβ, επειδή αρνήθηκε να τους δώσει τα πρόβατά του.  Μερικές ημέρες αργότερα, η γυνάικα του, Вета Грозданова – Βέτα Γκροζντάνοβα, επιστρέφοντας στο χωριό από τα χωράφια, συνάντησε το Μανέλη και αυτός τη βίασε.  Οι βιαιότητες εντάθηκαν, αλλά δεν κατάφεραν να σπάσουν το ήθος των Μακεδόνων. Το φθινόπωρο του 1945, στο χωριό συστάθηκαν τοπικές επιτροπές των μακεδόνικων οργανώσεων НОФ και АФЖ. Κύριος οργανωτής ήταν ο Кљаков – Κλιάκοβ από το χωριό  Вишени – Βίσσενι (Βυσσινιά). Στο НОФ οργανώθηκαν οι Лазо Станоев-Λάζο Στανόεβ,  Методи Василев – Μετόντι Βασίλεβ, Коста Попкузов – Κόστα Ποπκούζοβ, Фоте Глигоров – Φότε Γκλιγκόροβ, Ламбо Глигоров – Λάμπο Γκλιγκόροβ, Ѓорги Волчев – Γκιόργκι Βόλτσσεβ, Вангел Делиланов – Βάνγκελ Ντελιλάνοβ κ.α. Το ΝΟΦ το 1945 στο χωριό είχε 30 μέλη και πρώτος γραμματέας είχε οριστεί ο Ѓорги Мељов – Γκιόργκι Μέλιοβ.  Στο АФЖ (οργάνωση γυναικών) μέλη ήταν οι Тина Ламатова – Τίνα Λαμάτοβα, Ангелина Динкова – Αγκελίνα Ντίνκοβα, Лена Волчева – Λένα Βόλτσσεβα κ.α.

Στις 25 Ιουλίου 1946, στις τάξεις των Μακεδόνων παρτιζάνων εντάχθηκαν και οι Πάνε Γκίτσσεβ, Γκιόργκι Μέλιοβ και Πάσκαλ Βλάσσκοβ. Λόγω αυτού του γεγονότος αλλά και λόγω του φόβου των αρχών για μαζικότερη συμμετοχή στο κίνημα, η αστυνομία πολύ συχνά τρομοκρατούσε τον πληθυσμό του χωριού. Την αστυνομία βοηθούσε ο δάσκαλος του χωριού και η Ντότα Ποπκούζοβα. Η ηγεσία του НОФ και οι παρτιζάνικες ομάδες σύντομα αιχμαλώτησαν τους καταδότες αυτούς. Όταν έμαθαν για αυτό οι αρχές, έστειλαν στο χωριό την συμμορία του Λεκόπουλου. Αυτός παρουσίασε δύο εναλλακτικές λύσεις, ή θα ελευθερώσουν τους αιχμαλώτους ή θα κάψει όλο το χωριό. Στάλθηκε αντιπροσωπεία στους παρτιζάνους. Ο δάσκαλος αποδείχτηκε ότι ήταν αθώος και αφέθηκε ελεύθερος, αλλά η Ντότα καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Επίσης, οι διοικητές των παρτιζάνων έστειλαν επιστολές προς τις ελληνικές συμμορίες με προειδοποιήσεις να σταματήσουν να τρομοκρατούν τους Μακεδόνες, αλλιώς θα έπαιρναν τα κατάλληλα μέτρα. Η συμμορία έλαβε στα σοβαρά την επιστολή και υποχώρησε από το χωριό.

Όπως και να ΄χει, στην επί δεκαετία πολεμική περίοδο (1940-49), το Б’мбоки έδωσε μεγάλο αριθμό θυμάτων, συνολικά 39, κυρίως κατά την περίοδο του Εμφυλίου πολέμου. Την ίδια περίοδο εγκατέλειψαν το χωριό περίπου 90 άτομα.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ГОРНО И ДОЛНО КАЛНИК – ΓΚΟΡΝΟ Ι ΝΤΟΛΝΟ ΚΑΛΝΙΚ

Στον κύριο δρόμο από το Лерин-Λέριν (Λέριν) για τη Битола-Μπίτολα, στην πεδιάδα Πελαγκόνια, στη μια όχθη του ποταμού που έρχεται από το χωριό Буф-Μπουφ (Ακρίτας) και περνάει από το Горно и Долно Клештино-Γκόρνο και Ντόλνο Κλέσστινο (Πάνω και Κάτω Κλεινές) και λέγεται Елешка река-Έλεσσκα ρέκα, βρίσκεται το χωριό  Горно Калник-Γκόρνο Κάλνικ ή και Γκόρνο Κάλενικ, το οποίο από πλευράς ελληνικών αρχών μετονομάστηκε τη δεκαετία του 1920 σε Άνω Καλινίκη. Απέχει 7.5 χιλιόμετρα από το Λέριν. Βόρεια συνορεύει με το χωριό Негочани-Νεγκότσσανι (Νίκη), ανατολικά με το χωριό Долно Калник-Ντόλνο Κάλνικ (Κάτω Καλλινίκη) και Сакулево-Σακούλεβο (Μαρίνα), νοτιοδυτικά με το Пополжани-Ποπόλζζανι (Παπαγιάννη) και δυτικά με το Долно Клештино-Ντόλνο Κλέσστινο (Κάτω Κλεινές).

Στο παρελθόν, το χωριό ως τούρκικο τσιφλίκι ήταν πολύ γνωστό. Οι χωρικοί εργάζονταν για τον αφέντη του τσιφλικιού, ο οποίος λεγόταν Γιούσουφ Μπέη. Σταδιακά, κάποιοι από τους χωρικούς που είχαν πάει μετανάστες στην Αμερική, με την επιστροφή τους αγόραζαν και γη από το μπέη.

Το Горно Калник υπάρχει εδώ και περισσότερες εκατοντάδες χρόνια. Κοντά στο χωριό, σε περίπου δύο χιλιόμετρα προς την περιοχή του Ντόλνο Κλέσστινο, στην τοποθεσία  Круша-Κρούσσα, βρέθηκαν κιούπια και μαρμάρινες πλάκες στα χωράφια του Коста  Дуклев-Κόστα Ντούκλεβ και Петре Танков-Πέτρε Τάνκοβ, όπως και άλλων, οι οποίοι εργαζόμενοι στα χωράφια τους ανακάλυψαν αρχαίο οικισμό. Την περίοδο του 1960, αρχαιολόγοι του κράτους έκαναν ανασκαφές και ανακάλυψαν πολλά σημεία αρχαίας πόλης.

