Αρχεία | ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ | Наши села

АРМЕНСКО – ΑΡΜΕΝΣΚΟ

Το χωριό Арменско (Άρμενσκο) απλώνεται πάνω στο πέρασμα ανάμεσα στα βουνά  Баба (Μπάμπα) και Нередска (Νέρεντσκα), σε υψόμετρο 1000 περίπου μέτρων, κοντά στις πηγές του ποταμού Сакулева река   (Σακούλεβα ρέκα), τέσσερα χιλιόμετρα δυτικά της πόλης Лерин (Λέριν – Φλώρινα). Βόρεια συνορεύει με το χωριό Буф (Μπουφ – Ακρίτας), νότια με το ερειπωμένο χωριό Трсије (Τ΄ρσιε – Τρίβουνο), ανατολικά με το χωριό Матешница (Ματέσσνιτσα – Σίμος Ιωαννίδης) και δυτικά με την τοποθεσία Бигла (Μπίγκλα – Βίγλα) και τα χωριά Псодер (Ψόντερ – Πισοδέρι) και Желево (Ζζέλεβο – Ανταρτικό).

Στα οθωμανικά φορολογικά μητρώα, το χωριό αναφέρεται ακόμη από το έτος 1626, όταν είχε γραφτεί ως Ерменчева (Ερμέντσσεβα). Τον 19ο αιώνα το Άρμενσκο ήταν ένα μεγάλο χωριό, με κατοίκους αποκλειστικά εθνικά Μακεδόνες. Το 1900, το χωριό αριθμούσε κάτι περισσότερο από 1000 κατοίκους. Το Άρμενσκο ήταν το μοναδικό χωριό –τσιφλίκι σ΄αυτή τη μεριά της περιοχής του Λέριν (Φλώρινας) και πλήρωνε κάθε χρόνο φόρο 700 λίρες στον Όρχαν Μπέη από το Костур (Κόστουρ – Καστοριά), ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης της γης του χωριού αυτού. Το έτος 1888, οι κάτοικοι του χωριού αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του μπέη και μετά από πολύχρονη δικαστική διαδικασία, οι Αρμέντσσανι κατάφεραν να εξαγοράσουν τα εδάφη.

Το χωριό Арменско ήταν ένα από τα πρώτα χωριά της περιοχής του Λέριν όπου συστάθηκε τοπική επιτροπή (κομιτέτ) της Македонската Револуционерна Организација  (Μακεδόνικης Επαναστατικής Οργάνωσης) – ВМРО. Υπεύθυνοι της τοπικής οργάνωσης του ΒΜΡΟ για το χωριό ήταν οι δάσκαλοι Кузман Чеков (Κούζμαν Τσσέκοβ) με καταγωγή από το μακεδόνικο χωριό Врбени (Β΄ρμπενι – Ξινό Νερό) και Митре Трсјанчето (Μίτρε Τ΄ρσιάντσσετο), ενώ το χωριό είχε πολλές φορές επισκεφτεί και ο υπεύθυνος της ευρύτερης περιοχής του Λέριν, Георги Поп Христов (Γκεόργκι Ποπ Χρίστοβ). Επίσης, το χωριό ήταν ανάμεσα στα πρώτα, στο τμήμα αυτό της Μακεδονίας, που στα τέλη του 19ου αιώνα εγκατέλειψε την εκκλησιαστική εξουσία του Πατριαρχείου του Τσάριγκραντ (Ίσταμπουλ/Κωνσταντινόπολη) και εντάχθηκε στην Εξαρχία. Οι κάτοικοι του Άρμενσκο συμμετείχαν ενεργά στην Επανάσταση του μακεδόνικου λαού ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, γνωστή ως Επανάσταση του Ίλιντεν (1903), και από το χωριό είχαν βγει στα βουνά 24 οργανωμένοι επαναστάτες (κόμιτι), όπως και πολλοί άλλοι ανάλογα με τις ανάγκες.  Κοντά στο χωριό είχε λάβει χώρα και μια από τις μεγαλύτερες μάχες κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν, μετά την οποία το χωριό είχε υποφέρει πολλά. Συγκεκριμένα, η μάχη κοντά στο Άρμενσκο, έγινε ανάμεσα στις ενωμένες τσσέτι (ένοπλες ομάδες) του ΒΜΡΟ και τον οθωμανικό στρατό, στην τοποθεσία Μπίγκλα.Η σκληρή αυτή μάχη ξεκίνησε στις 17 Αυγούστου 1903 και από μακεδόνικης πλευράς συμμετείχαν οι ενωμένες τσσέτες της περιοχής Λέριν και Κόστουρ. Ο αιρθμός αντρών των μακεδόνικων ομάδων ανερχόταν στους 350 περίπου άντρες, ενώ ο αριθμός του οθωμανικού στρατού ξεπερνούσε τις 2,5 χιλιάδες (2000 στρατός και επιπλέον η τοπική φρουρά της περιοχής), ενισχυμένος με πυροβολικό και ισχυρό ιππικό. Η μάχη στη Μπίγκλα διέρκησε εώς αργά το βράδυ, όταν ο οθωμανικός στρατός υποχώρησε προς το Λέριν. Οι Τούρκοι είχαν περίπου εκατό νεκρούς και πενήντα τραυματίες, ενώ οι Μακεδόνες επαναστάτες είχαν 15 νεκρούς και 33 τραυματίες, ανάμεσα στους οποίους και ο θρυλικός βόιβοντα (οπλαρχηγός) Митре Влаот Панџаров (Μίτρε Βλάοτ Παντζζάροβ). Κατά την υποχώρησή του, ο οθωμανικός στρατός έκαψε το Άρμενσκο, σκοτώνοντας 120 χωρικούς, τραυματίζοντας περίπου σαράντα, ενώ βιάστηκαν και 15 κοπέλες. Η ηγεσία του ВМРО, για το γεγονός αυτό είχε ενημερώσει και τα ξένα προξενεία στην πόλη Битола (Μπίτολα), από τα οποία είχαν καταφτάσει απεσταλμένοι για να ελέγξουν επι τόπου την κατάσταση.

Μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν, το χωριό ήταν στόχος συχνών επιθέσεων από πλευράς των ελληνικών αντάρτικων συμμοριών (,,Μακεδονομάχων,,), οι οποίες από το 1904 ξεκίνησαν τις τρομοκρατικές τους επιθέσεις ενάντια στο μακεδόνικο εθνικά πληθυσμό. Το  Арменско υπέφερε πολλά δεινά και κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων (1912-1913). Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, το χωριό πυρπολήθηκε και πάλι από πλευράς του οθωμανικού στρατού, ενώ πολλές γυναίκες βιάστηκαν. Κατά το Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, μεγάλος αριθμός Μακεδόνων συμμετείχαν εθελοντικά στον πόλεμο αυτό.

Μετά την Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913), το μεγαλύτερο τμήμα της Μακεδονίας υπέπεσε υπό την εξουσία του Βασιλείου της Ελλάδας και έτσι το χωριό Άρμενσκο εισάχθηκε στα πλαίσια του ελληνικού κράτους. Μετά το γεγονός αυτό, ξεκίνησε μια ανοιχτή εθνική, πολιτική, κοινωνική και οικονομική εκδίωξη των Μακεδόνων στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων και των κατοίκων του Άρμενσκο. Την περίοδο αυτή, μεγάλος  αριθμός κατοίκων του χωριού αναγκάστηκε να μεταναστεύσει σε διπλανές χώρες και γενικά στην Ευρώπη, όπως και στις μακρινές υπερωκεάνιες χώρες. Το έτος 1927, το χωριό μετονομάστηκε από τις ελληνικές αρχές και έλαβε το ελληνικό όνομα Άλωνα. Παρόλο όμως το γεγονός της μεγάλης μετανάστευσης, ο αριθμός των κατοίκων δε μειώθηκε σημαντικά και έτσι παραδείγματος χάρη, το 1920 στο χωριό ζούσαν 788 κάτοικοι, ενώ το 1940 ο αριθμός αυξήθηκε στους 991.

Οι κάτοικοι του Άρμενσκο ενεργά εντάχθηκαν στο κίνημα της αντίστασης κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και πολλοί ήταν αυτοί που εντάχθηκαν στα σώματα του ΕΛΑΣ και αργότερα και του ΣΝΟΦ. Η πορεία αυτή συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα, όταν οι κάτοικοι του χωριού εντάχθηκαν καταρχήν μαζικά στις τάξεις της μακεδόνικης οργάνωσης НОФ (ΝΟΦ), ενώ αργότερα και στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας, πιστεύοντας στις υποσχέσεις του ΚΚΕ για πλήρη αναγνώριση του μακεδόνικου λαού και απολαβή όλων των εθνικών, πολιτιστικών και γλωσσικών δικαιωμάτων. Τα θύματα από το χωριό ήταν πολλά και πολλοί ήταν οι κάτοικοι που εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρικές τους εστίες και να βρουν καταφύγιο στις τότε χώρες του ανατολικού μπλοκ. Μετά το τέλος του εμφυλίου, η μείωση του αριθμού των κατοίκων συνεχίστηκε με πιο δραστικό ρυθμό, λόγω πολιτικών, εθνικών και οικονομικών αιτιών, και ήταν πάρα πολλοί οι Αρμέντσσανι που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στις υπερωκεάνιες χώρες και κυρίως στον Καναδά.

Σήμερα, το Άρμενσκο αριθμεί περίπου 240 κατοίκους (σύμφωνα με την απογραφή του 2001) και είναι ένα χωριό που έχει καταφέρει να διατηρήσει το αυθεντικό μακεδόνικο στυλ, όπως και την χρήση της μακεδόνικης γλώσσας σε καθημερινή βάση. Κύριες ασχολίες των κατοίκων είναι η γεωργία, η κτηνοτροφία και η υλοτομία.

Τουλάχιστον διπλάσιος είναι ο αριθμός κατοίκων που σήμερα ζει στον Καναδά, ενώ οι ελληνικές αρχές ,,φρόντισαν,, να ,,απαλλάξουν,, πολλούς απ΄αυτούς από την ελληνική υπηκοότητα. Μεγάλος επίσης αριθμός Αρμέντσσανι ζει στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, χωρίς το δικαίωμα επιστροφής στις πατρικές εστίες.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ОБЛАСТА БОЈМИЈА КОН КРАЈОТ НА 19 И ПОЧЕТОКОТ НА 20 ВЕК Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΜΠΟΪΜΙΑ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 19ΟΥ ΚΑΙ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ

(περιγραφή που έγινε εκείνη την εποχή, με επεξηγηματικά στοιχεία για το σήμερα)

Το χωριό (σήμερα κωμόπολη) Бојмица (Μποḯμιτσα) βρίσκεται στη δεξιά πλευρά του ποταμού Вардар (Βάρνταρ/Βαρδάρη), στις περυφές του όρους Пајак (Πάιακ/Πάικου), σε υψόμετρο 40 μετρών, στα 63 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης Солун (Σόλουν/Θεσσαλονίκη) και 14

Η Μποϊμιτσα κάποτε

Η Μποϊμιτσα κάποτε

χιλιόμετρα ανατολικά του Гуменџе (Γκούμεντζζε/Γουμένισσα). Νοτιοδυτικά συνορεύει με τα χωριά Горгопик (Γκόργκοπικ/Γοργόπη) και Тушилово (Τουσσίλοβο/Στάθης), βορειοδυτικά με το χωριό Извор (Ίζβορ/Πηγή), ανατολικά με την πόλη Рагуновец (Ραγκούνοβετς/Πολύκαστρο) και δυτικά με το Γκούμεντζζε. Σύμφωνα με την στατιστική της εποχής εκείνης, στα τέλη του 19ου αιώνα η Μποḯμιτσα είχε 1845 κατοίκους, από τους οποίους οι 1220 ήταν Μακεδόνες και οι 625 Τούρκοι. Από τη Μποḯμιτσα περνούσε ο δρόμος, παράλληλος με τον ποταμό Βάρνταρ, ο οποίος σύνδεε την κωμόπολη Γκούμεντζζε με τον σιδηροδρομικό σταθμό. Μεγάλος αριθμός σπιτιών του χωριού βρισκόταν δίπλα στο δρόμο αυτό. Λόγος γινόταν για έναν οικισμό απλωμένο σε ένα κεντρικό δρόμο, στον οποίο βρίσκονταν και μερικά μαγαζιά με βιτρίνες. Κάθε Τετάρτη στο χωριό γινόταν παζάρι, το οποίο ήταν γνωστό για τα σιτηρά της κοιλάδας του Βάρνταρ. Οι κάτοικοι της Μποḯμιτσα ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Εκεί είχε γεννηθεί και ο δοξασμένος Μακεδόνας επαναστάτης  Апостол Петков Терзиев (Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ), ο οποίος μεταξύ του μακεδόνικου πληθυσμού ήταν γνωστός και ως „Ениџевардарско сонце (Ενιτζζεβάρνταρσκο σόντσε/ήλιος των Γιαννιτσών)“.

Το κοντινότερο κέντρο στη Μποḯμιτσα ήταν η κωμόπολη Гуменџе, η οποία σύμφωνα με το διοικητικό σύστημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανήκε στον καζά του Пазар (Πάζαρ/Γιαννιτσά). Το Γκούμεντζζε, στα τέλη του 19ου αιώνα, αριθμούσε 3150 κάτοικους, όλοι εθνικά Μακεδόνες. Σύμφωνα με το βόιβοντα Христо Шалдев (Χρίστο Σσάλντεβ), λίγο πριν τους Βαλκανικούς πολέμους, το Γκούμεντζζε αριθμούσε περίπου 5000 κατοίκους.  Λόγω της τοποθεσίας και του μεγέθους, το Γκούμεντζζε αποτελούσε ένα φυσικό κέντρο της περιοχής Μποḯμια. Παρόλα αυτά, τα χωριά της περιοχής αυτής, διοικητικά ήταν χωρισμένα ανάμεσα στους καζάδες της Γκεβγκέλια και του Ενιτζζεβάρνταρ (Γιαννιτσών).

