Αρχεία | ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ | Наши села

КОНОМЛАДИ – ΚΟΝΟΜΛΑΝΤΙ

Το μακεδόνικο χωριό Кономлади – Κονόμλαντι βρίσκεται στην περιοχή Корештата – Κορέσστατα, του Κόστουρ (Καστοριάς). Το χωριό είναι εξαπλωμένο σε στενή κοιλάδα μεταξύ των βουνών Вичо-Βίτσσο, Лисец-Λίσετς, Румзел-Ρούμζελ, Полената-Πολένατα και  Кукул-Κούκουλ. Μέσα από το χωριό περνάνε δύο ποτάμια: Голема Река-Γκόλεμα Ρέκα,  το οποίο πηγάζει από τα βουνά Ρούντζζελ και Λίσετς, και το Мала Река-Μάλα ρέκα που πηγάζει από το Βίτσσο. Τα δύο αυτά ποτάμια ενώνονται στο κέντρο του χωριού, στην Средна маала-Σρέντνα Μάαλα (Μεσαία γειτονιά), και από εκεί συνεχίζουν προς τα υπόλοιπα χωριά του Κορέσστατα, απ΄όπου χύνεται στον ποταμό Бистрица-Μπίστριτσα (Αλιάκμονα). Το χωριό εξαπλώνεται σε μήκος τριών χιλιομέτρων και χωρίζεται σε τρεις γειτονιές: ντόλνα, σρέντνα και γκόρνα. Βόρεια συνορεύει με τα χωριά Турије-Τούριε (Κορυφή) και Статица-Στάτιτσα (Μελάς), ανατολικά με το χωριό  Бапчор-Μπάπτσσορ (Ποιμενικό), νοτιοανατολικά με το πρώην τούρκικο και από το 1924 με το προσφυγικό χωριό Жервени-Ζζέρβενι (Άγιος Αντώνιος), νότια με το Поздивишта-Ποζντίβισστα (Χαλάρα), ενώ δυτικά, μέσω του βουνού, με τα χωριά Брезница-Μπρέζνιτσα (Βατοχώρι) και Руље-Ρούλιε (Κώτας). Το Кономлади απέχει από την πόλη Костур-Κόστουρ (Καστοριά) 25 χιλιόμετρα. Εώς το 1926, το χωριό ονομαζόταν μόνο με το μακεδόνικό του όνομα και οι ελληνικές αρχές το εξελλήνισαν σε Μακροχώρι, λόγω του μήκους του.

Σύμφωνα με τους θρύλους, στην σημερινή τοποθεσία του χωριού παλιότερα υπήρχε μόνο αδιάβατο δάσος. Όταν οι Τούρκοι κατέφτασαν στα Βαλκάνια, άρχισαν να τρομοκρατούν το μακεδόνικο πληθυσμό. Πριν την ακμή της τρομοκρατίας αυτής, τρία αδέρφια από τα χωριά του κάμπου, νότια του Κόστουρ, εγκατέλειψαν την εστία τους και μετέβηκαν στην τοποθεσία Цер-Τσερ, παρακλάδι του όρους Λίσετς, στη δυτική πλευρά του σημερινού χωριού Κονόμλαντι. Εκεί η περιοχή ήταν δασωμένη και κανείς δε μπορούσε να περάσει. Σταδιακά τ΄αδέρφια καθάρισαν ορισμένα τμήματα, δημιούργησαν χωράφια και έχτισαν τα σπίτια τους. Σταδιακά άρχισαν να εγκαθίστανται και άλλοι άνθρωποι στο χωριό. Το όνομα Κονόμλαντι, σύμφωνα με θρύλο, το έλαβε ως παρακάτω: Κάποιος από τους εξέχοντες του χωριού είχε νεαρό και δυνατό άλογο και έτσι βγήκε και το όνομα Κονόμλαντι, κον μλαντ – άλογο νεαρό.

Από τη δημιουργία του εώς και σήμερα, στο Κονόμλαντι ζούσαν και ζουν μόνο Μακεδόνες. Τον πληθυσμό του χωριού τον αποτελούσαν απόγονοι Μακεδόνων, φευγάτων λόγω της τουρκικής τρομοκρατίας από τα χωριά του κάμπου της γύρω περιοχής, από το Λέρινσκο (περιοχή Φλώρινας), από το Κάιλαρσκο (περιοχή Εορδαίας) και από το Μπίτολσκο (περιοχή Μπίτολα). Περιοδικά, προσωρινά στο χωριό ζούσαν και Τούρκοι και Βλάχοι. Στις αρχές του εικοστού αιώνα το χωριό αριθμούσε 1100 κατοίκους, το 1913 είχε 1200 κατοίκους, ενώ σήμερα έχει μόνο περίπου 200. Οι χωρικοί του Κονόμλαντι μετανάστευαν στο εξωτερικό λόγω οικονομικών αλλά και πολιτικών αιτιών, όπως παράδειγμα μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν ή την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού το 1949.

Λόγω της ορεινής φύσης του χωριού, στην κοιλάδα υπήρχε περιορισμένη γη για καλλιέργεια, όπου οι κάτοικοι καλλιεργούσαν σιτάρι και καλαμπόκι, ενώ σε ένα τμήμα υπήρχαν λιβάδια για βοσκή των ζωντανών. Στην ορεινή γη καλλιεργούσαν κυρίως πατάτες και σίκαλη. Λόγω της περιορισμένης γης, πολύ νωρίς εμφανίστηκε στο χωριό η μετανάστευση. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι, πριν και μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν, όπως και εώς τον Εμφύλιο πόλεμο, ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, και περισσότερο με τα πρόβατα και τα γίδια. Μέχρι πριν το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στο χωριό είχαν περίπου 10.000 γιδοπρόβατα.

Η Επιτροπή (Κομιτέτ) του χωριού του ВМРО συστάθηκε στο Κονόμλαντι μεταξύ των πρώτων χωριών της ευρύτερης περιοχής και για το

Μίτρε Παντζζάροβ - Βλάοτ

Μίτρε Παντζζάροβ - Βλάοτ

γεγονός είχε βοηθήσει πολύ ο μετέπειτα βόιβοντα Ристо Цветков-Ρίστο Τσέτκοβ από το ίδιο χωριό. Ο Ρίστο είχε ενταχθεί σε τσσέτα της Οργάνωσης από το 1900, όταν εκεί εντάχθηκε και ο Митре Панџаров Влаот – Μίτρε Παντζζάροβ Βλάοτ (μετέπειτα ξακουστός Βόιβοντα) και τα δύο του αδέρφια, επίσης από το Κονόμλαντι. Έπειτα στις τσσέτες (ένοπλες ομάδες) εντάχθηκαν και οι Циљо Котев-Τσίλιο Κότεβ με τα αδέρφια του Новачко-Νόβατσσκο και Доне-Ντόνε, Коле Шумов-Κόλε Σσούμοβ, Ристо Богов-Ρίστο Μπόγκοβ κ.α. Εκτός από τους άντρες, στην Οργάνωση είχαν ενταχθεί και πολλές γυναίκες του χωριού. Στο Κονόμλαντι είχε έρθει και ο σημαντικότερος ηγέτης του ВМРО, ο Гоце Делчев – Γκότσε Ντέλτσσεβ, το φθινόπωρο του 1901. Στο χωριό είχε μείνει μόνο μια νύχτα και είχε κοιμηθεί στο σπίτι του βόιβοντα Τσβέτκοβ. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν, εκτός από τους κόμιτι του χωριού που βρίσκονταν σε τσσέτες της περιοχής, είχε συσταθεί και τσσέτα του χωριού με εκατό περίπου μέλη. Τότε από το χωριό υπήρχαν τέσσερις βόιβοντι (οπλαρχηγοί). Ο Ρίστο Τσβέτκοβ, ο Μίτρε Παντζζαροβ Βλάοτ, ο Στάβρε Λιάσσκοβ και ο Τσίλιο Κότεβ. Στις μάχες με τον οθωμανικό στρατό, αλλά και με τους Έλληνες αντάρτες, σκοτώθηκαν 26 κόμιτι του χωριού, ενώ στις φυλακές του Ντιάρ Μπακίρ της Μικράς Ασίας είχαν φυλακιστεί 15 άτομα. Μετά τη λήξη της Επανάστασης, στο χωριό και πάλι εγκαταστάθηκε σώμα οθωμανικού στρατού με 100 άντρες και εκεί παρέμεινε ως και το 1912.

Με τον ερχομό των ελληνικών αρχών στο χωριό το 1912-1913, συνέχισαν τα βάσανα των χωρικών. Μια από τις πρώτες πράξεις του μητροπολίτη Καστοριάς ήταν να σβήσει και να κάψει ότι το μακεδόνικο, κυρίως στο ναό του χωριού. Επίσης έκλεισαν και το σχολείο όπου διδασκόταν η μακεδόνικη γλώσσα και στη θέση του άνοιξε ελληνικό σχολείο. Το 1913 στο χωριό κατέφθασε κάποιος Έλληνας οπλαρχηγός Ελλήνων ανταρτών και με τη βοήθεια του στρατού συγκέντρωσε όλους τους χωρικούς σε κεντρικό σημείο και άρχισε έναν έναν να τους ρωτάει ποιά εκκλησία αναγνώριζαν, την ελληνική ή την ,,σλαβική,,. Όλοι απάντησαν ότι αναγνωρίζουν την ,,σλαβική,, εκτός από τρεις οικογένειες. Ξυλοκόπησαν άγρια όλους τους κατοίκους για να αναγνωρίσουν την ελληνική. Κατά τη διάρκεια του ελληνο-τουρκικού πολέμου 1920-22 είχαν επιστρατευτεί όλοι οι ικανοί άντρες, από τους οποίους στη Μικρά Ασία σκοτώθηκαν 14 απ΄αυτούς. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, το 1937, οι ελληνικές αρχές εξέδωσαν διαταγή ανοίγματος βραδινών σχολείων για ενήλικες που δε γνώριζαν την ελληνική γλώσσα, αλλά αυτό δεν επέτυχε στο Κονόμλαντι επειδή μετά το άνοιγμα του σχολείου όλοι οι γεροντότεροι δεν ήξεραν ούτε λέξη ελληνικά και μετά δέκα ημέρες το σχολείο έκλεισε.

Την περίοδο της φασιστικής κατοχής, το Κονόμλαντι υπέπεσε υπό την ιταλική εξουσία. Οι Ιταλοί είχαν επιτρέψει την επιστροφή των τοπικών ελληνικών αρχών που υπήρχαν πριν από τον πόλεμο και την ανανέωση του αστυνομικού τμήματος στο χωριό.  Οι Έλληνες αστυνομικοί και πάλι άρχισαν να τρομοκρατούν το μακεδόνικο πληθυσμό. Όλα αυτά προκάλεσαν την εμφάνιση ένοπλης αντίστασης ενάντια της ιταλικής εξουσίας, αλλά και της ελληνικής τρομοκρατίας, όπως και ενάντια της βουλγάρικης προπαγάνδας. Πολλοί κάτοικοι εντάχθηκαν στο ΣΝΟΦ. Παρόμοια δράση αναπτύχθηκε και την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, όταν μαζικά οι κάτοικοι του χωριού εντάχθηκαν στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού, ελπίζοντας ότι έτσι θα αποκτήσουν τα εθνικά, γλωσσικά και πολιτιστικά τους δικαιώματα. Δυστυχώς, μετά τη λήξη του πολέμου αυτού, μεγάλος αριθμός κατοίκων και κυρίως παιδιά, αναγκάστηκαν για πάντα να εγκαταλείψουν το χωριό, με το ελληνικό κράτος να τους απαγορεύει την επιστροφή τους εώς και σήμερα.

Σήμερα είναι λίγοι οι κάτοικοί του, αλλά είναι πολλοί περισσότεροι οι Κονομλάτσσανι που βρίσκονται στον Καναδά και Αυστραλία, όπως και στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, και οι οποίοι διατηρούν αναλλοίωτη τη μακεδόνική τους συνείδηση.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ЕЗЕРЕЦ – ΕΖΕΡΕΤΣ

Στις παρυφές του όρους Горуша – Γκόρουσσα (Βόιο), στην περιοχή Костенаријата – Κοστεναρίατα, βρίσκεται το χωριό Езерец – Έζερετς. Ανατολικά συνορεύει με το χωριό  Осничани – Οσνίτσσανι (Καστανόφυτο), δυτικά με τα χωριά Омотско – ‘Ομοτσκο (Λιβαδοτόπι) και Л’ка – Λ΄κα (Λάγκα), βόρεια με το Забрдени – Ζαμπρντενι (Μελάνθιο) και το Вичишта – Βίτσσισστα (Νικη) και νότια με το χωριό Скумско – Σκούμσκο (Βράχος), ενώ απέχει από την πόλη Хрупишта – Χρούπισστα (Άργος Ορεστικό) 24 χιλιόμετρα.

