Αρχεία | ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ | Наши села

ПОСТОЛ – ΠΟΣΤΟΛ

Το χωριό (ή κωμώπολη αν θέλετε) Постол (Πόστολ) βρίσκεται σε απόσταση περίπου δύο χιλιομέτρων βόρεια του δρόμου που απλώνεται από

Το Πόστολ την περίοδο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Το Πόστολ την περίοδο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

το Солун (Σόλουν/Θεσσαλονίκη), Пазар (Πάζαρ/Γιαννιτσά), Воден (Βόντεν/Έδεσσα), εώς και το Лерин (Λέριν/Φλώρινα). Η τοποθεσία του Πόστολ απέχει 10 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά από το Πάζαρ (Γιαννιτσά) και 40 χιλιόμετρα βορειοδυτικά από το Σόλουν (Θεσσαλονίκη), σε υψόμετρο 60 μέτρων.

Βόρεια συνορεύει με το Рамел (Ράμελ/Ραχώνα), βορειοδυτικά με το Куфалово (Κουφάλοβο/Κουφάλια),  νότια με το Зорбатово (Ζορμπάτοβο/Μικρό Μοναστήρι),  νοτιοανατολικά με το Илиџиево (Ιλιτζζίεβο/ Χαλκηδόνα)  και δυτικά με το Пазар (Πάζαρ/Γιαννιτσά).

Είναι εγκατεστημένο σε γόνιμη πεδιάδα του μεγάλου χαμηλού του Σόλουνσκο Πόλε (Κάμπου της Θεσσαλονίκης). Είναι σχετικά πλούσιο χωριό, επειδή διαθέτει μεγάλη γόνιμη γη και οι κύριες παραγωγές του είναι σιτηρά, βαμβάκι, οπωροκηπευτικά και κτηνοτροφικές επεξεργασίες. Κάτω από το χωριό, δίπλα στον κεντρικό δρόμο, υπάρχουν πηγές από το νερό των οποίων γινόταν η ύδρευση της αρχαίας πόλης Πέλα, πρωτεύουσα της αρχαίας Μακεδονίας του Αλέξανδρου, η οποία βρισκόταν ακριβώς εκεί και μαρτυρούν το γεγονός οι ανασκαφές και το μουσείο που βρίσκεται επιτόπου.

Την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στη Μακεδονία, το χωριό λεγόταν Постол (Πόστολ), αλλά μετά την προσάρτιση του νότιου τμήματος της Μακεδονίας στην Ελλάδα το 1912, το χωριό έλαβε το όνομα Άγιοι Απόστολοι. Το 1920 μετονομάστηκε και πάλι και το νέο του όνομα ήταν Παλιά Πέλλα και κοντά του δημιουργήθηκε ένα νέο χωριό λόγω του ερχομού των ματζζίρι (προσφύγων από Μικρά Ασία) το 1924, το οποίο έλαβε το όνομα Νέα Πέλλα.

Το όνομα Πέλα λήφθηκε από τα νερά Πελ που βρίσκονται και σήμερα στο ίδιο μέρος. Οι χωρικοί αφηγούνταν ότι η Πέλα ήταν η πρωτεύουσα του Αλεξάνταρ του Μακεδόνα και ότι τα νερά βρίσκονταν στην αυλή του παλατιού του.

Το Постол εώς το 1924 ήταν κατοικημένο μόνο από εθνικά Μακεδόνες, όταν οι ελληνικές αρχές εγκατέστησαν εκεί πρόσφυγες από Μικρά Ασία και Βουλγαρία, ενώ το 1947 οι αρχές εγκατέστησαν στο χωριό και πενήντα οικογένειες Καρακατσάνους από την περιοχή του Λέριν/Φλώρινας. Στις αρχές του 20ου αιώνα το χωριό αριθμούσε περίπου 500 κάτοικους, ενώ το 1943 είχε πλέον 1863 κάτοικους. Οι κάτοικοι του Πόστολ από πολύ νωρίς άρχισαν να εγκαταλείπουν τις πατρικές τους εστίες, καταρχήν λόγω οικονομικών αιτιών και έπειτα λόγω πολεμικών, πολιτικών και εθνικών λόγων. Μεγάλο μέρος των Μακεδόνων κατέφυγαν (ή τους μετέφεραν ,,εθελοντικά,,) στη Βουλγαρία την περίοδο1924-1925 και 1944, ενώ το 1945, περίπου 50 Μακεδόνες αναγκάστηκαν να βρουν καταφύγιο στην τότε Γιουγκοσλαβία. Σήμερα είναι κωμώπολη με μεικτή σύνθεση και εκεί ζουν περίπου 2500 άνθρωποι.

Στο Πόστολ, μεταξύ άλλων, γεννήθηκε και ένας από τους μεγαλύτερους Μακεδόνες της νεότερης μακεδόνικης ιστορίας, ο Крсте Петков Мисирков (Κ΄ρστε Πέτκοβ Μίσιρκοβ), ο οποίος θεωρείται ως ο ,,πατέρας,, του σύγχρονου μακεδόνικου έθνους και της κωδικοποιημένης μακεδόνικης γλώσσας, ενώ το γνωστότερο έργο του ήταν το βιβλίο „За Македонцките работи“ (Ζα Μακεντόντσκιτε ράμποτι / Για τις μακεδόνικες υποθέσεις), το οποίο είχε εκδοθεί το 1903. (Περισσότερα για το Μίσιρκοβ δείτε Νόβα Ζόρα τεύχος7).

Στο Πόστολ, την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας λειτουργούσαν δύο σχολεία. Το πρώτο ήταν το πατριαρχικό, το οποίο είχε ανοίξει το έτος 1876 και το δεύτερο ήταν το εξαρχικό, που είχε αρχίσει να λειτουργεί το 1905, το οποίο μαζί με την εξαρχική εκκλησία είχαν καταστραφεί από τις ελληνικές αρχές το 1912, ενώ όλα τα βιβλία που ήταν γραμμένα στη μακεδόνικη γλώσσα είχαν καεί. Το Πόστολ είναι αρκετά μακριά από τα γύρω βουνά και για το λόγο αυτό οι κόμιτι του ВМРО δεν είχαν συχνές επαφές με τον πληθυσμό. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν (1903), της επανάστασης δηλαδή του μακεδόνικου λαού ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, είχαν σχεδιαστεί κάποιες δράσεις από κατοίκους του χωριού, αλλά τελικά δεν είχαν υλοποιηθεί. Η μόνη τσσέτα που είχε μπει αρκετές φορές στο Πόστολ και είχε δεχθεί μεγάλη βοήθεια από τους κατοίκους, ήταν αυτή του μεγάλου Μακεδόνα βόιβοντα Апостол Петков Терзиев (Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ).

Μετά την εγκατάσταση των προσφύγων στο χωριό, ξεκίνησαν τα βάσανα του μακεδόνικου πληθυσμού. Ο πλέον εξέχων Μακεδόνας της περιόδου μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων ήταν ο Петар Камбуров (Πέταρ Καμπούροβ). Στις εκλογές το 1935 για πρόεδρο του χωριού, είχε εκλεγεί ο Коста Рамилски (Κώστα Ραμίλσκι). Οι ελληνικές αρχές ήταν κατά της εκλογής του και σχεδίαζαν τη δολοφονία του. Στις 26 Μαρτίου 1935, στο κοινοτικό κατάστημα γινόταν συνεδρίαση και αφότου έφυγαν όλοι περίπου στις 9 το βράδυ, ξεκίνησε το σχέδιο δολοφονίας του. Αφού μπήκε στο σπίτι του, οι αρχές πυροβόλησαν και τον σκότωσαν, ενώ τραυμάτισαν την 12χρονη κόρη του. Η οικογένεια κατέθεσε μήνυση στο Σόλουν/Θεσσαλονίκη, αλλά το δικαστήριο ποτέ δεν κάλεσε σε δίκη τους ενόχους. Την ίδια ημερομηνία, αλλά το επόμενο έτος, έγινε νέα δολοφονία. Για πρόεδρος του χωριού είχε εκλεγεί και πάλι Μακεδόνας. Οι Μακεδόνες του χωριού συνήθως συγκεντρώνονταν στην καφάνα του Κολάροβ. Οι αρχές (του παρακράτους) περικύκλωσαν το καφενείο και περίμεναν να βγουν έξω οι θαμώνες για να σκοτώσουν τον πρόεδρο και κάποιους άλλους εξέχοντες Μακεδόνες κάτοικους του χωριού. Γνωρίζοντας όμως για την παγίδα παρέμειναν στο καφενείο όλη τη νύχτα, αλλά ο 17χρονος Коста Лопутов (Κώστα Λοπούτοβ), μη γνωρίζοντας, κατευθύνθηκε τη νύχτα προς το καφενείο και πριν να μπει, πυροβολήθηκε από πολλές πλευρές και έπεσε νεκρός. Η τραγική θέα ξεσήκωσε τους Μακεδόνες και όλοι μαζί βγήκαν από το καφενείο οπλισμένοι με ότι είχαν βρει στο μαγαζί, όπως ξύλα, σκούπες κ.α. Το σκοτάδι ήταν πυκνό και οι πολιορκητές άρχισαν να πυροβολούν οπουδήποτε και έγινε στην ουσία μια μεγάλη μάχη.

Την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι φασιστικές δυνάμεις μπήκαν στην Ελλάδα, οι Έλληνές του Πόστολ άρχισαν να καταφεύγουν προς τον Όλυμπο, αλλά αργότερα αποδείχτηκε ότι εκείνοι ήταν που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς ενάντια στο μακεδόνικο κίνημα. Ο πρώτος που εντάχθηκε στην αντίσταση το 1943 ήταν ο Георги Рамилски (Γκιόργκι Ραμίλσκι) και αργότερα και η Марија ПопЛазарева (Μάρια ΠοπΛαζάρεβα), η Ана Рамилска (Άνα Ραμίλσκα) και ο Ристо Мицакис (Ρίστο Μητσάκης).  Το μήνα Ιούνιο του 1944, αφότου ενημερώθηκαν ότι στο Πόστολ αναπτύσσεται καλά το δίκτυο της αντίστασης, οι παοτζήδες την αυγή περικύκλωσαν το χωριό. Έδωσαν διαταγή όλοι οι χωρικοί να συγκεντρωθούν στην αυλή του σχολείου. Οι εκπρόσωποι της αντίστασης εγκλείστηκαν στο σχολείο και ξυλοκοπήθηκαν και ένας απ΄αυτούς πέθανε. Τον Ιούνη, Ιούλη και Αύγουστο του 1944, από το Πόστολ στα παρτιζάνικα σώματα εντάχθηκαν τα παρακάτω άτομα: Борис Љалев (Μπόρις Λιάλεβ), Георги Самарџиев (Γκεόργκι Σαμαρτζζίεβ), Томо Инсточиев (Τόμο Ινστοτσσίεβ), Томо Рамилски (Τόμο Ραμίλσκι), Манол Чакрев (Μάνολ Τσσάκρεβ) κ.α.

Μετά τη λήξη του πολέμου, ξεκίνησε και πάλι η τρομοκρατία του μακεδόνικου πληθυσμού από τις ελληνικές αρχές, όπως παράδειγμα στις 5 του Μάη 1945, όταν οι μπουρουντάρι μπήκαν στο χωριό και ξυλοκόπησαν Μακεδόνες και έτσι, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, 50 απ΄αυτούς αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην τότε Γιουγκοσλαβία. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου, μεγάλος αριθμός Μακεδόνων του χωριού εντάχθηκαν στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού και για το βουνό Пајак (Πάιακ/Πάικο) είχαν αναχωρήσει άνω των 30 αγωνιστών, ενώ οι δυνάμεις του κυβερνητικού καθεστώτος έμπαιναν συχνά στο χωριό και εκτελούσαν διάφορα κακουργήματα εις βάρος του πληθυσμού.

(σύμφωνα με αφήγηση της Κάτα Ρουμένοβα Μισίρκοβα, εκδιωγμένης από τις ελληνικές αρχές κατοίκου του Πόστολ)

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

СТАТИЦА – ΣΤΑΤΙΤΣΑ

Το χωριό Статица είναι το βορειότερο του νομού Κόστουρ/Καστοριάς και απέχει 30 χιλιόμετρα από την πόλη Костур (Κόστουρ-Καστοριά). Βρίσκεται στην περιοχή Корештата (Κορέσστατα/Κορέστια), μέσα σε ένα είδος κλεισούρας, ανάμεσα στα βουνά Вичо (Βίτσσο/Βίτσι), Лисец (Λίσετς) και Лунџер (Λούντζζερ). Βόρεια συνορεύει με το χωριό  Трсје (Τ΄ρσιε Λέρινσκο/Τρίβουνο Φλώρινας), νότια με το χωριό Кономлади (Κονόμλαντι-Μακροχώρι), ανατολικά με το Турје (Τούριε/Κορυφή) και δυτικά με τα χωριά Трново (Τ΄ρνοβο-Πράσινο) και Оштима (Όσστιμα-Τρίγωνο). Ως ορεινό χωριό, αφθονεί σε δασικό και υδάτινο πλούτο. Μέσα από την κλεισούρα αυτή περνάει το ποτάμι Белица (Μπέλιτσα)  το οποίο είναι μία από τις πηγές του ποταμού Бистрица (Μπίστριτσα – Αλιάκμονας).

Το χωριό αποτελείται από δύο γειτονιές, τη Γκόρνα και τη Ντόλνα, δηλαδή τη Γκόρνα Στάτιτσα και τη Ντόλνα Στάτιτσα. Μετονομάστηκε με ελληνικό όνομα από τις ελληνικές αρχές το έτος 1927, οι οποίες το ,,ξαναβάφτισαν,, σε ,,Μελάς,, προς τιμή του ,,μακεδονομάχου,, Παύλου Μελά, ο οποίος σκοτώθηκε από τους Τούρκους (ή τους δικούς του άντρες λόγω χρημάτων;) μέσα στο χωριό Στάτιτσα τον Οκτώβριο του 1904. Στην τοποθεσία όπου προσωρινά είχε ταφεί, κοντά στο χωριό, οι ελληνικές αρχές έχτισαν εκκλησία, μουσείο και άγαλμα αφιερωμένο στο Μελά. Ακόμη και σήμερα με δεξιότητα χρησιμοποιούν οι αρχές το γεγονός αυτό στην προσπάθειά τους για αφομοίωση του μακεδόνικου πληθυσμού της ευρύτερης περιοχής.