Το όρος Пајак (Πάιακ/Πάικο) απλώνεται δίπλα στη δυτική όχθη του ποταμού Βάρνταρ. Νότια και νοτιοανατολικά του απλώνεται το Солунско поле (Σόλουνσκο πόλε/κάμπος της Θεσσαλονίκης), δυτικά του είναι η Мегленска котлина (Μέγκλενσκα κότλινα/κοιλάδα του Μέγκλεν-Αλμωπία), ενώ βόρεια συνδέεται με το όρος Кожув (Κόζζουβ). Το βουνό αυτό μοιάζει με αράχνη και γιαυτό και έλαβε το όνομα Πάιακ, το οποίο στη μακεδόνικη γλώσσα σημαίνει αράχνη. Το Πάιακ αποτελείται από τρία τμήματα. Το πρώτο είναι το πραγματικό Πάιακ, το οποίο ο τοπικός πληθυσμός το ονομάζει και  Корнишорска планина (Κορνισσόρσκα Πλάνινα/βουνό του Κόρνισσορ). Το χωριό Κόρνισσορ σήμερα ονομάζεται Κρώμνη. Η ψηλώτερη κορυφή είναι το Πάιακ με ύψος 1460 μέτρα. Το δεύτερο τμήμα ονομάζεται Поглед (Πόγκλεντ). Πόγκλεντ στη μακεδόνικη γλώσσα σημαίνει θέα. Το τμήμα αυτό βρίσκεται ανάμεσα στα ποτάμια Бојмица (Μποḯμιτσα) και Грамош (Γκράμοςς). Το Πόγκλεντ σταδιακά απλώνεται προς τα ανατολικά και νοτιοανατολικά προς τις κωμόπολεις Куфалово

Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ

Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ

(Κουφάλοβο/Κουφάλια) και Постол (Πόστολ/Πέλλα). Από το Πόγκλεντ ανοιγόταν μια υπέροχη θέα προς το Араџанско блато (Αρατζζάνσκο μπλάτο), το Σόλουνσκο πόλε και το Άτον. Το τρίτο τμήμα του βουνού φέρει το όνομα Гандач (Γκάντατςς), σύμφωνα με την κορυφή, η οποία έχει ύψος 1150 μέτρα.

Το Πάιακ είναι ένα εύφορο βουνό γεμάτο δάση και πλούσια βοσκοτόπια. Οι κλιματικές συνθήκες δίνουν τη δυνατότητα ανάπτυξης διαφόρων καρποφόρων δέντρων όπως: συκιές, ροδιές, αμυγδαλιές, καρυδιές, αλλά και αμπελιών κ.α. Από το Πάιακ πηγάζουν περισσότερα ποταμάκια που εισβάλουν στο Βάρνταρ, ενώ άλλα χύνονταν στο μπλάτο (λίμνη) του Πάζαρ (Γιαννιτσών). Σύμφωνα με τον Σσάλντεβ, στο Πάιακ υπήρχαν 47 χωριά, από τα οποία 36 με μακεδόνικο πληθυσμό. 6 με βλάχικο πληθυσμό, 5 με τούρκικο και ένα μικτό (Μακεδόνες και Τούρκοι), η Μποḯμιτσα.

Σε όλη την περιοχή Μποḯμια (η οποία σήμερα είναι μοιρασμένη ανάμεσα σε Ελλάδα και Δημοκρατία της Μακεδονίας και εντός από τις περιοχές Μποḯμιτσα και Γκούμεντζζε,  ανήκουν και οι περιοχές της Γκεβγκέλια, Μπόγκνταντσι και Βαλάντοβο), ο πληθυσμός ομαδοποιούταν σε 31 οικισμούς/χωριά. Τα 21 από αυτά κατοικούνταν από Μακεδόνες, ένα από Τούρκους, ένα μικτό και 4 από Βλάχους. Η κοιλάδα της περιοχής είναι πολύ εύφορη. Λόγω του μαλακού μεσογειακού κλίματος, στα πεδινά τοπία μαζεύονταν και από δύο σοδειές. Το χιόνι λιώνει κατά την πτώση του και σπάνια διατηρείται μερικές ημέρες. Κατά το καλοκαίρι έχει βροχές και σπάνια επέρχεται ξηρασία.

Από ανθρωπολογικής άποψης, ο πληθυσμός της Μποḯμια διαφέρει από αυτόν του Μέγκλεν και του Ποβαρντάριε. Σύμφωνα με τον τύπο ομιλίας και την φορεσιά, βρίσκεται πιο κοντά στον πληθυσμό των νότιων παρυφών του όρους Беласица (Μπελάσιτσα/Μπέλες).  Βασικά ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά είναι το μεσαίο προς ψηλό ύψος, πλατύ όρθιο μέτωπο, κανονική μύτη, μαύρα ή καστανά μαλλιά και μελαμψό χρώμα δέρματος. Βασικά, οι άνθρωποι εκεί είναι δυνατοί και σωματικά υγιείς. Σύμφωνα με τον χαρακτήρα τους, οι άνθρωποι εκεί είναι καλοσυνάτοι, θρησκόληπτοι, εργατικοί και πατριώτες, αλλά και θερμοί.  Όταν και αν έρθει στιγμή για εκδίκηση, αυτή θα είναι θερμή. Σε περίοδο κινδύνου, είναι όλοι μαζί, χωρίς να υπολογίζουν δύναμη και μέσα, αν και για ψιλά πράγματα ξέρουν να μαλώνουν μεταξύ τους και να εκδιώκονται.

Στα νότια του όρους Πάιακ, βρίσκεται η πόλη Ениџе Вардар (Ένιτζζε Βάρνταρ/Γιαννιτσά), την οποία ο τοπικός πληθυσμός ονόμαζε και

Ρουσαλίι

Ρουσαλίι

Πάζαρ. Στις αρχές του 20ου αιώνα η πόλη είχε περίπου 10.000 κατοίκους, από τους οποίους οι 4000 ήταν Μακεδόνες, 5000 Τούρκοι, 25 Έλληνες, 24 Βλάχοι, 90 Εβραίοι και 900 Ρομά. Το Ένιτζζε Βάρνταρ ήταν το διοικητικό κέντρο του ομώνυμου καζά, του οποίου ο συνολικός πληθυσμός αριθμούσε  24.789 κάτοικους. Η πόλη είναι εγκατεστημένη στο βορειοδυτικό τμήμα του Σόλουνσκο πόλε, δεξιά του ποταμού Βάρνταρ, πολύ κοντά στην αρχαία μακεδόνικη πρωτεύουσα – Пела (Πέλλα). Νότια της πόλης, σε απόσταση 7-8 χιλιομέτρων, υπήρχε το μπλάτο, η λίμνη της περιοχής ή όπως το αποκαλούσαν, το Ениџевардарски ѓол (Ενιτζζεβάρνταρσκι γκιόλ). Η λίμνη είχε ακανόνιστο τριγωνικό σχήμα. Η έκτασή της ήταν  160-180χμ2 με μήκος περίπου 30 μιλίων. Η λίμνη αυτή είχε συσταθεί από τα ποτάμια  Мегленица (Μεγκλένιτσα) και Καρά Αζμάκ και άλλα μικρότερα ορεινά ποταμάκια που πήγαζαν στο όρος Πάιακ. Είχε επίσης πολλά νησάκια στο εσωτερικό του και όλη του η περιφέρεια, όπως και τμήμα του εσωτερικού, ήταν γεμάτο με καλάμια, σάζια και άλλα φυτά, τα οποία έκαναν την πρόσβαση πολύ δύσκολη. Από την άλλη πλευρά, το μπλάτο ήταν πλούσιο σε ψάρια και διάφορα είδη πουλιών, ενώ λόγω του ζεστού κλίματος, υπήρχαν πολλά κουνούπια, τα οποία αποτελούσαν μια σοβαρή πηγή ελονοσίας. Η πλούσια χλωρίδα και πανίδα αποτελούσαν πηγή σημαντικού εισοδήματος για τα γύρω χωριά. Ένα μέρος του πληθυσμού ασχολούταν με το ψάρεμα, ενώ ένα άλλο μέρος ασχολούταν με το μάζεμα καλαμιών και σαζιών, με τα οποία έπλεκαν ρογκοζίνι, λέσες και άλλα παρόμοια προϊόντα, τα οποία έπειτα πουλούσαν στο εσωτερικό της Μακεδονίας. Στην περίοδο 1928-1932, η λίμνη αποξηράνθηκε και το μεγαλύτερο τμήμα της έγινε καλλιεργήσιμη γη.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

РАКИТА – ΡΑΚΙΤΑ

Το χωριό Ракита – Ράκιτα βρίσκεται στην περιοχή Кајларско – Κάιλαρσκο (Εορδαία), σε απόσταση 11 χιλιομέτρων βορειοδυτικά από την πόλη Кајлари (Κάιλαρι – Πτολεμαίδα). Η τοποθεσία του είναι ένα οροπέδιο με καλές κλιματικές συνθήκες και υψόμετρο 620 μέτρων. Αποτελεί στην ουσία ένα είδος διασταύρωσης ανάμεσα στις περιοχές του Костур – Κόστουρ (Καστοριάς), του Κάιλαρι και του Лерин – Λέριν (Φλώρινας).  Βόρεια του χωριού, σε απόσταση 3 χιλιομέτρων, βρίσκεται η λίμνη Врабчинско езеро (Βράμπτσσινσκο έζερο – Χειμαδίτιδα). Βορειοανατολικά συνορεύει με το χωριό Рудник (Ρούντνικ – Ανάργυροι), δυτικά με το Мокрени (Μόκρενι – Βαρικό), νοτιοδυτικά με το χωριό Чор (Τσσορ – Γαλάτεια) και νοτιοανατολικά, σε μεγαλύτερη απόσταση, με το χωριό Биралци (Μπίραλτσι – Περδίκας). Νότια του κάμπου του χωριού κυλάει ο ποταμός Циронка – Τσιρόνκα. Τα μακεδόνικα τοπονύμια του χωριού χρησιμοποιούνται και σήμερα, τις περισσότερες φορές και επίσημα. Γκόλεμ Ντολ, Γκουμνίτσσε, Κουρία, Μουτσσάρι, Πόποβα Τσσέσσμα, Καντίφ τραπ, Σταμίνα, Νεβέστιν Κάμεν, Λίτσσκι Μπρεστ κ.α.  

Η Ракита από την περίοδο της ίδρυσής της ήταν εθνικά μακεδόνικο χωριό. Το όνομά του το έλαβε από ένα δέντρο, είδος μικρής ιτιάς, το οποίο λέγεται στη μακεδόνικη γλώσσα ράκιτα και το οποίο χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοί του για να πλέκουν кошници (κόσσνιτσι – καλάθια), όπως και μαλάτι. Για πρώτη φορά το χωριό αναφέρεται σε ιστορικές πηγές το έτος  1481, στα οθωμανικά τεφτέρια καταβολής φόρων, με το όνομα Ράκιτα, με 45 νοικοκυριά, τα οποία ασχολούνταν με την αμπελουργία, τη μελισσοκομία και την εκτροφή γουρουνιών. Το 19ο αιώνα ανήκε στον καζά Τζζούμα ως τσιφλίκι ενός Αγά και στα μέσα αυτού του αιώνα, οι κάτοικοι της Ράκιτα, μαζί με κάτοικους διπλανών μικρών μακεδόνικων χωριών, αγόρασαν τους τίτλους ιδιοκτησίας. Έτσι, οι κάτοικοι του χωριού, μαζί με κάτοικους από τα χωριά Негочни (Νεγκότσσνι), Врабчин (Βράμπτσσιν), Инско (Ίνσκο), Крушувица (Κρουσσουβίτσα) και Лесковица (Λεσκόβιτσα) δημιούργησαν ένα μεγαλύτερο χωριό, επίσης με μακεδόνικη εθνική σύσταση και την επόμενη περίοδο στο χωριό μετοίκησαν και οικογένειες από το διπλανό χωριό Ρούντνικ, οι οποίες και σήμερα φέρουν το επώνυμο Ρουδνικλής (Ρουντνιτσσάνεβ). Το 1900 οι κάτοικοι αριθμούσαν 900, στην απογραφή του 1913 ήταν 927, του 1951 ήταν 1014, ενώ στην απογραφή του 2001 μόλις 693 άτομα. Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί το γεγονός ότι τα τελευταία εκατό χρόνια ο αριθμός των κατοίκων του χωριού υπέμενε αυξομειώσεις ανάλογα με τις στρατιωτικο-πολιτικές περιστάσεις και την οικονομική αστάθεια. Έτσι, μεγάλος αριθμός κατοίκων, λόγω εθνικών, πολιτικών και οικονομικών αιτιών, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το χωριό και να μεταναστεύσει στις υπερωκεάνιες χώρες, όπως και σε ευρωπαικές. Για πρώτη φορά στην ιστορία του, εν μέρει άλλαξε την εθνική του σύσταση το έτος 1928, όταν εκεί το ελληνικό κράτος εγκατέστησε 23 οικογένειες προσφύγων από τη Μικρά Ασία (77 άτομα), από τις οποίες μόνο λίγες έχουν παραμείνει λόγω εσωτερικής μετανάστευσης.

Εξόριστοι στην Σαμοθράκη

Εξόριστοι στην Σαμοθράκη

Οι αρχές των δραστηριοτήτων του μακεδόνικου εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος στο χωριό Ράκιτα, την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, τοποθετούνται στα τέλη του 19ου αιώνα. Τον σημαντικότερο ρόλο σ΄αυτό έπαιξε μια από τις γνωστότερες προσωπικότητες του  ВМРО, ο Сава Михајлов (Σάβα Μιχάιλοβ), με καταγωγή από το Мачуково (Ματσσούκοβο – Ευζώνοι Κιλκίς), ο οποίος για μια περίοδο ήταν δάσκαλος στη Ράκιτα. Στο ημερολόγιό του είχε σημειώσει: „Όταν ξεκινήσαμε, εγώ και μια δασκάλα από το χωριό, να οργανώνουμε τους κατοίκους, ως μέλη της Οργάνωσης εγγράφηκαν σχεδόν όλοι οι κάτοικοι, όπως και πολλοί δάσκαλοι των γύρω χωριών, εκτός από το Κάιλαρι, το οποίο είχε μόνο τούρκικο πληθυσμό.  Απ΄όταν αρχίσαμε να διαχύουμε την ιδέα για επανάσταση των Μακεδόνων, βρισκόμουν συνεχώς σε επαφή με τον Пере Тошев – Πέρε Τόσσεβ από τη Битола (Μπίτολα). Μέσω αυτού επικοινωνούσα και με την κεντρική επιτροπή στο Солун (Σόλουν – Θεσσαλονίκη) με κωδικοποιημένες επιστολές“. Επίσης, στην οργάνωση του ВМРО στο χωριό βοήθησε και ο Марко Лерински (Μάρκο Λέρινσκι), βόιβοντα (οπλαρχηγός), υπεύθυνος για την περιοχή Λέριν και Σοροβίτσσεβο (σημ.Αμύνταιο), ο οποίος συχνά επισκεπτόταν το χωριό και το προστάτευε από τους άτακτους Τούρκους, τους Μπασσιμπόζουκ. Το γνωστότερο μέλος του ВМРО από τη Ράκιτα ήταν ο βόιβοντα Џоџо Баничанов (Τζζότζζο Μπανιτσσάνοβ). Ως βόιβοντα ξεκίνησε τη δράση του το 1911 και σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στην πόλη Πόγκραντετς (σήμερα Αλβανία) το έτος 1917. Επίσης γνωστοί επαναστάτες του χωριού ήταν και οι: Γκεόργκι Κονσταντίνοβ, Νίκολα Μπλαγκόεβ (επίσης και μέλος του Μακεδόνικου Επιστημονικού Ινστιτούτου), Πρόντρουμ Γκόσσεβ, Σίμο Ντιμίτροβ, Ντάνε Γιάντσσεβ, Μετόντι Τανάσκοβ κ.α. Τη Ράκιτα είχε επισκεφτεί και ο ιδεολόγος, ο μεγαλύτερος άνθρωπος του ΒΜΡΟ κατά την περίοδο πριν την Επανάσταση του Ίλιντεν, ο Гоце Делчев (Γκότσε Ντέλτσσεβ). Είχε φιλοξενηθεί από την οικογένεια των Маткарев (Ματκάρεβ). Η επίσκεψη στο χωριό συνέβη το 1902, κατά τη διάρκεια της μεγάλης περιήγησης του Ντέλτσσεβ στη νοτιοδυτική Μακεδονία, μετά την παραμονή του στην περιοχή του Κόστουρ. Στα απομνημονεύματά του, ο βόιβοντα Георги Поп Христов (Γκεόργκι Ποπ Χρίστοβ), ο οποίος συνόδευε το Ντέλτσσεβ, σημείωσε: „Από το Загоричани (Ζαγκορίτσσανι – Βασιλειάδα), μαζί με το Ντέλτσσεβ και το Μάρκο Λέρινσκι, όταν αποχαιρετήσαμε τους Κοστούρτσσανι, κατευθυνθήκαμε προς το χωριό Зеленич (Ζέλενιτςς – Σκλήθρο), αλλά δε μπήκαμε στο χωριό επειδή μας περίμενε ενέδρα από τουρκική περίπολο. Μεταβήκαμε στο χωριό Ράκιτα, Κάιλαρσκο. Εκεί κάναμε γενική συνέλευση των κατοίκων και οργανώσαμε το χωριό“.