Ο αριθμός του πληθυσμού στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν περίπου 350 κάτοικοι, ενώ σήμερα αριθμεί περίπου 320. Μεγάλη μείωση του πληθυσμού επήλθε τα πρώτα χρόνια από την προσάρτιση αυτού του τμήματος της Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος, επειδή οι αρχές δεν έδιναν τη δυνατότητα στον πληθυσμό ελεύθερα να εργάζεται στην περιουσία του. Η εθνική σύσταση του πληθυσμού ήταν πάντοτε μακεδόνικη και ασχολούταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία.

Την περίοδο της Επανάστασης του Ίλιντεν, ιδιαίτερα κατά την έναρξη του ελληνικού ,,Μακεδονικού αγώνα,, στο χωριό δημιουργήθηκαν δύο παρατάξεις. Η μία ενεργούσε για το μακεδόνικο κίνημα, υπό την ηγεσία του βόιβοντα Ристо Чичков – Ρίστο Τσσίτσσκοβ, ενώ η άλλη, υπό την ηγεσία του Тодор и Стево Чадевски-Τόντορ και Στέβο Τσσάντεβσκι, εργαζόταν για την ελληνική προπαγάνδα. Γνωστοί Μακεδόνες αγωνιστές του χωριού ήταν πολλοί, όπως οι  Крсте Манов – Κρστε Μάνοβ και Џајко Балаков – Τζζάικο Μπαλάκοβ. Η ομάδα αυτή ήταν δραστήρια ως την περίοδο 1933-34, όταν μια μέρα αποφάσισαν να εξολοθρεύσουν τον γκαρκομάνο (ελληνόφιλο) Тодор Чадевски-Τόντορ Τσσάντεβσκι. Με το φόνο του, η αστυνομία ξεκίνησε έρευνες, χωρίς όμως να καταφέρει να βρει αποδεικτικά στοιχεία. Παρόλα αυτά, οι αρχές συνέλαβαν τους Τζζάικο Μπαλάκοβ, Γκεόργκι Κρλεβ και Μίχαηλ Μάνοβ, οι οποίοι καταδικάστηκαν, ενώ ο Τζζάικο καταδικάστηκε σε θάνατο. κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, τα παιδιά του Τόντορ Τσσάντεβσκι εντάχθηκαν στο μακεδόνικο κίνημα και αναχώρησαν για την τότε Γιουγκοσλαβία, όπου και εντάχθηκαν στα παρτιζάνικα σώματα.

Πολλοί ήταν και οι χωρικοί που συμμετείχαν στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, όπου συμμετείχαν όλοι όσοι συμπεριλήφθησαν στη γενική επιστράτευση του ελληνικού στρατού, είκοσι τον αριθμό. Απ΄αυτούς, ένας έχασε τη ζωή του στο μέτωπο, ο Јордан Стојан Маневски – Γιόρνταν Στόγιαν Μάνεβσκι, ο οποίος σκοτώθηκε το Μάρτιο του 1941, σε  τοποθεσία του βουνού Бубеш – Μπούμπεςς.

Την περίοδο της φασιστικής κατοχής, ο πρώτος που εντάχθηκε στην αντίσταση και δραστηριοποίησε το χωριό, ήταν ο Коста Каранџулов – Κόστα Καραντζζούλοβ. Το 1943, ο Κόστα συγκέντρωσε όλους αυτούς που είχαν συμπάθειες προς το κίνημα της αντίστασης και έτσι πολλοί χωριανοί εντάχθηκαν στο σώμα „Гоце Делчев (Γκότσε Ντέλτσσεβ)“. Οι κάτοικοι ενεργά είχαν ενταχθεί και στο ΣΝΟΦ και το ΝΟΦ, τις μακεδόνικες δηλαδή οργανώσεις εκείνης της περιόδου, όπως οι Пеце Манев – Πέτσε Μάνεβ, Танас Ѓолев – Τάνας Γκιόλεβ, Јосиф Китанов – Γιόσιφ Κιτάνοβ, Танас Балаков – Τάνας Μπαλάκοβ,  Георги Талев – Γκεόργκι Τάλεβ, Коста Китанов – Κόστα Κιτάνοβ και άλλοι. Όλα αυτά τα πρόσωπα το 1944 εντάχθηκαν και στο παρτιζάνικο και ήταν μέλη της ταξιαρχίας „Гоце Делчев“.

Δίπλα στον ποταμό Елешка река- Έλεσσκα ρέκα και πολύ κοντά στο Γκόρνο Κάλνικ, βρίσκεται και το χωριό Долно Калник – Ντόλνο Κάλνικ ή και Ντόλνο Κάλενικ, το οποίο οι ελληνικές αρχές ξαναβάπτισαν σε Κάτω Καλλινίκη. Παλαιότερα το χωριό ήταν επίσης στιφλίκι του Γιούσουφ Μπέη. Το χωριό ήταν πολύ μικρό με λίγα μόνο σπίτια, των οποίων οι κάτοικοι δούλευαν στην περιουσία του μπέη. Το χωριό χρονολογείται πριν από περισσότερα από 200 χρόνια, όταν μια οικογένεια από το Ντόλνο Κλέσστινο (Κάτω Κλεινές) και μια από το χωριό  Добровени-Ντομπρόβενι (Δημοκρατία της Μακεδονίας) δημιούργησαν το Ντόλνο Κάλνικ.  Έπειτα στο χωριό εγκαταστάθηκαν και οικογένειες προερχόμενες από τα χωριά Руље – Ρούλιε (Κώτας), Желево – Ζζέλεβο (Ανταρτικό), Ошчима – Όσστσσιμα (Τρίγωνο) και  Кономлади – Κονόμλαντι (Μακροχώρι). Έτσι το χωριό το έτος 1923, αριθμούσε 20 οικίες.  Μετά τον ελληνο-τουρκικό πόλεμο (1920-22), με την αναχώρηση των μουσουλμάνων από την ελληνική επικράτεια (,,εθελουσίας ανταλλαγής πληθυσμών,,) στη θέση τους εγκαταστάθηκαν χριστιανικοί πληθυσμοί από την Τουρκία. Έτσι στο Ντόλνο Κάλνικ εγκαταστάθηκαν οικογένειες με καταγωγή από τις παρυφές του όρους Καύκασου. Με τον ερχομό αυτόν των προσφύγων, το χωριό άρχισε να αλλάζει τρόπο ζωής. Ο αριθμός των κατοίκων τότε ήταν περίπου 120, ενώ σήμερα είναι περίπου 150. Με την συνθηκολόγηση του Δημοκρατικού Στρατού και τη λήξη του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, ο αριθμός των κατοίκων άρχισε να μειώνεται, επειδή η ελληνική εξουσία άρχισε να εκδιώκει όλους τους προοδευτικούς ανθρώπους. Εκείνοι αναγκάστηκαν να καταφύγουν στις χώρες του τότε ανατολικού μπλοκ ή στις υπερωκεάνιες χώρες. Η ασχολία των κατοίκων ήταν κυρίως η γεωργία και η κτηνοτροφία, ενώ σε μικρό ποσοστό ασχολούνταν και με την αμπελουργία και την καλλιέργεια οπωροφόρων δέντρων.

Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν, στην περιοχή του χωριού δραστηριοποιούταν ο βόιβοντα Коле-Κόλε από το Добровени – Ντομπρόβενι.

Κατά τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο είχαν επιστρατευτεί 14 κάτοικοι του χωριού, από τους οποίους ένας χάθηκε στις μάχες. Κατά τη διάρκεια της φασιστικής κατοχής, η αντίσταση στο χωριό εμφανίστηκε πολύ νωρίς, ακόμη από το 1941, ενώ οι πρώτοι παρτιζάνοι του χωριού βγήκαν το 1942. Ήταν οι Наум Волчев – Νάουμ Βόλτσσεβ, Трајан Мангов – Τράγιαν Μάνγκοβ, Георги Малков – Γκεόργκι Μάλκοβ και Митра Минова – Μίτρα Μίνοβα. Απ΄αυτούς, σε μάχη στο Костурско-Κόστουρσκο (περιοχή Καστοριάς), σκοτώθηκε το 1943 ο Γκεόργκι Μάλκοβ. Την οργάνωση της αντίστασης στο χωριό είχε οργανώσει ο Νάουμ Βόλτσσεβ. Οι κάτοικοι του χωριού είχαν ενεργά ενταχθεί και στις μακεδόνικες οργανώσεις СНОФ и НОФ – ΣΝΟΦ και ΝΟΦ, μεταξύ των οποίων και οι  Ставре Волчев – Στάβρε Βόλτσσεβ, Мите Крстев – Μίτε Κρστεβ, Коста Трајков – Κόστα Τράικοβ, Ристе Марков – Ρίστε Μάρκοβ, Васил Трајков – Βάσιλ Τράικοβ, Алексо Јаникев – Αλέξο Γιανίκεβ, Коле Филков – Κόλε Φίλκοβ κ.α. Το 1944, σκοτώθηκε ο Блаже Малков – Μπλάζζε Μάλκοβ, ο οποίος επέστρεφε από το Λέριν (Φλώρινα), από πλευράς γερμανικής αστυνομίας. Ενεργοί μαχητές κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, για τα δίκαια του μακεδόνικου λαού, ήταν οι Трајче Волчев-Τράιτσσε Βόλτσσεβ, Иљо Ставров – Ίλιο Στάβροβ, Вангел Волчев – Βάνγκελ Βόλτσσεβ και Τина Волчева – Τίνα Βόλτσσεβα.

Σήμερα, και τα δύο παραπάνω μακεδόνικα χωριά είναι ζωντανά και η μακεδόνικη γλώσσα έχει διατηρηθεί σε καλό επίπεδο.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ЗЕЛЕНИЧ – ΖΕΛΕΝΙΤΣΣ

Το χωριό Зеленич – Ζέλενιτςς βρίσκεται 51 χιλιόμετρα νότια της πόλης Лерин – Λέριν (Φλώρινα) και 18 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της κωμόπολης Сорович – Σόροβιτςς (Αμύνταιο). Βόρεια συνορεύει με το βλάχικο χωριό Невеска – Νέβεσκα (Νυμφαίο), νότια με το αρβανίτικο χωριό Λέχοβο, δυτικά με το Стребено – Στρέμπενο (Ασπρόγεια), βόρειοανατολικά με τα χωριά Горско – Γκόρσκο (Αγραπιδιές) και Ајтос – Άιτος (Αετός), ενώ ανατολικά συνορεύει με τη λίμνη Зазарско езеро – Ζάζαρσκο έζερο (Ζάζαρη). Είναι απλωμένο σε μια υπέροχης ομορφιάς μικρή κοιλάδα με περίπου 150 εκτάρια γόνιμης γης, στην οποία καλλιεργείται κυρίως πατάτα. Η κοιλάδα είναι περικυκλωμένη απ΄όλες τις πλευρές με ψηλούς λόφους. Το Зеленич ήταν ένα από τα μεγαλύτερα χωριά αυτού του τμήματος της Μακεδονίας. Πριν το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο Πόλεμο, το χωριό αριθμούσε περισσότερα από 400 σπίτια και περίπου 2000 κατοίκους. Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα είχε ακόμη περισσότερους, 2400 κατοίκους, από τους οποίους οι 1800 Μακεδόνες, 500 Τούρκοι και 70 Ρομά. Οι δρόμοι του χωριού ήταν όλοι στρωμμένοι με καλντερίμι και όλοι τους οδηγούσαν στο κέντρο του χωριού, όπου η πλατεία, μεγάλη και τακτοποιημένη, έμοιαζε με κέντρο μικρής πόλης. Εκεί γίνεται και παζάρι. Δίπλα από το χωριό περνάει επαρχιακή οδός που συνδέει το Σόροβιτςς (Αμύνταιο) με την πόλη Костур – Κόστουρ (Καστοριά). Στο Ζέλενιτςς υπάρχουν δύο ναοί, του Σβέτι Ντιμίτριι (Αγίου Δημητρίου) που χτίστηκε το 1864 και του Σβέτι Γκεόργκι (Αγίου Γεωργίου), ο οποίος χτίστηκε το 1867.

Κατά πάσα πιθανότητα, το χωριό έλαβε το όνομά του από το πολύ πράσινο που το περιβάλει (στη μακεδόνικη γλώσσα ζέλενο=πράσινο). Δεν υπάρχουν ακριβείς στοιχεία για το πότε και πώς ιδρύθηκε το χωριό. Το πιθανότερο είναι ότι την παλαιότερη περίοδο το χωριό είχε ιδρυθεί από Τούρκους, οι οποίοι είχαν χτίσει περίπου εκατό σπίτια, τα οποία σήμερα κατοικούνται από πρόσφυγες που κατέφτασαν στην ελληνική επικράτεια (σε μακεδόνικα εδάφη λόγω…εθνικών λόγων) μετά τον ελληνο-τουρκικό πόλεμο (1920-22). Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, λόγω των Τούρκων που ζούσαν στο χωριό, ποτέ δεν ληστεύτηκε, ούτε δέχτηκε επιθέσεις από διάφορες μουσουλμανικές συμμορίες που δρούσαν στην ευρύτερη περιοχή.