Τον 15ο αιώνα αναφέρεται για πρώτη φορά το χωριό ως Стадица (Στάντιτσα), στο οποίο υπήρχαν 95 νοικοκυριά. Προς τα τέλη του 19ου αιώνα το χωριό ήταν ,,καθαρό,, μακεδόνικο με περίπου 700 κατοίκους. Οι κάτοικοί του ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και περισσότερο ευδοκιμούσε η βρώμη, η πατάτα και το φασόλι. Υπήρχαν περίπου 3.000 κεφάλια πρόβατα, από το γάλα των οποίων οι χωρικοί έκαναν τυρί και το πουλούσαν στο παζάρι του Лерин (Λέριν/Φλώρινα) και του Костур (Κόστουρ/Καστοριά).  Οι κάτοικοι του χωριού, κατά τη διάρκεια του 19ου και ιδιαίτερα του 20ου αιώνα, λόγω  οικονομικών και πολιτικών αιτιών, αναγκάζονταν να φεύγουν στην ξενιτιά και κυρίως στην αμερικάνικη ήπειρο. Παραδείγματος χάρη, την περίοδο από το 1912 εώς το 1940, από το χωριό αυτό για την ξενιτιά αναχώρησαν 177 άτομα, δηλαδή μπορούμε ελεύθερα να πούμε ότι από κάθε οικογένεια έφυγε και από ένα ή και περισσότερα μέλη. Κάποιοι από αυτούς επέστρεψαν στο χωριό, ενώ πολλοί παρέμεινα για πάντα στα ξένα και σταδιακά πήραν εκεί και τους δικούς τους ανθρώπους.

Εκδιωγμένα παιδιά από την Στάτιτσα

Εκδιωγμένα παιδιά από την Στάτιτσα

Οι κάτοικοι του χωριού Статица, όπως και των υπολοίπων οικισμών της ευρύτερης περιοχής, συμμετείχαν ενεργά στην Επανάσταση του Ίλιντεν (1903), την επανάσταση του μακεδόνικου λαού ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία. Είχαν και δική τους επαναστατική τσσέτα (ένοπλη ομάδα) στο χωριό, υπό την ηγεσία του βόιβοντα Митре Ружин (Μίτρε Ρούζζιν) ο οποίος αργότερα σκοτώθηκε από τους Τούρκους στην πόλη Κόστουρ. Άλλοι γνωστοί επαναστάτες του χωριού ήταν και οι: Нуме Талев (Νούμε Τάλεβ), ο οποίος αργότερα εξαγοράστηκε από τους Έλληνες και εντάχθηκε στην ομάδα του Κότε από το Ρούλιε, Коста Ташков (Κόστα Τάσσκοβ), Наќе Миленков (Νάκε Μιλένκοβ), Крсто Настов (Κ΄ρστο Νάστοβ), Коста Пандов (Κόστα Πάντοβ), Митра Урдова (Μίτρα Ούρντοβα) κ.α. Ο Τάσσκοβ και ο Μιλένκοβ σκοτώθηκαν στις μάχες. Επίσης, μετά την επανάσταση, οι οθωμανικές αρχές συνέλαβαν αρκετούς κατοίκους της Στάτιτσα και τους έστειλαν εξορία στη Μικρά Ασία.

Από την εγκατάσταση των ελληνικών αρχών στο χωριό (1913) εώς και το 1940, οι κάτοικοι του χωριού πέρασαν τα πάνδεινα. Ξυλοδαρμούς, εκδιώξεις, βασανιστήρια, εξορίες, ταπεινώσεις, βιασμούς…Το 1924, με την κατηγορία ότι από την περιοχή πέρασαν κόμιτι (κάτι το εντελώς άσχετο δηλαδή), συνελήφθησαν οι Πάσκαλ Κιτσσομάκιν, Μάρκο Κιτσσομάκιν, Ρίστο Ατζζίεβ, Κόλε Βασίλεβ κ.α. και βασανίστηκαν φριχτά. Απ΄αυτούς, ο Ρίστο Ατζζίεβ καταδικάστηκε και σε φυλάκιση 4 ετών όπου και πέθανε από τις κακουχίες, ενώ ο Στέφο Ντίμοβ και ο Στόγιαν Σσάνοβ καταδικάστηκαν σε θάνατο. Την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, λόγω χρήσης της μητρικής τους μακεδόνικης γλώσσας, βασανίστηκαν και έλαβαν και χρηματική ποινή, οι Ίλια Λίτσσεβ, Λάζαρ Λίτσσεβ, Βάνε Σάρεβ κ.α., ενώ οι Κ΄ρστο και Λάζο Τάνεβ εξορίστηκαν στο νησί Χίος.

Илија Димовски – Гоче со фамилијата Ίλια Ντίμοβσκι-Γκότσσε με την οικογένειά του

Στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο από την Στάτιτσα είχαν επιστρατευτεί 40 άτομα, από τα οποία σκοτώθηκε ο Βάνε Γκάκοβ και τραυματίστηκαν βαριά οι Μίτρε Ντίμοβ και Ντόνε Ατζζίοβ.

Το χωριό κατά τη διάρκεια της φασιστικής κατοχής άρχισε να οργανώνεται στην αντίσταση το φθινόπωρο του 1942, με τη βοήθεια των παρτιζάνων Πέτρε Νοβάτσσεβ και Νάσε Γκέτσοβ από το χωριό Πόροντιν της Μπίτολα και Илија Димовски-Гоче (Ίλια Ντίμοβσκι – Γκότσσε) από την Στάτιτσα, μία από τις ηγετικές φυσιογνωμίες του μακεδόνικου παρτιζάνικου αγώνα της περιόδου εκείνης. Οι πρώτοι μαχητές βγήκαν στα τέλη του 1943, στο σώμα „Лазо Трповски“ (Λάζο Τ΄ρποβσκι) υπό την ηγεσία του Ντιμίταρ Τουπούρκοβσκι – Τίταν. Μεταξύ των πρώτων οργανωτών του ΚΚΕ στο χωριό ήταν και ο δάσκαλος Νίκολα Πούπτι, ενώ υπέυθυνοι από το χωριό ήταν οι Νάσο Μπόγκτσεβ και Άτανας Νίτσσεβ, για το ΕΑΜ και ΣΝΟΦ ο Πάβλε Μαζνίκοβ και για τις γυναίκες οι Τσίλια Τσσατσσίροβα, Στόινα Μποτσσκάροβα κ.α.

Κατά τη διάρκεια της φασιστικής κατοχής, από ιταλικές και γερμανικές δυνάμεις, οι κάτοικοι πέρασαν πολλά δεινά. Το ίδιο και μετά την απελευθέρωση, από πλευράς των ελληνικών αρχών, τα βάσανα δεν τελείωσαν. Σαν παράδειγμα αναφέρουμε τα βάσανα που πέρασε ο Στέφο Κίτσσεβ το 1945 και ο Κ΄ρστο Μπασότοβ, τον οποίο σκότωσαν οι ελληνικές αρχές μέσα στο χωριό και επί τρεις ημέρες δεν επέτρεπαν την ταφή του ως προειδοποίηση για τους υπολοίπους. Από τον πολύ ξυλοδαρμό πέθανε και ο Κόστα Γκέλεβ.

Από το χωριό, στα ενεργά παρτιζάνικα σώματα είχαν ενταχθεί, την περίοδο 1943-1949, 85 αγωνιστές. Από αυτούς τη ζωή τους έδωσαν στον αγώνα του μακεδόνικου λαού για δίκαια και αναγνώριση οι 53 από αυτούς. Εκτός από τους παρτιζάνους αυτούς, την ζωή τους έχασαν και πέντε άοπλοι χωρικοί: ο Νάσο Ούρντοβ και ο Κόστα Γκέλεβ από νάρκη το 1949, ο Κ΄ρστο Μπασότοβ και ο Φίλιπ Αντρέεβ από τις ελληνικές αρχές το 1946 και ο Στέφο Ατζζίεβ επίσης από τις ελληνικές αρχές το 1948. Στον αγώνα συμμετείχαν και οι υπόλοιποι κάτοικοι, άντρες και γυναίκες, στο σκάψιμο πολυβολείων στα βουνά Λίσετς, Μπίγκλα και άλλα μέρη. Οι γυναίκες ζύμωναν ψωμί για τους μαχητές και κουβαλούσαν τραυματίες στα προσωρινά νοσοκομεία των χωριών Όσστιμα (Τρίγωνο) και Ρούλιε (Κώτας). Πολλά ήταν επίσης τα παιδιά του χωριού που κατέφυγαν σε χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ για να γλιτώσουν τους βομβαρδισμούς και από εκεί δεν επέστρεψαν ποτέ στις πατρικές τους εστίες. Φρόντισε το ,,δημοκρατικό,, ελληνικό κράτος γι΄αυτό.

Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού το 1949, οι ελληνικές αρχές επιτέθηκαν στο χωριό και αφότου έκαναν μεγάλο πλιάτσικο, βασανιστήρια και βιασμούς γυναικών και κοριτσιών, πήραν μαζί τους μέρος των χωρικών και τους εκτέλεσαν στην τοποθεσία Γιάτσσεβο πόλε κοντά στην πόλη Λέριν/Φλώρινα.

Σήμερα, σύμφωνα με την απογραφή του 2001, το χωριό έχει 96 εγγεγραμμένους κατοίκους. Από το  1940 η γειτονιά Γκόρνα Στάτιτσα θεωρείται ξεχωριστό χωριό με το όνομα Άνω Μελάς, το οποίο το 2001 είχε 47 κατοίκους.

Πανέμορφο τοπίο, άσχημο παρελθόν, μικρό χωριό, τεράστια ιστορία…

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ОШТИМА – ΟΣΣΤΙΜΑ

Στο δρόμο που οδηγεί από την πόλη Лерин (Λέριν/Φλώρινα) προς την Αλβανία, μέσω του βουνού Бигла (Μπίγκλα/Βίγλα), στις παρυφές αυτού του δασερού και πλούσιου σε νερά βουνού, δίπλα στο ποτάμι Голинска река (Γκόλινσκα Ρέκα), βρίσκεται εδώ και αιώνες το χωριό Оштима (Όσστιμα). Βόρεια συνορεύει με το χωριό Желево (Ζζέλεβο/Ανταρτικό), νότια με το χωριό Трново (Τ΄ρνοβο/Πράσινο), ανατολικά με το Трсие (Τ΄ρσιε/Τρίβουνο)  και δυτικά με το χωριό Оровник (Όροβνικ/Καρυές).

Σύμφωνα με το σχήμα των θέσεων των σπιτιών και των φυσικών τριγύρω διαμορφώσεων του εδάφους, που μοιάζει με τρίγωνο, οι ελληνικές αρχές το ξαναβάφτισαν σε Τρίγωνο. Πριν πολλά χρόνια οι κάτοικοι αυτού του χωριού, φεύγοντας από τους δρόμους που περνούσαν οι Τούρκοι, εγκαταστάθηκαν μέσα στο βουνό, στο μέρος που και σήμερα ονομάζεται „Стара Оштима (Στάρα Όσστιμα)“. Δεν είναι γνωστό πόσο παλιό είναι το χωριό, αλλά οι πρώτες πληροφορίες για τις παλαιότερες οικογένειές του προέρχονται από τον 18ο αιώνα. Εώς τις αρχές του 19ου αιώνα, τριάντα έξι οικογένειες ζούσαν στο Όσστιμα, περίπου 200 άτομα.  Σύμφωνα με ένα θρύλο, ένα Πάσχα το χωριό Όσστιμα είχε δεχτεί επίθεση από συυμορία ληστών, η οποία είχε περικυκλώσει το χωριό, το έκαψε και άφησε πολλά θύματα πίσω της.  Οι επιζώντες χωρικοί κρύφτηκαν κάτω από ένα μεγάλο βράχο στο κοντινό δάσος. Παρέμειναν εκεί όλη τη μέρα και προσεύχονταν για τις ζωές τους και αυτό, σύμφωνα με το θρύλο, τους έδωσε νέο θάρρος και δύναμη για να συνεχίσουν να ζουν στο χωριό. Και έτσι ο βράχος αυτός έγινε σύμβολο του θάρρους των κατοίκων του Όσστιμα. Ο αριθμός των κατοίκων του χωριού ποτέ δεν ξεπέρασε τους 500, επειδή οι χωρικοί, ζώντας υπό σκληρές υλικές και πολιτικές συνθήκες, όπως υπό την κυριαρχία των Οθωμανών έτσι και υπό τη νέα ελληνική εξουσία, αναγκάζονταν να εγκαταλείπουν το χωριό και να αναζητούν καλύτερη και ασφαλέστερη ζωή σε χώρες μακρινές. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1913), το χωριό είχε 384 κατοίκους, ενώ πριν το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε σχεδόν πεντακόσιους. Λόγω της ενεργής συμμετοχής των κατοίκων στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και στον Εμφύλιο, μεγάλος αριθμός κατοίκων σκοτώθηκε, ενώ οι υπόλοιποι κάτοικοι, για να σώσουν τις ζωές τους, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρικές τους εστίες.

Ο πληθυσμός του χωριού αυτού ήταν πάντοτε μακεδόνικος και ποτέ δεν είχε αναμιχθεί με άλλες εθνικότητες και πριν, αλλά και μετά το 1912. Στο χωριό ομιλούταν μόνο η μακεδόνικη γλώσσα, ενώ τα τοπονύμια συνεχίζουν να είναι μακεδόνικα εώς και σήμερα. Γκόλινα, Μέσσερεκ, Πόποβ Κάμεν, Φιλίποβ Ντολ, Σέντλο κ.α. όλα μακεδόνικα.

Οι κάτοικοι του χωριού από πάντα ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, αλλά λόγω του γεγονότος ότι οι καρποί της εργασίας τους συχνά ληστευόταν από τουρκικές συμμορίες, ήταν αναγκασμένοι πολλές φορές να φεύγουν στην ξενιτιά και έτσι η λύση αυτή είχε γίνει μία από τις κύριες ασχολίες των χωρικών και δεν υπήρχε οικογένεια χωρίς τουλάχιστον ένα μέλος της σε χώρα μακρινή.