Βόιβοντα Τζζότζζο Μπανιτσσάνοβ

Βόιβοντα Τζζότζζο Μπανιτσσάνοβ

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912-13), η Ράκιτα, όπως και το μεγαλύτερο τμήμα της Μακεδονίας, προσαρτήθηκε στο Ελληνικό Βασίλειο. Ο διαμελισμός της Μακεδονίας ανάμεσα σε κράτη των Βαλκανίων, παρόλη την επιθυμία του Μακεδόνικου λαού για δικό του κράτος, επιβεβαιώθηκε την περίοδο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.   Στη Ράκιτα, όπως και σε όλα τα μακεδόνικα χωριά, οι νέες ελληνικές αρχές ξεκίνησαν άμεσα τη διαδικασία απεθνικοποίησης του μακεδόνικου πληθυσμού με τη χρήση διάφορων μέτρων, μέσω τρομοκρατίας, βίας, δολοφονιών και εκδιωγμών, όπως και μέσω διάφορων εκπαιδευτικών, εκκλησιαστικών και οικονομικών μέτρων. Ένα από τα μέτρα εκείνα ήταν και η μετονομασία του χωριού το 1927, σε Ολυμπιάδα.

Επίσης, μεγάλος αριθμός αντρών του χωριού επιστρατεύτηκε και πολέμησε και στον ελληνο-τουρκικό πόλεμο (1920-22), όπως και στον ελληνο-ιταλικό (1940) και πολλοί ήταν αυτοί που δεν επέστρεψαν ποτέ τους.

Το χωριό υπέφερε ιδιαίτερα την περίοδο του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, όχι τόσο από τις κατοχικές δυνάμεις, όσο από τους Έλληνες συνεργάτες τους. Αργότερα, τα βάσανα αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, από την τρομοκρατία των κυβερνητικών δυνάμεων. Οι εξόριστοι πολλοί. Πολλοί και οι κάτοικοι του χωριού που βγήκαν στα βουνά παρτιζάνοι ως μέλη του ΝΟΦ και του ΔΣΕ. Μεταξύ αυτών και μέλη των οικογενειών Λιτάντσσεβ, Χατζζίεβ, Τσσίκοβ, Σαμαρτζζίεβ κ.α. Κάποιοι έμειναν κάπου άταφοι, πολλοί εκδιώχθηκαν μετά τη λήξη του εμφυλίου σε γειτονικές χώρες, χωρίς το δικαίωμα επιστροφής. Βλέπετε, σύμφωνα με τον ισχύων νόμο, ,,δεν είναι Έλληνες το γένος,,.

Σήμερα η Ράκιτα είναι ένα ζωντανό χωριό, αν και οι εκδιωγμένοι κάτοικοί του, όπως και οι μετανάστες είναι περισσότεροι από τους εναπομείναντες κατοίκους. Η μακεδόνικη γλώσσα στη Ράκιτα διατηρείται σε μεσαίο επίπεδο. Όλο και λιγότεροι κάτοικοι ασχολούνται με τις παραδοσιακές ασχολίες του χωριού και οι νέοι αναγκάζονται να μεταναστεύσουν εντός ή και εκτός της χώρας, με τον πληθυσμό να μειώνεται ακόμη περισσότερο.

Ράκιτα – 1915

Ράκιτα – 1915

Ο ναός του χωριού είναι αφιερωμένος στον Σβέτι Νίκολα, αλλά δεν ήταν τα πράγματα πάντοτε έτσι. Ο κύριος ναός του χωριού ήταν αφιερωμένος στον Σβέτι Κόνσταντιν και Έλενα και επίσης υπήρχε και μικρότερος ναός της Σβέτα Μπογκορόντιτσα (Παναγία). Οι κρατικές και εκκλησιασικές αρχές ,,φρόντισαν,, να ,,απαλλαγούν,, από τους ναούς αυτούς, οι οποίοι δεν ,,ταίριαζαν,, στον εθνικό ελληνικό μύθο. Ακόμη και σήμερα, τα πανηγύρια του χωριού είναι στις 21 του Μάη (Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης) και στις 15 Αυγούστου (Κοίμηση της Θεοτόκου), προς θύμηση των ναών εκείνων.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ЧРНОВИШТЕ – ΤΣΣ’ΡΝΟΒΙΣΣΤΕ

Το χωριό Чрновиште – Τσ’ρνόβισστε βρίσκεται στην περιοχή Корештата – Κορέσστατα (Κορέστια) του Костур – Κόστουρ (Καστοριά), στον κάμπο της δυτικής πλευράς των παρυφών του όρους Шештевска бука – Σσεσστέβσκα μπούκα, σε υψόμετρο 830 μέτρων. Το έτος 1927 οι ελληνικές αρχές μετονόμασε το χωριό με το ελληνικό όνομα Μαυρόκαμπος. Το Τσ’ρνόβισστε συνορεύει με τα χωριά Шештево – Σσεσστέβο (σήμερα Σιδηροχώρι), Жервени – Ζζέρβενι (Άγιος Αντώνιος), Поздивишта – Ποζντίβισστα (Χαλάρα), Долно Дреновени – Ντόλνο Ντρενόβενι (Κάτω Κρανιώνας) και Габреш – Γκάμπρεςς (Γάβρος). Ανατολικά του χωριού και μέχρι τη βοντένιτσα (νερόμυλο) του χωριού ενώνονται δύο ποτάμια: το ένα που έρχεται από το χωριό Ζζέρβενι και πηγάζει από το όρος  Вичо – Βίτσσο (Βίτσι) και το άλλο που έρχεται από το χωριό Ποζντίβισστε. Δυτικά του χωριού απλώνεται ένας ξερός κάμπος που ονομάζεται „Бутеш (Μπούτεςς)“. Στην τοποθεσία αυτή υπάρχουν τα θεμέλια ενός πολύ παλιού ναού και δίπλα σ΄αυτά βρίσκεται σήμερα το μοναστήρι του Σβέτι Τάνας (Αγίου Αθανασίου).

Κατά την ροή της ιστορίας το χωριό είχε πάντοτε εθνικά μακεδόνικο πληθυσμό. Το 1900 είχε 260 κατοίκους, ενώ το 1913 αριθμούσε 207. Αιτία της μείωσης του αριθμού των κατοίκων ήταν οι συνέπειες πολιτικών και εθνικών ξεσηκωμών, με κυριότερες την Επανάσταση του Ίλιντεν (1903), τις επιθέσεις Ελλήνων ανταρτών στη Μακεδονία (1904-1908) και την τρομοκρατία κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων (1912-13). Την επόμενη περίοδο ο αριθμός των κατοίκων άρχισε να αυξάνεται, παρόλο το γεγονός της μεγάλης μετανάστευσης στις υπερωκεάνιες χώρες. Έτσι, το 1928, το Чрновиште είχε 328 κατοίκους. Μετά το τέλος του Εμφυλίου πολέμου (1949) οι κάτοικοι μειώθηκαν στους 199, ενώ σύμφωνα με την απογραφή του 2001, το χωριό είχε μόλις 9 κατοίκους.

Στο παρελθόν, οι κάτοικοι του Τσ’ρνόβισστε ασχολούνταν με τη γεωργία, την αμπελουργία, την κτηνοτροφία, ιδιαίτερα με τις κατσίκες, των οποίων την εκτροφή απαγόρεψε στους κατοίκους το ελληνικό κράτος το 1913.

Σύμφωνα με το θρύλο, το χωριό δημιουργήθηκε κατά την πρώιμη περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Προσπαθώντας να ξεφύγουν από την τρομοκρατία των Τούρκων, δύο οικογένειες με το επίθετο Манов – Μάνοβ εγκαταστάθηκαν στο Корештата,  στην τοποθεσία „Манова глава (Μάνοβα γκλάβα)“. Αργότερα, πεντακόσια μέτρα νοτιοδυτικά, εγκαταστάθηκαν ακόμη δύο οικογένειες, του Шукаров – Σσουκάροβ και του  Реван – Ρέβαν. Οι οικογένειες αυτές ασχολούνταν με την εκτροφή κατσικιών, αλλά σταδιακά εξερεύνησαν τη γύρω περιοχή και βρίσκοντας την παραπάνω αναφερομένη τοποθεσία, εγκαταστάθηκαν εκεί όπου και σήμερα βρίσκεται το χωριό. Ονομάστηκε Τσ’ρνόβισστε επειδή οι πρώτοι του κάτοικοι είχαν καταφτάσει από το βουνό Црна Гора – Τσ’ρνα Γκόρα. Σταδιακά, στο χωριό άρχισαν να εγκαθίστανται και κάτοικοι από τα γύρω χωριά του κάμπου.

Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι είχαν οργανωθεί στο ВМРО λίγα χρόνια μετά την ίδρυση της οργάνωσης. Σε πρώτη φάση είχε μεταβεί στο Τσ’ρνόβισστε ο βόιβοντα Атанас Петров – Άτανας Πέτροβ από το Шештево (Σσεσστέβο – Σιδηροχώρι), χωρίς όμως να κάνει την σύσταση τοπικής επιτροπής. Αυτό έγινε λίγο αργότερα από τον Христо Цветков – Χρίστο Τσβέτκοβ από το Кономлади (Κονόμλαντι – Μακροχώρι), ο οποίος είχε οργανώσει τις οικογένειες των Џамбазов – Τζζαμπάζοβ και την οικογένεια του Мито Попов – Μίτο Πόποβ. Ο Τσβέτκοβ τους ανέθεσε την αποστολή να εντάσουν σταδιακά νέα μέλη στην τοπική επιτροπή, να προμηθεύονται οπλισμό και πυρομαχικά και να προετοιμάζονται για τον ξεσηκωμό. Από το 1902, η οργάνωση στο χωριό άρχισε να μεγαλώνει μαζικά και μέλος της έγινε και ο πατριαρχικός παπάς Анастас Попов – Άναστας Πόποβ, ο οποίος σταμάτησε να λειτουργεί στην άγνωστη για όλους ελληνική γλώσσα και άρχισε τη λειτουργία στη μητρική μακεδόνικη γλώσσα τους. Εκείνο τον καιρό οι κάτοικοι του χωριού βρίσκονταν σε συνεχείς διαμάχες με τους Τούρκους χωρικούς του Ζζέρβενι, οι οποίοι δύο φορές είχαν επιτεθεί στο Τσ’ρνόβισστε. Τη δεύτερη φορά είχε καταφτάσει προς βοήθεια ο βόιβοντα Χρίστο Τσβέτκοβ. Τρεις μήνες πριν την έναρξη της Επανάστασης του Ίλιντεν, στην τσσέτα (ένοπλο σώμα) του βόιβοντα Митре Влаот – Μίτρε Βλάοτ εντάχθηκαν 31 επαναστάτες από το Τσ’ρνόβισστε, μεταξύ των οποίων οι: Циљо Аџиев – Τσίλιο Ατζζίεβ, Трпо Генчов – Τ’ρπο Γκέντσσοβ, Јован Попов – Γιόβαν Πόποβ, Митре Шутков – Μίτρε Σσούτκοβ κ.α. Μετά τη μεγάλη μάχη στο όρος Бигла (Μπίγκλα – Βίγλα), όπου είχε τραυματιστεί και ο ίδιος ο Μίτρε Βλάοτ, οι επαναστάτες υποχώρησαν στο Τσ’ρνόβισστε. Οι κάτοικοί του, κατά τη διάρκεια της επανάστασης είχαν καταφύγει στα βουνά. Ο οθωμανικός στρατός έκαψε το χωριό και σκότωσε τους: Мара Трендовска – Μάρα Τρέντοβσκα, Поп Атанас – Ποπ Άτανας και  Гељо Флоринов – Γκέλιο Φλορίνοβ.

Μετά το 1913 και την προσάρτιση του μεγαλύτερου τμήματος της γεωγραφικής Μακεδονίας στο Βασίλειο της Ελλάδας, οι ελληνικές αρχές ξεκίνησαν μια φοβερή τρομοκρατία και βασανιστήρια σ΄αυτούς που άμεσα ή έμμεσα είχαν συμμετάσχει στην Επανάσταση του Ίλιντεν, στην επανάσταση του μακεδόνικου λαού ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία. Λόγω του γεγονότος αυτού άρχισε μια μαζική μετανάστευση των Μακεδόνων.  Νέο κύμα τρομοκρατίας κατέφτασε την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά. εκείνο τον καιρό, λόγω ομιλίας της μητρικής μακεδόνικης γλώσσας, στο δικαστήριο οδηγήθηκαν 17 άτομα από το Τσ’ρνόβισστε. Το 1937, κατά τη διάρκεια του πανηγυριού του χωριού, του Σβέτι Τάνας, οι χωρικοί είχαν συγκεντρωθεί στο μοναστήρι και χόρευαν τραγουδώντας μακεδόνικα τραγούδια. Αποτέλεσμα αυτού, η καταδίκη οχτώ κατοίκων και φυλάκισή τους.

