Μεταξύ των χωριών Теово-Τέοβο (Καρυδιά), Волкјанево-Βολκογιάνεβο
(Λύκοι), Луковец-Λούκοβετς (Σωτήρα), Почеп-Πότσσεπ (Μαργαρίτα) και Саракиново-Σαρακίνοβο (Σαρακινοί), στις παρυφές μιας από τις κορυφές του όρους Ниџе-Νίτζζε (Βόρας), βρίσκεται το χωριό Кронцелево. Όπως λέει και ο θρύλος για την ίδρυση του χωριού, το όνομα από τα πολύ παλιά χρόνια δεν είχε αλλάξει καθόλου. Κροντσέλεβο λεγόταν εώς και τον ερχομό των Ελλήνων, οι οποίοι το 1928 άλλαξαν το όνομα, εξελληνίζοντάς το σε Κερασιά.
Βρίσκεται σε απόσταση περίπου 10-12 χιλιόμετρα από την πόλη Воден-Βόντεν (Έδεσσα) και στο παρελθόν οι κάτοικοι πήγαιναν εκεί μέσω δύο δρόμων. Ο ένας οδηγούσε μέσω του πυκνού δάσους και το χωριό Волкјанево, ενώ ο δεύτερος περνούσε κοντά από το χωριό Теово και έπειτα έβγαινε στο χωριό Владово-Βλάντοβο (Άγρα), όπου ενωνόταν με το λέρισνκι πατ (δρόμος για το Λέριν).
Στις αρχές του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα το 1900, το χωριό είχε 600 περίπου κάτοικους, από τους οποίους οι μισοί ήταν Μακεδόνες χριστιανοί και οι υπόλοιποι Μακεδόνες μουσουλμάνοι. Μετά την προσάρτηση του τμήματος αυτού της Μακεδονίας στο ελληνικό βασίλειο, το 1924 οι Μακεδόνες μουσουλμάνοι αναγκάστηκαν ,,εθελοντικά,, να εγκαταλείψουν το χωριό και να πάνε στην Τουρκία, ενώ στη θέση τους εγκαταστάθηκαν από τις ελληνικές αρχές Μάτζζιρι (πρόσφυγες από την Τουρκία). Δηλαδή περίπου εξήντα οικογένειες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στο χωριό, αλλά δεν έμειναν όλες εκεί. Κάποιες φοβήθηκαν λόγω της μακρινής απόστασης από το Βόντεν και μετακόμισαν εκεί ή στην πεδιάδα του Μέγκλεν (Αλμωπίας). Έτσι στο χωριό απόμειναν μόλις 30 οικογένειες προσφύγων. Το 1941, ο πληθυσμός ήταν ως εξής: 93% Μακεδόνες και 7% Έλληνες (Μάτζζιρι). Μετά το 1949, στο χωριό παρέμειναν να ζουν μόνο Μακεδόνες. Οι πρόσφυγες μετά τον Εμφύλιο πόλεμο δεν επέστρεψαν στο χωριό, εκτός από δύο οικογένειες.
Σύμφωνα με το θρύλο, το χωριό Кронцелево δεν βρισκόταν πάντοτε στην σημερινή τοποθεσία. Περίπου μισή ώρα πεζοπορία απόσταση από το χωριό προς τα βορειοανατολικά, στην τοποθεσία „Новосел-Νόβοσελ“, όπου σήμερα πολλοί από τους κατοίκους έχουν αμπέλια, εκεί κάποτε βρισκόταν το χωριό. σε εκείνη την τοποθεσία, όταν καλλιεργούν τα αμπέλια τους, οι κάτοικοι βρίσκουν διάφορα αντικείμενα νοικοκυριού, από χαλκό ή πηλό. Εμφανίστηκε όμως αρρώστεια, πανούκλα, όπως αφηγήθηκαν οι παλαιότεροι, και πολλοί χωρικοί πέθαναν. Ένας από τους κατοίκους, με το όνομα Κρούμε, είχε γουρούνια και τα βοσκούσε σε ψηλές τοποθεσίες, εκεί δηλαδή που βρίσκεται σήμερα το χωριό. έτσι, αυτός ανακάλυψε καλό νερό, έχτισε καλύβα και μετοίκισε με όλη του την οικογένεια εκεί. Μετά από αυτόν, στο ίδιο μέρος άρχισαν να εγκαθίστανται και άλλες οικογένειες, δημιουργώντας νέο οικισμό, ο οποίος άρχισε να αποκαλείταιαπό το όνομα του Κρούμε, Крумово село-Κρούμοβο Σέλο, και μετά από αρκετές παραφράσεις, έλαβε το όνομα Кронцелево.