Μετονομάστηκε σε Πετροπουλάκι το 1926, στην προσπάθεια των ελληνικών αρχών για εξελληνισμό του τμήματος της Μακεδονίας που προσάρτισε μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. Σύμφωνα με κάποιο θρύλο, το χωριό ονομαζόταν Езерец – Έζερετς από τα πολύ παλιά χρόνια, επειδή κοντά του βρισκόταν μια μικρή λίμνη (μάλο έζερο). Η λίμνη όμως άρχισε να χάνει τα νερά της όταν μια όμορφη κοπέλα πνίγηκε μέσα της και της έδωσε κατάρα με τον παρακάτω τρόπο: „Како што загинав јас, да загинеш и ти проклето езеро (κάκο σστο ζάγκιναβ ιάς ντα ζάγκινεςς ι τι πρόκλετο έζερο – όπως χάθηκα εγώ να χαθείς και εσύ καταραμένη λίμνη)“. Η κοπέλα είχε μπει στη λίμνη για να ξεφύγει από την εκδίωξη Τούρκων ληστών. Παρ΄όλα αυτά, υπάρχουν αποδείξεις ότι πράγματι υπήρχε λίμνη, όπως οι πολλές μικρές πηγές που υπάρχουν εώς και σήμερα. Επίσης, η αφήγηση συνεχίζεται λέγοντας ότι η κοπέλα, όταν αυτοκτόνησε, βρισκόταν σε έναν ψηλό βράχο. Ο βράχος αυτός σήμερα βρίσκεται ανάμεσα στα ερείπια ενός μοναστηριού, το οποίο αποκαλείται „девојачки манастир (ντεβόιατσσκι μανάστιρ – μοναστήρι κοπελών)“. Στο μοναστήρι αυτό, μέχρι και το 1912, υπήρχαν πολλές επιγραφές στη μακεδόνικη γλώσσα, αλλά με τον ερχομό των ελληνικών αρχών στην περιοχή, ,,εξαφανίστηκαν,, με ειδικό σοβά. Αυτό σημαίνει ότι το χωριό δε βρισκόταν εκεί που σήμερα βρίσκεται, αλλά στην τοποθεσία „девојачки камен“.  Σύμφωνα με άλλο θρύλο, οι πραγματικές αιτίες μετεγκατάστασης του χωριού ήταν οι κινδύνοι που απειλούσαν τους χωριανούς λόγω των διαφόρων ληστών που περνούσαν από κοντά, όπως επίσης και λόγω των δυνατών νότιων ανέμων που συχνά φυσούσαν εκεί. Το Езерец από πάντα κατοικούταν από εθνικά μακεδόνικο πληθυσμό. Στις αρχές του 20ου αιώνα είχε περίπου 110 κάτοικους, ενώ η απογραφή του 2001 έδειξε μόλις 35 κατοίκους. Οι  χωρικοί του Езерец οργανωμένα ξεκίνησαν να αγωνίζονται ενάντια στις οθωμανικές αρχές από το 1900, όταν στο χωριό συστάθηκε η πρώτη επιτροπή του ΒΜΡΟ. Πρώτος οργανωτής ήταν ο δάσκαλος Арсен-Άρσεν από την πόλη Битола-Μπίτολα, ενώ η πρώτη συνάντηση έλαβε χώρα στο σπίτι του Ѓорги Главинов – Γκιόργκι Γλαβίνοβ την ημέρα του Σβέτι Νίκολα (Αγίου Νικολάου). Ως υπεύθυνοι της επιτροπής του χωριού είχαν εκλεχθεί οι παρακάτω: Ѓорги Главинов – Γκιόργκι Γκλαβίνοβ, Кузо Насков – Κούζο Νάσκοβ και Јане  Донов – Γιάνε Ντόνοβ. Αμέσως μετά την σύσταση της επιτροπής άρχισε μεγάλη δράση για την συγκέντρωση οπλισμού. Για τον σκοπό αυτό στάλθηκαν χωρικοί στην Ελλάδα και από εκεί αγόρασαν όπλα. Τα όπλα τα μετέφεραν στο χωριό οι Атанас Варсамов – Άτανας Βαρσάμοβ, Андон Николов – Άντον Νικόλοβ, Паскал Минов – Πάσκαλ Μίνοβ, Васил Николов – Βάσιλ Νικόλοβ και Атанас Сидов – Άτανας Σίντοβ. Το 1902, στο χωριό κατέφτασε ο βόιβοντα Σστέριο από το χωριό Желин – Ζζέλιν (Χιλιόδεντρο) με την τσσέτα του, η οποία αριθμούσε περίπου 100 άντρες (κόμιτι). Στην εκκλησία του χωριού συγκέντρωσε όλον τον πληθυσμό. Σκοπός ήταν να δοθεί όρκος για αγώνα ενάντια στην οθωμανική τυραννία. Όταν μαζεύτηκαν όλοι οι χωρικοί, ο Σστέριο άρχισε: „Ιάς ια κλάβαμ ράκατα να εβαγγελίετο ι σε κόλναμ ντέκα κε σε μπόραμ ντο ποσλέντνα κάπκα κρβ ζα ιστερουβάνιετο να Τούρτσιτε οντ νάσσατα ζέμια. Ζνάετε σέλανι, βο οβάα μπόρμπα μόζζε ντα ντόιντατ νε σάμο Μακέντοντσι, τούκου ι σάτι σιρομάσσνι Τούρτσι, Βλάσι, Γκρτσι ι Αλμπάντσι (εγώ βάζω το χέρι στο ευαγγέλιο και ορκίζομαι ότι θα αγωνιστώ ως την τελευταία σταλιά αίματος για την εκδίωξη των Τούρκων από τη γη μας. Γνωρίζετε χωριανοί, στον αγώνα αυτό μπορούν να έρθουν όχι μόνο Μακεδόνες, αλλά και όλοι οι φτωχοί Τούρκοι, Βλάχοι, Έλληνες και Αλβανοί)“. Έπειτα οι χωρικοί ομόφωνα επανέλαβαν το ίδιο και ο βόιβοντα συνέχισε: „Ζα τίε Μακέντοντσι σσο κε ια πογκάζατ οβάα ζάκλετβα, γκι τσσέκα κάζνα (Τους Μακεδόνες που θα πατήσουν τον όρκο αυτό, τους περιμένει τιμωρία)“. Το 1903, ξεκίνησε η Επανάσταση του Ίλιντεν. Σημαντικότερα γεγονότα στο χωριό και γύρω από αυτό δεν συνέβησαν, αλλά πολλοί ήταν οι χωρικοί που συμμετείχαν στις επαναστατικές ομάδες που μάχονταν σε άλλες περιοχές του Κόστουρσκο (περιοχή Καστοριάς). Μερικοί απ΄αυτούς ήταν οι Коста Димитров – Κόστα Ντιμίτροβ, Јане Насков – Γιάνε Νάσκοβ,  Атанас Сидов – Άτανας Σίντοβ, Христо Томов – Χρίστο Τόμοβ, Аргир Митов – Άργκιρ Μίτοβ, Атанас Томов – Άτανας Τόμοβ, Петре Колев – Πέτρε Κόλεβ κ.α. Ο Γκιόργκι Γκλαβίνοβ πέθανε στις φυλακές της Μπίτολα, ενώ ο Ντόνε Γκλαβίνοβ σκοτώθηκε στο  Крушево – Κρούσσεβο. Επίσης, πριν την Επανάσταση, τον Ιούνιο του 1903, στο χωριό είχαν καταφτάσει οι τσσέτες των βόιβοντι Васил Чакаларов – Βάσιλ Τσσακαλάροβ και Митре  Влаот – Μίτρε Βλάοτ, συνολικά 300 κόμιτι. Ο Τσσακαλάροβ στην συνέλευση είπε: „Ντράγκι Μακέντοντσι, ντόιντε βρέμε κόγκα μόζζεμε ντα σε ντίγκνεμε να βοστάνιε (Αγαπητοί Μακεδόνες, ήρθε ο καιρός που μπορούμε να ξεσηκωθούμε σε επανάσταση)“ και στο τέλος φώναξε „Ούραα, ντα ζζίβεε Μακεντόνια (Ζήτω, να ζήσει η Μακεδονία)!“.

Μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν, οι χωρικοί έπρεπε να αντιμετωπίσουν νέους εχθρούς, οι οποίοι σκοπό είχαν να αφομοιώσουν τους Μακεδόνες και αυτοί ήταν οι Έλληνες αντάρτες. Στις 17 Μαρτίου 1905, ο καπετάν Αριστείδης με την συμμορία του επιτέθηκαν στο χωριό. Άρχισαν να μάχονται με τους άοπλους χωρικούς. Έπιασαν μερικούς βοσκούς του χωριού και τους σκότωσαν. Ήταν οι Вангел Томов – Βάγκελ Τόμοβ, Ставре Ставров – Στάβρε Στάβροβ, Петре Николов – Πέτρε Νικόλοβ, Стерјо Сидов – Στέριο Σίντοβ, Штерјо Фотев – Σστέριο Φότεβ, Никола Капера – Νίκολα Κάπερα κ.α. Οι χωρικοί γρήγορα συγκεντρώθηκαν από τα χωράφια όπου βρίσκονταν και αντιστάθηκαν στους αντάρτες, οι οποίοι σύντομα υποχώρησαν. Το 1905, μήνα Δεκέμβρη, εμφανίστηκε νέα ελληνική ομάδα, πάλι υπό την ηγεσία του Αριστείδη, η οποία κατάφερε να εισέλθει βράδυ στο χωριό, στο ναό και να καταστρέψει όλες τις εικόνες και βιβλία στη μακεδόνικη γλώσσα. Το 1906, αντάρτες και πάλι επιτέθηκαν στο χωριό και έγινε μεγάλη μάχη. Οι αντάρτες κατάφεραν να καταστρέψουν δέκα κτίρια και να κάνουν μεγάλες υλικές ζημιές. Την ίδια χρονιά, την τρίτη μέρα του Πάσχα, οι αντάρτες ξαναμπήκαν στο χωριό για να κλέψουν τα πρόβατα των κατοίκων. Δεν τα κατάφεραν… Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν ως και το 1908.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1913) και την ένταξη του Έζερετς υπό ελληνική εξουσία, ξεκίνησε ανοιχτό κυνήγημα πολλών κατοίκων του χωριού. Έτσι, για παράδειγμα, φυλακίστηκαν οι δάσκαλοι Димитар Георгиев – Ντιμίταρ Γκεοργκίεβ και Атанас Томев – Άτανας Τόμεβ στην πόλη Хрупиште – Χρούπισστε (Άργος Ορεστικό). Την περίοδο αυτή, λόγω πολιτικών, εθνικών και οικονομικών αιτιών, ξεκίνησε η μετανάστευση των κατοίκων, ιδιαίτερα στην Αμερική. Κατά τη διάρκεια του ελληνο-ιταλικού πολέμου (1940), αν και το χωριό ήταν μικρό σε αριθμό κατοίκων, λόγω της κοντινής του απόστασης από το μέτωπο, επιστρατεύτηκαν 50 άτομα στον ελληνικό στρατό. Έπειτα ακολούθησε η φασιστική κατοχή, ενάντια στην οποία οι χωρικοί εντάχθηκαν ενεργά στις οργανώσεις της αντίστασης.  Συμετάσχοντες στον ΕΛΑΣ ήταν οχτώ άτομα, από τα οποία δύο σκοτώθηκαν, οι Άντον Τόμοβ και Νίκολα Ατανάσοβ. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, οι Μακεδόνες ενεργά εντάχθηκαν στις οργανώσεις τους, όπως και στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού.  Έτσι, στις τάξεις του Δημ.Στρατού από το Έζερετς υπήρχαν 34 μαχητές, από τους οποίους οι δώδεκα έχασαν τη ζωή τους. Με το τέλος του πολέμου αυτού, συνέβη πραγματική έξοδος του πληθυσμού από το χωριό και το μεγαλύτερο μέρος αυτού αναγκάστηκε να εγκαταλείψει για πάντα τις πατρικές του εστίες, απαγορεύοντάς του η ελληνική πολιτεία να επιστρέψει και πάλι.

Από το χωριό αυτό κατάγεται και ένα από τα πρώτα μέλη των μακεδόνικων οργανώσεων ΜΑΚΙΒΕ και ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ, ο Ρίστο Σίντοβ (Χρήστος Σιδηρόπουλος).

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Б’МБОКИ – ΜΠ΄Μ΄ΜΠΟΚΙ

Το χωριό στη μακεδόνικη γλώσσα ονομάζεται Б’мбоки – Μπ΄μ΄μποκι, ενώ στα ελληνικά μετονομάστηκε το 1929, λαμβάνοντας το όνομα Σταυροπόταμος. Το όνομα αυτό δόθηκε από τις ελληνικές αρχές επειδή εκεί συναντιούνται δύο μικρά ποτάμια, το Στάρα Ρέκα που πηγάζει από το όρος Вичо-Βίτσσο και το Которска река – Κότορσκα ρέκα, το οποίο πηγάζει από το ομώνυμο βουνό.

Το Б’мбоки βρίσκεται κοντά στις αρχές του κάμπου του Костур-Κόστουρ (Καστοριάς) στη γεωγραφική περιοχή Пополе-Πόπολε. Κοντά του υπάρχουν τα χωριά Олишта – Όλισστα (Μελισσότοπος),  Загоричани – Ζαγκορίτσσανι (Βασιλειάδα), Куманичево – Κουμανίτσσεβο (Λιθιά),  Горенци – Γκόρεντσι (Κορησσός), Фотиништа – Φοτίνισστα (Αγία Φωτεινή), Кондоропи – Κοντόροπι (Μεταμόρφωση), Бобишта – Μπόμπισστα (Βέργα) και Чурилово – Τσσουρίλοβο (Άγιος Νικόλαος). Από το Костур – Κόστουρ (Καστοριά) απέχει περίπου 20 χιλιόμετρα.

Στο παρελθόν το χωριό βρισκόταν στην τοποθεσία Селца – Σέλτσα και εκεί διασταυρώνονταν πολλά μονοπάτια. Οι Τούρκοι που περνούσαν από το χωριό, συχνά επιτίθονταν, λήστευαν και βίαζαν γυναίκες και έτσι οι κάτοικοι εγκατέλειψαν το χωριό και εγκαταστάθηκαν στην σημερινή τοποθεσία, δημιουργώντας το Μπ΄μ΄μποκι.

Από τα πολύ παλιά χρόνια εώς και σήμερα, στο χωριό ζούσαν και ζουν εθνικά Μακεδόνες. Στις αρχές του εικοστού αιώνα το χωριό είχε περίπου 300 κάτοικους, ενώ σήμερα εκεί ζουν περίπου 200. Κατά την οθωμανική κυριαρχία εκεί ζούσαν και Τούρκοι μπέηδες, οι οποίοι κατείχαν τη γη του χωριού. Τούρκικο τσιφλίκι ήταν όλο το Μπ΄μ΄μποκι. Το μεγαλύτερο μέρος της γης ήταν ιδιοκτησία του Μπιντοβάι Μπέη και το κονάκι του ήταν πολύ μεγάλο και φραγμένο με ψηλά τείχη. Το όνομα του κονακιού ήταν Κούλα (στα μακεδόνικα σημαίνει πύργος).

Οι κάτοικοι του χωριού από πολύ νωρίς άρχισαν να μεταναστεύουν, κυρίως λόγω πολιτικών και οικονομικών αιτιών. Συνήθως μετανάστευαν στις γειτονικές χώρες, αλλά και στην Ευρώπη και στις υπερωκεάνιες χώρες. Μεταξύ των πρώτων μεταναστών ήταν και οι  Петре Аламанов – Πέτρε Αλαμάνοβ, Кузо Васков – Κούζο Βάσκοβ, Петре Теодосиев – Πέτρε Τεοντοσίεβ, Аргир Дуланов – Άρκιρ Ντουλάνοβ, Христо Ичов – Χρίστο Ίτσσοβ κ.α. Το χωριό ασχολούταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία.

Το χωριό ήταν ενεργό σε όλα τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του μακεδόνικου λαού. Την περίοδο της Επανάστασης του Ίλιντεν (1903), μεγάλος αριθμός κατοίκων του  Б’мбоки συμμετείχε στις επαναστατικές δράσεις. Στις 25 Ιουλίου 1903, ο  Στέφο και ο Πέτρε Γκίτσσεβι (πατέρας και γιος), ξεκίνησαν να πάνε στο γιατρό στην Κλεισούρα. Στο δρόμο συνάντησαν οθωμανικό στρατό και έχασαν τη ζωή τους. Στις 14 Αυγούστου 1903, ισχυρά τουρκικά σώματα συγκρούστηκαν με επαναστατικές τσσέτες στην τοποθεσία  Кајмакот – Κάιμακοτ, η οποία βρίσκεται απέναντι από το χωριό. Όσοι κάτοικοι δεν συμμετείχαν στη μάχη, κυρίως γέροι και γυναικόπαιδα, εγκατέλειψαν το χωριό και κατέφυγαν στο μοναστήρι Свети Врач – Σβέτι Βρατςς. Ένα τουρκικό σώμα, με την συνοδεία μπασσιμπόζουκ (ληστοσυμμορίας), πέρασε από το χωριό και έκαψε και τα 43 σπίτια του, το σχολείο και την εκκλησία. Σκοτώθηκαν τότε πέντε γέροι του χωριού, οι Димо Николов – Ντίμο Νικόλοβ, Христо Дељов – Χρίστο Ντέλιοβ, бабата Дељанова – μπάμπατα Ντελιάνοβα, Мара Дељанова – Μάρα Ντελιάνοβα και Леко Стефов – Λέκο Στέφοβ.

Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913) και την προσάρτιση του μεγαλύτερου τμήματος της Μακεδονίας στην Ελλάδα, το Μπ΄μ΄μποκι για πρώτη φορά στην ιστορία του βρέθηκε στην σύνθεση του ελληνικού κράτους. Το 1913, από το Κόστουρ (Καστοριά) έφτασε στο χωριό αστυνομία. Με έντολή της όλοι οι άντρες και αγόρια συγκεντρώθηκαν στο σχολείο. Περίπου 50 άντρες και αγόρια μεταφέρθηκαν στις φυλακές της πόλης. Ο Јане – Γιάνε και ο Петре – Πέτρε Волчев-Βόλτσσεβ και κάποιοι άλλοι, μετά από δύο χρόνα φυλακής εξορίστηκαν στα ελληνικά ερημονήσια. Το 1927, η αστυνομία εξόρισε στα ερημονήσια για τρία χρόνια και τους Ламбе Василев – Λάμπε Βασίλεβ, Ламбе Попниколов – Λάμπε Ποπνικόλοβ και Миро Глигоров – Μίρο Γκλιγκόροβ. Για την αφομοίωση των Μακεδόνων, οι αρχές άνοιξαν βραδυνό σχολείο με σκοπό όλοι οι κάτοικοι, νέοι και γέροι, να μάθουν την ελληνική γλώσσα. Ταυτόχρονα τιμωρούνταν όλοι όσοι δημόσια έκαναν χρήση της μητρικής τους μακεδόνικης γλώσσας. Έτσι για παράδειγμα, η γριά Ангелија Сијакова – Αγκέλια Σιάκοβα τιμωρήθηκε με χρηματική ποινή τρεις φορές για τον ίδιο λόγο.

Στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο (1940-41), από το χωριό επιστρατεύτηκαν 20 άτομα.  Με την φασιστική κατοχή της Ελλάδας από το 1941, το χωριό βρέθηκε υπό ιταλική εξουσία.  Την ίδια χρονιά το χωριό δέχτηκε επίθεση από ιταλικά σώματα με σκοπό να βρουν οπλισμό. Όλοι οι άντρες συγκεντρώθηκαν στο σχολείο και ανακρίθηκαν για οπλισμό. Άγρια ξυλοκοπήθηκαν και βασανίστηκαν οι Коста Костандинов – Κόστα Κονσταντίνοβ και Лазе Станоев – Λάζε Στανόεβ. Είχαν συκοφαντηθεί από το δάσκαλο Νάουμ Τσολάκη από το  Хрушишта – Χρούπισστα (Άργος Ορεστικό), ότι τάχα έκρυβαν όπλα. Οι Ιταλοί εκμεταλεύτηκαν την ευκαιρία και έκλεψαν τροφή, σοδειές και ζωντανά των κατοίκων.

Μετά την υποχώρηση και την συνθηκολόγηση των ναζιστών της Γερμανίας, ιδιαίτερα μετά την Συμφωνία της Βάρκιζας (1945), για τους κατοίκους του Бомбоки, όπως και τους κατοίκους όλων των μακεδόνικων χωριών, έφτασαν δύσκολες ημέρες. Ο ελληνικός στρατός και αστυνομία, αλλά και ένοπλες συμμορίες, είχαν στόχο το βασανισμό του μακεδόνικου πληθυσμού. Το καλοκαίρι του 1945, στο χωριό έφτασε ο Μανέλης, αρχηγός ένοπλης συμμορίας. Αυτός απείλησε ότι εάν δεν του δώσουν αυτό που ζητάει (τρόφιμα, ζωντανά, ρουχισμό και χρήματα), θα επιτεθεί στο χωριό. Οι χωρικοί για να γλιτώσουν έδωσαν τα ζητούμενα. Κατά μια άλλη επίθεση της ίδιας συμμορίας, σκοτώθηκε ο Ѓорги Грозданов – Γκιόργκι Γκρόζντανοβ, επειδή αρνήθηκε να τους δώσει τα πρόβατά του.  Μερικές ημέρες αργότερα, η γυνάικα του, Вета Грозданова – Βέτα Γκροζντάνοβα, επιστρέφοντας στο χωριό από τα χωράφια, συνάντησε το Μανέλη και αυτός τη βίασε.  Οι βιαιότητες εντάθηκαν, αλλά δεν κατάφεραν να σπάσουν το ήθος των Μακεδόνων. Το φθινόπωρο του 1945, στο χωριό συστάθηκαν τοπικές επιτροπές των μακεδόνικων οργανώσεων НОФ και АФЖ. Κύριος οργανωτής ήταν ο Кљаков – Κλιάκοβ από το χωριό  Вишени – Βίσσενι (Βυσσινιά). Στο НОФ οργανώθηκαν οι Лазо Станоев-Λάζο Στανόεβ,  Методи Василев – Μετόντι Βασίλεβ, Коста Попкузов – Κόστα Ποπκούζοβ, Фоте Глигоров – Φότε Γκλιγκόροβ, Ламбо Глигоров – Λάμπο Γκλιγκόροβ, Ѓорги Волчев – Γκιόργκι Βόλτσσεβ, Вангел Делиланов – Βάνγκελ Ντελιλάνοβ κ.α. Το ΝΟΦ το 1945 στο χωριό είχε 30 μέλη και πρώτος γραμματέας είχε οριστεί ο Ѓорги Мељов – Γκιόργκι Μέλιοβ.  Στο АФЖ (οργάνωση γυναικών) μέλη ήταν οι Тина Ламатова – Τίνα Λαμάτοβα, Ангелина Динкова – Αγκελίνα Ντίνκοβα, Лена Волчева – Λένα Βόλτσσεβα κ.α.

Στις 25 Ιουλίου 1946, στις τάξεις των Μακεδόνων παρτιζάνων εντάχθηκαν και οι Πάνε Γκίτσσεβ, Γκιόργκι Μέλιοβ και Πάσκαλ Βλάσσκοβ. Λόγω αυτού του γεγονότος αλλά και λόγω του φόβου των αρχών για μαζικότερη συμμετοχή στο κίνημα, η αστυνομία πολύ συχνά τρομοκρατούσε τον πληθυσμό του χωριού. Την αστυνομία βοηθούσε ο δάσκαλος του χωριού και η Ντότα Ποπκούζοβα. Η ηγεσία του НОФ και οι παρτιζάνικες ομάδες σύντομα αιχμαλώτησαν τους καταδότες αυτούς. Όταν έμαθαν για αυτό οι αρχές, έστειλαν στο χωριό την συμμορία του Λεκόπουλου. Αυτός παρουσίασε δύο εναλλακτικές λύσεις, ή θα ελευθερώσουν τους αιχμαλώτους ή θα κάψει όλο το χωριό. Στάλθηκε αντιπροσωπεία στους παρτιζάνους. Ο δάσκαλος αποδείχτηκε ότι ήταν αθώος και αφέθηκε ελεύθερος, αλλά η Ντότα καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Επίσης, οι διοικητές των παρτιζάνων έστειλαν επιστολές προς τις ελληνικές συμμορίες με προειδοποιήσεις να σταματήσουν να τρομοκρατούν τους Μακεδόνες, αλλιώς θα έπαιρναν τα κατάλληλα μέτρα. Η συμμορία έλαβε στα σοβαρά την επιστολή και υποχώρησε από το χωριό.

Όπως και να ΄χει, στην επί δεκαετία πολεμική περίοδο (1940-49), το Б’мбоки έδωσε μεγάλο αριθμό θυμάτων, συνολικά 39, κυρίως κατά την περίοδο του Εμφυλίου πολέμου. Την ίδια περίοδο εγκατέλειψαν το χωριό περίπου 90 άτομα.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ГОРНО И ДОЛНО КАЛНИК – ΓΚΟΡΝΟ Ι ΝΤΟΛΝΟ ΚΑΛΝΙΚ

Στον κύριο δρόμο από το Лерин-Λέριν (Λέριν) για τη Битола-Μπίτολα, στην πεδιάδα Πελαγκόνια, στη μια όχθη του ποταμού που έρχεται από το χωριό Буф-Μπουφ (Ακρίτας) και περνάει από το Горно и Долно Клештино-Γκόρνο και Ντόλνο Κλέσστινο (Πάνω και Κάτω Κλεινές) και λέγεται Елешка река-Έλεσσκα ρέκα, βρίσκεται το χωριό  Горно Калник-Γκόρνο Κάλνικ ή και Γκόρνο Κάλενικ, το οποίο από πλευράς ελληνικών αρχών μετονομάστηκε τη δεκαετία του 1920 σε Άνω Καλινίκη. Απέχει 7.5 χιλιόμετρα από το Λέριν. Βόρεια συνορεύει με το χωριό Негочани-Νεγκότσσανι (Νίκη), ανατολικά με το χωριό Долно Калник-Ντόλνο Κάλνικ (Κάτω Καλλινίκη) και Сакулево-Σακούλεβο (Μαρίνα), νοτιοδυτικά με το Пополжани-Ποπόλζζανι (Παπαγιάννη) και δυτικά με το Долно Клештино-Ντόλνο Κλέσστινο (Κάτω Κλεινές).

Στο παρελθόν, το χωριό ως τούρκικο τσιφλίκι ήταν πολύ γνωστό. Οι χωρικοί εργάζονταν για τον αφέντη του τσιφλικιού, ο οποίος λεγόταν Γιούσουφ Μπέη. Σταδιακά, κάποιοι από τους χωρικούς που είχαν πάει μετανάστες στην Αμερική, με την επιστροφή τους αγόραζαν και γη από το μπέη.

Το Горно Калник υπάρχει εδώ και περισσότερες εκατοντάδες χρόνια. Κοντά στο χωριό, σε περίπου δύο χιλιόμετρα προς την περιοχή του Ντόλνο Κλέσστινο, στην τοποθεσία  Круша-Κρούσσα, βρέθηκαν κιούπια και μαρμάρινες πλάκες στα χωράφια του Коста  Дуклев-Κόστα Ντούκλεβ και Петре Танков-Πέτρε Τάνκοβ, όπως και άλλων, οι οποίοι εργαζόμενοι στα χωράφια τους ανακάλυψαν αρχαίο οικισμό. Την περίοδο του 1960, αρχαιολόγοι του κράτους έκαναν ανασκαφές και ανακάλυψαν πολλά σημεία αρχαίας πόλης.

Ο αριθμός του πληθυσμού στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν περίπου 350 κάτοικοι, ενώ σήμερα αριθμεί περίπου 320. Μεγάλη μείωση του πληθυσμού επήλθε τα πρώτα χρόνια από την προσάρτιση αυτού του τμήματος της Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος, επειδή οι αρχές δεν έδιναν τη δυνατότητα στον πληθυσμό ελεύθερα να εργάζεται στην περιουσία του. Η εθνική σύσταση του πληθυσμού ήταν πάντοτε μακεδόνικη και ασχολούταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία.

Την περίοδο της Επανάστασης του Ίλιντεν, ιδιαίτερα κατά την έναρξη του ελληνικού ,,Μακεδονικού αγώνα,, στο χωριό δημιουργήθηκαν δύο παρατάξεις. Η μία ενεργούσε για το μακεδόνικο κίνημα, υπό την ηγεσία του βόιβοντα Ристо Чичков – Ρίστο Τσσίτσσκοβ, ενώ η άλλη, υπό την ηγεσία του Тодор и Стево Чадевски-Τόντορ και Στέβο Τσσάντεβσκι, εργαζόταν για την ελληνική προπαγάνδα. Γνωστοί Μακεδόνες αγωνιστές του χωριού ήταν πολλοί, όπως οι  Крсте Манов – Κρστε Μάνοβ και Џајко Балаков – Τζζάικο Μπαλάκοβ. Η ομάδα αυτή ήταν δραστήρια ως την περίοδο 1933-34, όταν μια μέρα αποφάσισαν να εξολοθρεύσουν τον γκαρκομάνο (ελληνόφιλο) Тодор Чадевски-Τόντορ Τσσάντεβσκι. Με το φόνο του, η αστυνομία ξεκίνησε έρευνες, χωρίς όμως να καταφέρει να βρει αποδεικτικά στοιχεία. Παρόλα αυτά, οι αρχές συνέλαβαν τους Τζζάικο Μπαλάκοβ, Γκεόργκι Κρλεβ και Μίχαηλ Μάνοβ, οι οποίοι καταδικάστηκαν, ενώ ο Τζζάικο καταδικάστηκε σε θάνατο. κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, τα παιδιά του Τόντορ Τσσάντεβσκι εντάχθηκαν στο μακεδόνικο κίνημα και αναχώρησαν για την τότε Γιουγκοσλαβία, όπου και εντάχθηκαν στα παρτιζάνικα σώματα.

Πολλοί ήταν και οι χωρικοί που συμμετείχαν στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, όπου συμμετείχαν όλοι όσοι συμπεριλήφθησαν στη γενική επιστράτευση του ελληνικού στρατού, είκοσι τον αριθμό. Απ΄αυτούς, ένας έχασε τη ζωή του στο μέτωπο, ο Јордан Стојан Маневски – Γιόρνταν Στόγιαν Μάνεβσκι, ο οποίος σκοτώθηκε το Μάρτιο του 1941, σε  τοποθεσία του βουνού Бубеш – Μπούμπεςς.

Την περίοδο της φασιστικής κατοχής, ο πρώτος που εντάχθηκε στην αντίσταση και δραστηριοποίησε το χωριό, ήταν ο Коста Каранџулов – Κόστα Καραντζζούλοβ. Το 1943, ο Κόστα συγκέντρωσε όλους αυτούς που είχαν συμπάθειες προς το κίνημα της αντίστασης και έτσι πολλοί χωριανοί εντάχθηκαν στο σώμα „Гоце Делчев (Γκότσε Ντέλτσσεβ)“. Οι κάτοικοι ενεργά είχαν ενταχθεί και στο ΣΝΟΦ και το ΝΟΦ, τις μακεδόνικες δηλαδή οργανώσεις εκείνης της περιόδου, όπως οι Пеце Манев – Πέτσε Μάνεβ, Танас Ѓолев – Τάνας Γκιόλεβ, Јосиф Китанов – Γιόσιφ Κιτάνοβ, Танас Балаков – Τάνας Μπαλάκοβ,  Георги Талев – Γκεόργκι Τάλεβ, Коста Китанов – Κόστα Κιτάνοβ και άλλοι. Όλα αυτά τα πρόσωπα το 1944 εντάχθηκαν και στο παρτιζάνικο και ήταν μέλη της ταξιαρχίας „Гоце Делчев“.