Την περίοδο που ο μακεδόνικος λαός ετοιμαζόταν για το ενδοξότερο γεγονός της ιστορίας του – την Επανάσταση του Ίλιντεν (1903), οι κάτοικοι του Оштима μαζικά συμμετείχαν σ΄αυτό. Συμμετείχαν στις μάχες που δόθηκαν με τον Οθωμανικό στρατό στη Μπίγκλα και επίσης συμμετείχαν και στην απελευθέρωση του χωριού П‘пли,Πреспанско (Π΄πλι Πρέσπανσκο/Λευκώνας Πρεσπών). Στην επαναστατική αυτήν περίοδο, όπως και στις μάχες εώς το 1912, σκοτώθηκαν πολλοί από τους κατοίκους του χωριού και ανάμεσά τους οι:  Васил Тупурков (Βάσιλ Τουπούρκοβ), Митре Боглев (Μίτρε Μπόγκλεβ), Наум Чапов (Νάουμ Τσσάποβ) και Котејца Џигерова (Κοτέιτσα Τζζιγκέροβα), οι οποίοι σκοτώθηκαν από τους Τούρκους. Από τους Έλληνες αντάρτες σκοτώθηκαν οι: Поп Георги Попов (Ποπ Γκεόργκι Πόποβ), Божана Попова (Μπόζζανα Πόποβα) και  Јане Грозданов (Γιάνε Γκροζντάνοβ), ενώ τον Спире Голичев (Σπίρε Γκολίτσσεβ) τον σκότωσαν οι Βούλγαροι. Κατά την περίοδο της Επανάστασης του Ίλιντεν, πολλοί από τους ξενιτεμμένους του χωριού επέστρεψαν στο χωριό τους και έλαβαν ενεργό μέρος στην επανάσταση. Κατά τη διάρκεια αυτών των γεγονότων το χωριό υπέφερε και μεγάλες υλικές ζημιές, κάηκαν πολλά σπίτια και αχυρώνες, ενώ τα ζωντανά ή έπεσαν θύματα πλιάτσικου ή σκοτώθηκαν.

Όταν το Оштима βρέθηκε υπό την εξουσία του ελληνικού κράτους (1913), μεγάλος ήταν ο αριθμός συλλήψεων και βασανιστηρίων από πλευράς των νέων αρχών. Τα ελληνικά στρατιωτικά και παραστρατιωτικά σώματα που είχαν συσταθεί εκείνη την περίοδο, είχαν ως στόχο την τρομοκράτηση του μακεδόνικου πληθυσμού για να επιτύχουν εκφοβισμό και αφομοίωσή του. Τα σώματα αυτά συχνά περνούσαν και από το Όσστιμα και συγκέντρωναν τον πληθυσμό στην εκκλησία, όπου τον βασάνιζαν και ξυλοκοπούσαν. Επίσης, όλες οι μακεδόνικες επιγραφές στο χωριό καταστράφηκαν και αντικαταστήθηκαν από ελληνικές.  Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Ντιμίταρ Τουπούρκοβ, ο οποίος ως μαθητής στο Λέριν/Φλώρινα, λόγω των προοδευτικών του απόψεων, δύο φορές αποβλήθηκε από το σχολείο και την τρίτη φορά (1935) του απαγερεύτηκε η εκπαίδευση σε όλα τα γυμνάσια της χώρας. τα ίδια πέρασε και κατά τη στρατιωτική του θητεία, όπου καταδικάστηκε από στρατοδικείο λόγω των ίδιων αιτιών.

Στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο συμμετείχαν 35 κάτοικοι του χωριού, από τους οποίους ένας, ο Крсто Нанов (Κ΄ρστο Νάνοβ), σκοτώθηκε στις μάχες, ενώ πολλοί άλλοι καταχωρήθηκαν στους καταλόγους των αγνοουμένων, χωρίς ποτέ να επιλυθεί το θέμα τους. Κατά τη διάρκεια της φασιστικής κατοχής, οι πρώτες μορφές αντίστασης στο χωριό εμφανίστηκαν από το 1941 και αυτό χάρη στον παραπάνω αναφερόμενο Ντιμίταρ Τουπούρκοβ, ενώ ακτός συτού, ενεργοί ήταν και οι Πέτρε Γκεοργκίεβ, Νάτσε Νοβάτσσκοβ και Λάζο Στέφκοβ. Το κίνημα στο Όσστιμα μαζικά αναπτύχθηκε το 1943 και 1944, όπως στις ένοπλες μονάδες του ΕΛΑΣ, έτσι και στις ξεχωριστές μακεδόνικες μονάδες. Κατά τη διάρκεια του 1944, στα ένοπλα σώματα του СНОФ, εντάχθηκαν 49 μαχητές από το χωριό αυτό. Το σχήμα αυτό, λόγω ασυμφωνίας με το ΚΚΕ, είχε εγκαταλείψει την ελληνική επικράτεια και είχε μεταβεί στο τότε γιουγκοσλαβικό τμήμα της Μακεδονίας. Ο μεγαλύτερος αριθμός αυτών των μαχητών επέστρεψε και πάλι στην Ελλάδα για να συνεχίσει τον αγώνα την περίοδο 1945-46. Οι ομάδες αυτές στην αρχή έδιναν μόνες τους μάχες υπό την ηγεσία του НОФ (ΝΟΦ), και αργότερα, στα τέλη του 1946, ενώθηκαν με τις δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας και συμμετείχαν στον εμφύλιο πόλεμο. Από το Оштима στο Δημοκρατικό Στρατό συμμετείχαν 87 μαχητές, από τους οποίους οι 26 έχασαν τη ζωή τους στον αγώνα για τα δίκαια του μακεδόνικου λαού. Εκτός από τους μαχητές, στις μάχες μεταξύ του Δημ.Στρατού και  των κυβερνητικών δυνάμεων, τη ζωή τους έχασαν και αρκετοί κάτοικοι του χωριού, μεταξύ των οποίων οι: Султана Тупуркова (Σούλτανα Τουπούρκοβα), Ристо и Алеко Рајков (Ρίστο και Αλέκο Ράικοβ) και Васил Џигеров (Βάσιλ Τζζιγκέροβ).

Οι συνέπειες για το χωριό Όσστιμα μετά το τέλος του Εμφυλίου πολέμου ήταν τραγικές.  Στο χωριό πριν τον πόλεμο ζούσαν 487 κάτοικοι και μετά τον πόλεμο απέμειναν μόλις 56 άτομα, κυρίως γεροντότεροι άνθρωποι, ανάπηροι και κάποιοι που βρίσκονταν σε φυλακές ή εξορία. Ζούσαν κάτω από σκληρές συνθήκες, μακριά από τα περισσότερα μέλη των οικογενειών τους και έτσι, υπό την πίεση της κρατικής τρομοκρατίας, εγκατέλειψαν για πάντα το χωριό.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ДРЕНОВЕНИ – ΝΤΡΕΝΟΒΕΝΙ

Το μακεδόνικο χωριό Ντρενόβενι βρίσκεται στην περιοχή Корешта (Κορέσστα – Κορέστεια). Αποτελείται από δύο οικισμούς/γειτονιές, τη Горна маала (Γκόρνα Μάαλα) ή  Горно Дреновени (Γκόρνο Ντρενόβενι), το οποίο βρίσκεται στις παρυφές της δυτικής πλευράς του βουνού Шестевска бука (Σσεσστέβσκα μπούκα) και τη Долна маала (Ντόλνα Μάαλα) ή Долно Дреновени (Ντόλνο Ντρενόβενι), που βρίσκεται στον κάμπο, σε απόσταση δύο χιλιομέτρων από το Γκόρνο Ντρενόβενι. Το 1926, ακολουθώντας τη μοίρα όλων των μακεδόνικων χωριών στην Ελλάδα, μετονομάστηκαν από τις ελληνικές αρχές σε Άνω και Κάτω Κρανιώνας.

Το Γκόρνο Ντρενόβενι βρίσκεται σε υψόμετρο 830 μέτρων, ενώ το Ντόλνο Ντρενόβενι σε υψόμετρο 805 μέτρων. Ανατολικά συνορεύει με το χωριό Шестево (Σσεσστέβο – Σιδηροχώρι), νοτιοανατολικά με τα χωριά Сетома (Σέτομα – Κεφαλάρι) και Апоскеп (Άποσκεπ – Απόσκεπος), νοτιοδυτικά με το χωριό Дмбени (Ντ΄μπενι – Δενδροχώρι), δυτικά με το Габреш (Γκάμπρεςς – Γάβρος) και βόρεια με τα χωριά Чрновишта (Τσσ΄ρνόβισστα – Μαυρόκαμπος) και Поздивишта (Ποζντίβισστα – Χαλάρα).

Σε απόσταση 500 μέτρων από το Ντόλνο Ντρενόβενι βρίσκεται ο ναός του Σβέτι Ντιμίτρια (Αγίου Δημητρίου), ο οποίος σύμφωνα με παλιές αφηγήσεις, είχε ανεγερθεί όταν ιδρύθηκε και το χωριό. Αργότερα είχε ανεγερθεί ναός και στο Γκόρνο Ντρενόβενι, του Σβέτι Βασίλιι, ο οποίος βρίσκεται στο κέντρο του χωριού.

Σύμφωνα με τους θρύλους, το Ντρενόβενι δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο που δημιουργήθηκαν και τα υπόλοιπα χωριά της περιοχής Κορέσστα. Οι κάτοικοι μικρών οικισμών, λόγω της τρομοκρατίας από πλευράς Τούρκων και του κινδύνου εκτουρκισμού, άρχισαν να υποχωρούν στα πυκνά δάση του Κορέσστα και από κοινού να αμύνονται από τον εχθρό. Η παλαιότερη οικογένεια, η οποία κατέφτασε από την τοποθεσία Капчор (Κάπτσσορ)  και εγκαταστάθηκε στην τοποθεσία Дрњето (Ντ΄ρνιετο), (σημερινό Ντρενόβενι), ήταν η οικογένεια του Πόποβ. Άλλη ομάδα ήρθε στο Ντρενόβενι από την κοντινή τοποθεσία Γκράμος (όχι αυτή της Ηπείρου), η οποία αποτελούταν από τις οικογένειες Венчов (Βέντσσοβ), Нолев (Νόλεβ) και Фотев (Φότεβ), ενώ ομάδα ανθρώπων κατέφτασε και από την τοποθεσία Лабана (Λάμπανα), αποτελούμενη από τις οικεγένειες Калчов (Κάλτσσοβ),  Кирков (Κίρκοβ) και Мејанчов (Μεγιάντσσοβ). Επίσης, υπήρξαν και άτομα που ήρθαν από το χωριό Жервени (Ζζέρβενι – σημ.Άγιος Αντώνιος), τα οποία αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό τους επειδή οι υπόλοιποι κάτοικοι είχαν αποδεχτεί το μωαμεθανισμό.

Το χωριό από πάντα κατοικούταν από εθνικά μακεδόνικο πληθυσμό. Στις αρχές του εικοστού αιώνα είχε περίπου 600 κατοίκους, την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων ο αριθμός τους αυξήθηκε στους 810 και έπειτα ξεκίνησε η σταδιακή μείωση του αριθμού λόγω πολιτικών, πολεμικών και οικονομικών αιτιών. Έτσι, η απογραφή του 2001 έδειξε μόνο 9 κατοίκους.

Βασική ασχολία των κατοίκων ήταν η γεωργία και η κτηνοτροφία, όπως και, σε μικρότερο βαθμό, τα οπωρικά και τα αμπέλια. Η συνολική καλλιεργούμενη γη ανερχόταν στα 1.000 εκτάρια, ενώ τα βοσκοτόπια κάλυπταν επιφάνεια 10.000 εκτάρια. Καλαμπόκι, σιτάρι και φασόλια ήταν οι κύριες παραγωγές, ενώ από φρούτα, η κύρια παραγωγή ήταν τα μήλα. Πριν το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στο χωριό υπήρχαν περίπου 3500 πρόβατα.

Για πρώτη φορά στο χωριό την οργάνωση του ΒΜΡΟ είχαν κάνει οι βόιβοντες Λάζαρ ΠοπΤράικοβ και Ρίστο Τσβέτκοβ. Πρόεδρος της επιτροπής του χωριού είχε οριστεί ο Γκιόργκι Πόποβ, ταμίας ο Κόλε Φότεβ και γραμματέας ο Μάνιο Ντέλοβσκι. Σκοπός της επιτροπής ήταν η οργάνωση των κατοίκων και η προετοιμασία για την επανάσταση, μέσω συγκέντρωσης οπλισμού και εφοδίων. Οι πρώτοι κάτοικοι που εντάχθηκαν στις μακεδόνικες τσσέτες (ένοπλες ομάδες) της περιοχής ήταν οι Ντίνε Πέεβ, Πέντσσο Ντέλεβ, Μάνιο Τομάνοβσκι κ.α. Την ημέρα της έναρξης της Επανάστασης του Ίλιντεν (20 Ιουλίου 1903), του ξεσηκωμού του μακεδόνικου λαού ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία, από το Ντρενόβενι ξεκίνησαν 100 επαναστάτες υπό την ηγεσία του βόιβοντα Γκιόργκι Πόποβ. Η πρώτη τους δράση ήταν η επίθεση στο τουρκοχώρι Ζζέρβενι, μετά από διαταγή του βόιβοντα Λάζαρ ΠοπΤράικοβ. Μετά το γεγονός αυτό, η τσσέτα του Ντρενόβενι συμμετείχε σε περισσότερες μάχες με τον οθωμανικό στρατό και στη μάχη στο βουνό Κοστόλατα σκοτώθηκε ο Αλέξο Λέξοβσκι, ενώ 11 επαναστάτες του χωριού αιχμαλωτίστηκαν από τον οθωμανικό στρατό και έπειτα εκτελέστηκαν. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, οι υπόλοιποι κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει το Ντρενόβενι και είχαν βρει καταφύγιο στα βουνά.  Κατά την περίοδο της κατάπνιξης της επανάστασης, ο οθωμανικός στρατός είχε βρει κρυμμένους κατοίκους του χωριού στην τοποθεσία Όρλοβο και είχε σκοτώσει 22 από αυτούς. Επίσης, ο στρατός είχε κάψει εξ ολοκλήρου και το χωριό. Μετά το τέλος της επανάστασης, οι κάτοικοι επέστρεψαν στο Ντρενόβενι και δίπλα στα ερείπια έχτισαν προσωρινές καλύβες για να περάσουν το χειμώνα. Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα που συνέβησαν στο χωριό μετά τη λήξη του ξεσηκωμού ήταν η δολοφονία του βόιβοντα Πάντο Κλιάσσεβ μαζί με την τσσέτα του στις 31 Ιουλίου 1907 σε μάχη με τον οθωμανικό στρατό.  Αυτήν την περίοδο το χωριό είχε και σχολείο, όπου διδασκόταν η μακεδόνικη γλώσσα από εξέχοντες δασκάλους της περιοχής, όπως οι Ίλια Γκλίγκοροβ, Μάνιο Τομάνοβσκι, Ποπ Άτανας, Στόγιαν Ατζζίεβ, Ρίστο Λοβάτσσεβ και Γκεόργκι Ντίνκοβ.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13), το χωριό Ντρενόβενι, όπως και τπο μεγαλύτερο τμήμα της Μακεδονίας, προσαρτίθηκε στο Ελληνικό Βασίλειο. Οι νέες αρχές, ελληνικές αυτή τη φορά, κατέφτασαν στο χωριό και άρχισαν φοβερά βασανιστήρια στους Μακεδόνες λόγω της συμμετοχής τους στην Επανάσταση του Ίλιντεν και του μη ελληνικού εθνικού τους φρονήματος. Λόγω αυτών των πολιτικών και εθνικών αιτιών ξεκίνησε διαδικασία εγκατάλειψης του χωριού και αναχώρηση για την ξενιτιά. Έτσι, την περίοδο 1912 – 1941 για την Αμερική αναχώρησαν 27 οικογένειες, 5 για τον Καναδά και 27 οικογένειες για την Αυστραλία. Επίσης, την περίοδο αυτή άνοιξε για πρώτη φορά στο χωριό ελληνικό σχολείο και άρχισαν να εφαρμόζονται αυστηρές ποινές για αυτούς που χρησιμοποιούσαν τη μητρική τους μακεδόνικη γλώσσα.