Την περίοδο της φασιστικής κατοχής, το χωριό Чрновиште βρέθηκε υπό την εξουσία των ιταλικών δυνάμεων. Οι Ιταλοί δύο φορές μπήκαν στο χωριό προς αναζήτηση οπλισμού και επειδή οι κάτοικοι αρνούνταν να παραδώσουν τα όπλα τους, περισσότερα άτομα φυλακίστηκαν στο σχολείο του χωριού και βασανίστηκαν αλύπητα. Επίσης, πολλές ήταν οι φορές που οι κατοχικές δυνάμεις λήστεψαν το χωριό, αρπάζοντας σοδειές για να τραφούν. Η εμφάνιση της ένοπλης αντίστασης ενάντια στις φασιστικές δυνάμεις έγινε στο χωριό το καλοκαίρι του 1943, με τον ερχομό των πρώτων παρτιζάνικων σωμάτων και την σύσταση στο χωριό των τοπικών οργανώσεων του ΚΚΕ. Στις 2 Αυγούστου 1944 συστάθηκε στο Κόστουρσκο (περιοχή Καστοριάς) η Μακεδόνικη Ταξιαρχία και στις τάξεις της, από το χωριό, εντάχθηκαν δέκα αγωνιστές. Μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγοσμίου Πολέμου, η νέα ελληνική εξουσία άρχισε μια τρομακτική δράση ενάντια στο μακεδόνικο πληθυσμό. Την περίοδο 1945-46, τα ελληνικά παραστρατιωτικά σώματα τρομοκρατούσαν τα χωριά στην περιοχή Κορέσστα. Στο Τσ’ρνόβισστε μπήκαν δύο φορές, συγκεντρώνοντας όλους τους χωρικούς στην εκκλησία και στην συνέχεια ξυλοκοπώντας τους. Εώς και το 1947 το χωριό ήταν εκτεθειμένο σε βομβαρδισμούς από πλευράς κυβερνητικών δυνάμεων, οι οποίες βρίσκονταν σταθμευμένες στο όρος Σσεσστέβσκα Μπούκα. Από τους βομβαρδισμούς είχαν καταστραφεί ολοσχερώς εφτά σπίτια, πολλά άλλα έπαθαν μικρότερες ζημιές, ενώ καταστράφηκε και η εκκλησία του χωριού. Στις αρχές του 1947, στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού εντάχθηκαν από το χωριό 34 αγωνιστές. Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού το 1949, περισσότερες οικογένειες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό, εκδιωγμένοι από την κρατική εξουσία, αφήνοντας για πάντα πίσω τους τις πατρικές τους εστίες. Ο αριθμός των κατοίκων μειώθηκε δραματικά και ανερχόταν πλέον μόνο στους 149.

Σήμερα κάτοικοι του Τσ’ρνόβισστε, βρίσκονται στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, στις υπερωκεάνιες χώρες κτλ. Παντού εκτός από το χωριό τους. Ότι δηλαδή συμβαίνει και στα περισσότερα μακεδόνικα χωριά. Θυσία στο βωμό της ,,εθνικής καθαρότητας,,.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

КАЛЕВИШТА – ΚΑΛΕΒΙΣΣΤΑ

Δυτικά της πόλης Κόστουρ (Καστοριάς) και σε απόσταση 25 χιλιομέτρων, δίπλα στα σύνορα με την Αλβανία, στις παρυφές του όρους Αλέβιτσα, βρίσκεται το μακεδόνικο χωριό Καλέβισστα. Το χωριό αυτό, το έτος 1948, αριθμούσε περίπου 65 σπίτια και χωριζόταν σε τρεις γειτονιές. Τη Γκόρνα, Σρέντνα και Ντόλνα Μάαλα. Τα σπίτια ήταν δυόροφα, πέτρινα, καλυμένα με πέτρινες πλάκες. Συνήθως κάθε σπίτι είχε τέσσερα δωμάτια, από δύο σε κάθε όροφο, όπως και τσσάρντακ (μπαλκόνι). Στο χωριό λειτουργούσαν δύο ναοί, του Σβέτι Άτανας και του Σβέτι Ντιμίτριι, ένα σχολείο, κοινοτικό κατάστημα, αστυνομικό τμήμα, περισσότερα μαγαζιά και καφενεία. Γειτονικά χωριά ήταν η Слимница – Σλίμνιτσα, το Јановени – Γιανόβενι (Γιαννοχώρι), το Пилкади – Πίλκαντι (Μονόπυλο), Омотско – Όμοτσκο (Λιβαδοτόπι), Ревани – Ρέβανι (Διποταμιά) κ.α.

Στο Καλέβισστα από πάντα ζούσε μακεδόνικος πληθυσμός. Το ελληνικό κράτος έδειξε ιδιαίτερη προσοχή στην προσπάθεια αφομοίωσης των κατοίκων του. Ήταν απαραίτητο επειδή το χωριό βρισκόταν δίπλα στα σύνορα. Εκεί είχαν σταλεί οι εθνικά ,,ικανότεροι,, Έλληνες δάσκαλοι, αστυνομικοί και υπάλληλοι συνόρων. Μέσω πιέσεων, τρομοκρατίας και προπαγάνδας, κατάφεραν μερικώς να επιδράσουν σε τμήμα των Μακεδόνων του χωριού αυτού. Στις αρχές του 19ου αιώνα, το χωριό είχε περίπου 450 κατοίκους, όλοι Μακεδόνες, το 1913 είχε 443 κατοίκους, ενώ το 1945 είχε 300. Από τη δεκαετία του 70 και μέχρι πρόσφατα ο αριθμός κατοίκων ήταν 0, ενώ σήμερα, σύμφωνα με τις πρόσφατες απογραφές, έχει περίπου 50. Η μετανάστευση από το χωριό επήλθε λόγω δύο αιτιών, οικονομική και πολιτική. Λόγω οικονομικών αιτιών μετανάστευσαν 20 άτομα, κυρίως στις υπερωκεάνιες χώρες, ενώ την περίοδο 1941-49, λόγω πολιτικών αιτιών (απλά ήταν εθνικά Μακεδόνες), αναχώρησαν 179 κάτοικοι.

Κύρια ασχολία των κατοίκων του χωριού ήταν η σύντομη μετανάστευση. Σχέδον όλοι οι άντρες ήταν χτίστες. Οι γυναίκες καλλιεργούσαν τη γη, ενώ οι άντρες αναχωρούσαν για μέρη μακρινά. Ξεκινούσαν στις αρχές της άνοιξης και επέστρεφαν στο χωριό στις αρχές του χειμώνα. Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στο Καλέβισστα, λόγω της άγονης γης, δεν ζούσαν Τούρκοι, αλλά υπήρχαν σε όλα σχεδόν τα γύρω χωριά. Οι κοπέλες του χωριού ήταν γνωστές για την ομορφιά τους. Για το λόγο αυτό, οι Τούρκοι πολύ συχνά επιτίθονταν στο χωριό και τα χωράφια και απήγαγαν κορίτσια. Σε μία περίπτωση, κρατούσαν μια κοπέλα τρεις μέρες στο βουνό και έπειτα της έδεσαν κόκκινη σσάμια (μαντίλα) στο κεφάλι ως σημάδι ότι είχε αλλάξει την πίστη της. Για το λόγο αυτό οι γυναίκες ποτέ δεν κινούνταν μόνες τους στην εργασία τους ή σε άλλα μέρη.

Την περίοδο της Επανάστασης του Ίλιντεν, της επανάστασης του μακεδόνικου λαού ενάντια στην Οθωμανική κυριαρχία, όλοι οι κάτοικοι είχαν οργανωθεί στο ΒΜΡΟ. Αν και το χωριό δεν είχε βόιβοντα, πολλοί ήταν οι κόμιτι που επάνδρωσαν τσσέτες γειτονικών χωριών. Υπεύθυνος του χωριού και της γύρω περιοχής ήταν ο βόιβοντα Кољо Добролитски – Κόλιο Ντομπρολίτσκι, από το χωριό Добролиште – Δομπρόλισστε (σήμερα Καλοχώρι).

Με την προσάρτιση του τμήματος αυτού της Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων (1912-13), στο Калевишта τοποθετήθηκαν όργανα φύλαξης συνόρων. Έξω από το χωριό είχε χτιστεί φυλάκιο, ενώ στο χωριό οικοδομήθηκε και αστυνομικό τμήμα. Το όνομα του χωριού, στην προσπάθεια εξελληνισμού όλων των τοπονυμιών της Μακεδονίας, αλλάχτηκε το 1928 και έγινε Καλή Βρύση.

Λόγω των πολυάριθμων ατυνομικών και στρατιωτικών δυνάμεων που υπήρχαν εντός και εκτός του χωριού, οι κάτοικοι δύσκολα μπορούσαν να οργανωθούν στις μακεδόνικες οργανώσεις που αγωνίζονταν εκείνη την περίοδο για τα δίκαια του Μακεδόνικου λαού. Οι προοδευτικές ιδέες στο χωριό κατέφταναν κυρίως από τους μετανάστες, τους οποίους με την σειρά τους, δίωκαν οι κρατικοί πράκτορες, οι δάσκαλοι, η αστυνομία, οι παπάδες κτλ. Ο  Анастас Вељов – Άναστας Βέλιοβ και ο Анастас Јанкулов – Άναστας Γιανκούλοβ ήταν από τα πρώτα μέλη του χωριού σε μακεδόνικες οργανώσεις, όπου είχαν οργανωθεί το έτος 1935. Το ίδιο έτος φυλακίστηκαν στο Солун-Σόλουν (Θεσσαλονίκη). Όπως και σε όλο το ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας, έτσι και στο Καλέβισστα, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, είχαν ανοίξει νυχτερινά σχολεία με σκοπό την επιβολή της ελληνικής γλώσσας στο μακεδόνικο πληθυσμό. Στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο (1941) από το χωριό είχαν επιστρατευτεί 40 άτομα, αλλά ευτυχώς δεν σκοτώθηκε κανένα, αν και η γραμμή του μετώπου περνούσε πάνω από το χωριό. Η ιταλική αεροπορία και πυροβολικό, τις πρώτες μέρες των μαχών βομβάρδισε συχνά το χωριό και πολλά σπίτια είχαν υποστεί ζημιές, ενώ τα σπίτια των Анастас Паљунков – Άναστας Παλιούνκοβ και Алексо Саров – Αλέξο Σάροβ καταστράφηκαν τελείως.

Τον Απρίλιο του 1941, οι δυνάμεις του άξονα κατέλαβαν την Ελλάδα. Το Καλέβισστα συχνά δεχόταν επιθέσεις από τους κατακτητές, οι οποίοι κατέφταναν στο χωριό για να αρπάξουν τα τρόφιμα και τα ζωντανά του πληθυσμού. Το Φθινόπωρο του 1941, σώμα ειδικών δυνάμεων του ιταλικού στρατού επιτέθηκε στο χωριό με σκοπό να συγκεντρώσει τον οπλισμό και να εκτελέσει πολιτική τρομοκρατία για να φοβίσει τον πληθυσμό του. Όποιοι βρέθηκαν να έχουν οπλισμό, συλλήφθησαν. Ο Павле Кирјаков – Πάβλε Κιριάκοβ και ο γιος του Филаре – Φίλαρε φυλακίστηκαν επί 8 μήνες και αργότερα η ίδια ποινή δόθηκε και στον  Поп Јане – Ποπ Γιάνε. Το Καλέβισστα, εκτός από τις ιταλικές δυνάμεις, συχνά δεχόταν επιθέσεις και από τους Αλβανούς Μπαλίστα, όπως και τις βουλγάρικες δυνάμεις. Σε μια από αυτές, το 1943, σκοτώθηκε ο Стефо Попов – Στέφο Πόποβ. Στις αρχές του 1943, στην περιοχή του χωριού εμφανίστηκαν τα πρώτα παρτιζάνικα σώματα, τα οποία περιοδικά κατάφερναν να το ελευθερώνουν. Ανάμεσα στους πρώτους παρτιζάνους του χωριού ήταν και οι  Петре Фишеов – Πέτρε Φισσέοβ, Пере Жутов – Πέρε Ζζούτοβ, Ахил Гершов – Άχιλ Γκέρσσοβ, Ристо Шапкарев – Ρίστο Σσαπκάρεβ και Ахил Попјанев – Άχιλ Ποπγιάνεβ. Τον Απρίλιο του 1943 οι ιταλικές δυνάμεις άρχισαν επιθέσεις ενάντια στα σώματα του ΕΛΑΣ στην περιοχή του Нестрам – Νέστραμ (σημ.Νεστόριο). Μετά το τέλος της επίθεσης, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ μπήκαν στο Καλέβισστα και αιχμαλώτισαν μερικά άτομα του χωριού με την κατηγορία συνεργασίας με τις κατοχικές δυνάμεις. Μετά από ανακρίσεις κάποιοι αφέθηκαν ελεύθεροι, ενώ άλλοι εκτελέστηκαν. Οι κάτοικοι του χωριού ποτέ δεν έπαψαν να πιστεύουν ότι οι καταδικασμένοι δικάστηκαν άδικα και ότι αποτελούσαν στόχο συκοφαντίας.

Σύντομα μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, στην Ελλάδα ξεκίνησε άλλος ένας πόλεμος, εμφύλιος αυτή τη φορά, στον οποίο οι Μακεδόνες είδαν την ευκαιρία να αποκτήσουν τα εθνικά τους δίκαια. Το καλοκαίρι του 1946,  στα όρη Γράμμος και Βόιο δρούσαν οι ένοπλες δυνάμεις της μακεδόνικης οργάνωσης НОФ (ΝΟΦ), ενώ αργότερα εμφανίστηκαν και οι παρτιζάνικες δυνάμεις του ΔΣΕ, όπου εντάχθηκαν πολλά άτομα του Καλέβισστα. Το 1946, οι συνοριοφύλακες και η αστυνομία είχε ήδη εγκαταλείψει το χωριό.  κατά τη διάρκεια των μεγάλων επιθέσεων των κυβερνητικών δυνάμεων ενάντια στους παρτιζάνους, τον Ιούλιο του 1948, οι κάτοικοι του χωριού βρήκαν καταφύγιο στην τοποθεσία „Видовско (Βίντοβσκο)“ η οποία βρίσκεται ακριβώς στα σύνορα. Από εκείνη την περίοδο το χωριό έμεινε έρημο. Και μετά το τέλος του πολέμου η επίσημη Αθήνα δεν επέτρεψε την επιστροφή των κατοίκων στο χωριό. Πολλοί κάτοικοι εκδιώχθηκαν στις πρώην ανατολικές χώρες, χωρίς ποτέ να αποκτήσουν το δικαίωμα επιστροφής, ενώ άλλοι, ή οι απόγονοι αυτών, ζουν σήμερα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας.