Το χωριό δραστηριοποιήθηκε επαναστατικά στην περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πριν ακόμη την Επανάσταση του Ίλιντεν (1903), όταν σε αυτό έφτασε ο Гоце Делчев-Γκότσε Ντέλτσσεβ στις 2 Φαβρουαρίου 1902. Ο Делчев φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Наси Марков-Νάσι Μάρκοβ και ήρθε σε επαφή με τους Александар-Αλεξάνταρ και Георги-Γκεόργκι Георгиев-Γκεοργκίεβ. Έμεινε στο χωριό δύο μέρες και μετά την αναχώρησή του και σύμφωνα με τις οδηγίες που έδωσε, οι χωρικοί οργάνωσαν τσσέτα (ένοπλη ομάδα). Βόιβοντα (οπλαρχηγός) της τσσέτα ήταν ο Ефтим Пејов-Έφτιμ Πέιοβ. Όταν το 1903 ξεκίνησε η Επανάσταση των Μακεδόνων, η Επανάσταση του Ίλιντεν, λόγω της πρόχειρης οργάνωσης στην περιοχή Βόντεν, ο ξεσηκωμός άργησε να γίνει. Την είδηση στο χωριό για την έναρξη της επανάστασης, έφερε ένας κάτοικος του Βόντεν με το όνομα Радомир-Ράντομιρ και όλα τα μέλη της τσσέτα αναχώρησαν για το βουνό. Στο βουνό, στην τοποθεσία Гребен-Γκρέμπεν, παρέμειναν μερικές μέρες, γεμίζοντας σφαίρες, ετοιμαζόμενοι για μάχη.
Το 1905, στους βάλτους του Πάζαρ (Γιαννιτσών), η τσσέτα του Апостол
Петков Терзиев војвода-Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ βόιβοντα, περικυκλώθηκε από ελληνικά αντάρτικα σώματα και προς βοήθεια του Άποστολ, από το Κροντσέλεβο πήγαν εκεί οι Вани Трпанов-Βάνι Τ΄ρπάνοβ, Ташо Пашалиев-Τάσσο Πασσαλίεβ, Чичо Сотиров-Τσσίτσσο Σοτίροβ και Вани Минов-Βάνι Μίνοβ. Το πρόσωπο από το Κροντσέλεβο που έλαβε εξέχουσα θέση στο πάνθεον των Μακεδόνων ηρώων, ήταν το μέλος του ΒΜΡΟ, Кулиман Диев-Κουλιμάν Ντίεβ. Για τις ηρωικές του πράξεις και την μεγάλη προστασία των δικαιωμάτων των Μακεδόνων της περιοχής, ο μακεδόνικος λαός του έκανε πολλά τραγούδια. Ο Кулиман προδώθηκε από τον καλό του φίλο Георги Бузев-Γκεόργκι Μπούζεβ ή Γκιόσσε, το οποίο οι Τούρκοι είχαν εξαγοράσει με 30 λίρες. Μια μέρα ο Кулиман έπεσε σε ενέδρα που του είχε στήσει ο Γκιόσσε και ο γαμπρός του Ρίστε και εκεί σκοτώθηκε, αλλά πριν ξεψυχήσει κατάφερε με μικρό ρεβόλβερ να σκοτώσει και αυτός τον Γκιόσσε.
Το 1913, την ημέρα του Πέτροβντεν (Άγίου Πέτρου), το χωριό περικυκλώθηκε από ελληνικό απόσπασμα αστυνομίας. Όλοι οι κάτοικοι βρίσκονταν στην εκκλησία. Οι άντρες συλλήφθηκαν και μεταφέρθηκαν στην τοποθεσία βλάντοβσκα κουρία και εκεί ξυλοκοπήθηκαν μόνο και μόνο επειδή το χωριό ήταν μακεδόνικο. Από το πολύ ξύλο, μόλις που γλίτωσαν το θάνατο οι Мици Шамарданов-Μίτσι Σσαμαρντάνοβ, Гочи Диев-Γκότσσι Ντίεβ, Гочи Попов-Γκότσσι Πόποβ, και Трпче Трајов-Τ΄ρπτσσε Τράιοβ.