Οι κάτοικοι του Ντρενόβενι νωρίς εντάχθηκαν και στην αντίσταση κατά της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Σημαντική ήταν η τοποθεσία του χωριού, αλλά και οι επαναστατικές παραδόσεις των κατοίκων του. Εκτός αυτού, μετά την ήττα του ελληνικού στρατού, μεγάλο μέρος του οπλισμού είχε εγκαταληφθεί στα γύρω βουνά και εύκολα ανακαλύπτονταν από τους κατοίκους του χωριού. Παρόμοια ήταν η κατάσταση και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, όταν οι κάτοικοι μαζικά είχαν ενταχθεί στις μακεδόνικες οργανώσεις, όπως αυτή του ΝΟΦ, αλλά και μετέπειτα στις τάξεις των δημοκρατικών δυνάμεων, του Δημοκρατικού Στρατού, ο οποίος είχε υποσχεθεί στο μακεδόνικο λαό της Ελλάδας αυτονομία και εθνική αναγνώριση. Τα θύματα πολλά.

Μετά την συνθηκολόγηση του Δημοκρατικού Στρατού το 1949, από το Ντρενόβενι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό 16 οικογένειες με 56 μέλη και να καταφύγουν στην τότε Γιουγκοσλαβία και σε άλλες χώρες της ανατολικής Ευρώπης.

Όπως πολυάριθμα άλλα μακεδόνικα χωριά στην Ελλάδα, έτσι και στο Ντρενόβενι είχε αρχίσει η διαδικασία ,,σβυσίματος,, του χωριού από το χάρτη….

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ТУРИЈЕ – ΤΟΥΡΙΕ

Ένα ακόμη από τα πολυάριθμα χωριά που οι ελληνικές αρχές ,,φρόντισαν,, να εξαφανίσουν από το χάρτη. Το Τούριε. Το Τούριε βρισκόταν απλωμένο στις ψηλές κοιλάδες του όρους  Нередска планина (Νέρεντσκα πλάνινα) σε υψόμετρο 1500 μέτρων. Χιόνι μπορούσαν να δουν οι κάτοικοί του μέχρι και το καλοκαίρι. Από το βουνό αυτό, το οποίο είναι πλούσιο σε μπούκα (οξυά), πηγάζει το ποτάμι Туријанска река (Τούριανσκα ρέκα). Οι κάτοκοί του παλαιότερα ζούσαν στην τοποθεσία „Матешница (Ματέσσνιτσα)“ η οποία βρίσκεται κοντά στην πόλη Лерин (Λέριν – Φλώρινα) και όπου εκεί ζουν και λίγοι απ΄αυτούς σήμερα ή εκεί έχουν ακίνητη περιουσία. Από τη Ματέσσνιτσα προς την τοποθεσία του Τούριε είχαν μετακινηθεί κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Τότε η εξουσία είχε ανάγκη από ξυλεία και εξανάγκασε με τη βία τους κατοίκους της Ματέσσνιτσα να εγκατασταθούν στο σημερινό Τούριε.

Το Турије παλαιότερα βρισκόταν λιγάκι πιο δυτικά, προς το χωριό Статица (Στάτιτσα,σήμερα Μελάς) και εκείνη η τοποθεσία λέγεται Старо Турије (Στάρο Τούριε).  Βόρεια το χωριό συνορεύει με το χωριό Трсје (Τ΄ρσιε, σημ.Τρίβουνο, ένα ακόμη ,,εξαφανισμένο,, χωριό), νότια με το Бабчор (Μπάμπτσσορ, σημ.Ποιμενικό, ακόμη ένα ,,εξαφανισμένο,, χωριό), ανατολικά με το χωριό Неред (Νέρεντ – Πολυπόταμο) και δυτικά με τα χωριά Статица (Στάτιτσα – Μελάς) και Кономлади (Κονόμλαντι – Μακροχώρι).  Το Τούριε από πάντα κατοικούταν από εθνικά μακεδόνικο πληθυσμό. Στις αρχές του 20ου αιώνα το χωριό είχε περίπου 330 κατοίκους, το 1912 ο αριθμός αυξήθηκε στους 411, ενώ το 1940 είχε 480. Μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου και το μαζικό ξεριζωμό των Μακεδόνων από την Ελλάδα, ο αριθμός των κατοίκων βρισκόταν σε συνεχή μείωση και έτσι το 1959 ήταν μόλις 213, ενώ σύμφωνα με την απογραφή του 2001, το χωριό είχε μόνο 5 κατοίκους, οι οποίοι στην ουσία δεν κατοικούσαν ούτε αυτοί εκεί. Ήταν ένα χωριό που ανέκαθεν υπήρχε ισχυρή εθνική μακεδόνικη συνείδηση, χωριό που βρισκόταν πάντοτε πολύ κοντά στο μακεδόνικο επαναστατικό κίνημα, που δεν σταμάτησε ποτέ να αγωνίζεται ενάντια στους εχθρούς της μακεδονικότητας, τους Οθωμανούς τότε και τις ελληνικές αρχές αργότερα.  Λόγω της οικονομικής εκμετάλευσης επί τουρκοκρατίας και της πολιτικής τρομοκρατίας, οι Τούριανι αναγκάζονταν να εγκαταλείπουν το χωριό τους και να φεύγουν στην ξενιτιά. Με τον ερχομό των Ελλήνων το 1912 η κατάσταση των χωρικών στο ζήτημα αυτό δεν άλλαξε, αλλά έγινε χειρότερη και έτσι αναγκάστηκαν ακόμη πιο μαζικά να εγκαταλείπουν το χωριό. λόγω αυτού, την περίοδο 1912-1940 περισσότεροι από 140 χωρικοί αναχώρησαν για την ξενιτιά. Οι περισσότεροι απ΄αυτούς δεν επέστρεψαν ποτέ στις πατρικές τους εστίες και σταδιακά άρχισαν να παίρνουν και τις οικογένειές τους στις νέες τους πατρίδες.

Οι κύριες ασχολίες του χωριού ήταν η γεωργία, η σπορά της σίκαλης και άλλων ορεινών προιόντων. Επίσης ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, βοσκώντας τα πρόβατά τους στις ψηλές κοιλάδες του όρους Вичо (Βίτσσο – Βίτσι). Ήταν και ξακουστοί ξυλοκόποι και ξυλουργοί, φνωστοί παντού όπου πήγαιναν για δουλειά.

Οι κάτοικοι του Τούριε συμμετείχαν μαζικά στην Επανάσταση του Ίλιντεν (1903). Πολλοί απ΄αυτούς που βρίσκονταν στην ξενιτιά, μόλις άκουσαν ότι θα ξεκινήσει επανάσταση στη Μακεδονία, επέστρεψαν στα σπίτια τους και εντάχθηκαν στα επαναστατικά σώματα. Στο χωριό υπήρχε επαναστατική επιτροπή που φρόντιζε για τον εξοπλισμό των χωρικών, όπως και μεγάλη τσσέτα (ένοπλη ομάδα) με βόιβοντες (οπλαρχηγούς) τους Стојчо Узунов (Στόιτσσο Ουζούνοβ), Ристо Стефов (Ρίστο Στέφοβ) και Крсто Стојанов (Κ΄ρστο Στογιάνοβ). Οι κόμιτι από το Τούριε συμμετείχαν στις μάχες που δόθηκαν στη Μπίγκλα, Ντάνμπενσκα πλάνινα, στο χωριό Жервени (Ζζέρβενι – Άγιος Αντώνιος) και άλλα μέρη. Πολλοί ήταν εκείνοι που θυσίασαν τη ζωή τους για τα δίκαια του μακεδόνικου λαού και ανάμεσά τους οι Танас Калчунов (Τάνας Καλτσσούνοβ), Коле Трендафилов (Κόλε Τρενταφίλοβ), Ѓорги Манчев (Γκιόργκι Μάντσσεβ), Стојаница Донева (Στογιάνιτσα Ντόνεβα), Илија Филипов (Ίλια Φιλίποβ) κ.α. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του χωριού ήταν η ενότητά του, η οποία υπήρχε καθόλη τη διάρκεια της μακεδόνικης επανάστασης, όπως και μετά απ΄αυτή, όταν οι ξένες προπαγάνδες (κυρίως η ελληνική και βουλγαρική) προσπαθούσαν να κυριαρχήσουν στη Μακεδονία.

Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-13), το Τούριε, όπως και το μεγαλύτερο τμήμα της Μακεδονίας, υπέπεσε υπό ελληνική κυριαρχία. Τα βάσανα, η τρομοκρατία και οι συλλήψεις, εξορίες και φυλακίσεις που υπέφερε το χωριό από τις νέες ελληνικές αρχές ήταν απερίγραπτα. Ο λόγος όλων αυτών ήταν ότι δήλωναν εθνικά Μακεδόνες και αγωνίζονταν για τα δίκαια του μακεδόνικου λαού. Για παράδειγμα, το 1913, από πλευράς ελληνικών αρχών της περιοχής, δολοφονήθηκαν οι Нуме Темов (Νούμε Τέμοβ) και Крсто Атанасов (Κ΄ρστο Ατανάσοβ) επειδή επί οθωμανικής κυριαρχίας συμμετείχαν στην Επανάσταση του Ίλιντεν ενάντια στις τουρκικές αρχές. Το 1916, οι ελληνικές αρχές συνέλαβαν τους Коле Стојчев (Κόλε Στόιτσσεβ), поп Ѓорѓи (ποπ Γκιόργκι), Танас Филев (Τάνας Φίλεβ) και Тодор Стојчев (Τόντορ Στόιτσσεβ) και τους παρέδωσαν στους Γάλλους, καταδικάζοντάς τους σε πολύχρονη φυλάκιση. Το 1928, σε μεγάλη επιχείρηση της ελληνικής αστυνομίας, μεγάλος αριθμός χωρικών του Τούριε βασανίστηκε και η πρακτική αυτή συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια με το αποκορύφωμα την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, όπου ακόμη και τις γλώσσες έκοβαν αυτών που θα τολμούσαν να μιλήσουν στη μακεδόνικη γλώσσα.

Πολιτιστικές εκδηλώσεις από διάφορους συλλόγους του Λέρινσκο (περιοχής Φλώρινας) στο έρημο Τούριε – 1997. Αναπαράσταση μακεδόνικου γάμου

Πολιτιστικές εκδηλώσεις από διάφορους συλλόγους του Λέρινσκο (περιοχής Φλώρινας) στο έρημο Τούριε – 1997. Αναπαράσταση μακεδόνικου γάμου

Μακεδόνικο κίνημα υπήρχε στο Τούριε πριν ακόμη την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Νεαρά άτομα, όπως ο Васил Темов (Βάσιλ Τέμοβ), ο Танас Мичов (Τάνας Μίτσσοβ) και άλλοι, είχαν ενταχθεί στο προοδευτικό κίνημα και ενεργούσαν στο χωριό για την εξάπλωση των επαναστατικών ιδεών. Η οργανωμένη δράση στο χωριό ξεκίνησε το 1940 και τον πυρήνα του χωριού τον αποτελούσαν οι Τάνας Μίτσσοβ, Ντίμε Αναστάσοβ, Κούζο Μαλέντσεβ, Τάνας Ρόμπεβ, Γιάνε και Πάβλε Ντόνεβ. Η οργάνωση είχε ως στόχο την εξάπλωση προοδευτικών ιδεών και ώθηση των χωρικών στον αγώνα για τα δικαιά τους, ιδιαίτερα σε ότι αφορά το μακεδόνικο ζήτημα και τη μητρική μακεδόνικη γλώσσα, όπως και το σαμποτάζ των διαταγών των ελληνικών αρχών σχετικά με το ζήτημα αυτό.

Στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο συμμετείχαν από το χωριό 45 άτομα, από τα οποία πέντε σκοτώθηκαν και ένας τραυματίστηκε βαριά. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου είχε συσταθεί στο χωριό απελευθερωτικό κίνημα, το οποίο στα τέλη του 1941 είχε συνδεθεί με την οργάνωση του Λέριν (Φλώρινα). Κατά τη διάρκεια του 1942, εμφανίστηκαν και οι πρώτοι παράνομοι παρτιζάνοι στην περιοχή. Οι πρώτοι οργανωτές που κατέφτασαν στο Τούριε για να το οργανώσουν κατάλληλα στην ένοπλη αντίσταση ήταν οι Пандо Дордуловски (Πάντο Ντορντούλοβσκι) από το χωριό Неволјани (Νεβόλιανι – Σκοπιά), ο  Наум Пеев (Νάουμ Πέεβ) και άλλοι. Το 1943 στις τάξεις των παρτιζάνων εντάχθηκαν δέκα Τούριανι, με τον αριθμό να αυξάνεται σταδιακά και να φτάνει τους 100 προς το τέλος του Εμφυλίου, από τους οποίους έχασαν τη ζωή τους οι 24, θυσιαζόμενοι για την ελευθερία του λαού τους.

Σήμερα πολλοί Τούριανι ζουν στην Αυστραλία, πολλοί στον Καναδά, πολλοί και στη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Σε πολλά μέρη ζουν πολλοί, μόνο στο Τούριε δεν ζει κανένας. Ολόκληρο κράτος ,,φρόντισε,, γι΄αυτό. Μόνη της περνάει τις μέρες η άγρια ομορφιά εκεί πάνω στο Τούριε…ανθρώποι δεν υπάρχουν πια…

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

АРМЕНСКО – ΑΡΜΕΝΣΚΟ

Το χωριό Арменско (Άρμενσκο) απλώνεται πάνω στο πέρασμα ανάμεσα στα βουνά  Баба (Μπάμπα) και Нередска (Νέρεντσκα), σε υψόμετρο 1000 περίπου μέτρων, κοντά στις πηγές του ποταμού Сакулева река   (Σακούλεβα ρέκα), τέσσερα χιλιόμετρα δυτικά της πόλης Лерин (Λέριν – Φλώρινα). Βόρεια συνορεύει με το χωριό Буф (Μπουφ – Ακρίτας), νότια με το ερειπωμένο χωριό Трсије (Τ΄ρσιε – Τρίβουνο), ανατολικά με το χωριό Матешница (Ματέσσνιτσα – Σίμος Ιωαννίδης) και δυτικά με την τοποθεσία Бигла (Μπίγκλα – Βίγλα) και τα χωριά Псодер (Ψόντερ – Πισοδέρι) και Желево (Ζζέλεβο – Ανταρτικό).