Σχετικά με την ιστορία και τη μοίρα των χωριών αυτής της περιοχής, τα γνωστά Γραμμοχώρια, δείτε την ταινία – ντοκυμαντέρ ,,Γράμμος,, του Νίκου Θεοδοσίου, στην ηλεκτρονική  διεύθυνση: http://www.youtube.com/watch?v=hazJrJzTuWA

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ДОБРОЛИШТА – ΝΤΟΜΠΡΟΛΙΣΣΤΑ

Από τα πολύ παλιά χρόνια το χωριό ονομαζόταν Добролишта – Ντομπρόλισστα. Θεωρείται ότι έλαβε το όνομα αυτό επειδή οι κάτοικοί του παρήγαγαν добра лешта (ντόμπρα λέσστα – καλή φακή). Μετά την προσάρτιση αυτού του τμήματος της Μακεδονίας από την Ελλάδα, το χωριό, το έτος 1926, μετονομάστηκε σε Καλοχώρι. Το Добролишта βρίσκεται σε απόσταση περίπου 17 χιλιόμετρα, νοτιοδυτικά της πόλης Костур – Κόστουρ (Καστοριά) και απλώνεται στη μέση του νομού, ανάμεσα στα ποτάμια Белица – Μπέλιτσα και Бистрица – Μπίστριτσα (Αλιάκμωνας). Ανατολικά συνορεύει με τα χωριά Желин – Ζζέλιν (Χιλιόδεντρο) και Цакони – Τσάκονι (Τσάκονη), νότια συνορεύει με τα χωριά Желегоже – Ζζελέγκοζζε (Πεντάβρυσος), Галишта – Γκάλισστα (Ομορφοκκλησιά) και Дреничево – Ντρενίτσσεβο (Κρανοχώρι), ενώ βορειοδυτικά με το χωριό Папратско – Πάπρατσκο (Πτεριά).

Στις αρχές του 20ου αιώνα είχε περίπου 600 κάτοικους, από τους οποίους τα 2/3 ήταν Μακεδόνες χριστιανοί και το υπόλοιπο 1/3 ήταν Μακεδόνες μουσουλμάνοι και Τούρκοι. Μετά την αναχώρηση του μουσουλμανικού πληθυσμού, ως συνέπεια του ελληνο-τουρκικού πολέμου (1920-22), στη θέση τους εγκαταστάθηκε χριστιανικός πληθυσμός από τη Μικρά Ασία, ο οποίος αργότερα αποτέλεσε την κύρια στήριξη της ελληνικής εξουσίας στα νεοκατακτηθέντα εδάφη, μετά το 1912-1913. Σήμερα το χωριό αριθμεί περίπου 400 κατοίκους. Μεγάλη ήταν κατά περιόδους η μετανάστευση κατοίκων του χωριού, οι οποίοι όμως, μετά από ορισμένο διάστημα, πάντοτε επέστρεφαν στις πατρικές τους εστίες. Οι κύριες ασχολίες των κατοίκων του ήταν η καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων, όπως καπνός, σιτάρι, καλαμπόκι, βρύζα κ.α.

Οι κάτοικοι του Ντομπρόλισστα συμμετείχαν ενεργά σε όλους τους λαικοαπελευθερωτικούς αγώνες του μακεδόνικου λαού κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι ήταν μέλη της μακεδόνικης οργάνωσης ΒΜΡΟ και κατά τη διάρκεια της μακεδόνικης Επανάστασης του Ίλιντεν (1903) έξι άτομα του χωριού κατείχαν σημαντικές θέσεις στην ευρύτερη περιοχή, υπό την ηγεσία του Ристо Калиманов – Ρίστο Καλιμάνοβ και του Кољо Калиманов – Κόλιο Καλιμάνοβ, γνωστότερου ως βόιβοντα Κόλιο Ντομπρολίτσκι. Πρόεδρος της τοπικής οργάνωσης ήταν ο Павле Калиманов – Πάβλε Καλιμάνοβ. Όλοι όσοι εντάσονταν στην οργάνωση έδιναν όρκο στο σπίτι του Πάβλε. Μετά το 1903, ο Κόλιο Ντομπρολίτσκι και η τσσέτα (ένοπλη ομάδα) του είχαν σταθμεύσει στο χωριό. Ο οθωμανικός στρατός περικύκλωσε το χωριό και μετά από 18ωρη μάχη, όλοι οι κόμιτι, εκτός ενός, σκοτώθηκαν, μαζί και ο βόιβοντα Ντομπρολίτσκι, ενώ ο στρατός έκαψε το μισό χωριό. Ο βόιβοντα της περιοχής, Ρίστο Καλιμάνοβ, μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν, αιχμαλωτίστηκε από τους Έλληνες αντάρτες και βασανίστηκε μέχρι θανάτου. Επίσης, σκοτώθηκε και ο κόμιτα Тимјовски – Τίμιοβσκι, ο οποίος ήταν μέλος της τσσέτα του Ντομπρολίτσκι και χάθηκε σε μια μάχη κοντά στο χωριό Апоскеп – Άποσκεπ (Απόσκεπος), ενώ την ίδια τύχη είχε και ο Христо Поплазаров – Χρίστο Ποπλαζάροβ. Μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν, μεγάλος αριθμός Μακεδόνων του χωριού, λόγω της τρομοκρατίας από πλευράς των Οθωμανών και των Ελλήνων ανταρτών, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό και να αναχωρήσουν για χώρες μακρινές, ιδιαίτερα για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και τον Καναδά.

Μετά το 1913 και την εγκατάσταση των ελληνικών αρχών στην ευρύτερη περιοχή, ξεκίνησαν τα βάσανα και η μεγάλη τρομοκρατία των Μακεδόνων χωρικών. Μεγάλος αριθμός μελών του ВМРО δολοφονήθηκε και οι χωρικοί πιέζονταν να παραδώσουν τον οπλισμό τους και να προδόσουν τους κόμιτι. Όλα αυτά συνεχίστηκαν και τις επόμενες δεκαετίες. Το 1940, οι αρχές φυλάκισαν δύο Μακεδόνες από το Ντομπρόλισστε, μόνο και μόνο επειδή δημόσια είχαν μιλήσει για την εθνική τους συνείδηση. Από το 1927 στο χωριό υπήρχε παράνομη οργάνωση του ΚΚΕ, ενώ από το 1933 και οργάνωση νεολαίας ΟΚΝΕ. Το 1936 είχε φυλακιστεί ο γραμματέας της τοπικής οργάνωσης του χωριού Трпе Калиманов – Τ΄ρπε Καλιμάνοβ, όπως και το μέλος Зисо Дељов – Ζίσο Ντέλιοβ. Στη φυλακή παρέμειναν εώς και το 1941. Το 1938, συλλήφθησαν και φυλακίστηκαν οχτώ κάτοικοι του χωριού, χωρίς καμιά κατηγορία. Ήταν απλώς Μακεδόνες. Μεγάλη βοήθεια στο χωριό έδινε και ο καθοδηγητής του ΚΚΕ, Λάζο Τ΄ρποβσκι, από το χωριό Дмбени,Костурско – Ντ΄μπενι,Κόστουρσκο (Δενδροχώρι Καστοριάς), ο οποίος συχνά επισκεπτόταν το Ντομπρόλισστα και έδινε πρακτική βοήθεια στην τοπική οργάνωση. Το κύρος του είχε βοηθήσει στη μαζικοποίηση της οργάνωσης. Με τον ερχομό της δικτατορίας του Μεταξά  (1936), συλλήφθησαν περισσότερα μέλη. Κατά τη διάρκεια του ελληνο – ιταλικού πολέμου  (1940) είχαν επιστρατευτεί 40 κάτοικοι, από τους οποίους ποτέ δεν επέστρεψαν οι τρεις.

Με τη φασιστική κατοχή από το 1941, το χωριό δραστηριοποιήθηκε στο κίνημα της αντίστασης άμεσα, από το Μάη του 1941. Την επόμενη περίοδο είχε διεξαχθεί συνάντηση παλιών Μακεδόνων ακτιβιστών στο χωριό Жупаништа – Ζζουπάνισστα (Λεύκη), από τα χωριά Добролишта – Ντομπρόλισστα (Καλοχώρι), Жупаништа – Ζζουπάνισστα (Λεύκη),  Дмбени – Ντ΄μπενι (Δενδροχώρι), Хрупишта – Χρούπισστα (Άργος Ορεστικό), Желин – Ζζέλιν (Χιλιόδεντρο), Нестрам – Νέστραμ (Νεστόριο) και Дупјак – Ντούπιακ (Δισπηλιό). Η συνάντηση είχε συγκληθεί με πρωτοβουλία μελών της περιοχής, με σκοπό την ανάλυση της νέας κατάστασης πραγμάτων. Εκεί είχε αποφασιστεί να συσταθούν παρτιζάνικες ομάδες και να προετοιμαστούν για ξεσηκωμό. Στο Добролиште είχαν συσταθεί δύο ομάδες των δέκα παρτιζάνων, υπό την ηγεσία του Лазо Поплазаров – Λάζο Ποπλαζάροβ και του Стерјо Ташалуков – Στέριο Τασσαλούκοβ. Οι ένοπλες αυτές ομάδες συνεργάζονταν στενά με την Πρώτη Παρτιζάνικη ομάδα του Κόστουρσκο (Καστοριάς), η οποία από το 1941 είχε ξεκινήσει με ενέργειες σαμποτάζ. Με την ίδρυση της μακεδόνικης οργάνωσης СНОФ (ΣΝΟΦ) στο ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας, όλοι οι Μακεδόνες οργανώθηκαν σ΄αυτήν. Από το χωριό μέλη έγιναν άνω των 100 ατόμων. Μετά την σύγκρουση ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και το ΣΝΟΦ, οχτώ μαχητές από το Ντομπρόλισστα εγκατέλειψαν τις τάξεις του ΕΛΑΣ και εντάχθηκαν στην Αιγαιάτικη Ταξιαρχία. Αργότερα, στο πρώτο μισό του 1945, στο χωριό συστάθηκε η τοπική οργάνωση του НОФ (ΝΟΦ). Γραμματέας της είχε εκλεγεί ο Димитар Губединов – Ντιμίταρ Γκουμπεντίνοβ, ο οποίος ταυτόχρονα ήταν και υπεύθυνος του ΝΟΦ για την ευρύτερη περιοχή. Ακτιβιστές του НОФ από το χωριό ήταν οι παρακάτω: Стерјана Вангелова – Славјанка (Στέριανα Βαγκέλοβα – Σλαβιάνκα), Сотир Тимјовски – Σότιρ Τίμιοβσκι, Филко Ставров – Φίλκο Στάβροβ, Ленче Цветкова – Λέντσσε Τσβέτκοβα,  Ѓорги Влахов – Γκιόργκι Βλάχοβ, Зисо Дељов – Ζίσο Ντέλιοβ κ.α. Με την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου, το μεγαλύτερο μέρος των μελών του ΝΟΦ, με το όπλο στο χέρι, εντάχθηκαν στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού. Σύνολο 53 μαχητές, από τους οποίους οι 17 χάθηκαν στη μάχη.

Το 1948, μεγάλος αριθμός κατοίκων του χωριού εξορίστηκαν στα ερημονήσια του Αιγαίου επειδή ήταν μέλη του ΝΟΦ ή επειδή τα παιδιά τους, η οι σύζυγοί τους, μάχονταν στις τάξεις του ΔΣΕ. Από πλευράς αρχών και διαφόρων εθνικιστικών συμμοριών είχαν ληστευτεί περισσότερα σπίτια του χωριού όπως και μεγάλος αριθμός ζωντανών. Παράλληλα, από το 1945 είχε ξεκινήσει πρωτοφανή εκστρατεία ενάντια στους Μακεδόνες του Ντομπρόλισστα. Η αστυνομία και οι συμμορίες που αποτελούνταν από νεοεγκαταστηθέντες πρόσφυγες, δεν σταματούσαν να βασανίζουν καθημερινά τους Μακεδόνες. Έρχονταν συχνά στο χωριό, συγκέντρωναν τους χωρικούς και τους ξυλοκοπούσαν εώς λιποθυμίας. Μετά τον Εμφύλιο, λόγω πολιτικών και κυρίως εθνικών αιτιών, περισσότεροι από 120 Μακεδόνες του Ντομπρόλισστα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν για πάντα τις πατρικές τους εστίες. Το ελληνικό κράτος απαγόρεψε την επιστροφή τους, όπως και σε όλους τους υπόλοιπους Μακεδόνες, επειδή ,,δεν ήταν Έλληνες το γένος,,.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ШТРКОВО – ΣΣΤ΄ΡΚΟΒΟ

Ανάμεσα στα πολλά μακεδόνικα χωριά των Πρεσπών ανήκει και το χωριό Штрково – Σστ΄ρκοβο. Βρίσκεται στις παρυφές του βουνού Бела Вода – Μπέλα Βόντα, εκεί όπου αρχίζει να εξαπλώνεται ο κάμπος των Πρεσπών, ο οποίος φτάνει ως τις όχθες της Μικρής Πρέσπας. Το όνομα το έλαβε από τους πολλούς πελαργούς (штркови – σστ΄ρκοβι) που κατέφταναν συνεχώς από τη λίμνη και έφτιαχναν τις φωλιές τους στα τζάκια των σπιτιών του χωριού. Οι ελληνικές αρχές, το 1927 μετονόμασαν το χωριό σε Πλατύ. Βόρεια συνορεύει με το χωριό Медово – Μέντοβο (Μηλιώνα), νότια με το χωριό Рудари – Ρούνταρι (Καλλιθέα), ανατολικά με το βουνό Бигла – Μπίγκλα (Βίγλα), ενώ δυτικά συνορεύει με τη Μικρή Πρέσπα.

Το Штрково, από την ίδρυσή του εώς και το έτος 1949, ήταν κατοικημένο με εθνικά μακεδόνικο πληθυσμό. Το 1900 είχε περίπου 160 κάτοικους, ενώ το 1914 είχε 253. Μετά το τέλος του Εμφυλίου πολέμου εκδιώχθηκαν ή μετανάστευσαν αναγκαστικά σχεδόν όλοι οι Μακεδόνες κάτοικοί του και στη θέση τους, οι ελληνικές αρχές εγκατέστησαν 15 βλάχικες οικογένειες από την Ήπειρο. Σήμερα έχει περίπου 100 κάτοικους.

Από πολύ παλιά, από την περίοδο της τουρκοκρατίας, αλλά και αργότερα, μεγάλος αριθμός χωρικών έφευγαν μετανάστες σε διάφορες ευρωπαικές και υπερωκεάνιες χώρες.  Έφευγαν όχι μόνο λόγω οικονομικών αιτιών αλλά και λόγω πολιτικών και εθνικών αιτιών και πιέσεων. Την περίοδο 1913 – 1940, από το χωριό, το οποίο ήταν σχετικά μικρό, είχαν μεταναστεύσει 24 χωρικοί, από τους οποίους μόνο λίγοι επέστρεψαν, ενώ οι υπόλοιποι έμειναν για πάντα στην ξενιτειά. Οι κάτοικοι του Σστ΄ρκοβο ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργεία και την αλιεία.