Δίπλα στον ποταμό Елешка река- Έλεσσκα ρέκα και πολύ κοντά στο Γκόρνο Κάλνικ, βρίσκεται και το χωριό Долно Калник – Ντόλνο Κάλνικ ή και Ντόλνο Κάλενικ, το οποίο οι ελληνικές αρχές ξαναβάπτισαν σε Κάτω Καλλινίκη. Παλαιότερα το χωριό ήταν επίσης στιφλίκι του Γιούσουφ Μπέη. Το χωριό ήταν πολύ μικρό με λίγα μόνο σπίτια, των οποίων οι κάτοικοι δούλευαν στην περιουσία του μπέη. Το χωριό χρονολογείται πριν από περισσότερα από 200 χρόνια, όταν μια οικογένεια από το Ντόλνο Κλέσστινο (Κάτω Κλεινές) και μια από το χωριό  Добровени-Ντομπρόβενι (Δημοκρατία της Μακεδονίας) δημιούργησαν το Ντόλνο Κάλνικ.  Έπειτα στο χωριό εγκαταστάθηκαν και οικογένειες προερχόμενες από τα χωριά Руље – Ρούλιε (Κώτας), Желево – Ζζέλεβο (Ανταρτικό), Ошчима – Όσστσσιμα (Τρίγωνο) και  Кономлади – Κονόμλαντι (Μακροχώρι). Έτσι το χωριό το έτος 1923, αριθμούσε 20 οικίες.  Μετά τον ελληνο-τουρκικό πόλεμο (1920-22), με την αναχώρηση των μουσουλμάνων από την ελληνική επικράτεια (,,εθελουσίας ανταλλαγής πληθυσμών,,) στη θέση τους εγκαταστάθηκαν χριστιανικοί πληθυσμοί από την Τουρκία. Έτσι στο Ντόλνο Κάλνικ εγκαταστάθηκαν οικογένειες με καταγωγή από τις παρυφές του όρους Καύκασου. Με τον ερχομό αυτόν των προσφύγων, το χωριό άρχισε να αλλάζει τρόπο ζωής. Ο αριθμός των κατοίκων τότε ήταν περίπου 120, ενώ σήμερα είναι περίπου 150. Με την συνθηκολόγηση του Δημοκρατικού Στρατού και τη λήξη του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, ο αριθμός των κατοίκων άρχισε να μειώνεται, επειδή η ελληνική εξουσία άρχισε να εκδιώκει όλους τους προοδευτικούς ανθρώπους. Εκείνοι αναγκάστηκαν να καταφύγουν στις χώρες του τότε ανατολικού μπλοκ ή στις υπερωκεάνιες χώρες. Η ασχολία των κατοίκων ήταν κυρίως η γεωργία και η κτηνοτροφία, ενώ σε μικρό ποσοστό ασχολούνταν και με την αμπελουργία και την καλλιέργεια οπωροφόρων δέντρων.

Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν, στην περιοχή του χωριού δραστηριοποιούταν ο βόιβοντα Коле-Κόλε από το Добровени – Ντομπρόβενι.

Κατά τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο είχαν επιστρατευτεί 14 κάτοικοι του χωριού, από τους οποίους ένας χάθηκε στις μάχες. Κατά τη διάρκεια της φασιστικής κατοχής, η αντίσταση στο χωριό εμφανίστηκε πολύ νωρίς, ακόμη από το 1941, ενώ οι πρώτοι παρτιζάνοι του χωριού βγήκαν το 1942. Ήταν οι Наум Волчев – Νάουμ Βόλτσσεβ, Трајан Мангов – Τράγιαν Μάνγκοβ, Георги Малков – Γκεόργκι Μάλκοβ και Митра Минова – Μίτρα Μίνοβα. Απ΄αυτούς, σε μάχη στο Костурско-Κόστουρσκο (περιοχή Καστοριάς), σκοτώθηκε το 1943 ο Γκεόργκι Μάλκοβ. Την οργάνωση της αντίστασης στο χωριό είχε οργανώσει ο Νάουμ Βόλτσσεβ. Οι κάτοικοι του χωριού είχαν ενεργά ενταχθεί και στις μακεδόνικες οργανώσεις СНОФ и НОФ – ΣΝΟΦ και ΝΟΦ, μεταξύ των οποίων και οι  Ставре Волчев – Στάβρε Βόλτσσεβ, Мите Крстев – Μίτε Κρστεβ, Коста Трајков – Κόστα Τράικοβ, Ристе Марков – Ρίστε Μάρκοβ, Васил Трајков – Βάσιλ Τράικοβ, Алексо Јаникев – Αλέξο Γιανίκεβ, Коле Филков – Κόλε Φίλκοβ κ.α. Το 1944, σκοτώθηκε ο Блаже Малков – Μπλάζζε Μάλκοβ, ο οποίος επέστρεφε από το Λέριν (Φλώρινα), από πλευράς γερμανικής αστυνομίας. Ενεργοί μαχητές κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, για τα δίκαια του μακεδόνικου λαού, ήταν οι Трајче Волчев-Τράιτσσε Βόλτσσεβ, Иљо Ставров – Ίλιο Στάβροβ, Вангел Волчев – Βάνγκελ Βόλτσσεβ και Τина Волчева – Τίνα Βόλτσσεβα.

Σήμερα, και τα δύο παραπάνω μακεδόνικα χωριά είναι ζωντανά και η μακεδόνικη γλώσσα έχει διατηρηθεί σε καλό επίπεδο.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ЗЕЛЕНИЧ – ΖΕΛΕΝΙΤΣΣ

Το χωριό Зеленич – Ζέλενιτςς βρίσκεται 51 χιλιόμετρα νότια της πόλης Лерин – Λέριν (Φλώρινα) και 18 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της κωμόπολης Сорович – Σόροβιτςς (Αμύνταιο). Βόρεια συνορεύει με το βλάχικο χωριό Невеска – Νέβεσκα (Νυμφαίο), νότια με το αρβανίτικο χωριό Λέχοβο, δυτικά με το Стребено – Στρέμπενο (Ασπρόγεια), βόρειοανατολικά με τα χωριά Горско – Γκόρσκο (Αγραπιδιές) και Ајтос – Άιτος (Αετός), ενώ ανατολικά συνορεύει με τη λίμνη Зазарско езеро – Ζάζαρσκο έζερο (Ζάζαρη). Είναι απλωμένο σε μια υπέροχης ομορφιάς μικρή κοιλάδα με περίπου 150 εκτάρια γόνιμης γης, στην οποία καλλιεργείται κυρίως πατάτα. Η κοιλάδα είναι περικυκλωμένη απ΄όλες τις πλευρές με ψηλούς λόφους. Το Зеленич ήταν ένα από τα μεγαλύτερα χωριά αυτού του τμήματος της Μακεδονίας. Πριν το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο Πόλεμο, το χωριό αριθμούσε περισσότερα από 400 σπίτια και περίπου 2000 κατοίκους. Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα είχε ακόμη περισσότερους, 2400 κατοίκους, από τους οποίους οι 1800 Μακεδόνες, 500 Τούρκοι και 70 Ρομά. Οι δρόμοι του χωριού ήταν όλοι στρωμμένοι με καλντερίμι και όλοι τους οδηγούσαν στο κέντρο του χωριού, όπου η πλατεία, μεγάλη και τακτοποιημένη, έμοιαζε με κέντρο μικρής πόλης. Εκεί γίνεται και παζάρι. Δίπλα από το χωριό περνάει επαρχιακή οδός που συνδέει το Σόροβιτςς (Αμύνταιο) με την πόλη Костур – Κόστουρ (Καστοριά). Στο Ζέλενιτςς υπάρχουν δύο ναοί, του Σβέτι Ντιμίτριι (Αγίου Δημητρίου) που χτίστηκε το 1864 και του Σβέτι Γκεόργκι (Αγίου Γεωργίου), ο οποίος χτίστηκε το 1867.

Κατά πάσα πιθανότητα, το χωριό έλαβε το όνομά του από το πολύ πράσινο που το περιβάλει (στη μακεδόνικη γλώσσα ζέλενο=πράσινο). Δεν υπάρχουν ακριβείς στοιχεία για το πότε και πώς ιδρύθηκε το χωριό. Το πιθανότερο είναι ότι την παλαιότερη περίοδο το χωριό είχε ιδρυθεί από Τούρκους, οι οποίοι είχαν χτίσει περίπου εκατό σπίτια, τα οποία σήμερα κατοικούνται από πρόσφυγες που κατέφτασαν στην ελληνική επικράτεια (σε μακεδόνικα εδάφη λόγω…εθνικών λόγων) μετά τον ελληνο-τουρκικό πόλεμο (1920-22). Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, λόγω των Τούρκων που ζούσαν στο χωριό, ποτέ δεν ληστεύτηκε, ούτε δέχτηκε επιθέσεις από διάφορες μουσουλμανικές συμμορίες που δρούσαν στην ευρύτερη περιοχή.

Όπως και σε όλα τα χωριά αυτού του τμήματος της Μακεδονίας, έτσι και στο Ζέλενιτςς, αλλά με περισσότερες δυσκολίες λόγω των αρκετών Τούρκων κατοίκων του, στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, δημιουργήθηκε επιτροπή του ΒΜΡΟ. Πολλοί ήταν οι κάτοικοι που βγήκαν κόμιτι στα βουνά κατά την Επανάσταση του Ίλιντεν και δύο είχαν χάσει τη ζωή τους, ο Стефо Которцев – Στέφο Κοτόρτσεβ και ο Васил Которцев – Βάσιλ Κοτόρτσεβ. Γνωστός βόιβοντα του χωριού ήταν και ο Кочо Цонков – Κότσσο Τσόνκοβ. Μετά το τέλος της επανάστασης, οι Τούρκοι, ως εκδίκηση, σκότωσαν οχτώ Μακεδόνες του χωριού (Лазо Бицанов – Λάζο Μπιτσάνοβ, Иљо Бицанов – Ίλιο Μπιτσάνοβ, Коле Колинов – Κόλε Κολίνοβ, Ване Попов – Βάνε Πόποβ κ.α.). μετά το τέλος της Επανάστασης του Ίλιντεν, στις περιοχές αυτές άρχισε να εισέρχεται η

Κότσσο Τσόνκοβ

Κότσσο Τσόνκοβ

ελληνική ένοπλη προπαγάνδα. Κέντρο της ελληνικής προπαγάνδας αυτής της περιοχής ήταν το κοντινό στο Ζέλενιτςς χωριό, το Στρέμπενο (Ασπρόγεια). Μεταξύ των κατοίκων των δύο αυτών χωριών συχνά συνέβαιναν καυγάδες για το θέμα αυτό. Στην ιστορία, αλλά και σε ειδικό αφιέρωμα στη Νόβα Ζόρα (τεύχος 16), έχει γραφτεί για το Ματωμένο Γάμο του Ζέλενιτςς στις 13 Νοεμβρίου 1904, όταν το χωριό δέχτηκε επίθεση από ελληνικές παραστρατιωτικές ομάδες, οι οποίες σκότωσαν περισσότερους κατοίκους του χωριού που παρεβρίσκονταν σε γάμο. Το 1907, οι οθωμανικές αρχές είχαν στείλει φυλακή στην πόλη Ντιαρμπακίρ της Αναντόλια, πέντε κατοίκους του χωριού (Пеце Боглев – Πέτσε Μπόγκλεβ,  Нацо Цандилев – Νάτσο Τσαντίλεβ, Кире Цандилев – Κίρε Τσαντίλεβ κ.α.), και οι οποίοι ξαναγύρισαν στα σπίτια τους το 1912. Τον Σεπτέμβριο του 1910, το χωριό υπέφερε και πάλι λόγω των συγκρούσεων μεταξύ των Νεοτούρκων και των οπαδών του σουλτάνου.

Την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων (1912-13), το χωριό Ζέλενιτςς εντάχθηκε στην σύνθεση του ελληνικού κράτους. Κατά τη διάρκεια των Δεύτερων Βαλκανικών Πολέμων, ο ελληνικός στρατός αιχμαλώτησε πέντε άτομα από το χωριό και ως ,,επικίνδυνους,, τους φυλάκισε στο νησί Ιθάκη. Ως αποτέλεσμα της δύσκολης κατάστασης των Μακεδόνων χωρικών, των συνεχών πολέμων, πιέσεων από τις νέες ελληνικές αρχές, την περίοδο 1910-1920 εγκατέλειψαν το χωριό περισσότερες δεκάδες Μακεδόνες, οι οποίοι μετανάστευσαν στην Αμερική. Την περίοδο του ελληνο-τουρκικού πολέμου, από το χωριό είχαν επιστρατευτεί στον ελληνικό στρατί 23 Μακεδόνες. Μετά το τέλος του πολέμου αυτού, το 1923, οι Τούρκοι κάτοικοι του Ζέλενιτςς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να αναχωρήσουν για την Τουρκία, ενώ στη θέση τους εγκαταστάθηκαν 739 χριστιανοί πρόσφυγες από την Τουρκία. Μετά από αυτήν την ανταλλαγή πληθυσμών, για μεγάλο χρονικό διάστημα ανάμεσα στους Μακεδόνες και τους νεόφερτους υπήρχαν ασυμφωνίες και καυγάδες για διάφορα θέματα. Το 1927, η ελληνική εξουσία άλλαξε αυθαίρετα το μακεδόνικο όνομα του χωριού με ελληνικό και το ονόμασε από Ζέλενιτςς, Σκλήθρο.

Το μίσος που είχε δημιουργηθεί την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά ανάμεσα στους Μακεδόνες και Έλληνες κατοίκους του Ζέλενιτςς, ήταν ορατό και κατά τη διάρκεια της φασιστικής κατοχής και του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος ήταν να μην συμμετάσχουν μαζικά οι Μακεδόνες στον ένοπλο αγώνα ενάντια στους κατακτητές. Οι Μακεδόνες του Ζέλενιτςς θεωρούσαν ότι τα συνθήματα και τα προγράμματα του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ ήταν εθνικιστικά και έτσι είχαν χάσει την πίστη τους στις οργανώσεις αυτές. Επίσης, είχαν δει ότι στις τάξεις του ΕΛΑΣ είχαν ενταχθεί και όλα τα γκρεκομάνικα στοιχεία του χωριού Στρέμπενο (Ασπρόγεια). Το έτος 1944, στην τοποθεσία  Дауло – Ντάουλο, σκοτώθηκε ένας Γερμανός και ως εκδίκηση για το γεγονός αυτό, οι γερμανικές αρχές μαζί με τους παοτζήδες, μπήκαν στην Κλεισούρα και σκότωσαν μεγάλο αριθμό κατοίκων, όπως είχαν κάνει οι παοτζήδες στο χωριό Ράντσι (Ερμακιά) και Κατράνιτσα (Πύργοι). Όλες αυτές οι επιθέσεις των παοτζήδων ανάγκασαν τους κατοίκους του Ζέλενιτςς ενεργά να ενταχθούν μαζικά στην αντίσταση.