Όπως και σε όλα τα χωριά αυτού του τμήματος της Μακεδονίας, έτσι και στο Ζέλενιτςς, αλλά με περισσότερες δυσκολίες λόγω των αρκετών Τούρκων κατοίκων του, στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, δημιουργήθηκε επιτροπή του ΒΜΡΟ. Πολλοί ήταν οι κάτοικοι που βγήκαν κόμιτι στα βουνά κατά την Επανάσταση του Ίλιντεν και δύο είχαν χάσει τη ζωή τους, ο Стефо Которцев – Στέφο Κοτόρτσεβ και ο Васил Которцев – Βάσιλ Κοτόρτσεβ. Γνωστός βόιβοντα του χωριού ήταν και ο Кочо Цонков – Κότσσο Τσόνκοβ. Μετά το τέλος της επανάστασης, οι Τούρκοι, ως εκδίκηση, σκότωσαν οχτώ Μακεδόνες του χωριού (Лазо Бицанов – Λάζο Μπιτσάνοβ, Иљо Бицанов – Ίλιο Μπιτσάνοβ, Коле Колинов – Κόλε Κολίνοβ, Ване Попов – Βάνε Πόποβ κ.α.). μετά το τέλος της Επανάστασης του Ίλιντεν, στις περιοχές αυτές άρχισε να εισέρχεται η

Κότσσο Τσόνκοβ

Κότσσο Τσόνκοβ

ελληνική ένοπλη προπαγάνδα. Κέντρο της ελληνικής προπαγάνδας αυτής της περιοχής ήταν το κοντινό στο Ζέλενιτςς χωριό, το Στρέμπενο (Ασπρόγεια). Μεταξύ των κατοίκων των δύο αυτών χωριών συχνά συνέβαιναν καυγάδες για το θέμα αυτό. Στην ιστορία, αλλά και σε ειδικό αφιέρωμα στη Νόβα Ζόρα (τεύχος 16), έχει γραφτεί για το Ματωμένο Γάμο του Ζέλενιτςς στις 13 Νοεμβρίου 1904, όταν το χωριό δέχτηκε επίθεση από ελληνικές παραστρατιωτικές ομάδες, οι οποίες σκότωσαν περισσότερους κατοίκους του χωριού που παρεβρίσκονταν σε γάμο. Το 1907, οι οθωμανικές αρχές είχαν στείλει φυλακή στην πόλη Ντιαρμπακίρ της Αναντόλια, πέντε κατοίκους του χωριού (Пеце Боглев – Πέτσε Μπόγκλεβ,  Нацо Цандилев – Νάτσο Τσαντίλεβ, Кире Цандилев – Κίρε Τσαντίλεβ κ.α.), και οι οποίοι ξαναγύρισαν στα σπίτια τους το 1912. Τον Σεπτέμβριο του 1910, το χωριό υπέφερε και πάλι λόγω των συγκρούσεων μεταξύ των Νεοτούρκων και των οπαδών του σουλτάνου.

Την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων (1912-13), το χωριό Ζέλενιτςς εντάχθηκε στην σύνθεση του ελληνικού κράτους. Κατά τη διάρκεια των Δεύτερων Βαλκανικών Πολέμων, ο ελληνικός στρατός αιχμαλώτησε πέντε άτομα από το χωριό και ως ,,επικίνδυνους,, τους φυλάκισε στο νησί Ιθάκη. Ως αποτέλεσμα της δύσκολης κατάστασης των Μακεδόνων χωρικών, των συνεχών πολέμων, πιέσεων από τις νέες ελληνικές αρχές, την περίοδο 1910-1920 εγκατέλειψαν το χωριό περισσότερες δεκάδες Μακεδόνες, οι οποίοι μετανάστευσαν στην Αμερική. Την περίοδο του ελληνο-τουρκικού πολέμου, από το χωριό είχαν επιστρατευτεί στον ελληνικό στρατί 23 Μακεδόνες. Μετά το τέλος του πολέμου αυτού, το 1923, οι Τούρκοι κάτοικοι του Ζέλενιτςς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να αναχωρήσουν για την Τουρκία, ενώ στη θέση τους εγκαταστάθηκαν 739 χριστιανοί πρόσφυγες από την Τουρκία. Μετά από αυτήν την ανταλλαγή πληθυσμών, για μεγάλο χρονικό διάστημα ανάμεσα στους Μακεδόνες και τους νεόφερτους υπήρχαν ασυμφωνίες και καυγάδες για διάφορα θέματα. Το 1927, η ελληνική εξουσία άλλαξε αυθαίρετα το μακεδόνικο όνομα του χωριού με ελληνικό και το ονόμασε από Ζέλενιτςς, Σκλήθρο.

Το μίσος που είχε δημιουργηθεί την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά ανάμεσα στους Μακεδόνες και Έλληνες κατοίκους του Ζέλενιτςς, ήταν ορατό και κατά τη διάρκεια της φασιστικής κατοχής και του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος ήταν να μην συμμετάσχουν μαζικά οι Μακεδόνες στον ένοπλο αγώνα ενάντια στους κατακτητές. Οι Μακεδόνες του Ζέλενιτςς θεωρούσαν ότι τα συνθήματα και τα προγράμματα του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ ήταν εθνικιστικά και έτσι είχαν χάσει την πίστη τους στις οργανώσεις αυτές. Επίσης, είχαν δει ότι στις τάξεις του ΕΛΑΣ είχαν ενταχθεί και όλα τα γκρεκομάνικα στοιχεία του χωριού Στρέμπενο (Ασπρόγεια). Το έτος 1944, στην τοποθεσία  Дауло – Ντάουλο, σκοτώθηκε ένας Γερμανός και ως εκδίκηση για το γεγονός αυτό, οι γερμανικές αρχές μαζί με τους παοτζήδες, μπήκαν στην Κλεισούρα και σκότωσαν μεγάλο αριθμό κατοίκων, όπως είχαν κάνει οι παοτζήδες στο χωριό Ράντσι (Ερμακιά) και Κατράνιτσα (Πύργοι). Όλες αυτές οι επιθέσεις των παοτζήδων ανάγκασαν τους κατοίκους του Ζέλενιτςς ενεργά να ενταχθούν μαζικά στην αντίσταση.

Το κομμουνιστικό κόμμα στο Ζέλενιτςς σύστασε επιτροπή τον Σεπτέμβριο του 1944.  Το 1945, με την εμφάνιση της μακεδόνικης οργάνωσης НОФ (ΝΟΦ – νάροντνο οσλομποντίτελεν φροντ / λαικό απελευθερωτικό μέτωπο) και των ένοπλων ομάδων του, οι Μακεδόνες του Ζέλενιτςς μαζικά εντάχθηκαν στις τάξεις του, δείχνοντας με τον τρόπο αυτό εμπιστοσύνη μόνο σε μακεδόνικη οργάνωση. Το γεγονός υποστηρίζεται και από τα στοιχεία ότι ως παρτιζάνοι στον Εμφύλιο Πόλεμο βγήκαν 92 κάτοικοι του χωριού, από τους οποίους οι 22 σκοτώθηκαν στις μάχες. Κοντά στο Ζέλενιτςς σκοτώθηκε και ο γνωστός Μακεδόνας αγωνιστής Μάτε Μπούλεβ από το Βρμπενι (Ξυνό Νερό).