Το Кронцелево ενεργά είχε ενταχθεί και στον Εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα. Το Σεπτέμβριο του 1946, συλλήφθηκαν άντρες, γυναίκες, κοπέλες και παιδιά, είκοσι στον αριθμό, μόνο επειδή οι οικογένειές τους είχαν μέλη παρτιζάνους. Όλοι αυτοί φυλακίστηκαν στις φυλακές του Βόντεν, όπου κρατήθηκαν επί δύο μήνες και έπειτα καταδικάστηκαν χωρίς δίκη σε πολύχρονη φυλάκιση. Σε λίγες μέρες έπρεπε να μεταφερθούν σε ερημονήσια του Αιγαίου, αλλά οι οι υπόλοιποι κάτοικοι εξαγόρασαν με χρήματα τις τοπικές αρχές και οι κρατούμενοι αφέθηκαν ελεύθεροι. Το 1947, οι αρχές άδειασαν όλα τα χωριά και μετάφεραν τους κατοίκους στις πόλεις για να μην βρίσκουν τρόφιμα οι παρτιζάνοι. Το Кронцелево μεταφέρθηκε στο Воден και στο Владово και μέχρι το 1949 οι κάτοικοι παρέμειναν στα δύο εκείνα μέρη. Ήατν από τις δυσκολότερες περιόδους της ζωής του χωριού. Οι νέοι όλοι παρτιζάνοι, οι γεροντότεροι και τα παιδιά στο Βόντεν και στο Βλάντοβο να πεινάνε και οι σοδειές τους να σαπίζουν στα χωράφια. Μερικές φορές, με ειδικές άδειες πήγαιναν στο χωριό για να μαζέψουν μέρος της σοδειάς, αλλά λόγω των συνεχών βομβαρδισμών, σύντομα παραιτήθηκαν από την προσπάθεια. Οι οικογένειες που παρέμειναν, που δεν βρήκαν καταφύγιο στις πρώην ανατολικές χώρες, επέστρεψαν στο χωριό το 1950.
Σήμερα το χωριό είναι ζωντανό και δραστήριο, με μεγάλη παραγωγή κυρίως κερασιών. Εκεί υπάρχει μακεδόνικος πολιτιστικός σύλλογος, ο οποίος διατηρεί και αναπτύσει τη γνήσια μακεδόνικη παράδοση.
Το χωριό Чеган, σύμφωνα με κάποια τούρκικα έγγραφα του 15ου αιώνα, άνηκε στον Καζά του Лерин-Λέριν, ενώ σύμφωνα με άλλα, επίσης τούρκικα, στον Καζά του Острово-Όστροβο (μετέπειτα Άρνισσα). Από την προσάρτηση αυτού του τμήματος της Μακεδονίας στην Ελλάδα το 1913 και μετά, ανήκει στο νομό Πέλας. Το 1926, από πλευράς ελληνικών αρχών, μετονομάστηκε σε Άγιος Αθανάσιος.

Το χωριό μας έμεινε στη μνήμη χωρίς να έχουμε τη δυνατότητα να επιστρέψουμε λόγω της απαγόρευσης των ,,δημοκρατικών,, ελληνικών αρχών. Ποτέ δεν μπορέσαμε να ξαναθυμηθούμε τα παιδικά μας χρόνια, να ξαναπιούμε νερό από τις δροσερές βρύσες και πηγές του χωριού, να περπατήσουμε στην Πιπέριτσα, στο Καράμπουναρ, στο Ποπλάζοβ Κάμεν. Την άνοιξη, όταν ξυπνάει όλο το βουνό, να δούμε τα κοπάδια, να φάμε πότκβας από προβατίσιο γάλα, τυρί, μασστένιτσα και πολλά άλλα. Να δούμε όπως τότε, συγχωριανό και να τον ρωτήσουμε όπως κάναμε παλιά: “Кажи некоја лага, што има ново во селото-Κάζζι νέκοϊα λάγκα, σστο ίμα νόβο βο σέλοτο (πες κανένα ψέμα, τί νέο από το χωριό)“. Άλλους πολιτισμικούς φόρτους δεν είχαμε. Αυτήν την ειρήνη μας τη χάλασαν οι απαρνητές μας, απαγορεύοντας να μιλάμε τη μητρική μας γλώσσα, τη μακεδόνικη. Αυτή ήταν η εποχή της αρχής του τέλους του χωριού μας, το οποίο το 1985-1990 το μετέφεραν στην τοποθεσία Габиро-Γκάμπιρο, ενώ στο παλιό χωριό έμειναν δυό τρεις οικογένειες,,.