Το κομμουνιστικό κόμμα στο Ζέλενιτςς σύστασε επιτροπή τον Σεπτέμβριο του 1944.  Το 1945, με την εμφάνιση της μακεδόνικης οργάνωσης НОФ (ΝΟΦ – νάροντνο οσλομποντίτελεν φροντ / λαικό απελευθερωτικό μέτωπο) και των ένοπλων ομάδων του, οι Μακεδόνες του Ζέλενιτςς μαζικά εντάχθηκαν στις τάξεις του, δείχνοντας με τον τρόπο αυτό εμπιστοσύνη μόνο σε μακεδόνικη οργάνωση. Το γεγονός υποστηρίζεται και από τα στοιχεία ότι ως παρτιζάνοι στον Εμφύλιο Πόλεμο βγήκαν 92 κάτοικοι του χωριού, από τους οποίους οι 22 σκοτώθηκαν στις μάχες. Κοντά στο Ζέλενιτςς σκοτώθηκε και ο γνωστός Μακεδόνας αγωνιστής Μάτε Μπούλεβ από το Βρμπενι (Ξυνό Νερό).

Σήμερα είναι ένα ζωντανό χωριό, με συχνές πολιτιστικές εκδηλώσεις και γνωστές στην ευρύτερη περιοχή ταβέρνες. Τα αυθεντικά όμως έθιμα του χωριού, που υπήρχαν επί αιώνες, σήμερα έχουν χαθεί. Το τριήμερο καρναβάλι τις ημέρες της Πρωτοχρονιάς, που παρίστανε άλλοτε γάμο, άλλοτε κηδεία ή βάπτιση, το απαγόρεψε η εκκλησία στα τέλη του ΄60. Η δεύτερη μέρα του Πάσχα ήταν κάποτε αφιερωμένη στους νεκρούς και όλοι οι χωριανοί μαζεύονταν στο νεκροταφείο και γινόταν μεγάλο φαγοπότι και χορός (εκδήλωση με κάποια βογομιλικά στοιχεία και γι΄αυτό ίσως κυνηγήθηκε από τις εκκλησιαστικές αρχές).

Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία – πατάτες και καλαμπόκι – ενώ η μακεδόνικη γλώσσα έχει διατηρηθεί σε μεσαίο επίπεδο. Η μακεδόνικη διασπορά του χωριού, κυρίως στον Καναδά, είναι μεγάλη, ενώ μεγάλος είναι και ο αριθμός των πολιτικών προσφύγων στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, των οποίων την επιστροφή απαγορεύει η ελληνική πολιτεία. Από το χωριό αυτό καταγόταν και η Μακεδόνισσα μητέρα του πρώην Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, Χρήστου Σαρτζετάκη.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

КРУШОРАДИ – ΚΡΟΥΣΣΟΡΑΝΤΙ

Το χωριό Крушоради βρίσκεται δίπλα στον ποταμό Стара река – Στάρα Ρέκα, ο οποίος κυλάει στη νότια πλευρά, ενώ γύρω από το χωριό βρίσκονται οι μικροί λόφοι Венец – Βένετς. Ανατολικά συνορεύει με το χωριό Сетина-Σέτινα (Σκοπός), δυτικά με το χωριό  Овчарани – Οβτσσάρανι (Μελίτη), νότια με το Горничево – Γκορνίτσσεβο (Κέλλη), ενώ βόρεια του βρίσκονται τα ελληνο-μεκαδόνικα σύνορα. πάνω από το χωριό βρίσκεται το μοναστήρι Σβέτι Χάραλαμπ και το γκρεμισμένο μοναστήρι του Σβέτι Σπας. Το χωριό χωρίζεται σε τρεις μάαλι (γειτονιές), στη Γκόρνα, Σρέντνα και Ντόλνα. Το 1925, οι ελληνικές αρχές άλλαξαν το όνομα το χωριού σε Αχλάδα, μερική μετάφραση του μακεδόνικου (στη μακεδόνικη γλώσσα круша-κρούσσα σημαίνει αχλάδι). Πάνω από το χωριό, σε μια ομαλή κοιλάδα, βρίσκονται αιώνια ερείπια και πέτρινα θεμέλια, τα οποία μαρτυρούν την ύπαρξη κάποτε ολόκληρης πόλης. Διάφορες ιστορίες αναφέρουν ότι εκεί πριν χίλια περίπου χρόνια, υπήρχε η πόλη Крушорад – Κρούσσοραντ. Πάνω από τα ερείπια αυτά υπάρχει ακόμη ένα μεγάλο γκρεμισμένο κάστρο.

Το Крушодари πριν το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε περίπου 150 οικογένειες και σύμφωνα με την απογραφή του 1936, 1045 κατοίκους. Η εθνική σύνθεση ήταν από πάντοτε μακεδόνικη, ενώ κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, είχε ένα μόνο μπέη, ο οποίος είχε το χωριό ως τσιφλίκι. Έχει τρεις μικρότερες και τρεις μεγαλύτερες εκκλησίες και μεγάλο σχολείο, το οποίο χτίστηκε το 1930 και εκεί, πριν το πόλεμο, φοιτούσαν περίπου 250 μαθητές. Τότε στο χωριό λειτουργούσαν και τέσσερα μπακάλικα.

Μπέης του χωριού ήταν ο Φέιμ, με καταγωγή από την Αλβανία, ο οποίος δέσποζε στο χωριό όχι μέχρι το τέλος της τουρκικής κυριαρχίας, αλλά εώς την αναχώρησή του, το 1923. Οι χωρικοί είχαν αρχίσει να αγοράζουν τη γη από το μπέη ακόμη από τα τέλη του 19 αιώνα, αλλά αυτός συνέχιζε να κρατάει τα καλύτερα κομμάτια. Μετά την αναχώρηση του μπέη, τους κατοίκους βρήκε χειρότερο κακό. Τους εκμεταλευόταν ο γνωστός γκρεκομάνος και αντάρτης Στέφο Καπιντάν, με καταγωγή από το Μαγκάρεβο. Μέσω τρομοκρατίας και βίας,  είχε κάνει τους κατοίκους σκλάβους του στα τσιφλίκια του.

Στο Крушоради η τοπική οργάνωση του ВМРО συστάθηκε το 1899 από τον Георги Иванов – Γκεόργκι Ιβάνοβ. Τα πρώτα μέλη του ΒΜΡΟ

Μαχητές στον Εμφύλιο

Μαχητές στον Εμφύλιο

από το χωριό ήταν οι: Дине Костенчев – Ντίνε Κοστέντσσεβ, Атанас Балов – Άτανας Μπάλοβ, Крсте Конзуров – Κρστε Κονζούροβ, Филип Гоговчев – Φίλιπ Γκογκόβτσσεβ και Τζζόλε Βεσέλοβ. Τον Οκτώβριο του 1902, η τσσέτα του Мице Кљанзов – Μίτσε Κλιάνζοβ και η τσσέτα του дедо Коле Добровенски – ντέντο Κόλε Ντομπροβένσκι βρίσκονταν σε κονάκι στο χωριό, ενώ οι Τούρκοι το περικύκλωσαν. Ξεκίνησε μάχη. Οι στρατιώτες άρχισαν να καίνε σπίτια στη Ντόλνα Μάαλα, έκαψαν περίπου 20 σπίτια. Σε ένα από τα σπίτια βρίσκονταν και οι κόμιτι του Κλιάνζοβ από το Βρμπενι (σημ. Ξινό Νερό), οι οποίοι κάηκαν ζωντανοί. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν (1903), κόμιτι έγιναν από το χωριό περίπου 50 άντρες και όλος ο πληθυσμός εγκατέλειψε το χωριό και βρήκε καταφύγιο στο όρος Ниџе-Νίτζζε (σημ.Βόρρας) για να αποφύγει τις επιθέσεις των Οθωμανών. Εκεί παρέμειναν 15 ολόκληρες μέρες.

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912-13), μετά την υποχώρηση των οθωμανικών αρχών, το χωριό για σύντομο χρονικό διάστημα δεν ήταν κάτω από καμιά εξουσία και με τον ερχομό των Ελλήνων, το 1913, συνελήφθησαν 7 άτομα, επειδή δήλωσαν Μακεδόνες.

Το 1927, άνοιξε το ορυχείο λιγνίτη, όπου άρχισαν να εργάζονται πολλοί κάτοκοι. Αφεντικά του ορυχείου ήταν οι έμποροι Ρόζας και Σπυράκης από το Лерин-Λέριν (Φλώρινα). Το 1937, οι εργάτες κατάφεραν να ιδρύσουν συνδικάτο, με 80 μέλη. Η συνεδρίαση είχε γίνει στην αυλή του σπιτιού του Стојче Билимов – Στόιτσσε Μπιλίμοβ.

Την περίοδο του ελληνο-ιταλικού πολέμου (1940-41), από το χωριό επιστρατεύτηκαν περίπου 50 άτομα και όλοι τους βρέθηκαν στο μέτωπο της Αλβανίας. Εκεί σκοτώθηκαν πέντε απ΄αυτούς: Лазо Клопчев – Λάζο Κλόπτσσεβ, Тане Лазаров – Τάνε Λαζάροβ, Тале Петканин – Τάλε Πετκάνιν, Коле Грујов – Κόλε Γκρούιοβ και Милан Апостолов-Μίλαν Αποστόλοβ.

Κατά τη διάρκεια της φασιστικής κατοχής, στο Крушоради το καλοκαίρι του 1941, άνοιξε ελληνικό αστυνομικό τμήμα, το οποίο δεν υπήρχε πριν από τον πόλεμο και στο χωριό επίσης είχε σταθμεύσει και ένα γερμανικό στρατιωτικό σώμα. Τον Απρίλιο του 1942, το Πάσχα, έγινε μεγάλο επεισόδιο μεταξύ των αστυνομικών και κατοίκων του χωριού κατά τη διάρκεια γλεντιού στην κεντρική πλατεία. Οι αστυνομικοί ήθελαν να βγάλουν το καπέλο ενός νεαρού και οι χωρικοί ξυλοκόπησαν 8 αστυνομικούς. Οι γερμανικές αρχές έμαθαν για το γεγονός και ελευθέρωσαν τους Έλληνες χωροφύλακες.

Η πρώτη οργανωμένη δράση του ΚΚΕ στο χωριό εμφανίστηκε την άνοιξη του 1942, όταν ο  Вангел Којчев – Βάνγκελ Κόιτσσεβ από το χωριό Баница – Μπάνιτσα (σημ.Βεύη) ήρθε σε επαφή με ανθρακωρύχους του Крушодари. Ο Којчев έκανε συνάντηση στο σπίτι του  Апостол Петков – Άποστολ Πέτκοβ, όπου παρεβρέθηκε ο ιδιοκτήτης του σπιτιού και οι  Коста Џингов – Κόστα Τζζίνγκοβ και Иљо Љамов – Ίλιο Λιάμοβ. Η οργάνωση του ЕАМ  στο χωριό συστάθηκε την άνοιξη του 1944. Ως υπεύθυνος είχε οριστεί ο Петре Донев –Πέτρε Ντόνεβ. Κατά την απελευθέρωση του χωριού το 1944, η οργάνωση ΕΑΜ του χωριού αριθμούσε 105 μέλη. Μετά την υποχώρηση των Γερμανών, τον Οκτώβριο του 1944, εξουσία ασκούσε η ΕΑΜ, με δικά της όργανα εξουσίας. Πρόεδρος του χωριού είχε εκλεγεί ο Кице  Грмов – Κίτσε Γκ΄ρμοβ. Μετά την παράδοση του οπλισμού του ΕΛΑΣ και την εμφάνιση των πρώτων καθεστωτικών σωμάτων στο Λέριν και την ευρύτερη περιοχή, τέλη του Απρίλη 1945 στο Крушодари επήλθε νέα κατάσταση και όλοι οι ακτιβιστές του ΚΚΕ και του ΕΑΜ ζούσαν πλέον σε ημιπαρανομία, κρυβόμμενοι στα γύρω βουνά. Η αστυνομία σύντομα άρχισε μαζικές συλλήψεις στο χωριό και μόνο το 1945 συνέλαβε 12 άτομα.

Όλο το χωριό σχεδόν είχε ενταχθεί και στον αγώνα για τα δίκαια των Μακεδόνων και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου. Είχε εκεί συσταθεί κλάδος της μακεδόνικης οργάνωσης  НОФ – ΝΟΦ και ως γραμματέας της είχε οριστεί ο Петре Доневски – Πέτρε Ντόνεβσκι και ως μέλη οι Методи Донев – Μετόντι Ντόνεβ, Кице Бачов – Κίτσε Μπάτσσοβ, Ване Костенчев – Βάνε Κοστέντσσεβ, Спасо Трајанов – Σπάσο Τραγιάνοβ και Илија Чакалов – Ίλια Τσσακάλοβ. Τον Απρίλιο του 1947, στο Δημοκρατικό Στρατό είχαν ήδη ενταχθεί 77 νεαροί χωρικοί.  Τα χρόνια του Εμφυλίου, το Κρουσσόραντι είχε δεχτεί περισσότερες επιθέσεις από τις κυβερνητικές δυνάμεις και οι κάτοικοι αναγκάζονταν να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και να καταφεύγουν στην τότε Γιουγκοσλαβία.

Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού τον Αύγουστο του 1949, στο χωριό σταδιακά επέστρεψαν περίπου 30 οικογένειες και άρχισαν εκ νέου να δημιουργούν τη ζωή τους στο χωριό. Οι ελληνικές αρχές έλαβαν μέτρα εγκατάστασης στο χωριό νέων οικογενειών και έτσι το 1950 εγκαταστάθηκαν καταρχήν Βλάχοι κτηνοτρόφοι και έπειτα Έλληνες από την Ήπειρο, στους οποίους μοιράστηκε και γη. Μέσα σε τρία χρόνια, οι αρχές κατάφεραν να αλλάξουν την εθνική σύσταση του Крушодари.