Σήμερα είναι ένα ζωντανό χωριό, με συχνές πολιτιστικές εκδηλώσεις και γνωστές στην ευρύτερη περιοχή ταβέρνες. Τα αυθεντικά όμως έθιμα του χωριού, που υπήρχαν επί αιώνες, σήμερα έχουν χαθεί. Το τριήμερο καρναβάλι τις ημέρες της Πρωτοχρονιάς, που παρίστανε άλλοτε γάμο, άλλοτε κηδεία ή βάπτιση, το απαγόρεψε η εκκλησία στα τέλη του ΄60. Η δεύτερη μέρα του Πάσχα ήταν κάποτε αφιερωμένη στους νεκρούς και όλοι οι χωριανοί μαζεύονταν στο νεκροταφείο και γινόταν μεγάλο φαγοπότι και χορός (εκδήλωση με κάποια βογομιλικά στοιχεία και γι΄αυτό ίσως κυνηγήθηκε από τις εκκλησιαστικές αρχές).

Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία – πατάτες και καλαμπόκι – ενώ η μακεδόνικη γλώσσα έχει διατηρηθεί σε μεσαίο επίπεδο. Η μακεδόνικη διασπορά του χωριού, κυρίως στον Καναδά, είναι μεγάλη, ενώ μεγάλος είναι και ο αριθμός των πολιτικών προσφύγων στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, των οποίων την επιστροφή απαγορεύει η ελληνική πολιτεία. Από το χωριό αυτό καταγόταν και η Μακεδόνισσα μητέρα του πρώην Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, Χρήστου Σαρτζετάκη.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

КРУШОРАДИ – ΚΡΟΥΣΣΟΡΑΝΤΙ

Το χωριό Крушоради βρίσκεται δίπλα στον ποταμό Стара река – Στάρα Ρέκα, ο οποίος κυλάει στη νότια πλευρά, ενώ γύρω από το χωριό βρίσκονται οι μικροί λόφοι Венец – Βένετς. Ανατολικά συνορεύει με το χωριό Сетина-Σέτινα (Σκοπός), δυτικά με το χωριό  Овчарани – Οβτσσάρανι (Μελίτη), νότια με το Горничево – Γκορνίτσσεβο (Κέλλη), ενώ βόρεια του βρίσκονται τα ελληνο-μεκαδόνικα σύνορα. πάνω από το χωριό βρίσκεται το μοναστήρι Σβέτι Χάραλαμπ και το γκρεμισμένο μοναστήρι του Σβέτι Σπας. Το χωριό χωρίζεται σε τρεις μάαλι (γειτονιές), στη Γκόρνα, Σρέντνα και Ντόλνα. Το 1925, οι ελληνικές αρχές άλλαξαν το όνομα το χωριού σε Αχλάδα, μερική μετάφραση του μακεδόνικου (στη μακεδόνικη γλώσσα круша-κρούσσα σημαίνει αχλάδι). Πάνω από το χωριό, σε μια ομαλή κοιλάδα, βρίσκονται αιώνια ερείπια και πέτρινα θεμέλια, τα οποία μαρτυρούν την ύπαρξη κάποτε ολόκληρης πόλης. Διάφορες ιστορίες αναφέρουν ότι εκεί πριν χίλια περίπου χρόνια, υπήρχε η πόλη Крушорад – Κρούσσοραντ. Πάνω από τα ερείπια αυτά υπάρχει ακόμη ένα μεγάλο γκρεμισμένο κάστρο.

Το Крушодари πριν το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε περίπου 150 οικογένειες και σύμφωνα με την απογραφή του 1936, 1045 κατοίκους. Η εθνική σύνθεση ήταν από πάντοτε μακεδόνικη, ενώ κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, είχε ένα μόνο μπέη, ο οποίος είχε το χωριό ως τσιφλίκι. Έχει τρεις μικρότερες και τρεις μεγαλύτερες εκκλησίες και μεγάλο σχολείο, το οποίο χτίστηκε το 1930 και εκεί, πριν το πόλεμο, φοιτούσαν περίπου 250 μαθητές. Τότε στο χωριό λειτουργούσαν και τέσσερα μπακάλικα.

Μπέης του χωριού ήταν ο Φέιμ, με καταγωγή από την Αλβανία, ο οποίος δέσποζε στο χωριό όχι μέχρι το τέλος της τουρκικής κυριαρχίας, αλλά εώς την αναχώρησή του, το 1923. Οι χωρικοί είχαν αρχίσει να αγοράζουν τη γη από το μπέη ακόμη από τα τέλη του 19 αιώνα, αλλά αυτός συνέχιζε να κρατάει τα καλύτερα κομμάτια. Μετά την αναχώρηση του μπέη, τους κατοίκους βρήκε χειρότερο κακό. Τους εκμεταλευόταν ο γνωστός γκρεκομάνος και αντάρτης Στέφο Καπιντάν, με καταγωγή από το Μαγκάρεβο. Μέσω τρομοκρατίας και βίας,  είχε κάνει τους κατοίκους σκλάβους του στα τσιφλίκια του.

Στο Крушоради η τοπική οργάνωση του ВМРО συστάθηκε το 1899 από τον Георги Иванов – Γκεόργκι Ιβάνοβ. Τα πρώτα μέλη του ΒΜΡΟ

Μαχητές στον Εμφύλιο

Μαχητές στον Εμφύλιο

από το χωριό ήταν οι: Дине Костенчев – Ντίνε Κοστέντσσεβ, Атанас Балов – Άτανας Μπάλοβ, Крсте Конзуров – Κρστε Κονζούροβ, Филип Гоговчев – Φίλιπ Γκογκόβτσσεβ και Τζζόλε Βεσέλοβ. Τον Οκτώβριο του 1902, η τσσέτα του Мице Кљанзов – Μίτσε Κλιάνζοβ και η τσσέτα του дедо Коле Добровенски – ντέντο Κόλε Ντομπροβένσκι βρίσκονταν σε κονάκι στο χωριό, ενώ οι Τούρκοι το περικύκλωσαν. Ξεκίνησε μάχη. Οι στρατιώτες άρχισαν να καίνε σπίτια στη Ντόλνα Μάαλα, έκαψαν περίπου 20 σπίτια. Σε ένα από τα σπίτια βρίσκονταν και οι κόμιτι του Κλιάνζοβ από το Βρμπενι (σημ. Ξινό Νερό), οι οποίοι κάηκαν ζωντανοί. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν (1903), κόμιτι έγιναν από το χωριό περίπου 50 άντρες και όλος ο πληθυσμός εγκατέλειψε το χωριό και βρήκε καταφύγιο στο όρος Ниџе-Νίτζζε (σημ.Βόρρας) για να αποφύγει τις επιθέσεις των Οθωμανών. Εκεί παρέμειναν 15 ολόκληρες μέρες.