Στα οθωμανικά φορολογικά μητρώα, το χωριό αναφέρεται ακόμη από το έτος 1626, όταν είχε γραφτεί ως Ерменчева (Ερμέντσσεβα). Τον 19ο αιώνα το Άρμενσκο ήταν ένα μεγάλο χωριό, με κατοίκους αποκλειστικά εθνικά Μακεδόνες. Το 1900, το χωριό αριθμούσε κάτι περισσότερο από 1000 κατοίκους. Το Άρμενσκο ήταν το μοναδικό χωριό –τσιφλίκι σ΄αυτή τη μεριά της περιοχής του Λέριν (Φλώρινας) και πλήρωνε κάθε χρόνο φόρο 700 λίρες στον Όρχαν Μπέη από το Костур (Κόστουρ – Καστοριά), ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης της γης του χωριού αυτού. Το έτος 1888, οι κάτοικοι του χωριού αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του μπέη και μετά από πολύχρονη δικαστική διαδικασία, οι Αρμέντσσανι κατάφεραν να εξαγοράσουν τα εδάφη.

Το χωριό Арменско ήταν ένα από τα πρώτα χωριά της περιοχής του Λέριν όπου συστάθηκε τοπική επιτροπή (κομιτέτ) της Македонската Револуционерна Организација  (Μακεδόνικης Επαναστατικής Οργάνωσης) – ВМРО. Υπεύθυνοι της τοπικής οργάνωσης του ΒΜΡΟ για το χωριό ήταν οι δάσκαλοι Кузман Чеков (Κούζμαν Τσσέκοβ) με καταγωγή από το μακεδόνικο χωριό Врбени (Β΄ρμπενι – Ξινό Νερό) και Митре Трсјанчето (Μίτρε Τ΄ρσιάντσσετο), ενώ το χωριό είχε πολλές φορές επισκεφτεί και ο υπεύθυνος της ευρύτερης περιοχής του Λέριν, Георги Поп Христов (Γκεόργκι Ποπ Χρίστοβ). Επίσης, το χωριό ήταν ανάμεσα στα πρώτα, στο τμήμα αυτό της Μακεδονίας, που στα τέλη του 19ου αιώνα εγκατέλειψε την εκκλησιαστική εξουσία του Πατριαρχείου του Τσάριγκραντ (Ίσταμπουλ/Κωνσταντινόπολη) και εντάχθηκε στην Εξαρχία. Οι κάτοικοι του Άρμενσκο συμμετείχαν ενεργά στην Επανάσταση του μακεδόνικου λαού ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, γνωστή ως Επανάσταση του Ίλιντεν (1903), και από το χωριό είχαν βγει στα βουνά 24 οργανωμένοι επαναστάτες (κόμιτι), όπως και πολλοί άλλοι ανάλογα με τις ανάγκες.  Κοντά στο χωριό είχε λάβει χώρα και μια από τις μεγαλύτερες μάχες κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν, μετά την οποία το χωριό είχε υποφέρει πολλά. Συγκεκριμένα, η μάχη κοντά στο Άρμενσκο, έγινε ανάμεσα στις ενωμένες τσσέτι (ένοπλες ομάδες) του ΒΜΡΟ και τον οθωμανικό στρατό, στην τοποθεσία Μπίγκλα.Η σκληρή αυτή μάχη ξεκίνησε στις 17 Αυγούστου 1903 και από μακεδόνικης πλευράς συμμετείχαν οι ενωμένες τσσέτες της περιοχής Λέριν και Κόστουρ. Ο αιρθμός αντρών των μακεδόνικων ομάδων ανερχόταν στους 350 περίπου άντρες, ενώ ο αριθμός του οθωμανικού στρατού ξεπερνούσε τις 2,5 χιλιάδες (2000 στρατός και επιπλέον η τοπική φρουρά της περιοχής), ενισχυμένος με πυροβολικό και ισχυρό ιππικό. Η μάχη στη Μπίγκλα διέρκησε εώς αργά το βράδυ, όταν ο οθωμανικός στρατός υποχώρησε προς το Λέριν. Οι Τούρκοι είχαν περίπου εκατό νεκρούς και πενήντα τραυματίες, ενώ οι Μακεδόνες επαναστάτες είχαν 15 νεκρούς και 33 τραυματίες, ανάμεσα στους οποίους και ο θρυλικός βόιβοντα (οπλαρχηγός) Митре Влаот Панџаров (Μίτρε Βλάοτ Παντζζάροβ). Κατά την υποχώρησή του, ο οθωμανικός στρατός έκαψε το Άρμενσκο, σκοτώνοντας 120 χωρικούς, τραυματίζοντας περίπου σαράντα, ενώ βιάστηκαν και 15 κοπέλες. Η ηγεσία του ВМРО, για το γεγονός αυτό είχε ενημερώσει και τα ξένα προξενεία στην πόλη Битола (Μπίτολα), από τα οποία είχαν καταφτάσει απεσταλμένοι για να ελέγξουν επι τόπου την κατάσταση.

Μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν, το χωριό ήταν στόχος συχνών επιθέσεων από πλευράς των ελληνικών αντάρτικων συμμοριών (,,Μακεδονομάχων,,), οι οποίες από το 1904 ξεκίνησαν τις τρομοκρατικές τους επιθέσεις ενάντια στο μακεδόνικο εθνικά πληθυσμό. Το  Арменско υπέφερε πολλά δεινά και κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων (1912-1913). Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, το χωριό πυρπολήθηκε και πάλι από πλευράς του οθωμανικού στρατού, ενώ πολλές γυναίκες βιάστηκαν. Κατά το Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, μεγάλος αριθμός Μακεδόνων συμμετείχαν εθελοντικά στον πόλεμο αυτό.

Μετά την Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913), το μεγαλύτερο τμήμα της Μακεδονίας υπέπεσε υπό την εξουσία του Βασιλείου της Ελλάδας και έτσι το χωριό Άρμενσκο εισάχθηκε στα πλαίσια του ελληνικού κράτους. Μετά το γεγονός αυτό, ξεκίνησε μια ανοιχτή εθνική, πολιτική, κοινωνική και οικονομική εκδίωξη των Μακεδόνων στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων και των κατοίκων του Άρμενσκο. Την περίοδο αυτή, μεγάλος  αριθμός κατοίκων του χωριού αναγκάστηκε να μεταναστεύσει σε διπλανές χώρες και γενικά στην Ευρώπη, όπως και στις μακρινές υπερωκεάνιες χώρες. Το έτος 1927, το χωριό μετονομάστηκε από τις ελληνικές αρχές και έλαβε το ελληνικό όνομα Άλωνα. Παρόλο όμως το γεγονός της μεγάλης μετανάστευσης, ο αριθμός των κατοίκων δε μειώθηκε σημαντικά και έτσι παραδείγματος χάρη, το 1920 στο χωριό ζούσαν 788 κάτοικοι, ενώ το 1940 ο αριθμός αυξήθηκε στους 991.

Οι κάτοικοι του Άρμενσκο ενεργά εντάχθηκαν στο κίνημα της αντίστασης κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και πολλοί ήταν αυτοί που εντάχθηκαν στα σώματα του ΕΛΑΣ και αργότερα και του ΣΝΟΦ. Η πορεία αυτή συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα, όταν οι κάτοικοι του χωριού εντάχθηκαν καταρχήν μαζικά στις τάξεις της μακεδόνικης οργάνωσης НОФ (ΝΟΦ), ενώ αργότερα και στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας, πιστεύοντας στις υποσχέσεις του ΚΚΕ για πλήρη αναγνώριση του μακεδόνικου λαού και απολαβή όλων των εθνικών, πολιτιστικών και γλωσσικών δικαιωμάτων. Τα θύματα από το χωριό ήταν πολλά και πολλοί ήταν οι κάτοικοι που εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρικές τους εστίες και να βρουν καταφύγιο στις τότε χώρες του ανατολικού μπλοκ. Μετά το τέλος του εμφυλίου, η μείωση του αριθμού των κατοίκων συνεχίστηκε με πιο δραστικό ρυθμό, λόγω πολιτικών, εθνικών και οικονομικών αιτιών, και ήταν πάρα πολλοί οι Αρμέντσσανι που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στις υπερωκεάνιες χώρες και κυρίως στον Καναδά.

Σήμερα, το Άρμενσκο αριθμεί περίπου 240 κατοίκους (σύμφωνα με την απογραφή του 2001) και είναι ένα χωριό που έχει καταφέρει να διατηρήσει το αυθεντικό μακεδόνικο στυλ, όπως και την χρήση της μακεδόνικης γλώσσας σε καθημερινή βάση. Κύριες ασχολίες των κατοίκων είναι η γεωργία, η κτηνοτροφία και η υλοτομία.

Τουλάχιστον διπλάσιος είναι ο αριθμός κατοίκων που σήμερα ζει στον Καναδά, ενώ οι ελληνικές αρχές ,,φρόντισαν,, να ,,απαλλάξουν,, πολλούς απ΄αυτούς από την ελληνική υπηκοότητα. Μεγάλος επίσης αριθμός Αρμέντσσανι ζει στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, χωρίς το δικαίωμα επιστροφής στις πατρικές εστίες.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ОБЛАСТА БОЈМИЈА КОН КРАЈОТ НА 19 И ПОЧЕТОКОТ НА 20 ВЕК Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΜΠΟΪΜΙΑ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 19ΟΥ ΚΑΙ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ

(περιγραφή που έγινε εκείνη την εποχή, με επεξηγηματικά στοιχεία για το σήμερα)

Το χωριό (σήμερα κωμόπολη) Бојмица (Μποḯμιτσα) βρίσκεται στη δεξιά πλευρά του ποταμού Вардар (Βάρνταρ/Βαρδάρη), στις περυφές του όρους Пајак (Πάιακ/Πάικου), σε υψόμετρο 40 μετρών, στα 63 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης Солун (Σόλουν/Θεσσαλονίκη) και 14

Η Μποϊμιτσα κάποτε

Η Μποϊμιτσα κάποτε

χιλιόμετρα ανατολικά του Гуменџе (Γκούμεντζζε/Γουμένισσα). Νοτιοδυτικά συνορεύει με τα χωριά Горгопик (Γκόργκοπικ/Γοργόπη) και Тушилово (Τουσσίλοβο/Στάθης), βορειοδυτικά με το χωριό Извор (Ίζβορ/Πηγή), ανατολικά με την πόλη Рагуновец (Ραγκούνοβετς/Πολύκαστρο) και δυτικά με το Γκούμεντζζε. Σύμφωνα με την στατιστική της εποχής εκείνης, στα τέλη του 19ου αιώνα η Μποḯμιτσα είχε 1845 κατοίκους, από τους οποίους οι 1220 ήταν Μακεδόνες και οι 625 Τούρκοι. Από τη Μποḯμιτσα περνούσε ο δρόμος, παράλληλος με τον ποταμό Βάρνταρ, ο οποίος σύνδεε την κωμόπολη Γκούμεντζζε με τον σιδηροδρομικό σταθμό. Μεγάλος αριθμός σπιτιών του χωριού βρισκόταν δίπλα στο δρόμο αυτό. Λόγος γινόταν για έναν οικισμό απλωμένο σε ένα κεντρικό δρόμο, στον οποίο βρίσκονταν και μερικά μαγαζιά με βιτρίνες. Κάθε Τετάρτη στο χωριό γινόταν παζάρι, το οποίο ήταν γνωστό για τα σιτηρά της κοιλάδας του Βάρνταρ. Οι κάτοικοι της Μποḯμιτσα ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Εκεί είχε γεννηθεί και ο δοξασμένος Μακεδόνας επαναστάτης  Апостол Петков Терзиев (Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ), ο οποίος μεταξύ του μακεδόνικου πληθυσμού ήταν γνωστός και ως „Ениџевардарско сонце (Ενιτζζεβάρνταρσκο σόντσε/ήλιος των Γιαννιτσών)“.

Το κοντινότερο κέντρο στη Μποḯμιτσα ήταν η κωμόπολη Гуменџе, η οποία σύμφωνα με το διοικητικό σύστημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανήκε στον καζά του Пазар (Πάζαρ/Γιαννιτσά). Το Γκούμεντζζε, στα τέλη του 19ου αιώνα, αριθμούσε 3150 κάτοικους, όλοι εθνικά Μακεδόνες. Σύμφωνα με το βόιβοντα Христо Шалдев (Χρίστο Σσάλντεβ), λίγο πριν τους Βαλκανικούς πολέμους, το Γκούμεντζζε αριθμούσε περίπου 5000 κατοίκους.  Λόγω της τοποθεσίας και του μεγέθους, το Γκούμεντζζε αποτελούσε ένα φυσικό κέντρο της περιοχής Μποḯμια. Παρόλα αυτά, τα χωριά της περιοχής αυτής, διοικητικά ήταν χωρισμένα ανάμεσα στους καζάδες της Γκεβγκέλια και του Ενιτζζεβάρνταρ (Γιαννιτσών).

Το όρος Пајак (Πάιακ/Πάικο) απλώνεται δίπλα στη δυτική όχθη του ποταμού Βάρνταρ. Νότια και νοτιοανατολικά του απλώνεται το Солунско поле (Σόλουνσκο πόλε/κάμπος της Θεσσαλονίκης), δυτικά του είναι η Мегленска котлина (Μέγκλενσκα κότλινα/κοιλάδα του Μέγκλεν-Αλμωπία), ενώ βόρεια συνδέεται με το όρος Кожув (Κόζζουβ). Το βουνό αυτό μοιάζει με αράχνη και γιαυτό και έλαβε το όνομα Πάιακ, το οποίο στη μακεδόνικη γλώσσα σημαίνει αράχνη. Το Πάιακ αποτελείται από τρία τμήματα. Το πρώτο είναι το πραγματικό Πάιακ, το οποίο ο τοπικός πληθυσμός το ονομάζει και  Корнишорска планина (Κορνισσόρσκα Πλάνινα/βουνό του Κόρνισσορ). Το χωριό Κόρνισσορ σήμερα ονομάζεται Κρώμνη. Η ψηλώτερη κορυφή είναι το Πάιακ με ύψος 1460 μέτρα. Το δεύτερο τμήμα ονομάζεται Поглед (Πόγκλεντ). Πόγκλεντ στη μακεδόνικη γλώσσα σημαίνει θέα. Το τμήμα αυτό βρίσκεται ανάμεσα στα ποτάμια Бојмица (Μποḯμιτσα) και Грамош (Γκράμοςς). Το Πόγκλεντ σταδιακά απλώνεται προς τα ανατολικά και νοτιοανατολικά προς τις κωμόπολεις Куфалово

Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ

Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ

(Κουφάλοβο/Κουφάλια) και Постол (Πόστολ/Πέλλα). Από το Πόγκλεντ ανοιγόταν μια υπέροχη θέα προς το Араџанско блато (Αρατζζάνσκο μπλάτο), το Σόλουνσκο πόλε και το Άτον. Το τρίτο τμήμα του βουνού φέρει το όνομα Гандач (Γκάντατςς), σύμφωνα με την κορυφή, η οποία έχει ύψος 1150 μέτρα.