Σήμερα, το Κρουσσόραντι είναι ένα χωριό με τους περισσότερους κατοίκους του εκδιωγμένους εκτός συνόρων επειδή δεν είναι ,,Έλληνες το γένος,,. Εκεί υπάρχει ενεργός πολιτιστικός σύλλογος που προσπαθεί να διατηρήσει και να αναπτύξει τη μακεδόνικη παράδοση του τόπου και επίσης, εκεί λειτουργεί ακόμη και το μεγάλο ανοιχτό ορυχείο λιγνίτη. Η μακεδόνικη γλώσσα είναι ακόμη ζωντανή και υπαρκτή σε όλες τις πτυχές της καθημερινότητας των κατοίκων του μακεδόνικου αυτού χωριού.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

БОБИШТА – ΜΠΟΜΠΙΣΣΤΑ

Το χωριό Бобишта-Μπόμπισστα βρίσκεται στις παρυφές των βουνών Врбица – Β΄ρμπιτσα και Которска планина – Κότορσκα πλάνινα, σε υψόμετρο 925 μέτρων. Βρίσκεται μέσα στη γνωστή κλεισούρα Дауло – Ντάουλο, περίπου 20 χιλιόμετρα ανατολικά της πόλης  Костур – Κόστουρ (Καστοριά). Γύρω από το Μπόμπισστα βρίσκονται και τα χωριά  Загоричани – Ζαγκορίτσσανι (Βασιλειάδα), Бмбоки – Μπ΄μποκι (Σταυροπόταμος), Олиште – Όλισστε (Μελισσότοπος), Куманичево – Κουμανίτσσεβο (Λιθιά) και Клисура – Κλεισούρα.  Έλαβε το όνομά του επειδή από ανέκαθεν εκεί ευδοκιμούσε το боб – μπομπ (φασόλια). Τα τοπονύμια των περιοχών γύρω από το χωριό ήταν και είναι ακόμη και σήμερα μακεδόνικα, όπως Шурбово – Σσούρμποβο, Бобишка корија – Μπόμπισσκα κόρια, Јанков камен – Γιάνκοβ κάμεν, Широк пат – Σσίροκ πατ κ.α. Το 1926, όπως και όλα τα ονόματα των μακεδόνικων χωριών στην Ελλάδα, στην προσπάθεια εξελληνισμού αυτού του τμήματος της Μακεδονίας, μετονομάστηκε σε Βέργα.

Το Бобишта ήταν και είναι κατοικημένο από εθνικά Μακεδόνες, εκτός από λίγους Βλάχους, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο χωριό όταν πήραν νύφες από το χωριό αυτό. Το έτος 1900 είχε περίπου 700 κάτοικους, αλλά μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους ο αριθμός μειώθηκε πολύ σε μόνο 243 κάτοικους, ενώ σήμερα εκεί κατοικούν περίπου 150 άτομα. Σχεδόν όλες οι μετοικίσεις από το χωριό έγιναν λόγω πολιτικών και εθνικών αιτιών και μόνο λίγες λόγω οικονομικής μετανάστευσης στην ξενιτιά.

Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, κυρίως προβάτων και γιδιών. Επειδή όμως τα οικονομικά τους ήταν πάντοτε λιγοστά, προσλαμβάνονταν ως μεροκαματιάρηδες στους κρατικούς δρόμους ή πήγαιναν για δουλειά σε άλλα μέρη για περίοδο 5-6 μηνών.

Το 1900, στο χωριό συστάθηκε η πρώτη επιτροπή του ВМРО, στην οποία συμμετείχαν οι Дине Чулев – Ντίνε Τσσούλεβ, Коста Левендов – Κόστα Λεβέντοβ, Никола Динов – Νίκολα Ντίνοβ, Ѓорги Розов – Γκιόργκι Ρόζοβ, Димитар Фаслов – Ντιμίταρ Φάσλοβ κ.α. Τα μέλη της επιτροπής αυτής του χωριού είχαν οπλιστεί με οπλισμό που είχαν πάει να αγοράσουν από την Ελλάδα. Στην εορτή του χωριού, τον Св. Архангел (Αρχάγγελο), το Νοέμβριο του 1902, μπήκε στο χωριό με την τσσέτα του ο βόιβοντα Гајко – Γκάικο, γεγονός που το έμαθαν οι οθωμανικές αρχές και σύντομα στρατός περικύκλωσε το χωριό, αρχίζοντας αιματηρή μάχη που κράτησε όλη την ημέρα. Όταν οι κόμιτι έμειναν χωρίς σφαίρες, προσπάθησαν να εγκαταλείψουν το χωριό με γιουρούσι, αλλά δυστυχώς σκοτώθηκαν σχεδόν όλοι, καταφέρνοντας να σωθούν μόνο τρεις. Επίσης, ως εκδίκηση, οι Τούρκοι σκότωσαν μερικά μέλη της επιτροπής του ΒΜΡΟ του χωριού. Την περίοδο της Επανάστασης του Ίλιντεν (1903), από το χωριό συμμετείχαν 33 κόμιτι, μεταξύ των οποίων οι  Ѓорги Мишков – Γκιόργκι Μίσσκοβ, Златко Попов – Ζλάτκο Πόποβ, Андреа Сидов – Άντρεα Σίντοβ, Кузо Розов – Κούζο Ρόζοβ κ.α. Ο γνωστότερος βόιβοντα (οπλαρχηγός) του χωριού αλλά και της ευρύτερης περιοχής ήταν ο Манол Розов – Μάνολ Ρόζοβ. Όταν άρχισαν οι τούρκικες επιθέσεις εναντίων των επαναστατών στο Κόστουρσκο (περιοχή Καστοριάς), οι κάτοικοι του Μπόμπισστα εγκατέλειψαν το χωριό και βρήκαν καταφύγιο στην Κλεισούρα, ενώ αυτοί που δεν έφυγαν από το χωριό σκοτώθηκαν όλοι, 13 τον αριθμό. Τα οθωμανικά άτακτα ένοπλα σώματα, γνωστά ως μπασσιμπόζουκ, πρώτα λήστεψαν το χωριό και έπειτα το έκαψαν. Κάηκαν και τα 115 σπίτια, όπως και τα σχολεία αρρένων και θηλέων. Στην Κλεισούρα οι χωρικοί παρέμειναν περίπου δύο χρόνια, αλλά επίσης μεγάλος αριθμός οικογενειών, μην έχοντας πού να επιστρέψουν, εγκατέλειψαν για πάντα τη Μακεδονία. Τα βάσανα του Μπόμπισστα συνεχίστηκαν και μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν, αυτή τη φορά από τους Έλληνες αντάρτες. Ιδιαίτερος στόχος επιθέσεων ήταν το χωριό το έτος 1905, όταν περισσότερες φορές δέχτηκε επίθεση από τις ομάδες του Βάρδα, θρηνώντας πολλά θύματα.

Μάνολ Ρόζοβ

Μάνολ Ρόζοβ

Μετά την προσάρτηση του μεγαλύτερου τμήματος της Μακεδονίας στην Ελλάδα το 1913, στο χωριό εγκαταστήθηκε ελληνική αστυνομία. Με διαταγή της, συγκεντρώθηκαν όλοι οι κάτοικοι στο νεόχτιστο τότε σχολείο του χωριού και όλοι ξυλοκοπήθηκαν αμίλεικτα. Η αιτία ήταν ότι ήταν Μακεδόνες, ότι συμμετείχαν στην Επανάσταση του Ίλιντεν και επειδή μετά την επανάσταση έκρυβαν τους κόμιτι. Τα εκκλησιαστικά και σχολικά βιβλία γραμμένα στη μακεδόνικη γλώσσα, όπως και οι εκκλησιαστικές εικόνες, κάηκαν δημόσια στην πλατεία του χωριού.  Από το 1913, λόγω της κρατικής τρομοκρατίας της Ελλάδας, άρχισε μαζική μετανάστευση των κατοίκων του Μπόμπισστα. Το 1928, οι ελληνικές αρχές εξόρισαν για ένα χρόνο στα ελληνικά νησιά τον Алексо Динов – Αλέξο Ντίνοβ, το οποίο εξόρισαν και πάλι το 1940, αυτή τη φορά μαζί με τον Златко Попов – Ζλάτκο Πόποβ. Το 1936-37, οι αρχές άνοιξαν βραδινό σχολείο για όλους τους κατοίκους που δε γνώριζαν καθόλου ελληνικά. Δηλαδή σχεδόν για όλους τους κατοίκους. Το 1937 ήταν η χρονιά των μεγάλων χρηματικών προστίμων γι΄αυτούς που τολμούσαν να μιλήσουν στη μητρική τους μακεδόνικη γλώσσα. 350 δραχμές πλήρωσαν περισσότερες φορές πολλοί από τους κατοίκους, όπως οι Симо Чулев – Σίμο Τσσούλεβ, Коста Левендов – Κόστα Λεβέντοβ, Алексо Рибов – Αλέξο Ρίμποβ κ.α. Στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο (1940-41) από το χωριό συμμετείχαν 10 άτομα, χωρίς ευτυχώς κανένα θύμα.

Το 1941, το Μπόμπισστα βρέθηκε υπό ιταλική κατοχή και πολλοί ήταν οι κάτοικοι που στυγνά βασανίστηκαν από τις κατοχικές αρχές, με πλέον άγρια βασανιστήρια αυτά που πέρασαν οι Ставро Каракостов – Στάβρο Καρακόστοβ και Алеко Рибов – Αλέκο Ρίμποβ. Λόγω της ανυπόφορης κατάστασης, μερικοί κάτοικοι, την ίδια χρονιά κατέφυγαν στη Μπίτολα. Το 1943, ελληνική εθνικιστική οργάνωση υπό την ηγεσία του καπετάν Κολάρα, βρισκόταν στο χωριό Лошница – Λόσσνιτσα (Γέρμας). Ετοιμαζόταν να επιτεθεί στο Μπόμπισστα και να εκδιώξει μαζικά το μακεδόνικο πληθυσμό. Για την πρόθεση αυτή του Κολάρα, οι κάτοικοι ειδοποιήθηκαν από έναν Έλληνα κάτοικο της Λόσσνιτσα. Πήραν όλα τα μέτρα. Η συμμορία του Κολάρα επιτέθηκε στο χωριό αλλά δεν κατάφερε να πιάσει κανέναν, επειδή όλοι οι κάτοικοι κρύφτηκαν στις γύρω τοποθεσίες. Τον Σεπτέμβριο του 1944, για πρώτη φορά στο χωριό συστάθηκαν επιτροπές των οργανώσεων ΕΑΜ και ΝΟΦ. Στο ΝΟΦ είχαν οργανωθεί άνω των 40 ατόμων και γραμματέας ήταν ο Никола Попов – Νίκολα Πόποβ. Στην Егејска бригада – Εγκέισκα μπριγκάντα (αιγαιάτικη ταξιαρχία) από το Μπόμπισστα συμμετείχαν οι Димитар Чулев – Ντιμίταρ Τσσούλεβ, Димитар Мичов – Ντιμίταρ Μίτσσοβ, Ѓорѓи Мичов – Γκιόργκι Μίτσσοβ, Коста Левендов – Κόστα Λεβέντοβ,  Коста Ларгов – Κόστα Λάργκοβ και Тоди Далов – Τόντι Ντάλοβ.

Το Μάη του 1945, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τις κατοχικές δυνάμεις, μια ελληνική συμμορία, υπό την ηγεσία του Λεκόπουλου, περικύκλωσε το χωριό και έπιασε τον Σίμο Τσσούλεβ και τον ξυλοκόπησε επειδή ο γιός του ήταν μέλος της Εγκέισκα Μπριγκάντα και εκείνη την στιγμή βρισκόταν στη τότε Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας. Συγκέντρωσαν και όλους τους υπόλοιπους κατοίκους και έδωσαν διαταγή να παρουσιαστούν όλοι όσοι είχαν συγγενείς στη Δημ.Μακεδονίας. Άρχισαν να τους χτυπούν ανελέητα, χωρίς σταματημό. Το 1947, από το χωριό πέρασε επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για να εξετάσουν την κατάσταση. Οι Μακεδόνες, εγγράφως και προφορικά ενημέρωσαν τους διεθνείς εκπροσώπους για την κατάσταση των Μακεδόνων στην Ελλάδα και την συνεχή κρατική τρομοκρατία. Ως εκδίκηση, οι κυβερνητικές δυνάμεις, μετά από δύο βδομάδες, επιτέθηκαν στο χωριό. Την ίδια χρονιά, από το χωριό στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού εντάχθηκαν 26 αγωνιστές, ενώ το χωριό για ορισμένο διάστημα είχε απελευθερωθεί με τη βοήθεια των παρτιζάνων.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ПРОСЕНИК – ΠΡΟΣΕΝΙΚ

Στις αρχές του 20ου αιώνα, κυρίαρχος πληθυσμός στο Серско-Σέρσκο (ευρύτερη περιοχή Σερρών) ήταν ο μακεδόνικος με περίπου 40.000 κατοίκους και ακολουθούσαν οι Τούρκοι με 30.000 περίπου και έπειτα οι Έλληνες με 20.000. Η εθνοτική εικόνα της περιοχής αυτής άλλαξε δραματικά την περίοδο της προσάρτισής της στην σύνθεση του ελληνικού κράτους (1913) και μετά απ΄αυτή, όταν με διάφορα πολυάριθμα μέτρα άρχισαν οι προσπάθειες εξελληνισμού των κατοίκων και του αριθμού αυτών. Μεγάλο μέρος του μακεδόνικου πληθυσμού, όπως και όλος ο τούρκικος πληθυσμός εκδιώχθηκαν, όχι μόνο απ΄αυτή την περιοχή, αλλά απ΄όλο το σήμερα ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας. Τέτοιου είδους μοίρα, μεταξύ των άλλων, είχε και το χωριό Просеник-Πρόσενικ.

Το Просеник βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της περιοχής Σέρσκο (Σερρών), στη μέση μιας εύφορης πεδιάδας. Απέχει 15 χιλιόμετρα από την πόλη Сер-Σερ (Σέρρες), δίπλα στην σιδηροδρομική γραμμή Кулата-Валовишта-Сер-Драма (Κούλατα-Βαλόβισστα-Σερ-Ντράμα  -  Παλαιόκαστρο-Σιδηρόκαστρο-Σέρρες-Δράμα). Βόρεια συνορεύει με το χωριό Фраштани-Φράσστανι (Ορεινή), νότια με το χωριό Каспикеси-Κασπίκεσι (Σκούταρι), ανατολικά με το Дервешани-Ντερβέσσανι (Οινούσα), νοτιοδυτικά με το Јеникево-Γιενίκεβο (Προβατάς), δυτικά με το Каваклија-Καβάκλια (Λευκώνας) και βόρειοδυτικά με το Мелникич-Μέλνικιτςς (Μελενικίτσι) και το Савек-Σάβεκ (Βαμβακόφυτο). Σύμφωνα με τους θρύλους, το χωριό έλαβε το όνομά του από το φυτό просо-πρόσο (κεχρί).