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912-13), μετά την υποχώρηση των οθωμανικών αρχών, το χωριό για σύντομο χρονικό διάστημα δεν ήταν κάτω από καμιά εξουσία και με τον ερχομό των Ελλήνων, το 1913, συνελήφθησαν 7 άτομα, επειδή δήλωσαν Μακεδόνες.

Το 1927, άνοιξε το ορυχείο λιγνίτη, όπου άρχισαν να εργάζονται πολλοί κάτοκοι. Αφεντικά του ορυχείου ήταν οι έμποροι Ρόζας και Σπυράκης από το Лерин-Λέριν (Φλώρινα). Το 1937, οι εργάτες κατάφεραν να ιδρύσουν συνδικάτο, με 80 μέλη. Η συνεδρίαση είχε γίνει στην αυλή του σπιτιού του Стојче Билимов – Στόιτσσε Μπιλίμοβ.

Την περίοδο του ελληνο-ιταλικού πολέμου (1940-41), από το χωριό επιστρατεύτηκαν περίπου 50 άτομα και όλοι τους βρέθηκαν στο μέτωπο της Αλβανίας. Εκεί σκοτώθηκαν πέντε απ΄αυτούς: Лазо Клопчев – Λάζο Κλόπτσσεβ, Тане Лазаров – Τάνε Λαζάροβ, Тале Петканин – Τάλε Πετκάνιν, Коле Грујов – Κόλε Γκρούιοβ και Милан Апостолов-Μίλαν Αποστόλοβ.

Κατά τη διάρκεια της φασιστικής κατοχής, στο Крушоради το καλοκαίρι του 1941, άνοιξε ελληνικό αστυνομικό τμήμα, το οποίο δεν υπήρχε πριν από τον πόλεμο και στο χωριό επίσης είχε σταθμεύσει και ένα γερμανικό στρατιωτικό σώμα. Τον Απρίλιο του 1942, το Πάσχα, έγινε μεγάλο επεισόδιο μεταξύ των αστυνομικών και κατοίκων του χωριού κατά τη διάρκεια γλεντιού στην κεντρική πλατεία. Οι αστυνομικοί ήθελαν να βγάλουν το καπέλο ενός νεαρού και οι χωρικοί ξυλοκόπησαν 8 αστυνομικούς. Οι γερμανικές αρχές έμαθαν για το γεγονός και ελευθέρωσαν τους Έλληνες χωροφύλακες.

Η πρώτη οργανωμένη δράση του ΚΚΕ στο χωριό εμφανίστηκε την άνοιξη του 1942, όταν ο  Вангел Којчев – Βάνγκελ Κόιτσσεβ από το χωριό Баница – Μπάνιτσα (σημ.Βεύη) ήρθε σε επαφή με ανθρακωρύχους του Крушодари. Ο Којчев έκανε συνάντηση στο σπίτι του  Апостол Петков – Άποστολ Πέτκοβ, όπου παρεβρέθηκε ο ιδιοκτήτης του σπιτιού και οι  Коста Џингов – Κόστα Τζζίνγκοβ και Иљо Љамов – Ίλιο Λιάμοβ. Η οργάνωση του ЕАМ  στο χωριό συστάθηκε την άνοιξη του 1944. Ως υπεύθυνος είχε οριστεί ο Петре Донев –Πέτρε Ντόνεβ. Κατά την απελευθέρωση του χωριού το 1944, η οργάνωση ΕΑΜ του χωριού αριθμούσε 105 μέλη. Μετά την υποχώρηση των Γερμανών, τον Οκτώβριο του 1944, εξουσία ασκούσε η ΕΑΜ, με δικά της όργανα εξουσίας. Πρόεδρος του χωριού είχε εκλεγεί ο Кице  Грмов – Κίτσε Γκ΄ρμοβ. Μετά την παράδοση του οπλισμού του ΕΛΑΣ και την εμφάνιση των πρώτων καθεστωτικών σωμάτων στο Λέριν και την ευρύτερη περιοχή, τέλη του Απρίλη 1945 στο Крушодари επήλθε νέα κατάσταση και όλοι οι ακτιβιστές του ΚΚΕ και του ΕΑΜ ζούσαν πλέον σε ημιπαρανομία, κρυβόμμενοι στα γύρω βουνά. Η αστυνομία σύντομα άρχισε μαζικές συλλήψεις στο χωριό και μόνο το 1945 συνέλαβε 12 άτομα.

Όλο το χωριό σχεδόν είχε ενταχθεί και στον αγώνα για τα δίκαια των Μακεδόνων και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου. Είχε εκεί συσταθεί κλάδος της μακεδόνικης οργάνωσης  НОФ – ΝΟΦ και ως γραμματέας της είχε οριστεί ο Петре Доневски – Πέτρε Ντόνεβσκι και ως μέλη οι Методи Донев – Μετόντι Ντόνεβ, Кице Бачов – Κίτσε Μπάτσσοβ, Ване Костенчев – Βάνε Κοστέντσσεβ, Спасо Трајанов – Σπάσο Τραγιάνοβ και Илија Чакалов – Ίλια Τσσακάλοβ. Τον Απρίλιο του 1947, στο Δημοκρατικό Στρατό είχαν ήδη ενταχθεί 77 νεαροί χωρικοί.  Τα χρόνια του Εμφυλίου, το Κρουσσόραντι είχε δεχτεί περισσότερες επιθέσεις από τις κυβερνητικές δυνάμεις και οι κάτοικοι αναγκάζονταν να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και να καταφεύγουν στην τότε Γιουγκοσλαβία.

Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού τον Αύγουστο του 1949, στο χωριό σταδιακά επέστρεψαν περίπου 30 οικογένειες και άρχισαν εκ νέου να δημιουργούν τη ζωή τους στο χωριό. Οι ελληνικές αρχές έλαβαν μέτρα εγκατάστασης στο χωριό νέων οικογενειών και έτσι το 1950 εγκαταστάθηκαν καταρχήν Βλάχοι κτηνοτρόφοι και έπειτα Έλληνες από την Ήπειρο, στους οποίους μοιράστηκε και γη. Μέσα σε τρία χρόνια, οι αρχές κατάφεραν να αλλάξουν την εθνική σύσταση του Крушодари.