Κατά την Επανάσταση του Ίλιντεν (1903), οι χωρικοί συμμετείχαν ενεργά και όταν καταπνίχθηκε από πλευράς οθωμανικού στρατού οι κάτοικοι εγκατέλειψαν το χωριό επί δύο ολόκληρους μήνες, φοβούμενοι αντίποινα. Γνωστοί βόιβοντες του χωριού ήταν ο Спиро Преспанчето – Σπίρο Πρεσπάντσσετο και ο Гоче Трајков – Γκότσσε Τράικοβ. Την περίοδο εγκατάστασης των ελληνικών αρχών μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13) και μέχρι και το 1940, από πλευράς των νέων αρχών έγιναν πολλοί βασανισμοί και εγκλήματα επί του πληθυσμού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ξυλοκόπημα και ο βασανισμός του Стефан Муневски – Στέφαν Μούνεβσκι και του Јане Костов – Γιάνε Κόστοβ, τους οποίους έπειτα ο ελληνικός στρατός τους έριξε στη λίμνη όπου και πνίγηκαν, επειδή οι γιοί τους δεν ήθελαν να υπηρετήσουν στον στρατό και είχαν καταφύγει από την άλλη πλευρά των συνόρων. Οι ελληνικές αρχές είχαν συλλάβει και τους Васил Ѓоргов – Βάσιλ Γκιόργκοβ και Гроздан Грозданов – Γκρόζνταν Γκροζντάνοβ, το έτος 1916, τους οποίους και είχαν παραδώσει στο γαλλικό στρατό, ο οποίος βρισκόταν εκεί λόγω του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Μεταφέρθηκαν στη Γαλλία ως ύποπτα πρόσωπα και παρέμειναν εκεί επί δύο ολόκληρα χρόνια. Το ίδιο συνέβη και στους  Михајло Костовски – Μιχάιλο Κόστοβσκι, Јане Костовски – Γιάνε Κόστοβσκι και Стојче Ристов – Στόιτσσε Ρίστοβ. Ιδιαίτερα είχε υποφέρει ο μακεδόνικος πληθυσμός κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, όταν απαγορεύτηκε η μητρική μακεδόνικη τους γλώσσα και τους ανάγκαζαν να μαθαίνουν την ελληνική, με αποτέλεσμα πολλοί κάτοικοι να τιμωρούνται και να ξυλοκοπούνται. Όσοι συλλαμβάνονταν να μιλούν τη μακεδόνικη γλώσσα τιμωρούνταν με το γνωστό πρόστιμο των 500 δραχμών.

Από το Штрково, στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο (1940) είχαν πολεμήσει 15 κάτοικοι και στις μάχες έχασε τη ζωή του ο Пандо Ничов – Πάντο Νίτσσοβ. Με τον ερχομό της φασιστικής κατοχής, το χωριό οργανώθηκε στο λαικοαπελευθερωτικό κίνημα (НОД – ΝΟΝΤ) το καλοκαίρι του 1943. Ακόμη από την άνοιξη της ίδιας χρονιάς, στην ευρύτερη περιοχή δρούσαν περισσότερα παρτιζάνικα σώματα, ενώ ορισμένη περίοδο βρισκόταν εκεί και το σώμα Даме Груев – Ντάμε Γκρούεβ από το τότε γιουγκοσλαβικό τμήμα της Μακεδονίας (σήμερα Δημοκρατία της Μακεδονίας). Εκείνο τον καιρό στο Σστ΄ρκοβο κατέφτασαν περισσότερα πρόσωπα του НОД, τα οποία αποστολή είχαν να διοργανώσουν αργότερα επιτροπές του ΕΑΜ και του ΣΝΟΦ. Ανάμεσα στους οργανωτές αυτούς ήταν και ο  Коле Стерјовски – Κόλε Στέριοβσκι από το χωριό Оровник – Όροβνικ (Καρυές), ο Ташо – Τάσσο από το Костурско – Κόστουρσκο (περιοχή Καστοριάς) και άλλοι. Οι κύριοι οργανωτές του χωριού ήταν οι Ристо и Михајло Костов – Ρίστο και Μιχάιλο Κόστοβ,  Никола и Алексо Георгиевски – Νίκολα και Άλεξο Γκεοργκίεβσκι, όπως και η  Александра – Αλεξάντρα και η Ристосија Костова – Ριστόσια Κόστοβα. Για τον ΕΛΑΣ στο χωριό υπεύθυνος ήταν ο Борис Петревски – Μπόρις Πέτρεβσκι. Κατά τη διάρκεια του 1944, εντάχθηκαν στα παρτιζάνικα σώματα τρεις μαχητές, το 1946 πέντε μαχητές, το 1947 30 μαχητές και το 1949 δέκα, δηλαδή συνολικά 49 μαχητές, από τους οποίους οι 14 σκοτώθηκαν στις μάχες για τα δίκαια του μακεδόνικου λαού. Εκτός από τους ένοπλους που μάχονταν ενάντια στο καθεστώς, ενεργά συμμετείχαν και πολλοί χωρικοί αυτού του χωριού σε διάφορες αποστολές, όπως μεταφορά τραυματιών και ασθενών μαχητών από το μέτωπο  Бела Вода – Бигла (Μπέλα Βόντα – Μπίγκλα) στα νοσοκομεία που είχαν δημιουργηθεί στην περιοχή της Πρέσπας. Επίσης στη μεταφορά οπλισμού και πολεμοφοδίων από τις αποθήκες που βρίσκονταν στην περιοχή των χωριών Оровник и Буковик (Όροβνικ και Μπούκοβικ / Καρυές και Οξυά).

Πολλά τα βάσανα των κατοίκων του χωριού κατά τη περίοδο της κατοχής και ιδιαίτερα του Εμφυλίου Πολέμου. Πολλοί φυλακίστηκαν από τις ιταλικές κατοχικές αρχές και τους Έλληνες συνεργάτες τους επειδή δε δέχονταν να δώσουν ζωντανά και σοδειά για τις ανάγκες του στρατού. Το έτος 1945 συλλήφθησαν 13 χωρικοί από τις νέες ελληνικές αρχές και μεταφέρθηκαν στο Лерин – Λέριν (Φλώρινα), όπου παρέμειναν στη φυλακή επί ένα μήνα και έπειτα μεταφέρθηκαν στο Солун – Σόλουν (Θεσσαλονίκη) και κατάδικάστηκαν σε ένα χρόνο φυλάκιση για γελοίες κατηγορίες και μοναδική στην ουσία αιτία η μακεδονικότητά τους. Οι ίδιοι συνελήφθησαν και το 1946 και πάλι μεταφέρθηκαν στο Λέριν όπου παρέμεινα στη φυλακή για διάστημα εφτά μηνών. Ο λόγος ήταν ότι δημόσια δήλωναν ότι είναι Μακεδόνες.

Λόγω της ανυπόφορης κατάστασης, οι χωρικοί, μετά την συνθηκολόγηση του Δημοκρατικού Στρατού το 1949, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρικές τους εστίες και να καταφύγουν σε διάφορες χώρες του κόσμου και κυρίως στη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Από το Штрково, την περίοδο 1948-49 αναχώρησαν 47 οικογένειες, δηλαδή  214 άτομα. 90 στην τότε Γιουγκοσλαβία, 110 στην Πολωνία, 8 στην πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. 5 στην τότε Τσεχοσλοβακία, 2 στη Ρουμανία και ένας στην Αλβανία. Έτσι σήμερα εκεί ζουν λιγότεροι από 100 κάτοικοι. Αλλά και αυτοί που παρέμειναν στο χωριό μετά τον πόλεμο ήταν γέροι και αδύναμοι άνθρωποι, οι οποίοι δε μπορούσαν να φύγουν και βρέθηκαν στις ελληνικές φυλακές, ενώ οι οικογένειές τους διαμοιράστηκαν σε διάφορες χώρες. Έτσι η ζωή αυτών που παρέμειναν έγινε πολύ δύσκολη. Σήμερα το χωριό είναι με μικτή εθνική σύνθεση και ακόμη υπάρχουν στοιχεία, όπως και στην ευρύτερη περιοχή, που μαρτυρούν τα βάσανα του παρελθόντος.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

КОСИНЕЦ – ΚΟΣΙΝΕΤΣ

Στην περιοχή Корештата,Костурско – Κορέσστα,Κόστουρσκο (Κορέστια Καστοριάς), σε απόσταση 25χιλ βορειοδυτικά της πόλης Костур-Κόστουρ, κοντά στα αλβανικά σύνορα, βρισκόταν το χωριό Косинец. Χωριό ορεινό, σε υψόμετρο 1080 μέτρων, απλωμένο στις παρυφές του όρους Μαλίμαντι, σε κοιλάδα ανάμεσα σε πέντε λόφους: ανατολικά ο λόφος Σβέτι Άτανας, δυτικά ο Καλιτσσέβισστσσα, βόρεια ο Τσσούκατα και νότια ο Γκάμπρο και ο Ρούντισστα. Ανατολικά συνόρευε με το χωριό Д’мбени – Ντ΄μπενι (Δενδροχώρι), νοτιοανατολικά με το χωριό Света Недела – Σβέτα Νέντελα (Αγία Κυριακή), δυτικά με το χωριό Лобаница – Λομπάνιτσα (Άγιος Δημήτριος), βόρεια με το Смрдеш – Σμ΄ρντεςς (Κρυσταλοπηγή) και νότια με το χωριό Четирок – Τσσέτιροκ (Μεσοποταμία).  Πριν ακόμη την ύπαρξη του χωριού, στην περιοχή του υπήρχε πυκνό δάσος. Όταν το δάσος κόπηκε ολόκληρο, περί το 15ο αιώνα, το χωριό έλαβε το όνομα Κόσινετς. Το 1927, από πλευράς των νέων ελληνικών αρχών, μετονομάστηκε σε Ιεροπηγή.

Το χωριό παλαιότερα ήταν χωρισμένο σε τέσσερις γειτονιές: Τούμπα, Σρέντνο, Κόλαρ και Πίροβσκα μάαλα.

Εώς τον ερχομό των Τούρκων στα Βαλκάνια, στην περιοχή του χωριού υπήρχαν έξι οικισμοί. Για να μπορούν να προστατεύονται καλύτερα οι κάτοικοι, άρχισαν να συγκεντρώνονται στο τωρινό σημείο του χωριού. Οι οικισμοί ήταν: Κόλισστα, που βρισκόταν ανάμεσα στο Κόσινετς και το Ντ΄μπενι και έλαβε το όνομα από την σφαγή είκοσι ατόμων με τον ερχομό των Τούρκων, έπειτα Ούμενι – ο μεγαλύτερος οικισμός, Σέλσκο  (ανάμεσα στο Σμ΄ρντεες και το Κόσινετς), Σβέτι Ίλια (βρισκόταν στον κάμπο), Μίζζουρτσι και Ρούντισστα. Για τη δημιουργία του χωριού Κόσινετς διασώζεται ο παρακάτω θρύλος: Κάποιος βοσκός έχασε μια γίδα και μετά από πολύωρη αναζήτηση τη βρήκε σε ένα πυκνό δάσος να πίνει νερό από μια μεγάλη πηγή και δίπλα στην πηγή υπήρχε μια εικόνα, αγιογραφία. Ο βοσκός πήρε την εικόνα μαζί του και την πήγε στο Ούμενι. Οι χωρικοί την τοποθέτησαν σε κεντρικό σημείο. Την επόμενη μέρα η εικόνα είχε εξαφανιστεί και άρχισαν να την αναζητούν. Τη βρήκαν στην πηγή, στο παλιό της μέρος. Ο βοσκός είπε ότι εκεί έπρεπε να χτίσουν εκκλησία, την οποία έχτισαν και αφιέρωσαν στην Σβέτα Πέτκα (Αγία Παρασκευή). Εκεί εγκαταστάθηκαν και οι κάτοικοι του Ούμενι και έπειτα και οι κάτοικοι των άλλων οικισμών. Έτσι δημιουργήθηκε το Κόσινετς.

Το Косинец στο παρελθόν ήταν εθνικά μακεδόνικο χωριό, με λίγες βλάχικες οικογένειες. Στις αρχές του εικοστού αιώνα είχε περίπου 1400 κάτοικους, ενώ το 1913, το έτος του διαμελισμού της Μακεδονίας, αριθμούσε 1221 κάτοικους. Μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν (1903) λόγω της τρομοκρατίας από πλευράς οθωμανικών αρχών, αλλά και λόγω των επιθέσεων από τους Έλληνες αντάρτες, οι χωρικοί άρχισαν να μεταναστεύουν στις γειτονικές χώρες. Επίσης, μετανάστευαν και σε χώρες μακρινές. Την περίοδο 1903 – 1949, λόγω πολιτικών και οικονομικών αιτιών, μετανάστευαν περίπου 800 κάτοικοι του χωριού.  Μετά το 1922, στο Κόσινετς εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι Έλληνες, στρατιώτες που παντρεύτηκαν κοπέλες του χωριού και παρέμειναν να ζουν εκεί. Μετά τον ελληνο-τουρκικό πόλεμο (1922), η ελληνική κυβέρνηση εγκατέστησε στο Κόσινετς πέντε οικογένειες από τη Μικρά Ασία. Έτσι, στο χωριό το 1940 ζούσαν 529 Μακεδόνες, 34 Βλάχοι, 20 πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και 9 Έλληνες. Μετά τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου (1949), εκδιώχθηκαν από τις ελληνικές αρχές όλοι οι κάτοικοι του χωριού.

Η γρήγορη ανάπτυξη και εξάπλωση του ВМРО στη Μακεδονία, συνέβαλε στην σύσταση τοπικής οργάνωσης και στο Κόσινετς. Συστάθηκε πολύ νωρίς, το 1896, από δέκα χωρικούς υπό την ηγεσία του Лазар Киселинчев – Λάζαρ Κισελίντσσεβ και του Атанас Кршаков – Άτανας Κ΄ρσσάκοβ. Το ВМРО γρήγορα εξαπλώθηκε στο χωριό και μέλη του έγιναν όλοι οι κάτοικοι. Κύρια αποστολή της επιτροπής του χωριού ήταν η συγκέντρωση οπλισμού, η σύσταση τσσέτων (ένοπλων ομάδων) και η ετοιμότητα για ανα πάσα στιγμή ξεσηκωμού ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία. Για τους σκοπούς της οργάνωσης βοηθούσαν πολύ και οι μετανάστες από το Κόσινετς. Στο χωριό συχνά ερχόντουσαν και αρκετοί από τους ηγέτες του ΒΜΡΟ, όπως ο Чакаларов – Τσσακαλάροβ, ο Кљашев – Κλιάσσεβ κ.α. Δραστήριες ήταν και οι γυναίκες του χωριού, ανάμεσα στις οποίες η  Митровица Бицајка – Μιτρόβιτσα Μπιτσάικα, η Лазарица Марковска – Λαζάριτσα Μάρκοβα και η Κοστόβιτσα Πίροβα. Πριν την Επανάσταση οι χωρικοί είχαν ιδρύσει και ένοπλη ομάδα από 95 μαχητές και τρεις βόιβοντι (Гушло Ристо – Γκούσσλο Ρίστο, Сељо Марковски – Σέλιο Μάρκοβσκι και Атанас Кршаков – Άτανας Κ΄ρσσάκοβ), όπως είχαν και δική τους σημαία. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν, μετά τις πρώτες επιτυχίες των Μακεδόνων, ο τουρκικός στρατός έκαψε το Κόσινετς. Κατά τη διάρκεια του ξεσηκωμού οι Τούρκοι πέντε φορές λήστεψαν το χωριό, 52 χωρικοί ξυλοκοπήθηκαν άγρια, 11 χωρικοί συλλήφθησαν, 10 δολοφονήθηκαν, 10 σκοτώθηκαν ως κόμιτι και 283 σπίτια κάηκαν. Το χωριό υπέφερε πολλά δεινά και από τους Έλληνες αντάρτες την περίοδο 1904-1908, αλλά οι χωρικοί αντιστάθηκαν δυναμικά ενάντια στις ελληνικές ένοπλες ομάδες που κατέφθαναν από την Ελλάδα.

Μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων (1913), το χωριό Косинец βρέθηκε στην επικράτεια του ελληνικού κράτους. Για τις ελληνικές αρχές το χωριό χρησίμευσε ως κέντρο για τα γύρω χωριά. Εκεί χτίστηκαν στρατόπεδα, αστυνομικός σταθμός και ταχυδρομείο. Κατά την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά (1936), η τρομοκρατία αυξήθηκε ακόμη. Οι χωροφύλακες, οι στρατιώτες και οι χαφιέδες άκουγαν σε ποιά σπίτια μιλούσαν τη μακεδόνικη γλώσσα. Αυτούς που συνελάμβαναν τους οδηγούσαν στις φυλακές και τους ελευθέρωναν μόνο όταν πλήρωναν λύτρα 500 δραχμών. Πολλοί ήταν τότε που οδηγήθηκαν σε εξορία στα ερημονήσια του Αιγαίου, κυρίως οι εξέχοντες κάτοικοι, όπως ο Λάμπρο Μάινελοβ, ο Νάσο Μάρκοβσκι, ο Βάσιλ Μίοβσκι, ο Τράικο Πετλίτσσαροβ κ.α.

Την περίοδο του ελληνο-ιταλικού πολέμου, λόγω της κοντινής του απόστασης από το μέτωπο, το Κόσινετς βομβαρδίστηκε και επιστρατεύτηκαν 33 χωρικοί, από τους οποίους τρεις έχασαν τη ζωή τους. Η φασιστική κατοχή στο χωριό ξεκίνησε στις 23 του Μάη 1941 και μαζί με τους κατακτητές κατέφτασαν και οι Έλληνες συνεργάτες τους, οι οποίοι αμέσως σκότωσαν το Βάνε Μάινελοβ και το Νάσο Μάρκοβσκι. Στο χωριό είχε συσταθεί Πολιτιφυλακή για να διατηρεί στο χωριό την ,,τάξη,, και να αναγκάζει τους χωρικούς να στηρίζουν τον κατακτητή. Στο Μάη του 1944 στο χωριό έφτασε το παρτιζάνικο σώμα υπό την ηγεσία του Гоче – Γκότσσε. Οι χωρικοί τους υποδέχτηκαν με μεγάλη χαρά και ως παρτιζάνοι εντάχθηκαν αμέσως 22 νέοι. Στις μάχες που ακολούθησαν τη ζωή τους έδωσαν πολλοί νέοι. Οι κάτοικοι του Косинец έδρασαν ενεργά και στον Εμφύλιο Πόλεμο, στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού, με 68 άτομα, από τα οποία τα 22 σκοτώθηκαν. Μετά τη λήξη του εμφυλίου το χωριό εξαφανίστηκε από τον χάρτη. Μόνο δύο σπίτια και ο ναός διασώθηκαν. Όλα τα άλλα ερείπια. Το 1954, οι ελληνικές αρχές εγκατάστησαν εκεί 68 οικογένειες από τους Φιλιάτες της Ηπείρου και τους έχτισαν σπίτια σε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου από το παλιό χωριό.

Κατοίκους από το Κόσινετς σήμερα μπορεί κανείς να βρει σε όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου, εκτός από το χωριό τους. Η ,,επιτυχία,, αυτή οφείλεται στις προσπάθειες της ,,ελληνικής δημοκρατίας,,….

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

КОНОМЛАДИ – ΚΟΝΟΜΛΑΝΤΙ

Το μακεδόνικο χωριό Кономлади – Κονόμλαντι βρίσκεται στην περιοχή Корештата – Κορέσστατα, του Κόστουρ (Καστοριάς). Το χωριό είναι εξαπλωμένο σε στενή κοιλάδα μεταξύ των βουνών Вичо-Βίτσσο, Лисец-Λίσετς, Румзел-Ρούμζελ, Полената-Πολένατα και  Кукул-Κούκουλ. Μέσα από το χωριό περνάνε δύο ποτάμια: Голема Река-Γκόλεμα Ρέκα,  το οποίο πηγάζει από τα βουνά Ρούντζζελ και Λίσετς, και το Мала Река-Μάλα ρέκα που πηγάζει από το Βίτσσο. Τα δύο αυτά ποτάμια ενώνονται στο κέντρο του χωριού, στην Средна маала-Σρέντνα Μάαλα (Μεσαία γειτονιά), και από εκεί συνεχίζουν προς τα υπόλοιπα χωριά του Κορέσστατα, απ΄όπου χύνεται στον ποταμό Бистрица-Μπίστριτσα (Αλιάκμονα). Το χωριό εξαπλώνεται σε μήκος τριών χιλιομέτρων και χωρίζεται σε τρεις γειτονιές: ντόλνα, σρέντνα και γκόρνα. Βόρεια συνορεύει με τα χωριά Турије-Τούριε (Κορυφή) και Статица-Στάτιτσα (Μελάς), ανατολικά με το χωριό  Бапчор-Μπάπτσσορ (Ποιμενικό), νοτιοανατολικά με το πρώην τούρκικο και από το 1924 με το προσφυγικό χωριό Жервени-Ζζέρβενι (Άγιος Αντώνιος), νότια με το Поздивишта-Ποζντίβισστα (Χαλάρα), ενώ δυτικά, μέσω του βουνού, με τα χωριά Брезница-Μπρέζνιτσα (Βατοχώρι) και Руље-Ρούλιε (Κώτας). Το Кономлади απέχει από την πόλη Костур-Κόστουρ (Καστοριά) 25 χιλιόμετρα. Εώς το 1926, το χωριό ονομαζόταν μόνο με το μακεδόνικό του όνομα και οι ελληνικές αρχές το εξελλήνισαν σε Μακροχώρι, λόγω του μήκους του.

Σύμφωνα με τους θρύλους, στην σημερινή τοποθεσία του χωριού παλιότερα υπήρχε μόνο αδιάβατο δάσος. Όταν οι Τούρκοι κατέφτασαν στα Βαλκάνια, άρχισαν να τρομοκρατούν το μακεδόνικο πληθυσμό. Πριν την ακμή της τρομοκρατίας αυτής, τρία αδέρφια από τα χωριά του κάμπου, νότια του Κόστουρ, εγκατέλειψαν την εστία τους και μετέβηκαν στην τοποθεσία Цер-Τσερ, παρακλάδι του όρους Λίσετς, στη δυτική πλευρά του σημερινού χωριού Κονόμλαντι. Εκεί η περιοχή ήταν δασωμένη και κανείς δε μπορούσε να περάσει. Σταδιακά τ΄αδέρφια καθάρισαν ορισμένα τμήματα, δημιούργησαν χωράφια και έχτισαν τα σπίτια τους. Σταδιακά άρχισαν να εγκαθίστανται και άλλοι άνθρωποι στο χωριό. Το όνομα Κονόμλαντι, σύμφωνα με θρύλο, το έλαβε ως παρακάτω: Κάποιος από τους εξέχοντες του χωριού είχε νεαρό και δυνατό άλογο και έτσι βγήκε και το όνομα Κονόμλαντι, κον μλαντ – άλογο νεαρό.

Από τη δημιουργία του εώς και σήμερα, στο Κονόμλαντι ζούσαν και ζουν μόνο Μακεδόνες. Τον πληθυσμό του χωριού τον αποτελούσαν απόγονοι Μακεδόνων, φευγάτων λόγω της τουρκικής τρομοκρατίας από τα χωριά του κάμπου της γύρω περιοχής, από το Λέρινσκο (περιοχή Φλώρινας), από το Κάιλαρσκο (περιοχή Εορδαίας) και από το Μπίτολσκο (περιοχή Μπίτολα). Περιοδικά, προσωρινά στο χωριό ζούσαν και Τούρκοι και Βλάχοι. Στις αρχές του εικοστού αιώνα το χωριό αριθμούσε 1100 κατοίκους, το 1913 είχε 1200 κατοίκους, ενώ σήμερα έχει μόνο περίπου 200. Οι χωρικοί του Κονόμλαντι μετανάστευαν στο εξωτερικό λόγω οικονομικών αλλά και πολιτικών αιτιών, όπως παράδειγμα μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν ή την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού το 1949.

Λόγω της ορεινής φύσης του χωριού, στην κοιλάδα υπήρχε περιορισμένη γη για καλλιέργεια, όπου οι κάτοικοι καλλιεργούσαν σιτάρι και καλαμπόκι, ενώ σε ένα τμήμα υπήρχαν λιβάδια για βοσκή των ζωντανών. Στην ορεινή γη καλλιεργούσαν κυρίως πατάτες και σίκαλη. Λόγω της περιορισμένης γης, πολύ νωρίς εμφανίστηκε στο χωριό η μετανάστευση. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι, πριν και μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν, όπως και εώς τον Εμφύλιο πόλεμο, ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, και περισσότερο με τα πρόβατα και τα γίδια. Μέχρι πριν το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στο χωριό είχαν περίπου 10.000 γιδοπρόβατα.

Η Επιτροπή (Κομιτέτ) του χωριού του ВМРО συστάθηκε στο Κονόμλαντι μεταξύ των πρώτων χωριών της ευρύτερης περιοχής και για το

Μίτρε Παντζζάροβ - Βλάοτ

Μίτρε Παντζζάροβ - Βλάοτ

γεγονός είχε βοηθήσει πολύ ο μετέπειτα βόιβοντα Ристо Цветков-Ρίστο Τσέτκοβ από το ίδιο χωριό. Ο Ρίστο είχε ενταχθεί σε τσσέτα της Οργάνωσης από το 1900, όταν εκεί εντάχθηκε και ο Митре Панџаров Влаот – Μίτρε Παντζζάροβ Βλάοτ (μετέπειτα ξακουστός Βόιβοντα) και τα δύο του αδέρφια, επίσης από το Κονόμλαντι. Έπειτα στις τσσέτες (ένοπλες ομάδες) εντάχθηκαν και οι Циљо Котев-Τσίλιο Κότεβ με τα αδέρφια του Новачко-Νόβατσσκο και Доне-Ντόνε, Коле Шумов-Κόλε Σσούμοβ, Ристо Богов-Ρίστο Μπόγκοβ κ.α. Εκτός από τους άντρες, στην Οργάνωση είχαν ενταχθεί και πολλές γυναίκες του χωριού. Στο Κονόμλαντι είχε έρθει και ο σημαντικότερος ηγέτης του ВМРО, ο Гоце Делчев – Γκότσε Ντέλτσσεβ, το φθινόπωρο του 1901. Στο χωριό είχε μείνει μόνο μια νύχτα και είχε κοιμηθεί στο σπίτι του βόιβοντα Τσβέτκοβ. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν, εκτός από τους κόμιτι του χωριού που βρίσκονταν σε τσσέτες της περιοχής, είχε συσταθεί και τσσέτα του χωριού με εκατό περίπου μέλη. Τότε από το χωριό υπήρχαν τέσσερις βόιβοντι (οπλαρχηγοί). Ο Ρίστο Τσβέτκοβ, ο Μίτρε Παντζζαροβ Βλάοτ, ο Στάβρε Λιάσσκοβ και ο Τσίλιο Κότεβ. Στις μάχες με τον οθωμανικό στρατό, αλλά και με τους Έλληνες αντάρτες, σκοτώθηκαν 26 κόμιτι του χωριού, ενώ στις φυλακές του Ντιάρ Μπακίρ της Μικράς Ασίας είχαν φυλακιστεί 15 άτομα. Μετά τη λήξη της Επανάστασης, στο χωριό και πάλι εγκαταστάθηκε σώμα οθωμανικού στρατού με 100 άντρες και εκεί παρέμεινε ως και το 1912.

Με τον ερχομό των ελληνικών αρχών στο χωριό το 1912-1913, συνέχισαν τα βάσανα των χωρικών. Μια από τις πρώτες πράξεις του μητροπολίτη Καστοριάς ήταν να σβήσει και να κάψει ότι το μακεδόνικο, κυρίως στο ναό του χωριού. Επίσης έκλεισαν και το σχολείο όπου διδασκόταν η μακεδόνικη γλώσσα και στη θέση του άνοιξε ελληνικό σχολείο. Το 1913 στο χωριό κατέφθασε κάποιος Έλληνας οπλαρχηγός Ελλήνων ανταρτών και με τη βοήθεια του στρατού συγκέντρωσε όλους τους χωρικούς σε κεντρικό σημείο και άρχισε έναν έναν να τους ρωτάει ποιά εκκλησία αναγνώριζαν, την ελληνική ή την ,,σλαβική,,. Όλοι απάντησαν ότι αναγνωρίζουν την ,,σλαβική,, εκτός από τρεις οικογένειες. Ξυλοκόπησαν άγρια όλους τους κατοίκους για να αναγνωρίσουν την ελληνική. Κατά τη διάρκεια του ελληνο-τουρκικού πολέμου 1920-22 είχαν επιστρατευτεί όλοι οι ικανοί άντρες, από τους οποίους στη Μικρά Ασία σκοτώθηκαν 14 απ΄αυτούς. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, το 1937, οι ελληνικές αρχές εξέδωσαν διαταγή ανοίγματος βραδινών σχολείων για ενήλικες που δε γνώριζαν την ελληνική γλώσσα, αλλά αυτό δεν επέτυχε στο Κονόμλαντι επειδή μετά το άνοιγμα του σχολείου όλοι οι γεροντότεροι δεν ήξεραν ούτε λέξη ελληνικά και μετά δέκα ημέρες το σχολείο έκλεισε.