Από την ίδρυσή του το Просеник ήταν ,,καθαρό,, μακεδόνικο χωριό. το 1873 είχε περίπου 400 εθνικά Μακεδόνες κάτοικους και ο πληθυσμός συνεχώς αυξανόταν. Έτσι, για παράδειγμα, το 1900 οι κάτοικοι ήταν 900, ενώ σήμερα ο αριθμός τους ανέρχεται στους 1500. Μετά την προσάρτιση του χωριού στην σύνθεση του ελληνικού βασιλείου, μετονομάστηκε σε Σκοτούσσα (1926).

Όπως και σχεδόν όλα τα χωριά αυτού του τμήματος της Μακεδονίας, έτσι και το Πρόσενικ ήταν ενεργά ενταγμένο στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα του μακεδόνικου λαού. Πολύ νωρίς, με την ίδρυση του ВМРО (1893), στο Просеник συστάθηκε τοπική οργάνωση του ΒΜΡΟ και ισχυρή επίδραση στην ευρύτερη αυτή περιοχή είχε η δράση του θρυλικού Μακεδόνα βόιβοντα Јане Сандански-Γιάνε Σάντανσκι. Πολλοί ήταν οι κάτοικοι του χωριού, άντρες και γυναίκες, που αγωνίστηκαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν  (1903). Το χωριό ήταν ενεργό και στους Πρώτους Βαλκανικούς πολέμους (1912), όταν οι Μακεδόνες έλπιζαν ότι επιτέλους θα απελευθερώνονταν από την πολύχρονη

Γιάνε Σαντάνσκι

Γιάνε Σαντάνσκι

οθωμανική κυριαρχία και στον πόλεμο αυτό συμμετείχαν πολλές δεκάδες άντρες του χωριού. Η τύχη όμως και πάλι γύρισε την πλάτη στο μακεδόνικο λαό. Κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Βαλκανικού πολέμου (1913), η Μακεδονία χωρίστηκε από τα βαλκανικά κράτη και το Πρόσενικ, όπως και το μεγαλύτερο τμήμα της Μακεδονίας, εντάχθηκε στην σύνθεση του ελληνικού κράτους. Η επίσημη Αθήνα πολύ γρήγορα ξεκίνησε να εφαρμόζει σκληρά μέτρα απεθνικοποίησης και αφομοίωσης του μακεδόνικου λαού, με τρομοκρατία, βιαιότητες, αλλά και δολοφονίες. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες ζωής, μεγάλος αριθμός Μακεδόνων κατοίκων του Πρόσενικ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις αιώνιες εστίες του. Παρόλα αυτά, το επαναστατικό πνεύμα των κατοίκων δε μειώθηκε και το γεγονός αυτό μπορεί να παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου και του Εμφυλίου πολέμου, όπου μεγάλος αριθμός κατοίκων του Πρόσενικ εντάχθηκαν στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού και του ΕΛΑΣ, ελπίζοντας ότι επιτέλους θα αποκτήσουν τα εθνικά τους δικαιώματα ως Μακεδόνες.

Σήμερα το χωριό είναι ένα μεγάλο, ζωντανό χωριό, το οποίο ασχολείται κυρίως με τη γεωργία. Γνωστό είναι το πανηγύρι του, με зурли-ζούρλι (ζουρνάδες) και πελιβάνηδες (παλαιστές), το οποίο λαβαίνει χώρα της Παναγίας με το παλιό ημερολόγιο (28 Αυγούστου).

Μακεδόνας από το Πρόσενικ προσπάθησε να επιτεθεί στη διεθνή έκθεση του Σόλουν (Θεσσαλονίκης) το έτος 1927.

Το 1927, το ВМРО προσπάθησε να εκτελέσει επίθεση στο Σόλουν. Γεγονός για το οποίο πολύ λίγα έχουν γραφτεί. Οι επιθέσεις ήταν καλά σχεδιασμένες και ο χρόνος εκτέλεσής τους δεν είχε τυχαία επιλεγεί. Ήταν οι μέρες που διεξαγόταν η πρώτη διεθνής έκθεση στην πόλη αυτή. Το φθινόπωρο του 1927, στα Βαλκάνια ήταν πλέον φανερά τα σημάδια σταθεροποίησης της κατάστασης μετά τις πολύχρονες συνεχείς πολεμικές καταστάσεις, συνοδευόμενες με βίαιες εθνικές γενοκτονίες και μετοικίσεις πληθυσμών. Στο ελληνικό πλέον τμήμα της Μακεδονίας μόλις είχε τελειώσει η ,,εθελοντική,, ανταλλαγή πληθυσμών και ο εθνολογικός της χάρτης, από μακεδονικά και τούρκικα χρώματα, άρχισε να λαμβάνει ελληνικά. Τα σημάδια ηρεμίας μεταξύ των σχέσεων των βαλκανικών κρατών συνέβαλαν στην εύκολη οργάνωση της έκθεσης αυτής, της οποίας τα εγκαίνια είχαν οριστεί για τις 18 Σεπτεμβρίου 1927. Αυτό το θετικό κλίμα η ηγεσία του ΒΜΡΟ αποφάσισε να εκμεταλευτεί για να οργανώσει επιθέσεις, με σκοπό να θυμίσει στην Ευρώπη την τραγική κατάσταση που βρισκόταν η Μακεδονία και ο μακεδόνικος λαός, χωρισμένος ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη.

Η τριάδα του ΒΜΡΟ που έπρεπε να εκτελέσει τη βομβιστική επίθεση αποτελούταν από τους Никола Пандов-Νίκολα Πάντοβ, Васил Нанов-Βάσιλ Νάνοβ και Ѓорѓи Кулели-Γκιόργκι Κούλελι από το χωριό Просеник-Πρόσενικ. Η όλη προσπάθεια απέτυχε επειδή έγκαιρα η τριάδα αυτή αποκαλύφθηκε και οι άντρες συλλήφθησαν. Ο Пандов συλλήφθηκε το πρωί στις 27 Σεπτεμβρίου, ενώ ο Нанов την ίδια μέρα το απόγευμα, μπροστά από το ξενοδοχείο „Μοντέρν”. Κατά τον έλεγχο στο δωμάτιο του Νάνοβ βρέθηκε επιστολή του Κούλελι, όπου έγραφε ότι θα φτάσει στο Σόλουν το βράδυ στις 27 αυτού του μήνα και ότι αυτός έφερνε τον οπλισμό και τα εκρηκτικά. Οι αρχές παρακολουθούσαν το δρόμο που έπρεπε να περάσει. Σύμφωνα με πηγές της ελληνικής ιστοριογραφίας „εκτελεστικό όργανο του Κομιτέτου (ο Κούλελι) πήρε τις βόμβες, τα όπλα και τις σφαίρες από το δάσος „Κούλα“,  όπου είχαν αφήσει άλλοι κόμιτι, με σκοπό να τα μεταφέρει στη Θεσσαλονίκη με εμπορικό κάρο, το οποίο είχε νοικιάσει στο Σερ (Σέρρες). Μαζί του ήταν και τα δυο του παιδιά. Στο δρόμο συνάντησε τρεις κάτοικους της Νιγρίτας, των οποίων το μεταφορικό μέσο είχε βλάβη, τους πήρε μαζί και συνέχισε το δρόμο μέχρι που έπεσε στην παγίδα που του είχαν στήσει οι αρχές. Οι κάτοικοι της Νιγρίτας νόμιζαν ότι πρόκειται για ληστεία και πέταξαν τα χρήματα που είχαν μαζί τους, περίπου 80.000 δραχμές, τα οποία βρέθηκαν αργότερα. Ο Кулели, αν και οπλισμένος, δεν αντιστάθηκε για να μην πάθουν κάτι τα παιδιά του…”. στην τριήμερη δίκη που ακολούθησε στο Σόλουν, καταδικάστηκαν σε θάνατο, ποινή που καταβαλόταν σε περιπτώσεις τρομοκρατίας που είχαν εκτελεστεί. Οι τρεις άντρες, αν και δεν είχαν εκτελέσει το σχέδιό τους, δεν κατάφεραν να αλλάξουν την απόφαση. Η θανατική ποινή εκτελέστηκε στις 7 του Μάη 1928 πίσω από τις φυλακές Έντι Κούλε και τα σώματα των αντρών θάφτηκαν 50 μέτρα βόρεια των φυλακών.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ТУШИЛОВО – ΤΟΥΣΣΙΛΟΒΟ

Το χωριό Тушилово-Τουσσίλοβο απλώνεται στις παρυφές του όρους Пајак-Πάιακ (Πάικο) και ανήκει στο νομό του Кукуш-Κούκουςς (Κιλκίς), ενώ στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θεωρούταν χωριό της περιοχής του Ениџевардар-Ενιτζζεβάρνταρ (Γιαννιτσά). Δυτικά συνορεύει με την κωμόπολη Гуменџе-Γκούμεντζζε (Γουμένισσα) και το χωριό Крива-Κρίβα (Γρίβα), βόρειοδυτικά συνορεύει με το χωριό Црна Река-Τσρνα Ρέκα (Κάρπη), βόρειοανατολικά με την κωμόπολη Боимица-Μποḯμιτσα (Αξιούπολη) και ανατολικά με το χωριό Горгопик-Γκόργκοπικ (Γοργόπη).

Μετά την προσάρτιση αυτού του τμήματος της Μακεδονίας στην Ελλάδα, το Τουσσίλοβο μετονομάστηκε σε κάτι περισσότερο ,,ελληνικό,, σε Τοσίλοβον, ενώ κατά τη διάρκεια της μαζικής μετονομασίας των μακεδόνικων τοπονυμιών από τις ελληνικές αρχές, με σκοπό την ,,ελληνοποίηση,, αυτών, το χωριό έλαβε το όνομα Στάθης (1926).  Από την ίδρυσή του, ο οικισμός αποτελούνταν από εθνικά μακεδόνικο πληθυσμό. Η κύρια ασχολία σχεδόν όλων των κατοίκων ήταν η κτηνοτροφία και μετά η γεωργία.  Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, παρόλη την συνεχή αντιπαλότητα μεταξύ της ελληνικής πατριαρχίας και της βουλγαρικής εξαρχίας για την εκκλησιαστική κυριαρχία στο χωριό, ο πληθυσμός του ενεργά είχε ενταχθεί στον αγώνα απελευθέρωσης της Μακεδονίας και τη δημιουργία ανεξάρτητου μακεδόνικου κράτους. Ιδιαίτερα, η κοντινή απόσταση του Τουσσίλοβο με το Солун-Σόλουν (Θεσσαλονίκη), το Кукуш-Κούκουςς (Κιλκίς) και το Воден-Βόντεν (Έδεσσα), τρεις από τις πλέον ανεπτυγμένες πόλεις σχετικά με το μακεδόνικο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, αποτέλεσε άριστη προϋπόθεση ανάπτυξης του επαναστατικού κινήματος στο χωριό αυτό. Αυτές οι περιστάσεις συνέβαλαν στην σύσταση επιτροπής του ΒΜΡΟ στο Τουσσίλοβο από τα πρώτα κιόλας χρόνια, όπως και την εμφάνιση μεγάλου αριθμού

Τάνο Μπούρντεβ

Τάνο Μπούρντεβ

προσώπων στις ένοπλες ομάδες της Οργάνωσης. Μεγάλη επίδραση στο γεγονός αυτό είχε και η τσσέτα (ένοπλη ομάδα) του πρώην άιντουτιν και τότε βόιβοντα, του φημισμένου Апостол Петков Терзиев-Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ, από τη Боимица-Μποḯμιτσα (Αξιούπολη), ο οποίος ήταν ζωντανός θρύλος στην ευρύτερη περιοχή της κεντρικής Μακεδονίας, ιδιαίτερα γύρω από τη λίμνη του Ενιτζζεβάρνταρ (Γιαννιτσών). Εκείνη την περίοδο, στις αρχές δηλαδή του 20ου αιώνα, στο Тушилово ζούσαν περίπου 300 κάτοικοι, όλοι εθνικά Μακεδόνες. Στις τάξεις του ВМРО ιδιαίτερα ξεχώρισαν οι Ичо Трајанов-Ίτσσο  Τραγιάνοβ και Тано Бурдев-Τάνο Μπούρντεβ. Ο Трајанов στις αρχές ήταν αγγελιοφόρος, αλλά αργότερα έγινε ενεργός μαχητής στην τσσέτα του Άποστολ και του βόιβοντα Ичко Димитров-Ίτσσκο Ντιμίτροβ, από το χωριό Баровица-Μπαρόβιτσα  (Καστανερή). Το χωριό ενεργά είχε ενταχθεί και στις συγκρούσεις των δυνάμεων του ΒΜΡΟ με τις ελληνικές συμμορίες που είχαν καταφτάσει από το Βασίλειο της Ελλάδας την περίοδο του αποκαλούμενου ,,Μακεδονικού Αγώνα,,. Το Тушилово αποτελούσε σημείο στρατηγικής σημασίας για τις τσσέτες του ΒΜΡΟ, ως άριστη βάση υποχώρησης μετά τις μάχες με τις συμμαχικές δυνάμεις των Ελλήνων και Τούρκων στη λίμνη του Ενιτζζεβάρνταρ. Το 1909, οι οθωμανικές αρχές συνέλαβαν τον ιερέα του χωριού, поп Ристо-ποπ Ρίστο, με την κατηγορία ότι μετέφερε επιστολές στο βόιβοντα Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ. Άλλοι επίσης μαχητές για τα δίκαια των Μακεδόνων, με καταγωγή από το Τουσσίλοβο, ήταν οι: Божин Трајанов-Μπόζζιν Τραγιάνοβ, Илчо Граматиков-Ίλτσσο Γκραματίκοβ, Ичко Пирков-Ίτσσκο Πίρκοβ, Мино Гончев-Μίνο Γκόντσσεβ,  Пено Петренцев-Πένο Πετρέντσεβ, Тано Грков-Τάνο Γκ΄ρκοβ, Ристо Иванов-Ρίστο Ιβάνοβ και άλλοι…

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913), το Тушилово, όπως και πολλά άλλα χωριά της περιοχής Κούκουςς (Κιλκίς) και Πάζαρ (Γιαννιτσά), υπέφεραν μεγάλες καταστροφές, ιδιαίτερα από πλευράς του ελληνικού στρατού. Η πολυαναμενόμενη ελευθερία του μακεδόνικου λαού δεν ήρθε, ήρθαν όμως νέες αρχές, το ίδιο σκληρές με τις οθωμανικές, τις οποίες και αντικατέστησαν. Λόγω των βιαιοτήτων και των σκληρών συνθηκών ζωής, μεγάλος αριθμός Μακεδόνων από το Τουσσίλοβο αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις αιώνιες εστίες τους, προς ικανοποίηση των νέων αρχών, και να αναχωρήσουν για γειτονικές ή υπερωκεάνιες χώρες. Μετά τους πολέμους αυτούς και ιδιαίτερα μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ξεκίνησαν ενισχυμένες δράσεις και μέτρα των ελληνικών αρχών με σκοπό την αφομοίωση του μακεδόνικου πληθυσμού. Αυτές οι διεργασίες συμπληρώθηκαν και με την εγκατάσταση πολυάριθμου  χριστιανικού πληθυσμού από την Τουρκία, μετά τη λήξη του ελληνοτουρκικού πολέμου της περιόδου 1920-1923. Έτσι, το 1928, στο Тушилово εγκαταστάθηκαν 20 προσφυγικές οικογένειες με συνολικά 113 άτομα. Με τον τρόπο αυτό η σύνθεση του χωριού άλλαξε και από μακεδόνικο χωριό έγινε μικτό. Πλέον οι ελληνικές αρχές είχαν πολλά εφόδια στα χέρια τους για να ελληνοποιήσουν το γηγενή μακεδόνικο πληθυσμό.