Σήμερα, το Κρουσσόραντι είναι ένα χωριό με τους περισσότερους κατοίκους του εκδιωγμένους εκτός συνόρων επειδή δεν είναι ,,Έλληνες το γένος,,. Εκεί υπάρχει ενεργός πολιτιστικός σύλλογος που προσπαθεί να διατηρήσει και να αναπτύξει τη μακεδόνικη παράδοση του τόπου και επίσης, εκεί λειτουργεί ακόμη και το μεγάλο ανοιχτό ορυχείο λιγνίτη. Η μακεδόνικη γλώσσα είναι ακόμη ζωντανή και υπαρκτή σε όλες τις πτυχές της καθημερινότητας των κατοίκων του μακεδόνικου αυτού χωριού.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

БОБИШТА – ΜΠΟΜΠΙΣΣΤΑ

Το χωριό Бобишта-Μπόμπισστα βρίσκεται στις παρυφές των βουνών Врбица – Β΄ρμπιτσα και Которска планина – Κότορσκα πλάνινα, σε υψόμετρο 925 μέτρων. Βρίσκεται μέσα στη γνωστή κλεισούρα Дауло – Ντάουλο, περίπου 20 χιλιόμετρα ανατολικά της πόλης  Костур – Κόστουρ (Καστοριά). Γύρω από το Μπόμπισστα βρίσκονται και τα χωριά  Загоричани – Ζαγκορίτσσανι (Βασιλειάδα), Бмбоки – Μπ΄μποκι (Σταυροπόταμος), Олиште – Όλισστε (Μελισσότοπος), Куманичево – Κουμανίτσσεβο (Λιθιά) και Клисура – Κλεισούρα.  Έλαβε το όνομά του επειδή από ανέκαθεν εκεί ευδοκιμούσε το боб – μπομπ (φασόλια). Τα τοπονύμια των περιοχών γύρω από το χωριό ήταν και είναι ακόμη και σήμερα μακεδόνικα, όπως Шурбово – Σσούρμποβο, Бобишка корија – Μπόμπισσκα κόρια, Јанков камен – Γιάνκοβ κάμεν, Широк пат – Σσίροκ πατ κ.α. Το 1926, όπως και όλα τα ονόματα των μακεδόνικων χωριών στην Ελλάδα, στην προσπάθεια εξελληνισμού αυτού του τμήματος της Μακεδονίας, μετονομάστηκε σε Βέργα.

Το Бобишта ήταν και είναι κατοικημένο από εθνικά Μακεδόνες, εκτός από λίγους Βλάχους, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο χωριό όταν πήραν νύφες από το χωριό αυτό. Το έτος 1900 είχε περίπου 700 κάτοικους, αλλά μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους ο αριθμός μειώθηκε πολύ σε μόνο 243 κάτοικους, ενώ σήμερα εκεί κατοικούν περίπου 150 άτομα. Σχεδόν όλες οι μετοικίσεις από το χωριό έγιναν λόγω πολιτικών και εθνικών αιτιών και μόνο λίγες λόγω οικονομικής μετανάστευσης στην ξενιτιά.

Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, κυρίως προβάτων και γιδιών. Επειδή όμως τα οικονομικά τους ήταν πάντοτε λιγοστά, προσλαμβάνονταν ως μεροκαματιάρηδες στους κρατικούς δρόμους ή πήγαιναν για δουλειά σε άλλα μέρη για περίοδο 5-6 μηνών.

Το 1900, στο χωριό συστάθηκε η πρώτη επιτροπή του ВМРО, στην οποία συμμετείχαν οι Дине Чулев – Ντίνε Τσσούλεβ, Коста Левендов – Κόστα Λεβέντοβ, Никола Динов – Νίκολα Ντίνοβ, Ѓорги Розов – Γκιόργκι Ρόζοβ, Димитар Фаслов – Ντιμίταρ Φάσλοβ κ.α. Τα μέλη της επιτροπής αυτής του χωριού είχαν οπλιστεί με οπλισμό που είχαν πάει να αγοράσουν από την Ελλάδα. Στην εορτή του χωριού, τον Св. Архангел (Αρχάγγελο), το Νοέμβριο του 1902, μπήκε στο χωριό με την τσσέτα του ο βόιβοντα Гајко – Γκάικο, γεγονός που το έμαθαν οι οθωμανικές αρχές και σύντομα στρατός περικύκλωσε το χωριό, αρχίζοντας αιματηρή μάχη που κράτησε όλη την ημέρα. Όταν οι κόμιτι έμειναν χωρίς σφαίρες, προσπάθησαν να εγκαταλείψουν το χωριό με γιουρούσι, αλλά δυστυχώς σκοτώθηκαν σχεδόν όλοι, καταφέρνοντας να σωθούν μόνο τρεις. Επίσης, ως εκδίκηση, οι Τούρκοι σκότωσαν μερικά μέλη της επιτροπής του ΒΜΡΟ του χωριού. Την περίοδο της Επανάστασης του Ίλιντεν (1903), από το χωριό συμμετείχαν 33 κόμιτι, μεταξύ των οποίων οι  Ѓорги Мишков – Γκιόργκι Μίσσκοβ, Златко Попов – Ζλάτκο Πόποβ, Андреа Сидов – Άντρεα Σίντοβ, Кузо Розов – Κούζο Ρόζοβ κ.α. Ο γνωστότερος βόιβοντα (οπλαρχηγός) του χωριού αλλά και της ευρύτερης περιοχής ήταν ο Манол Розов – Μάνολ Ρόζοβ. Όταν άρχισαν οι τούρκικες επιθέσεις εναντίων των επαναστατών στο Κόστουρσκο (περιοχή Καστοριάς), οι κάτοικοι του Μπόμπισστα εγκατέλειψαν το χωριό και βρήκαν καταφύγιο στην Κλεισούρα, ενώ αυτοί που δεν έφυγαν από το χωριό σκοτώθηκαν όλοι, 13 τον αριθμό. Τα οθωμανικά άτακτα ένοπλα σώματα, γνωστά ως μπασσιμπόζουκ, πρώτα λήστεψαν το χωριό και έπειτα το έκαψαν. Κάηκαν και τα 115 σπίτια, όπως και τα σχολεία αρρένων και θηλέων. Στην Κλεισούρα οι χωρικοί παρέμειναν περίπου δύο χρόνια, αλλά επίσης μεγάλος αριθμός οικογενειών, μην έχοντας πού να επιστρέψουν, εγκατέλειψαν για πάντα τη Μακεδονία. Τα βάσανα του Μπόμπισστα συνεχίστηκαν και μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν, αυτή τη φορά από τους Έλληνες αντάρτες. Ιδιαίτερος στόχος επιθέσεων ήταν το χωριό το έτος 1905, όταν περισσότερες φορές δέχτηκε επίθεση από τις ομάδες του Βάρδα, θρηνώντας πολλά θύματα.