Το Πάιακ είναι ένα εύφορο βουνό γεμάτο δάση και πλούσια βοσκοτόπια. Οι κλιματικές συνθήκες δίνουν τη δυνατότητα ανάπτυξης διαφόρων καρποφόρων δέντρων όπως: συκιές, ροδιές, αμυγδαλιές, καρυδιές, αλλά και αμπελιών κ.α. Από το Πάιακ πηγάζουν περισσότερα ποταμάκια που εισβάλουν στο Βάρνταρ, ενώ άλλα χύνονταν στο μπλάτο (λίμνη) του Πάζαρ (Γιαννιτσών). Σύμφωνα με τον Σσάλντεβ, στο Πάιακ υπήρχαν 47 χωριά, από τα οποία 36 με μακεδόνικο πληθυσμό. 6 με βλάχικο πληθυσμό, 5 με τούρκικο και ένα μικτό (Μακεδόνες και Τούρκοι), η Μποḯμιτσα.

Σε όλη την περιοχή Μποḯμια (η οποία σήμερα είναι μοιρασμένη ανάμεσα σε Ελλάδα και Δημοκρατία της Μακεδονίας και εντός από τις περιοχές Μποḯμιτσα και Γκούμεντζζε,  ανήκουν και οι περιοχές της Γκεβγκέλια, Μπόγκνταντσι και Βαλάντοβο), ο πληθυσμός ομαδοποιούταν σε 31 οικισμούς/χωριά. Τα 21 από αυτά κατοικούνταν από Μακεδόνες, ένα από Τούρκους, ένα μικτό και 4 από Βλάχους. Η κοιλάδα της περιοχής είναι πολύ εύφορη. Λόγω του μαλακού μεσογειακού κλίματος, στα πεδινά τοπία μαζεύονταν και από δύο σοδειές. Το χιόνι λιώνει κατά την πτώση του και σπάνια διατηρείται μερικές ημέρες. Κατά το καλοκαίρι έχει βροχές και σπάνια επέρχεται ξηρασία.

Από ανθρωπολογικής άποψης, ο πληθυσμός της Μποḯμια διαφέρει από αυτόν του Μέγκλεν και του Ποβαρντάριε. Σύμφωνα με τον τύπο ομιλίας και την φορεσιά, βρίσκεται πιο κοντά στον πληθυσμό των νότιων παρυφών του όρους Беласица (Μπελάσιτσα/Μπέλες).  Βασικά ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά είναι το μεσαίο προς ψηλό ύψος, πλατύ όρθιο μέτωπο, κανονική μύτη, μαύρα ή καστανά μαλλιά και μελαμψό χρώμα δέρματος. Βασικά, οι άνθρωποι εκεί είναι δυνατοί και σωματικά υγιείς. Σύμφωνα με τον χαρακτήρα τους, οι άνθρωποι εκεί είναι καλοσυνάτοι, θρησκόληπτοι, εργατικοί και πατριώτες, αλλά και θερμοί.  Όταν και αν έρθει στιγμή για εκδίκηση, αυτή θα είναι θερμή. Σε περίοδο κινδύνου, είναι όλοι μαζί, χωρίς να υπολογίζουν δύναμη και μέσα, αν και για ψιλά πράγματα ξέρουν να μαλώνουν μεταξύ τους και να εκδιώκονται.

Στα νότια του όρους Πάιακ, βρίσκεται η πόλη Ениџе Вардар (Ένιτζζε Βάρνταρ/Γιαννιτσά), την οποία ο τοπικός πληθυσμός ονόμαζε και

Ρουσαλίι

Ρουσαλίι

Πάζαρ. Στις αρχές του 20ου αιώνα η πόλη είχε περίπου 10.000 κατοίκους, από τους οποίους οι 4000 ήταν Μακεδόνες, 5000 Τούρκοι, 25 Έλληνες, 24 Βλάχοι, 90 Εβραίοι και 900 Ρομά. Το Ένιτζζε Βάρνταρ ήταν το διοικητικό κέντρο του ομώνυμου καζά, του οποίου ο συνολικός πληθυσμός αριθμούσε  24.789 κάτοικους. Η πόλη είναι εγκατεστημένη στο βορειοδυτικό τμήμα του Σόλουνσκο πόλε, δεξιά του ποταμού Βάρνταρ, πολύ κοντά στην αρχαία μακεδόνικη πρωτεύουσα – Пела (Πέλλα). Νότια της πόλης, σε απόσταση 7-8 χιλιομέτρων, υπήρχε το μπλάτο, η λίμνη της περιοχής ή όπως το αποκαλούσαν, το Ениџевардарски ѓол (Ενιτζζεβάρνταρσκι γκιόλ). Η λίμνη είχε ακανόνιστο τριγωνικό σχήμα. Η έκτασή της ήταν  160-180χμ2 με μήκος περίπου 30 μιλίων. Η λίμνη αυτή είχε συσταθεί από τα ποτάμια  Мегленица (Μεγκλένιτσα) και Καρά Αζμάκ και άλλα μικρότερα ορεινά ποταμάκια που πήγαζαν στο όρος Πάιακ. Είχε επίσης πολλά νησάκια στο εσωτερικό του και όλη του η περιφέρεια, όπως και τμήμα του εσωτερικού, ήταν γεμάτο με καλάμια, σάζια και άλλα φυτά, τα οποία έκαναν την πρόσβαση πολύ δύσκολη. Από την άλλη πλευρά, το μπλάτο ήταν πλούσιο σε ψάρια και διάφορα είδη πουλιών, ενώ λόγω του ζεστού κλίματος, υπήρχαν πολλά κουνούπια, τα οποία αποτελούσαν μια σοβαρή πηγή ελονοσίας. Η πλούσια χλωρίδα και πανίδα αποτελούσαν πηγή σημαντικού εισοδήματος για τα γύρω χωριά. Ένα μέρος του πληθυσμού ασχολούταν με το ψάρεμα, ενώ ένα άλλο μέρος ασχολούταν με το μάζεμα καλαμιών και σαζιών, με τα οποία έπλεκαν ρογκοζίνι, λέσες και άλλα παρόμοια προϊόντα, τα οποία έπειτα πουλούσαν στο εσωτερικό της Μακεδονίας. Στην περίοδο 1928-1932, η λίμνη αποξηράνθηκε και το μεγαλύτερο τμήμα της έγινε καλλιεργήσιμη γη.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

РАКИТА – ΡΑΚΙΤΑ

Το χωριό Ракита – Ράκιτα βρίσκεται στην περιοχή Кајларско – Κάιλαρσκο (Εορδαία), σε απόσταση 11 χιλιομέτρων βορειοδυτικά από την πόλη Кајлари (Κάιλαρι – Πτολεμαίδα). Η τοποθεσία του είναι ένα οροπέδιο με καλές κλιματικές συνθήκες και υψόμετρο 620 μέτρων. Αποτελεί στην ουσία ένα είδος διασταύρωσης ανάμεσα στις περιοχές του Костур – Κόστουρ (Καστοριάς), του Κάιλαρι και του Лерин – Λέριν (Φλώρινας).  Βόρεια του χωριού, σε απόσταση 3 χιλιομέτρων, βρίσκεται η λίμνη Врабчинско езеро (Βράμπτσσινσκο έζερο – Χειμαδίτιδα). Βορειοανατολικά συνορεύει με το χωριό Рудник (Ρούντνικ – Ανάργυροι), δυτικά με το Мокрени (Μόκρενι – Βαρικό), νοτιοδυτικά με το χωριό Чор (Τσσορ – Γαλάτεια) και νοτιοανατολικά, σε μεγαλύτερη απόσταση, με το χωριό Биралци (Μπίραλτσι – Περδίκας). Νότια του κάμπου του χωριού κυλάει ο ποταμός Циронка – Τσιρόνκα. Τα μακεδόνικα τοπονύμια του χωριού χρησιμοποιούνται και σήμερα, τις περισσότερες φορές και επίσημα. Γκόλεμ Ντολ, Γκουμνίτσσε, Κουρία, Μουτσσάρι, Πόποβα Τσσέσσμα, Καντίφ τραπ, Σταμίνα, Νεβέστιν Κάμεν, Λίτσσκι Μπρεστ κ.α.  

Η Ракита από την περίοδο της ίδρυσής της ήταν εθνικά μακεδόνικο χωριό. Το όνομά του το έλαβε από ένα δέντρο, είδος μικρής ιτιάς, το οποίο λέγεται στη μακεδόνικη γλώσσα ράκιτα και το οποίο χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοί του για να πλέκουν кошници (κόσσνιτσι – καλάθια), όπως και μαλάτι. Για πρώτη φορά το χωριό αναφέρεται σε ιστορικές πηγές το έτος  1481, στα οθωμανικά τεφτέρια καταβολής φόρων, με το όνομα Ράκιτα, με 45 νοικοκυριά, τα οποία ασχολούνταν με την αμπελουργία, τη μελισσοκομία και την εκτροφή γουρουνιών. Το 19ο αιώνα ανήκε στον καζά Τζζούμα ως τσιφλίκι ενός Αγά και στα μέσα αυτού του αιώνα, οι κάτοικοι της Ράκιτα, μαζί με κάτοικους διπλανών μικρών μακεδόνικων χωριών, αγόρασαν τους τίτλους ιδιοκτησίας. Έτσι, οι κάτοικοι του χωριού, μαζί με κάτοικους από τα χωριά Негочни (Νεγκότσσνι), Врабчин (Βράμπτσσιν), Инско (Ίνσκο), Крушувица (Κρουσσουβίτσα) και Лесковица (Λεσκόβιτσα) δημιούργησαν ένα μεγαλύτερο χωριό, επίσης με μακεδόνικη εθνική σύσταση και την επόμενη περίοδο στο χωριό μετοίκησαν και οικογένειες από το διπλανό χωριό Ρούντνικ, οι οποίες και σήμερα φέρουν το επώνυμο Ρουδνικλής (Ρουντνιτσσάνεβ). Το 1900 οι κάτοικοι αριθμούσαν 900, στην απογραφή του 1913 ήταν 927, του 1951 ήταν 1014, ενώ στην απογραφή του 2001 μόλις 693 άτομα. Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί το γεγονός ότι τα τελευταία εκατό χρόνια ο αριθμός των κατοίκων του χωριού υπέμενε αυξομειώσεις ανάλογα με τις στρατιωτικο-πολιτικές περιστάσεις και την οικονομική αστάθεια. Έτσι, μεγάλος αριθμός κατοίκων, λόγω εθνικών, πολιτικών και οικονομικών αιτιών, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το χωριό και να μεταναστεύσει στις υπερωκεάνιες χώρες, όπως και σε ευρωπαικές. Για πρώτη φορά στην ιστορία του, εν μέρει άλλαξε την εθνική του σύσταση το έτος 1928, όταν εκεί το ελληνικό κράτος εγκατέστησε 23 οικογένειες προσφύγων από τη Μικρά Ασία (77 άτομα), από τις οποίες μόνο λίγες έχουν παραμείνει λόγω εσωτερικής μετανάστευσης.

Εξόριστοι στην Σαμοθράκη

Εξόριστοι στην Σαμοθράκη

Οι αρχές των δραστηριοτήτων του μακεδόνικου εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος στο χωριό Ράκιτα, την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, τοποθετούνται στα τέλη του 19ου αιώνα. Τον σημαντικότερο ρόλο σ΄αυτό έπαιξε μια από τις γνωστότερες προσωπικότητες του  ВМРО, ο Сава Михајлов (Σάβα Μιχάιλοβ), με καταγωγή από το Мачуково (Ματσσούκοβο – Ευζώνοι Κιλκίς), ο οποίος για μια περίοδο ήταν δάσκαλος στη Ράκιτα. Στο ημερολόγιό του είχε σημειώσει: „Όταν ξεκινήσαμε, εγώ και μια δασκάλα από το χωριό, να οργανώνουμε τους κατοίκους, ως μέλη της Οργάνωσης εγγράφηκαν σχεδόν όλοι οι κάτοικοι, όπως και πολλοί δάσκαλοι των γύρω χωριών, εκτός από το Κάιλαρι, το οποίο είχε μόνο τούρκικο πληθυσμό.  Απ΄όταν αρχίσαμε να διαχύουμε την ιδέα για επανάσταση των Μακεδόνων, βρισκόμουν συνεχώς σε επαφή με τον Пере Тошев – Πέρε Τόσσεβ από τη Битола (Μπίτολα). Μέσω αυτού επικοινωνούσα και με την κεντρική επιτροπή στο Солун (Σόλουν – Θεσσαλονίκη) με κωδικοποιημένες επιστολές“. Επίσης, στην οργάνωση του ВМРО στο χωριό βοήθησε και ο Марко Лерински (Μάρκο Λέρινσκι), βόιβοντα (οπλαρχηγός), υπεύθυνος για την περιοχή Λέριν και Σοροβίτσσεβο (σημ.Αμύνταιο), ο οποίος συχνά επισκεπτόταν το χωριό και το προστάτευε από τους άτακτους Τούρκους, τους Μπασσιμπόζουκ. Το γνωστότερο μέλος του ВМРО από τη Ράκιτα ήταν ο βόιβοντα Џоџо Баничанов (Τζζότζζο Μπανιτσσάνοβ). Ως βόιβοντα ξεκίνησε τη δράση του το 1911 και σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στην πόλη Πόγκραντετς (σήμερα Αλβανία) το έτος 1917. Επίσης γνωστοί επαναστάτες του χωριού ήταν και οι: Γκεόργκι Κονσταντίνοβ, Νίκολα Μπλαγκόεβ (επίσης και μέλος του Μακεδόνικου Επιστημονικού Ινστιτούτου), Πρόντρουμ Γκόσσεβ, Σίμο Ντιμίτροβ, Ντάνε Γιάντσσεβ, Μετόντι Τανάσκοβ κ.α. Τη Ράκιτα είχε επισκεφτεί και ο ιδεολόγος, ο μεγαλύτερος άνθρωπος του ΒΜΡΟ κατά την περίοδο πριν την Επανάσταση του Ίλιντεν, ο Гоце Делчев (Γκότσε Ντέλτσσεβ). Είχε φιλοξενηθεί από την οικογένεια των Маткарев (Ματκάρεβ). Η επίσκεψη στο χωριό συνέβη το 1902, κατά τη διάρκεια της μεγάλης περιήγησης του Ντέλτσσεβ στη νοτιοδυτική Μακεδονία, μετά την παραμονή του στην περιοχή του Κόστουρ. Στα απομνημονεύματά του, ο βόιβοντα Георги Поп Христов (Γκεόργκι Ποπ Χρίστοβ), ο οποίος συνόδευε το Ντέλτσσεβ, σημείωσε: „Από το Загоричани (Ζαγκορίτσσανι – Βασιλειάδα), μαζί με το Ντέλτσσεβ και το Μάρκο Λέρινσκι, όταν αποχαιρετήσαμε τους Κοστούρτσσανι, κατευθυνθήκαμε προς το χωριό Зеленич (Ζέλενιτςς – Σκλήθρο), αλλά δε μπήκαμε στο χωριό επειδή μας περίμενε ενέδρα από τουρκική περίπολο. Μεταβήκαμε στο χωριό Ράκιτα, Κάιλαρσκο. Εκεί κάναμε γενική συνέλευση των κατοίκων και οργανώσαμε το χωριό“.