Το χωριό ήταν συμμετείχε ενεργά και στην αντίσταση εναντίον της φασιστικής κατοχής, όπως και στις τάξεις του

Χρίστο Τραγιάνοβ

Χρίστο Τραγιάνοβ

Δημοκρατικού Στρατού κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα. Πολλοί ήταν οι Μακεδόνες από το Τουσσίλοβο που εκδιώχθηκαν μετά τη λήξη του Εμφυλίου εκτός συνόρων, χωρίς να καταφέρουν ποτέ να επιστρέψουν.

Σήμερα το Τушилово αποτελεί ένα ζωντανό χωριό, με μακεδόνικο κυρίως πληθυσμό και 418 κατοίκους (απογραφή 2001). Οι κάτοικοι ασχολούνταν μέχρι πριν μερικά χρόνια με την καλλιέργεια καπνού, ενώ σήμερα ασχολούνται με την καλλιέργεια βαμβακιού, καλαμποκιού κ.α. Το ποσοστό ανεργίας είναι κατά πολύ ανησυχητικό.

Το πανηγύρι του Τοσσίλοβο είναι των Αγίων Πέτρου και Παύλου και σ΄αυτούς είναι αφιερωμένος και ο ναός του χωριού.

Οι μικροπεριοχές γύρω από το χωριό συνεχίζονται να αποκαλούνται από τους κατοίκους με τα μακεδόνικα ονόματά τους. Виристу-Βίριστου, станова чешма-στάνοβα τσσέσμα, арнавитка-αρναβίτκα, голем дол-γκόλεμ ντολ, преку дол-πρέκου ντολ, пичаман пат-πίτσσαμαν πατ και πολλά άλλα…

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

НЕСТРАМ – ΝΕΣΤΡΑΜ

Το χωριό Нестрам-Νέστραμ βρίσκεται σε απόσταση 22 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πόλης  Костур-Κόστουρ (Καστοριά), στις παρυφές του όρους Горуша-Γκόρουσσα (Βόιο). Δίπλα του κυλάει ο ποταμός Белица-Μπέλιτσα, δεξιός παραπόταμος του ποταμού Бистрица-Μπίστριτσα (Αλιάκμονας). Βόρεια συνορεύει με τα χωριά Граче-Γκράτσσε (Πτελέα) και Дреничево-Ντρενίτσσεβο (Κρανοχώρι), βορειδυτικά με τα χωριά Грлени-Γκ΄ρλενι (Χιονάτο) και Ревани-Ρέβανι (Διποταμιά), ανατολικά με τα χωριά Галишта-Γκάλισστα (Ομορφοκκλησιά) και Старичани-Σταρίτσσανι (Λακκώματα), νοτιοανατολικά με το χωριό Забрдени-Ζαμπ΄ρντενι (Μελάνθιο) και νότια με τα χωριά Вичишта-Βίτσσισστα (Νίκη) και Езерец-Έζερετς (Πετροπουλάκι). Το Νέστραμ χωρίζεται σε δύο τμήματα: το γκόρνο και το ντόλνο μάαλο (πάνω και κάτω γειτονιά). Τα σπίτια παλαιότερα ήταν όλα χτισμένα με πέτρα, λάσπη και ασβέστη και σκεπασμένα με πέτρινες πλάκες. Τα περισσότερα ήταν δύο ορόφων  και σε πολλά απ΄αυτά υπήρχαν στην ανατολική πλευρά πλατιά τσσάρντατσι (μπαλκόνια). Λειτουργούσαν τρεις ναοί, ένας στο γκόρνο μάαλο και δύο στο ντόλνο, όπως επίσης και σχολείο βασικής εκπαίδευσης, στο οποίο εώς και το 1940 φοιτούσαν περίπου 600 μαθητές.

Σύμφωνα με το θρύλο, το όνομα του χωριού είχε δωθεί με βάση αυτούς που κατέφτασαν στο χωριό μετά τη μάχη της Μπελάσιτσα και τους τυφλωμένους  στρατιώτες του Τσαρ Σαμουήλ, οι οποίοι ζητιάνευαν „без срам (не срам)-νε σραμ – χωρίς ντροπή“. Σύμφωνα με άλλο θρύλο, οι κάτοικοι του χωριού περήφανα αντιστέκονταν στους Τούρκους και έλεγαν  „нем стра (νεμ στρα-δεν υπάρχει φόβος)“. Για πρώτη φορά ο αριθμός των κατοίκων του χωριού αναφέρθηκε το 15 αιώνα, όταν υπήρχαν 127 οικογένειες. Στις αρχές του εικοστού αιώνα, στο Нестрам ζούσαν περίπου 2700 κάτοικοι, όλοι εθνικά Μακεδόνες. Το 1940 οι κάτοικοι ήταν 2677, ενώ σήμερα εκεί ζουν περίπου 1000 άτομα. Μετά την προσάρτιση αυτού του τμήματος της Μακεδονίας στην σύνθεση του ελληνικού κράτους, το 1926 το χωριό μετονομάστηκε, στην προσπάθεια εξελληνισμού των τοπονυμιών και ότι άλλου μακεδόνικου, σε Νεστόριο.

Βασική ασχολία των κατοίκων του Нестрам ήταν το χτίσιμο. Παρόλα αυτά, λόγω της καλής φυσικής τοποθεσίας, τα μεγάλα δάση και την εύφορη γη, αναπτύχθηκε και η γεωργοκτηνοτροφία, όπως και η εμπορία ξυλείας. Χαρακτηριστική ήταν η ενδυμασία των γυναικών. Φορούσαν φουστάνια μαύρου, πράσινου ή μπλε χρώματος και στο κάτω μέρος του φουστανιού έραβαν βελούδο, με φάρδος 10 εώς 20 εκατοστά. Το κεφάλι τους καλυπτόταν με μαύρη σσάμια, ενώ το καλοκαίρι οι κοπέλες φορούσαν λευκές σσάμιι που αποκαλούνταν „дуљбен-ντούλμπεν“. Οι γάμοι διαρκούσαν ολόκληρη εβδομάδα και λάβαιναν μέρος διάφορες τελετές. Η κοπέλα έπρεπε να έχει 300 ζευγάρια κάλτσες. Επίσης μεγάλες τελετές γινόντουσαν και κατά τον εορτασμό του Свети Васил-Σβέτι Βάσιλ (Αγίου Βασιλείου).

Κιράτσα Βισούλτσσεβα

Κιράτσα Βισούλτσσεβα

Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας το Νέστραμ αποτελούσε μούντουρλουκ, δηλαδή δημοτικό κέντρο, έδρα του διοικητή της περιοχής. Ενδιαφέρον γεγονός εκείνης της περιόδου ήταν ο ξεσηκωμός των γυναικών του χωριού. Μετά το Μίτροβντεν (Αγίου Δημητρίου) οι άντρες ξεκινούσαν για μέρη μακρινά, όπου εργάζονταν ως χτίστες και στο χωριό παρέμεναν μόνο τα γυναικόπαιδα και οι γέροι. Το 1822 ξεκίνησε η επανάσταση στην πόλη Негуш-Νέγκουςς (Νάουσα) και πολυάριθμος τούρκικος στρατός στάθμευσε στο Νέστραμ, μη σταματώντας να συμπεριφέρεται σκληρά στον πληθυσμό, ιδιαίτερα στις γυναίκες. Η τρομοκρατία διέρκησε περισσότερες ημέρες. Μην υποφέροντας περισσότερο, οι γυναίκες του χωριού ξεσηκώθηκαν. Συμμετείχαν περίπου 700 γυναίκες και γέροι και με πέτρες, ξύλα και δικράνια, τρεις μέρες έδιναν μάχη με τον στρατό και στο τέλος κατάφεραν να αναγκάσουν τους Τούρκους να εγκαταλείψουν το χωριό. η οργανωμένη αντίσταση εναντίων των Τούρκων ξεκίνησε το 1894-95. Εκείνο το διάστημα υπήρχε τοπική οργάνωση υπό την ηγεσία των Пандо Беговски-Πάντο Μπέγκοβσκι, Мичо Качунов-Μίτσσο Κατσσούνοβ και Христо Чолакан-Χρίστο Τσσόλακαν. Πολλοί ήταν και αυτοί που εντάχθηκαν στις τσσέτες του ΒΜΡΟ, μεταξύ των οποίων και οι: Мело Качунски-Μέλο Κατσσούνσκι, Коста Сребренко-Κόστα Σρεμπρένκο, Паскал Паракандов-Πάσκαλ Παρακάντοβ, Мирко Топаловски-Μίρκο Τοπάλοβσκι, Коста Јорчовски-Κόστα Γιόρτσσοβσκι κ.α.περισσότεροι από 50. Πολλοί ήταν και αυτοί που σκοτώθηκαν κατά την Επανάσταση του Ίλιντεν, δίνοντας τη ζωή τους για τα δίκαια των Μακεδόνων. Μεταξύ αυτών αναφέρουμε τους Ризо Бајов-Ρίζο Μπάιοβ, Паскал Пљакот-Πάσκαλ Πλιάκοτ, Кузо Влашки-Κούζο Βλάσσκι κ.α. Μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν το δίκτυο του ΒΜΡΟ στο χωριό έχασε δύναμη. Από τη μια πλευρά αυτό οφειλόταν στην ελληνική προπαγάνδα και από την άλλη στις άτακτες κινήσεις των βόιβοντι Добролитцки-Ντομπρολίτσκι και   Констандов-Κοστάντοβ. Για παράδειγμα, το 1905, στο Νέστραμ έφτασαν οι παραπάνω βόιβοντι με σκοπό να τιμωρήσουν το Марко Папатерпо-Μάρκο Παπατέρπο, κύριο συνεργάτη του Καραβαγγέλη. Περικύκλωσαν το σπίτι του, δώθηκε πραγματική μάχη, αλλά δεν κατάφεραν να τον πιάσουν.

Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-13) στο χωριό εγκαταστάθηκαν οι νέες ελληνικές πλέον αρχές. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στις μάχες συμμετείχαν 350 χωρικοί. Τότε, μετά από διαταγή της γαλλικής διοίκησης, με βίαιο τρόπο κάτοικοι του χωριού μεταφέρθηκαν στο Солун-Σόλουν (Θεσσαλονίκη) για να εργαστούν στο χτίσιμο στρατοπέδων. Το χωριό Нестрам ενεργά είχε ενταχθεί και στον ελληνο-τουρκικό πόλεμο  (1920-23), απ΄όπου είχαν επιστρατευτεί στον ελληνικό στρατό μεγάλος αριθμός Μακεδόνων. Στη μεσοπολεμική περίοδο, στο χωριό δύναμη απέκτησε η κομμουνιστική οργάνωση. Μεταξύ των σημαντικότερων δράσεων που οργάνωσε το ΚΚΕ στο χωριό ήταν η απεργία του 1938. Πολλοί ήταν και αυτοί που επιστρατεύτηκαν στις τάξεις της 9 Ταξιαρχίας στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο το 1940, ως μαχητές στις πρώτες γραμμές της μάχης. Τη ζωή τους έχασαν 5 άτομα. Μετά τη λήξη του πολέμου αυτού, το Μάη του 1941, στο χωριό κατέφτασαν οι Γερμανοί. Σύντομα παρέδωσαν το χωριό στους Ιταλούς, οι οποίοι κατάφεραν να διαλύσουν το δίκτυο αντίστασης του χωριού. αργότερα, το δίκτυο αυτό δημιουργήθηκε και πάλι, ακόμη πιο ισχυρό και ενεργά εντάχθηκε στον αγώνα κατά της φασιστικής κατοχής. Στις 10 Μαρτίου 1942, όταν οι κάτοικοι κατάφεραν να συγκεντρώσουν μεγαλύτερη ποσότητα οπλισμού, συστάθηκε μικρό ένοπλο σώμα από κάτοικους του Νέστραμ. Μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, οι κάτοικοι, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου, εντάχθηκαν ενεργά στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού, ο οποίος υποσχόταν εθνικά, γλωσσικά και πολιτιστικά δικαιώματα στους Μακεδόνες. Η πρώτη εμπόλεμη πράξη εναντίον του καθεστώτος της Αθήνας στο Νέστραμ έλαβε χώρα το Μάρτιο του 1947. Τότε αποφασίστηκε να ανατιναχθεί μια γέφυρα στο δρόμο Νεστραμ-Κόστουρ (Καστοριά). Αυτή την ενέργεια ορίστηκε να τη εκτελέσει ο αξιωματικός του Δημ.Στρατού Георги Пандовски-Γκεόργκι Πάντοβσκι από το Νέστραμ και άλλοι τρεις μαχητές. Επίσης, την περίοδο αυτή στο χωριό συστάθηκε και κλάδος της μακεδόνικης οργάνωσης НОФ (ΝΟΦ). Στο ΝΟΦ πλέον δραστηρίοι ήταν οι: Дамјан Димковски-Ντάμιαν Ντίμκοβσκι, Ристо Калапутев-Ρίστο Καλαπούτεβ, Томе Калапутино-Τόμε Καλαπούτινο, Тодора Скорна-Τοντόρα Σκόρνα κ.α.

Πολλοί ήταν οι κάτοικοι του χωριού, μετά τη λήξη του Εμφυλίου, που αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε γειτονικές χώρες, εκδιωγμένοι από τις ελληνικές αρχές, χωρίς ποτέ να τους επιτραπεί η επιστροφή, επειδή απλά δεν ήταν ,,Έλληνες το γένος,,.

Σήμερα το Νέστραμ είναι ένα ζωντανό πανέμορφο χωριό και έχει γίνει πλέον γνωστό και εντός νομού, λόγω του πολυήμερου μουσικού φεστιβάλ που διοργανώνει κάθε καλοκαίρι με το όνομα Ρίβερ Πάρτι.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Κατηγορίες

Loading

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


EMPORIKI BANK-Branch 501 Florina

Bank account 59667441

IBAN:GR75 0120 5010 0000 0005 9667 441

BIC EMPOCRAA

Македонска Ризница
  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2014 (127)
  • 2013 (377)
  • 2012 (372)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)
  • Τελευταίο
  • Δημοφιλή
  • Σχόλια