Μάνολ Ρόζοβ

Μάνολ Ρόζοβ

Μετά την προσάρτηση του μεγαλύτερου τμήματος της Μακεδονίας στην Ελλάδα το 1913, στο χωριό εγκαταστήθηκε ελληνική αστυνομία. Με διαταγή της, συγκεντρώθηκαν όλοι οι κάτοικοι στο νεόχτιστο τότε σχολείο του χωριού και όλοι ξυλοκοπήθηκαν αμίλεικτα. Η αιτία ήταν ότι ήταν Μακεδόνες, ότι συμμετείχαν στην Επανάσταση του Ίλιντεν και επειδή μετά την επανάσταση έκρυβαν τους κόμιτι. Τα εκκλησιαστικά και σχολικά βιβλία γραμμένα στη μακεδόνικη γλώσσα, όπως και οι εκκλησιαστικές εικόνες, κάηκαν δημόσια στην πλατεία του χωριού.  Από το 1913, λόγω της κρατικής τρομοκρατίας της Ελλάδας, άρχισε μαζική μετανάστευση των κατοίκων του Μπόμπισστα. Το 1928, οι ελληνικές αρχές εξόρισαν για ένα χρόνο στα ελληνικά νησιά τον Алексо Динов – Αλέξο Ντίνοβ, το οποίο εξόρισαν και πάλι το 1940, αυτή τη φορά μαζί με τον Златко Попов – Ζλάτκο Πόποβ. Το 1936-37, οι αρχές άνοιξαν βραδινό σχολείο για όλους τους κατοίκους που δε γνώριζαν καθόλου ελληνικά. Δηλαδή σχεδόν για όλους τους κατοίκους. Το 1937 ήταν η χρονιά των μεγάλων χρηματικών προστίμων γι΄αυτούς που τολμούσαν να μιλήσουν στη μητρική τους μακεδόνικη γλώσσα. 350 δραχμές πλήρωσαν περισσότερες φορές πολλοί από τους κατοίκους, όπως οι Симо Чулев – Σίμο Τσσούλεβ, Коста Левендов – Κόστα Λεβέντοβ, Алексо Рибов – Αλέξο Ρίμποβ κ.α. Στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο (1940-41) από το χωριό συμμετείχαν 10 άτομα, χωρίς ευτυχώς κανένα θύμα.

Το 1941, το Μπόμπισστα βρέθηκε υπό ιταλική κατοχή και πολλοί ήταν οι κάτοικοι που στυγνά βασανίστηκαν από τις κατοχικές αρχές, με πλέον άγρια βασανιστήρια αυτά που πέρασαν οι Ставро Каракостов – Στάβρο Καρακόστοβ και Алеко Рибов – Αλέκο Ρίμποβ. Λόγω της ανυπόφορης κατάστασης, μερικοί κάτοικοι, την ίδια χρονιά κατέφυγαν στη Μπίτολα. Το 1943, ελληνική εθνικιστική οργάνωση υπό την ηγεσία του καπετάν Κολάρα, βρισκόταν στο χωριό Лошница – Λόσσνιτσα (Γέρμας). Ετοιμαζόταν να επιτεθεί στο Μπόμπισστα και να εκδιώξει μαζικά το μακεδόνικο πληθυσμό. Για την πρόθεση αυτή του Κολάρα, οι κάτοικοι ειδοποιήθηκαν από έναν Έλληνα κάτοικο της Λόσσνιτσα. Πήραν όλα τα μέτρα. Η συμμορία του Κολάρα επιτέθηκε στο χωριό αλλά δεν κατάφερε να πιάσει κανέναν, επειδή όλοι οι κάτοικοι κρύφτηκαν στις γύρω τοποθεσίες. Τον Σεπτέμβριο του 1944, για πρώτη φορά στο χωριό συστάθηκαν επιτροπές των οργανώσεων ΕΑΜ και ΝΟΦ. Στο ΝΟΦ είχαν οργανωθεί άνω των 40 ατόμων και γραμματέας ήταν ο Никола Попов – Νίκολα Πόποβ. Στην Егејска бригада – Εγκέισκα μπριγκάντα (αιγαιάτικη ταξιαρχία) από το Μπόμπισστα συμμετείχαν οι Димитар Чулев – Ντιμίταρ Τσσούλεβ, Димитар Мичов – Ντιμίταρ Μίτσσοβ, Ѓорѓи Мичов – Γκιόργκι Μίτσσοβ, Коста Левендов – Κόστα Λεβέντοβ,  Коста Ларгов – Κόστα Λάργκοβ και Тоди Далов – Τόντι Ντάλοβ.

Το Μάη του 1945, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τις κατοχικές δυνάμεις, μια ελληνική συμμορία, υπό την ηγεσία του Λεκόπουλου, περικύκλωσε το χωριό και έπιασε τον Σίμο Τσσούλεβ και τον ξυλοκόπησε επειδή ο γιός του ήταν μέλος της Εγκέισκα Μπριγκάντα και εκείνη την στιγμή βρισκόταν στη τότε Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας. Συγκέντρωσαν και όλους τους υπόλοιπους κατοίκους και έδωσαν διαταγή να παρουσιαστούν όλοι όσοι είχαν συγγενείς στη Δημ.Μακεδονίας. Άρχισαν να τους χτυπούν ανελέητα, χωρίς σταματημό. Το 1947, από το χωριό πέρασε επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για να εξετάσουν την κατάσταση. Οι Μακεδόνες, εγγράφως και προφορικά ενημέρωσαν τους διεθνείς εκπροσώπους για την κατάσταση των Μακεδόνων στην Ελλάδα και την συνεχή κρατική τρομοκρατία. Ως εκδίκηση, οι κυβερνητικές δυνάμεις, μετά από δύο βδομάδες, επιτέθηκαν στο χωριό. Την ίδια χρονιά, από το χωριό στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού εντάχθηκαν 26 αγωνιστές, ενώ το χωριό για ορισμένο διάστημα είχε απελευθερωθεί με τη βοήθεια των παρτιζάνων.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Κατηγορίες

Loading

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


EMPORIKI BANK-Branch 501 Florina

Bank account 59667441

IBAN:GR75 0120 5010 0000 0005 9667 441

BIC EMPOCRAA

Μηνιαίες Εκδόσεις

Македонска Ризница
  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2014 (230)
  • 2013 (377)
  • 2012 (372)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)
  • Τελευταίο
  • Δημοφιλή
  • Σχόλια