Βόιβοντα Τζζότζζο Μπανιτσσάνοβ

Βόιβοντα Τζζότζζο Μπανιτσσάνοβ

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912-13), η Ράκιτα, όπως και το μεγαλύτερο τμήμα της Μακεδονίας, προσαρτήθηκε στο Ελληνικό Βασίλειο. Ο διαμελισμός της Μακεδονίας ανάμεσα σε κράτη των Βαλκανίων, παρόλη την επιθυμία του Μακεδόνικου λαού για δικό του κράτος, επιβεβαιώθηκε την περίοδο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.   Στη Ράκιτα, όπως και σε όλα τα μακεδόνικα χωριά, οι νέες ελληνικές αρχές ξεκίνησαν άμεσα τη διαδικασία απεθνικοποίησης του μακεδόνικου πληθυσμού με τη χρήση διάφορων μέτρων, μέσω τρομοκρατίας, βίας, δολοφονιών και εκδιωγμών, όπως και μέσω διάφορων εκπαιδευτικών, εκκλησιαστικών και οικονομικών μέτρων. Ένα από τα μέτρα εκείνα ήταν και η μετονομασία του χωριού το 1927, σε Ολυμπιάδα.

Επίσης, μεγάλος αριθμός αντρών του χωριού επιστρατεύτηκε και πολέμησε και στον ελληνο-τουρκικό πόλεμο (1920-22), όπως και στον ελληνο-ιταλικό (1940) και πολλοί ήταν αυτοί που δεν επέστρεψαν ποτέ τους.

Το χωριό υπέφερε ιδιαίτερα την περίοδο του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, όχι τόσο από τις κατοχικές δυνάμεις, όσο από τους Έλληνες συνεργάτες τους. Αργότερα, τα βάσανα αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, από την τρομοκρατία των κυβερνητικών δυνάμεων. Οι εξόριστοι πολλοί. Πολλοί και οι κάτοικοι του χωριού που βγήκαν στα βουνά παρτιζάνοι ως μέλη του ΝΟΦ και του ΔΣΕ. Μεταξύ αυτών και μέλη των οικογενειών Λιτάντσσεβ, Χατζζίεβ, Τσσίκοβ, Σαμαρτζζίεβ κ.α. Κάποιοι έμειναν κάπου άταφοι, πολλοί εκδιώχθηκαν μετά τη λήξη του εμφυλίου σε γειτονικές χώρες, χωρίς το δικαίωμα επιστροφής. Βλέπετε, σύμφωνα με τον ισχύων νόμο, ,,δεν είναι Έλληνες το γένος,,.

Σήμερα η Ράκιτα είναι ένα ζωντανό χωριό, αν και οι εκδιωγμένοι κάτοικοί του, όπως και οι μετανάστες είναι περισσότεροι από τους εναπομείναντες κατοίκους. Η μακεδόνικη γλώσσα στη Ράκιτα διατηρείται σε μεσαίο επίπεδο. Όλο και λιγότεροι κάτοικοι ασχολούνται με τις παραδοσιακές ασχολίες του χωριού και οι νέοι αναγκάζονται να μεταναστεύσουν εντός ή και εκτός της χώρας, με τον πληθυσμό να μειώνεται ακόμη περισσότερο.

Ράκιτα – 1915

Ράκιτα – 1915

Ο ναός του χωριού είναι αφιερωμένος στον Σβέτι Νίκολα, αλλά δεν ήταν τα πράγματα πάντοτε έτσι. Ο κύριος ναός του χωριού ήταν αφιερωμένος στον Σβέτι Κόνσταντιν και Έλενα και επίσης υπήρχε και μικρότερος ναός της Σβέτα Μπογκορόντιτσα (Παναγία). Οι κρατικές και εκκλησιασικές αρχές ,,φρόντισαν,, να ,,απαλλαγούν,, από τους ναούς αυτούς, οι οποίοι δεν ,,ταίριαζαν,, στον εθνικό ελληνικό μύθο. Ακόμη και σήμερα, τα πανηγύρια του χωριού είναι στις 21 του Μάη (Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης) και στις 15 Αυγούστου (Κοίμηση της Θεοτόκου), προς θύμηση των ναών εκείνων.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ЧРНОВИШТЕ – ΤΣΣ’ΡΝΟΒΙΣΣΤΕ

Το χωριό Чрновиште – Τσ’ρνόβισστε βρίσκεται στην περιοχή Корештата – Κορέσστατα (Κορέστια) του Костур – Κόστουρ (Καστοριά), στον κάμπο της δυτικής πλευράς των παρυφών του όρους Шештевска бука – Σσεσστέβσκα μπούκα, σε υψόμετρο 830 μέτρων. Το έτος 1927 οι ελληνικές αρχές μετονόμασε το χωριό με το ελληνικό όνομα Μαυρόκαμπος. Το Τσ’ρνόβισστε συνορεύει με τα χωριά Шештево – Σσεσστέβο (σήμερα Σιδηροχώρι), Жервени – Ζζέρβενι (Άγιος Αντώνιος), Поздивишта – Ποζντίβισστα (Χαλάρα), Долно Дреновени – Ντόλνο Ντρενόβενι (Κάτω Κρανιώνας) και Габреш – Γκάμπρεςς (Γάβρος). Ανατολικά του χωριού και μέχρι τη βοντένιτσα (νερόμυλο) του χωριού ενώνονται δύο ποτάμια: το ένα που έρχεται από το χωριό Ζζέρβενι και πηγάζει από το όρος  Вичо – Βίτσσο (Βίτσι) και το άλλο που έρχεται από το χωριό Ποζντίβισστε. Δυτικά του χωριού απλώνεται ένας ξερός κάμπος που ονομάζεται „Бутеш (Μπούτεςς)“. Στην τοποθεσία αυτή υπάρχουν τα θεμέλια ενός πολύ παλιού ναού και δίπλα σ΄αυτά βρίσκεται σήμερα το μοναστήρι του Σβέτι Τάνας (Αγίου Αθανασίου).

Κατά την ροή της ιστορίας το χωριό είχε πάντοτε εθνικά μακεδόνικο πληθυσμό. Το 1900 είχε 260 κατοίκους, ενώ το 1913 αριθμούσε 207. Αιτία της μείωσης του αριθμού των κατοίκων ήταν οι συνέπειες πολιτικών και εθνικών ξεσηκωμών, με κυριότερες την Επανάσταση του Ίλιντεν (1903), τις επιθέσεις Ελλήνων ανταρτών στη Μακεδονία (1904-1908) και την τρομοκρατία κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων (1912-13). Την επόμενη περίοδο ο αριθμός των κατοίκων άρχισε να αυξάνεται, παρόλο το γεγονός της μεγάλης μετανάστευσης στις υπερωκεάνιες χώρες. Έτσι, το 1928, το Чрновиште είχε 328 κατοίκους. Μετά το τέλος του Εμφυλίου πολέμου (1949) οι κάτοικοι μειώθηκαν στους 199, ενώ σύμφωνα με την απογραφή του 2001, το χωριό είχε μόλις 9 κατοίκους.

Στο παρελθόν, οι κάτοικοι του Τσ’ρνόβισστε ασχολούνταν με τη γεωργία, την αμπελουργία, την κτηνοτροφία, ιδιαίτερα με τις κατσίκες, των οποίων την εκτροφή απαγόρεψε στους κατοίκους το ελληνικό κράτος το 1913.

Σύμφωνα με το θρύλο, το χωριό δημιουργήθηκε κατά την πρώιμη περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Προσπαθώντας να ξεφύγουν από την τρομοκρατία των Τούρκων, δύο οικογένειες με το επίθετο Манов – Μάνοβ εγκαταστάθηκαν στο Корештата,  στην τοποθεσία „Манова глава (Μάνοβα γκλάβα)“. Αργότερα, πεντακόσια μέτρα νοτιοδυτικά, εγκαταστάθηκαν ακόμη δύο οικογένειες, του Шукаров – Σσουκάροβ και του  Реван – Ρέβαν. Οι οικογένειες αυτές ασχολούνταν με την εκτροφή κατσικιών, αλλά σταδιακά εξερεύνησαν τη γύρω περιοχή και βρίσκοντας την παραπάνω αναφερομένη τοποθεσία, εγκαταστάθηκαν εκεί όπου και σήμερα βρίσκεται το χωριό. Ονομάστηκε Τσ’ρνόβισστε επειδή οι πρώτοι του κάτοικοι είχαν καταφτάσει από το βουνό Црна Гора – Τσ’ρνα Γκόρα. Σταδιακά, στο χωριό άρχισαν να εγκαθίστανται και κάτοικοι από τα γύρω χωριά του κάμπου.

Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι είχαν οργανωθεί στο ВМРО λίγα χρόνια μετά την ίδρυση της οργάνωσης. Σε πρώτη φάση είχε μεταβεί στο Τσ’ρνόβισστε ο βόιβοντα Атанас Петров – Άτανας Πέτροβ από το Шештево (Σσεσστέβο – Σιδηροχώρι), χωρίς όμως να κάνει την σύσταση τοπικής επιτροπής. Αυτό έγινε λίγο αργότερα από τον Христо Цветков – Χρίστο Τσβέτκοβ από το Кономлади (Κονόμλαντι – Μακροχώρι), ο οποίος είχε οργανώσει τις οικογένειες των Џамбазов – Τζζαμπάζοβ και την οικογένεια του Мито Попов – Μίτο Πόποβ. Ο Τσβέτκοβ τους ανέθεσε την αποστολή να εντάσουν σταδιακά νέα μέλη στην τοπική επιτροπή, να προμηθεύονται οπλισμό και πυρομαχικά και να προετοιμάζονται για τον ξεσηκωμό. Από το 1902, η οργάνωση στο χωριό άρχισε να μεγαλώνει μαζικά και μέλος της έγινε και ο πατριαρχικός παπάς Анастас Попов – Άναστας Πόποβ, ο οποίος σταμάτησε να λειτουργεί στην άγνωστη για όλους ελληνική γλώσσα και άρχισε τη λειτουργία στη μητρική μακεδόνικη γλώσσα τους. Εκείνο τον καιρό οι κάτοικοι του χωριού βρίσκονταν σε συνεχείς διαμάχες με τους Τούρκους χωρικούς του Ζζέρβενι, οι οποίοι δύο φορές είχαν επιτεθεί στο Τσ’ρνόβισστε. Τη δεύτερη φορά είχε καταφτάσει προς βοήθεια ο βόιβοντα Χρίστο Τσβέτκοβ. Τρεις μήνες πριν την έναρξη της Επανάστασης του Ίλιντεν, στην τσσέτα (ένοπλο σώμα) του βόιβοντα Митре Влаот – Μίτρε Βλάοτ εντάχθηκαν 31 επαναστάτες από το Τσ’ρνόβισστε, μεταξύ των οποίων οι: Циљо Аџиев – Τσίλιο Ατζζίεβ, Трпо Генчов – Τ’ρπο Γκέντσσοβ, Јован Попов – Γιόβαν Πόποβ, Митре Шутков – Μίτρε Σσούτκοβ κ.α. Μετά τη μεγάλη μάχη στο όρος Бигла (Μπίγκλα – Βίγλα), όπου είχε τραυματιστεί και ο ίδιος ο Μίτρε Βλάοτ, οι επαναστάτες υποχώρησαν στο Τσ’ρνόβισστε. Οι κάτοικοί του, κατά τη διάρκεια της επανάστασης είχαν καταφύγει στα βουνά. Ο οθωμανικός στρατός έκαψε το χωριό και σκότωσε τους: Мара Трендовска – Μάρα Τρέντοβσκα, Поп Атанас – Ποπ Άτανας και  Гељо Флоринов – Γκέλιο Φλορίνοβ.

Μετά το 1913 και την προσάρτιση του μεγαλύτερου τμήματος της γεωγραφικής Μακεδονίας στο Βασίλειο της Ελλάδας, οι ελληνικές αρχές ξεκίνησαν μια φοβερή τρομοκρατία και βασανιστήρια σ΄αυτούς που άμεσα ή έμμεσα είχαν συμμετάσχει στην Επανάσταση του Ίλιντεν, στην επανάσταση του μακεδόνικου λαού ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία. Λόγω του γεγονότος αυτού άρχισε μια μαζική μετανάστευση των Μακεδόνων.  Νέο κύμα τρομοκρατίας κατέφτασε την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά. εκείνο τον καιρό, λόγω ομιλίας της μητρικής μακεδόνικης γλώσσας, στο δικαστήριο οδηγήθηκαν 17 άτομα από το Τσ’ρνόβισστε. Το 1937, κατά τη διάρκεια του πανηγυριού του χωριού, του Σβέτι Τάνας, οι χωρικοί είχαν συγκεντρωθεί στο μοναστήρι και χόρευαν τραγουδώντας μακεδόνικα τραγούδια. Αποτέλεσμα αυτού, η καταδίκη οχτώ κατοίκων και φυλάκισή τους.