Την περίοδο της φασιστικής κατοχής, το Κονόμλαντι υπέπεσε υπό την ιταλική εξουσία. Οι Ιταλοί είχαν επιτρέψει την επιστροφή των τοπικών ελληνικών αρχών που υπήρχαν πριν από τον πόλεμο και την ανανέωση του αστυνομικού τμήματος στο χωριό.  Οι Έλληνες αστυνομικοί και πάλι άρχισαν να τρομοκρατούν το μακεδόνικο πληθυσμό. Όλα αυτά προκάλεσαν την εμφάνιση ένοπλης αντίστασης ενάντια της ιταλικής εξουσίας, αλλά και της ελληνικής τρομοκρατίας, όπως και ενάντια της βουλγάρικης προπαγάνδας. Πολλοί κάτοικοι εντάχθηκαν στο ΣΝΟΦ. Παρόμοια δράση αναπτύχθηκε και την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, όταν μαζικά οι κάτοικοι του χωριού εντάχθηκαν στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού, ελπίζοντας ότι έτσι θα αποκτήσουν τα εθνικά, γλωσσικά και πολιτιστικά τους δικαιώματα. Δυστυχώς, μετά τη λήξη του πολέμου αυτού, μεγάλος αριθμός κατοίκων και κυρίως παιδιά, αναγκάστηκαν για πάντα να εγκαταλείψουν το χωριό, με το ελληνικό κράτος να τους απαγορεύει την επιστροφή τους εώς και σήμερα.

Σήμερα είναι λίγοι οι κάτοικοί του, αλλά είναι πολλοί περισσότεροι οι Κονομλάτσσανι που βρίσκονται στον Καναδά και Αυστραλία, όπως και στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, και οι οποίοι διατηρούν αναλλοίωτη τη μακεδόνική τους συνείδηση.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ЕЗЕРЕЦ – ΕΖΕΡΕΤΣ

Στις παρυφές του όρους Горуша – Γκόρουσσα (Βόιο), στην περιοχή Костенаријата – Κοστεναρίατα, βρίσκεται το χωριό Езерец – Έζερετς. Ανατολικά συνορεύει με το χωριό  Осничани – Οσνίτσσανι (Καστανόφυτο), δυτικά με τα χωριά Омотско – ‘Ομοτσκο (Λιβαδοτόπι) και Л’ка – Λ΄κα (Λάγκα), βόρεια με το Забрдени – Ζαμπρντενι (Μελάνθιο) και το Вичишта – Βίτσσισστα (Νικη) και νότια με το χωριό Скумско – Σκούμσκο (Βράχος), ενώ απέχει από την πόλη Хрупишта – Χρούπισστα (Άργος Ορεστικό) 24 χιλιόμετρα.

Μετονομάστηκε σε Πετροπουλάκι το 1926, στην προσπάθεια των ελληνικών αρχών για εξελληνισμό του τμήματος της Μακεδονίας που προσάρτισε μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. Σύμφωνα με κάποιο θρύλο, το χωριό ονομαζόταν Езерец – Έζερετς από τα πολύ παλιά χρόνια, επειδή κοντά του βρισκόταν μια μικρή λίμνη (μάλο έζερο). Η λίμνη όμως άρχισε να χάνει τα νερά της όταν μια όμορφη κοπέλα πνίγηκε μέσα της και της έδωσε κατάρα με τον παρακάτω τρόπο: „Како што загинав јас, да загинеш и ти проклето езеро (κάκο σστο ζάγκιναβ ιάς ντα ζάγκινεςς ι τι πρόκλετο έζερο – όπως χάθηκα εγώ να χαθείς και εσύ καταραμένη λίμνη)“. Η κοπέλα είχε μπει στη λίμνη για να ξεφύγει από την εκδίωξη Τούρκων ληστών. Παρ΄όλα αυτά, υπάρχουν αποδείξεις ότι πράγματι υπήρχε λίμνη, όπως οι πολλές μικρές πηγές που υπάρχουν εώς και σήμερα. Επίσης, η αφήγηση συνεχίζεται λέγοντας ότι η κοπέλα, όταν αυτοκτόνησε, βρισκόταν σε έναν ψηλό βράχο. Ο βράχος αυτός σήμερα βρίσκεται ανάμεσα στα ερείπια ενός μοναστηριού, το οποίο αποκαλείται „девојачки манастир (ντεβόιατσσκι μανάστιρ – μοναστήρι κοπελών)“. Στο μοναστήρι αυτό, μέχρι και το 1912, υπήρχαν πολλές επιγραφές στη μακεδόνικη γλώσσα, αλλά με τον ερχομό των ελληνικών αρχών στην περιοχή, ,,εξαφανίστηκαν,, με ειδικό σοβά. Αυτό σημαίνει ότι το χωριό δε βρισκόταν εκεί που σήμερα βρίσκεται, αλλά στην τοποθεσία „девојачки камен“.  Σύμφωνα με άλλο θρύλο, οι πραγματικές αιτίες μετεγκατάστασης του χωριού ήταν οι κινδύνοι που απειλούσαν τους χωριανούς λόγω των διαφόρων ληστών που περνούσαν από κοντά, όπως επίσης και λόγω των δυνατών νότιων ανέμων που συχνά φυσούσαν εκεί. Το Езерец από πάντα κατοικούταν από εθνικά μακεδόνικο πληθυσμό. Στις αρχές του 20ου αιώνα είχε περίπου 110 κάτοικους, ενώ η απογραφή του 2001 έδειξε μόλις 35 κατοίκους. Οι  χωρικοί του Езерец οργανωμένα ξεκίνησαν να αγωνίζονται ενάντια στις οθωμανικές αρχές από το 1900, όταν στο χωριό συστάθηκε η πρώτη επιτροπή του ΒΜΡΟ. Πρώτος οργανωτής ήταν ο δάσκαλος Арсен-Άρσεν από την πόλη Битола-Μπίτολα, ενώ η πρώτη συνάντηση έλαβε χώρα στο σπίτι του Ѓорги Главинов – Γκιόργκι Γλαβίνοβ την ημέρα του Σβέτι Νίκολα (Αγίου Νικολάου). Ως υπεύθυνοι της επιτροπής του χωριού είχαν εκλεχθεί οι παρακάτω: Ѓорги Главинов – Γκιόργκι Γκλαβίνοβ, Кузо Насков – Κούζο Νάσκοβ και Јане  Донов – Γιάνε Ντόνοβ. Αμέσως μετά την σύσταση της επιτροπής άρχισε μεγάλη δράση για την συγκέντρωση οπλισμού. Για τον σκοπό αυτό στάλθηκαν χωρικοί στην Ελλάδα και από εκεί αγόρασαν όπλα. Τα όπλα τα μετέφεραν στο χωριό οι Атанас Варсамов – Άτανας Βαρσάμοβ, Андон Николов – Άντον Νικόλοβ, Паскал Минов – Πάσκαλ Μίνοβ, Васил Николов – Βάσιλ Νικόλοβ και Атанас Сидов – Άτανας Σίντοβ. Το 1902, στο χωριό κατέφτασε ο βόιβοντα Σστέριο από το χωριό Желин – Ζζέλιν (Χιλιόδεντρο) με την τσσέτα του, η οποία αριθμούσε περίπου 100 άντρες (κόμιτι). Στην εκκλησία του χωριού συγκέντρωσε όλον τον πληθυσμό. Σκοπός ήταν να δοθεί όρκος για αγώνα ενάντια στην οθωμανική τυραννία. Όταν μαζεύτηκαν όλοι οι χωρικοί, ο Σστέριο άρχισε: „Ιάς ια κλάβαμ ράκατα να εβαγγελίετο ι σε κόλναμ ντέκα κε σε μπόραμ ντο ποσλέντνα κάπκα κρβ ζα ιστερουβάνιετο να Τούρτσιτε οντ νάσσατα ζέμια. Ζνάετε σέλανι, βο οβάα μπόρμπα μόζζε ντα ντόιντατ νε σάμο Μακέντοντσι, τούκου ι σάτι σιρομάσσνι Τούρτσι, Βλάσι, Γκρτσι ι Αλμπάντσι (εγώ βάζω το χέρι στο ευαγγέλιο και ορκίζομαι ότι θα αγωνιστώ ως την τελευταία σταλιά αίματος για την εκδίωξη των Τούρκων από τη γη μας. Γνωρίζετε χωριανοί, στον αγώνα αυτό μπορούν να έρθουν όχι μόνο Μακεδόνες, αλλά και όλοι οι φτωχοί Τούρκοι, Βλάχοι, Έλληνες και Αλβανοί)“. Έπειτα οι χωρικοί ομόφωνα επανέλαβαν το ίδιο και ο βόιβοντα συνέχισε: „Ζα τίε Μακέντοντσι σσο κε ια πογκάζατ οβάα ζάκλετβα, γκι τσσέκα κάζνα (Τους Μακεδόνες που θα πατήσουν τον όρκο αυτό, τους περιμένει τιμωρία)“. Το 1903, ξεκίνησε η Επανάσταση του Ίλιντεν. Σημαντικότερα γεγονότα στο χωριό και γύρω από αυτό δεν συνέβησαν, αλλά πολλοί ήταν οι χωρικοί που συμμετείχαν στις επαναστατικές ομάδες που μάχονταν σε άλλες περιοχές του Κόστουρσκο (περιοχή Καστοριάς). Μερικοί απ΄αυτούς ήταν οι Коста Димитров – Κόστα Ντιμίτροβ, Јане Насков – Γιάνε Νάσκοβ,  Атанас Сидов – Άτανας Σίντοβ, Христо Томов – Χρίστο Τόμοβ, Аргир Митов – Άργκιρ Μίτοβ, Атанас Томов – Άτανας Τόμοβ, Петре Колев – Πέτρε Κόλεβ κ.α. Ο Γκιόργκι Γκλαβίνοβ πέθανε στις φυλακές της Μπίτολα, ενώ ο Ντόνε Γκλαβίνοβ σκοτώθηκε στο  Крушево – Κρούσσεβο. Επίσης, πριν την Επανάσταση, τον Ιούνιο του 1903, στο χωριό είχαν καταφτάσει οι τσσέτες των βόιβοντι Васил Чакаларов – Βάσιλ Τσσακαλάροβ και Митре  Влаот – Μίτρε Βλάοτ, συνολικά 300 κόμιτι. Ο Τσσακαλάροβ στην συνέλευση είπε: „Ντράγκι Μακέντοντσι, ντόιντε βρέμε κόγκα μόζζεμε ντα σε ντίγκνεμε να βοστάνιε (Αγαπητοί Μακεδόνες, ήρθε ο καιρός που μπορούμε να ξεσηκωθούμε σε επανάσταση)“ και στο τέλος φώναξε „Ούραα, ντα ζζίβεε Μακεντόνια (Ζήτω, να ζήσει η Μακεδονία)!“.

Μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν, οι χωρικοί έπρεπε να αντιμετωπίσουν νέους εχθρούς, οι οποίοι σκοπό είχαν να αφομοιώσουν τους Μακεδόνες και αυτοί ήταν οι Έλληνες αντάρτες. Στις 17 Μαρτίου 1905, ο καπετάν Αριστείδης με την συμμορία του επιτέθηκαν στο χωριό. Άρχισαν να μάχονται με τους άοπλους χωρικούς. Έπιασαν μερικούς βοσκούς του χωριού και τους σκότωσαν. Ήταν οι Вангел Томов – Βάγκελ Τόμοβ, Ставре Ставров – Στάβρε Στάβροβ, Петре Николов – Πέτρε Νικόλοβ, Стерјо Сидов – Στέριο Σίντοβ, Штерјо Фотев – Σστέριο Φότεβ, Никола Капера – Νίκολα Κάπερα κ.α. Οι χωρικοί γρήγορα συγκεντρώθηκαν από τα χωράφια όπου βρίσκονταν και αντιστάθηκαν στους αντάρτες, οι οποίοι σύντομα υποχώρησαν. Το 1905, μήνα Δεκέμβρη, εμφανίστηκε νέα ελληνική ομάδα, πάλι υπό την ηγεσία του Αριστείδη, η οποία κατάφερε να εισέλθει βράδυ στο χωριό, στο ναό και να καταστρέψει όλες τις εικόνες και βιβλία στη μακεδόνικη γλώσσα. Το 1906, αντάρτες και πάλι επιτέθηκαν στο χωριό και έγινε μεγάλη μάχη. Οι αντάρτες κατάφεραν να καταστρέψουν δέκα κτίρια και να κάνουν μεγάλες υλικές ζημιές. Την ίδια χρονιά, την τρίτη μέρα του Πάσχα, οι αντάρτες ξαναμπήκαν στο χωριό για να κλέψουν τα πρόβατα των κατοίκων. Δεν τα κατάφεραν… Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν ως και το 1908.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1913) και την ένταξη του Έζερετς υπό ελληνική εξουσία, ξεκίνησε ανοιχτό κυνήγημα πολλών κατοίκων του χωριού. Έτσι, για παράδειγμα, φυλακίστηκαν οι δάσκαλοι Димитар Георгиев – Ντιμίταρ Γκεοργκίεβ και Атанас Томев – Άτανας Τόμεβ στην πόλη Хрупиште – Χρούπισστε (Άργος Ορεστικό). Την περίοδο αυτή, λόγω πολιτικών, εθνικών και οικονομικών αιτιών, ξεκίνησε η μετανάστευση των κατοίκων, ιδιαίτερα στην Αμερική. Κατά τη διάρκεια του ελληνο-ιταλικού πολέμου (1940), αν και το χωριό ήταν μικρό σε αριθμό κατοίκων, λόγω της κοντινής του απόστασης από το μέτωπο, επιστρατεύτηκαν 50 άτομα στον ελληνικό στρατό. Έπειτα ακολούθησε η φασιστική κατοχή, ενάντια στην οποία οι χωρικοί εντάχθηκαν ενεργά στις οργανώσεις της αντίστασης.  Συμετάσχοντες στον ΕΛΑΣ ήταν οχτώ άτομα, από τα οποία δύο σκοτώθηκαν, οι Άντον Τόμοβ και Νίκολα Ατανάσοβ. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, οι Μακεδόνες ενεργά εντάχθηκαν στις οργανώσεις τους, όπως και στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού.  Έτσι, στις τάξεις του Δημ.Στρατού από το Έζερετς υπήρχαν 34 μαχητές, από τους οποίους οι δώδεκα έχασαν τη ζωή τους. Με το τέλος του πολέμου αυτού, συνέβη πραγματική έξοδος του πληθυσμού από το χωριό και το μεγαλύτερο μέρος αυτού αναγκάστηκε να εγκαταλείψει για πάντα τις πατρικές του εστίες, απαγορεύοντάς του η ελληνική πολιτεία να επιστρέψει και πάλι.

Από το χωριό αυτό κατάγεται και ένα από τα πρώτα μέλη των μακεδόνικων οργανώσεων ΜΑΚΙΒΕ και ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ, ο Ρίστο Σίντοβ (Χρήστος Σιδηρόπουλος).

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Κατηγορίες

Loading

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


EMPORIKI BANK-Branch 501 Florina

Bank account 59667441

IBAN:GR75 0120 5010 0000 0005 9667 441

BIC EMPOCRAA

Μηνιαίες Εκδόσεις

Македонска Ризница
  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2014 (407)
  • 2013 (377)
  • 2012 (372)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)
  • Τελευταίο
  • Δημοφιλή
  • Σχόλια