Την περίοδο της φασιστικής κατοχής, το χωριό Чрновиште βρέθηκε υπό την εξουσία των ιταλικών δυνάμεων. Οι Ιταλοί δύο φορές μπήκαν στο χωριό προς αναζήτηση οπλισμού και επειδή οι κάτοικοι αρνούνταν να παραδώσουν τα όπλα τους, περισσότερα άτομα φυλακίστηκαν στο σχολείο του χωριού και βασανίστηκαν αλύπητα. Επίσης, πολλές ήταν οι φορές που οι κατοχικές δυνάμεις λήστεψαν το χωριό, αρπάζοντας σοδειές για να τραφούν. Η εμφάνιση της ένοπλης αντίστασης ενάντια στις φασιστικές δυνάμεις έγινε στο χωριό το καλοκαίρι του 1943, με τον ερχομό των πρώτων παρτιζάνικων σωμάτων και την σύσταση στο χωριό των τοπικών οργανώσεων του ΚΚΕ. Στις 2 Αυγούστου 1944 συστάθηκε στο Κόστουρσκο (περιοχή Καστοριάς) η Μακεδόνικη Ταξιαρχία και στις τάξεις της, από το χωριό, εντάχθηκαν δέκα αγωνιστές. Μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγοσμίου Πολέμου, η νέα ελληνική εξουσία άρχισε μια τρομακτική δράση ενάντια στο μακεδόνικο πληθυσμό. Την περίοδο 1945-46, τα ελληνικά παραστρατιωτικά σώματα τρομοκρατούσαν τα χωριά στην περιοχή Κορέσστα. Στο Τσ’ρνόβισστε μπήκαν δύο φορές, συγκεντρώνοντας όλους τους χωρικούς στην εκκλησία και στην συνέχεια ξυλοκοπώντας τους. Εώς και το 1947 το χωριό ήταν εκτεθειμένο σε βομβαρδισμούς από πλευράς κυβερνητικών δυνάμεων, οι οποίες βρίσκονταν σταθμευμένες στο όρος Σσεσστέβσκα Μπούκα. Από τους βομβαρδισμούς είχαν καταστραφεί ολοσχερώς εφτά σπίτια, πολλά άλλα έπαθαν μικρότερες ζημιές, ενώ καταστράφηκε και η εκκλησία του χωριού. Στις αρχές του 1947, στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού εντάχθηκαν από το χωριό 34 αγωνιστές. Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού το 1949, περισσότερες οικογένειες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό, εκδιωγμένοι από την κρατική εξουσία, αφήνοντας για πάντα πίσω τους τις πατρικές τους εστίες. Ο αριθμός των κατοίκων μειώθηκε δραματικά και ανερχόταν πλέον μόνο στους 149.

Σήμερα κάτοικοι του Τσ’ρνόβισστε, βρίσκονται στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, στις υπερωκεάνιες χώρες κτλ. Παντού εκτός από το χωριό τους. Ότι δηλαδή συμβαίνει και στα περισσότερα μακεδόνικα χωριά. Θυσία στο βωμό της ,,εθνικής καθαρότητας,,.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

КАЛЕВИШТА – ΚΑΛΕΒΙΣΣΤΑ

Δυτικά της πόλης Κόστουρ (Καστοριάς) και σε απόσταση 25 χιλιομέτρων, δίπλα στα σύνορα με την Αλβανία, στις παρυφές του όρους Αλέβιτσα, βρίσκεται το μακεδόνικο χωριό Καλέβισστα. Το χωριό αυτό, το έτος 1948, αριθμούσε περίπου 65 σπίτια και χωριζόταν σε τρεις γειτονιές. Τη Γκόρνα, Σρέντνα και Ντόλνα Μάαλα. Τα σπίτια ήταν δυόροφα, πέτρινα, καλυμένα με πέτρινες πλάκες. Συνήθως κάθε σπίτι είχε τέσσερα δωμάτια, από δύο σε κάθε όροφο, όπως και τσσάρντακ (μπαλκόνι). Στο χωριό λειτουργούσαν δύο ναοί, του Σβέτι Άτανας και του Σβέτι Ντιμίτριι, ένα σχολείο, κοινοτικό κατάστημα, αστυνομικό τμήμα, περισσότερα μαγαζιά και καφενεία. Γειτονικά χωριά ήταν η Слимница – Σλίμνιτσα, το Јановени – Γιανόβενι (Γιαννοχώρι), το Пилкади – Πίλκαντι (Μονόπυλο), Омотско – Όμοτσκο (Λιβαδοτόπι), Ревани – Ρέβανι (Διποταμιά) κ.α.

Στο Καλέβισστα από πάντα ζούσε μακεδόνικος πληθυσμός. Το ελληνικό κράτος έδειξε ιδιαίτερη προσοχή στην προσπάθεια αφομοίωσης των κατοίκων του. Ήταν απαραίτητο επειδή το χωριό βρισκόταν δίπλα στα σύνορα. Εκεί είχαν σταλεί οι εθνικά ,,ικανότεροι,, Έλληνες δάσκαλοι, αστυνομικοί και υπάλληλοι συνόρων. Μέσω πιέσεων, τρομοκρατίας και προπαγάνδας, κατάφεραν μερικώς να επιδράσουν σε τμήμα των Μακεδόνων του χωριού αυτού. Στις αρχές του 19ου αιώνα, το χωριό είχε περίπου 450 κατοίκους, όλοι Μακεδόνες, το 1913 είχε 443 κατοίκους, ενώ το 1945 είχε 300. Από τη δεκαετία του 70 και μέχρι πρόσφατα ο αριθμός κατοίκων ήταν 0, ενώ σήμερα, σύμφωνα με τις πρόσφατες απογραφές, έχει περίπου 50. Η μετανάστευση από το χωριό επήλθε λόγω δύο αιτιών, οικονομική και πολιτική. Λόγω οικονομικών αιτιών μετανάστευσαν 20 άτομα, κυρίως στις υπερωκεάνιες χώρες, ενώ την περίοδο 1941-49, λόγω πολιτικών αιτιών (απλά ήταν εθνικά Μακεδόνες), αναχώρησαν 179 κάτοικοι.

Κύρια ασχολία των κατοίκων του χωριού ήταν η σύντομη μετανάστευση. Σχέδον όλοι οι άντρες ήταν χτίστες. Οι γυναίκες καλλιεργούσαν τη γη, ενώ οι άντρες αναχωρούσαν για μέρη μακρινά. Ξεκινούσαν στις αρχές της άνοιξης και επέστρεφαν στο χωριό στις αρχές του χειμώνα. Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στο Καλέβισστα, λόγω της άγονης γης, δεν ζούσαν Τούρκοι, αλλά υπήρχαν σε όλα σχεδόν τα γύρω χωριά. Οι κοπέλες του χωριού ήταν γνωστές για την ομορφιά τους. Για το λόγο αυτό, οι Τούρκοι πολύ συχνά επιτίθονταν στο χωριό και τα χωράφια και απήγαγαν κορίτσια. Σε μία περίπτωση, κρατούσαν μια κοπέλα τρεις μέρες στο βουνό και έπειτα της έδεσαν κόκκινη σσάμια (μαντίλα) στο κεφάλι ως σημάδι ότι είχε αλλάξει την πίστη της. Για το λόγο αυτό οι γυναίκες ποτέ δεν κινούνταν μόνες τους στην εργασία τους ή σε άλλα μέρη.

Την περίοδο της Επανάστασης του Ίλιντεν, της επανάστασης του μακεδόνικου λαού ενάντια στην Οθωμανική κυριαρχία, όλοι οι κάτοικοι είχαν οργανωθεί στο ΒΜΡΟ. Αν και το χωριό δεν είχε βόιβοντα, πολλοί ήταν οι κόμιτι που επάνδρωσαν τσσέτες γειτονικών χωριών. Υπεύθυνος του χωριού και της γύρω περιοχής ήταν ο βόιβοντα Кољо Добролитски – Κόλιο Ντομπρολίτσκι, από το χωριό Добролиште – Δομπρόλισστε (σήμερα Καλοχώρι).

Με την προσάρτιση του τμήματος αυτού της Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων (1912-13), στο Калевишта τοποθετήθηκαν όργανα φύλαξης συνόρων. Έξω από το χωριό είχε χτιστεί φυλάκιο, ενώ στο χωριό οικοδομήθηκε και αστυνομικό τμήμα. Το όνομα του χωριού, στην προσπάθεια εξελληνισμού όλων των τοπονυμιών της Μακεδονίας, αλλάχτηκε το 1928 και έγινε Καλή Βρύση.

Λόγω των πολυάριθμων ατυνομικών και στρατιωτικών δυνάμεων που υπήρχαν εντός και εκτός του χωριού, οι κάτοικοι δύσκολα μπορούσαν να οργανωθούν στις μακεδόνικες οργανώσεις που αγωνίζονταν εκείνη την περίοδο για τα δίκαια του Μακεδόνικου λαού. Οι προοδευτικές ιδέες στο χωριό κατέφταναν κυρίως από τους μετανάστες, τους οποίους με την σειρά τους, δίωκαν οι κρατικοί πράκτορες, οι δάσκαλοι, η αστυνομία, οι παπάδες κτλ. Ο  Анастас Вељов – Άναστας Βέλιοβ και ο Анастас Јанкулов – Άναστας Γιανκούλοβ ήταν από τα πρώτα μέλη του χωριού σε μακεδόνικες οργανώσεις, όπου είχαν οργανωθεί το έτος 1935. Το ίδιο έτος φυλακίστηκαν στο Солун-Σόλουν (Θεσσαλονίκη). Όπως και σε όλο το ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας, έτσι και στο Καλέβισστα, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, είχαν ανοίξει νυχτερινά σχολεία με σκοπό την επιβολή της ελληνικής γλώσσας στο μακεδόνικο πληθυσμό. Στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο (1941) από το χωριό είχαν επιστρατευτεί 40 άτομα, αλλά ευτυχώς δεν σκοτώθηκε κανένα, αν και η γραμμή του μετώπου περνούσε πάνω από το χωριό. Η ιταλική αεροπορία και πυροβολικό, τις πρώτες μέρες των μαχών βομβάρδισε συχνά το χωριό και πολλά σπίτια είχαν υποστεί ζημιές, ενώ τα σπίτια των Анастас Паљунков – Άναστας Παλιούνκοβ και Алексо Саров – Αλέξο Σάροβ καταστράφηκαν τελείως.

Τον Απρίλιο του 1941, οι δυνάμεις του άξονα κατέλαβαν την Ελλάδα. Το Καλέβισστα συχνά δεχόταν επιθέσεις από τους κατακτητές, οι οποίοι κατέφταναν στο χωριό για να αρπάξουν τα τρόφιμα και τα ζωντανά του πληθυσμού. Το Φθινόπωρο του 1941, σώμα ειδικών δυνάμεων του ιταλικού στρατού επιτέθηκε στο χωριό με σκοπό να συγκεντρώσει τον οπλισμό και να εκτελέσει πολιτική τρομοκρατία για να φοβίσει τον πληθυσμό του. Όποιοι βρέθηκαν να έχουν οπλισμό, συλλήφθησαν. Ο Павле Кирјаков – Πάβλε Κιριάκοβ και ο γιος του Филаре – Φίλαρε φυλακίστηκαν επί 8 μήνες και αργότερα η ίδια ποινή δόθηκε και στον  Поп Јане – Ποπ Γιάνε. Το Καλέβισστα, εκτός από τις ιταλικές δυνάμεις, συχνά δεχόταν επιθέσεις και από τους Αλβανούς Μπαλίστα, όπως και τις βουλγάρικες δυνάμεις. Σε μια από αυτές, το 1943, σκοτώθηκε ο Стефо Попов – Στέφο Πόποβ. Στις αρχές του 1943, στην περιοχή του χωριού εμφανίστηκαν τα πρώτα παρτιζάνικα σώματα, τα οποία περιοδικά κατάφερναν να το ελευθερώνουν. Ανάμεσα στους πρώτους παρτιζάνους του χωριού ήταν και οι  Петре Фишеов – Πέτρε Φισσέοβ, Пере Жутов – Πέρε Ζζούτοβ, Ахил Гершов – Άχιλ Γκέρσσοβ, Ристо Шапкарев – Ρίστο Σσαπκάρεβ και Ахил Попјанев – Άχιλ Ποπγιάνεβ. Τον Απρίλιο του 1943 οι ιταλικές δυνάμεις άρχισαν επιθέσεις ενάντια στα σώματα του ΕΛΑΣ στην περιοχή του Нестрам – Νέστραμ (σημ.Νεστόριο). Μετά το τέλος της επίθεσης, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ μπήκαν στο Καλέβισστα και αιχμαλώτισαν μερικά άτομα του χωριού με την κατηγορία συνεργασίας με τις κατοχικές δυνάμεις. Μετά από ανακρίσεις κάποιοι αφέθηκαν ελεύθεροι, ενώ άλλοι εκτελέστηκαν. Οι κάτοικοι του χωριού ποτέ δεν έπαψαν να πιστεύουν ότι οι καταδικασμένοι δικάστηκαν άδικα και ότι αποτελούσαν στόχο συκοφαντίας.

Σύντομα μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, στην Ελλάδα ξεκίνησε άλλος ένας πόλεμος, εμφύλιος αυτή τη φορά, στον οποίο οι Μακεδόνες είδαν την ευκαιρία να αποκτήσουν τα εθνικά τους δίκαια. Το καλοκαίρι του 1946,  στα όρη Γράμμος και Βόιο δρούσαν οι ένοπλες δυνάμεις της μακεδόνικης οργάνωσης НОФ (ΝΟΦ), ενώ αργότερα εμφανίστηκαν και οι παρτιζάνικες δυνάμεις του ΔΣΕ, όπου εντάχθηκαν πολλά άτομα του Καλέβισστα. Το 1946, οι συνοριοφύλακες και η αστυνομία είχε ήδη εγκαταλείψει το χωριό.  κατά τη διάρκεια των μεγάλων επιθέσεων των κυβερνητικών δυνάμεων ενάντια στους παρτιζάνους, τον Ιούλιο του 1948, οι κάτοικοι του χωριού βρήκαν καταφύγιο στην τοποθεσία „Видовско (Βίντοβσκο)“ η οποία βρίσκεται ακριβώς στα σύνορα. Από εκείνη την περίοδο το χωριό έμεινε έρημο. Και μετά το τέλος του πολέμου η επίσημη Αθήνα δεν επέτρεψε την επιστροφή των κατοίκων στο χωριό. Πολλοί κάτοικοι εκδιώχθηκαν στις πρώην ανατολικές χώρες, χωρίς ποτέ να αποκτήσουν το δικαίωμα επιστροφής, ενώ άλλοι, ή οι απόγονοι αυτών, ζουν σήμερα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας.

Σχετικά με την ιστορία και τη μοίρα των χωριών αυτής της περιοχής, τα γνωστά Γραμμοχώρια, δείτε την ταινία – ντοκυμαντέρ ,,Γράμμος,, του Νίκου Θεοδοσίου, στην ηλεκτρονική  διεύθυνση: http://www.youtube.com/watch?v=hazJrJzTuWA

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Κατηγορίες

Loading

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


ALPHA BANK

Account 852 00 2101 031390

IBAN: GR47 0140 8520 8520 0210 1031 390

BIC: CRBAGRAA

Μηνιαίες Εκδόσεις

Македонска Ризница
  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2015 (180)
  • 2014 (404)
  • 2013 (377)
  • 2012 (372)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)
  • Τελευταίο
  • Δημοφιλή
  • Σχόλια