Το χωριό Песочница βρίσκεται στον κάμπο, στο μεσαίο τμήμα της κοιλάδας του Λέριν, 9 χιλιόμετρα από την πόλη Λέριν-Φλώρινα. Είναι χτισμένο σε υψόμετρο 615 μέτρων, στις δύο πλευρές του ποταμού Мала Река-Μάλα Ρέκα. Βόρεια συνορεύει με το χωριό Арменоро-Αρμένορο (Αρμενοχώρι), νότια με τα χωριά Лесковец-Λέσκοβετς (Λεπτοκαριά) και Кучковени-Κουτσσκόβενι (Πέρασμα), ανατολικά με το Росен-Ρόσεν (Σιταριά) και το Борешница-Μπορέσσνιτσα (Παλαίστρα) και δυτικά με το Лажен-Λάζζεν (Μεσονήσι). Σήμερα στο χωριό ζουν περίπου 1500 κάτοικοι, μικτής σύνθεσης: Μακεδόνες και Έλληνες (Μάντζζιρι-πρόσφυγες από τον Πόντο). Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και πολλοί βρίσκονται ως μετανάστες σε χώρες μακρινές. Από τα πολύ παλιά χρόνια, είχε μείνει παράδοση στο χωριό να κάνουν βαριές νηστείες για το Божиќ-Μπόζζικ (Χριστούγεννα) και το Велигден-Βέλικντεν
(Πάσχα), όπως και μεγάλα πανηγύρια για το Ѓурѓовден-Γκιούργκιοβντεν (ημέρα του Αγίου Γεωργίου) και μεγάλους γάμους. Ακόμη και σήμερα, το χωριό είναι γνωστό για τις πολλές μακεδόνικες ορχήστρες του και τους ταλαντούχους μουσικούς του.

Στις νότιες παρυφές του όρους Пајак-Πάιακ (Πάικο), στο βόρειο τμήμα του κάμπου του Ениџевардар-Ενιτζζεβάρνταρ (Γιαννιτσών), βρίσκεται το μακεδόνικο χωριό Бабјани-Μπάμπιανι (Λάκκα). Δυτικά συνορεύει με τα χωριά Мавреново-Μαβρένοβο (Μαύρο) και Мандалево-Μαντάλεβο (Μάνδαλο), ανατολικά με το Балџа-Μπάλτζζα (Μελίσσι), Вудришта-Βούντρισστα (Μυλότοπος) και Испирликово-Ισπιρλίκοβο (Πλαγιάρι), νότια με το Асарбегово-Ασαρμπέγκοβο (Δροσερό) και το Ѓупчево-Γκιούπτσσεβο (Γυψοχώρι) και βόρεια με το χωριό Дреново-Ντρένοβο (Κρανέα). Σύμφωνα με το θρύλο, το όνομα Μπάμπιανι έχει πολύ παλιές ρίζες, όταν στο χωριό είχε έρθει επιδημία, τρομακτική αρρώστεια και ο πληθυσμός είχε αποδεκατιστεί. Είχε μείνει μόνο μιά μπάμπα (γριά). Σύμφωνα με τις αφηγήσεις, οι κάτοικοι, πριν πεθάνουν, ετοίμαζαν επιτάφιες πλάκες και μόνοι τους τις μετέφεραν στους τάφους τους. Έτσι, πάντα σύμφωνα με το θρύλο, η μπάμπα που έμεινε τελευταία ζωντανή και απο την οποία ονομάστηκε το χωριό Μπάμπιανι, σήκωσε την πλάκα της για τη μεταφέρει στο δικό της τάφο, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει και πέθανε λίγα μέτρα πριν. Το ελληνικό όνομα Λάκκα, δόθηκε στο χωριό το 1928, με τα Βασιλικά Διατάγματα της περιόδου εκείνης, περι εξελληνισμού των τοπονυμιών της Μακεδονίας. Ονομάστηκε έτσι λόγω της γεωγραφικής του θέσης, επειδή στην ουσία βρίσκεται χτισμένο σε μια τρύπα, λάκκα. 

Το χωριό, από την ημέρα δημιουργίας του, λεγόταν Зрново. Οι ελληνικές αρχές, το 1927, το μετονόμασαν σε Κάτω Νευροκόπι, κανένας όμως από τους κατοίκους του, επι πολλές δεκαετίες, δεν το αποκαλούσε έτσι (εκτός από τις αρχές και τους εκπαιδευτικούς).
τάσεις από πολύ παλιά. Παρόλη τη μεγάλη μετανάστευση των Μακεδόνων την περίοδο 1903 – 1925, άνω των εκατό οικογενειών, ο αριθμός των κατοίκων κυμαινόταν στους 3000 περίπου κατοίκους. Το 1940 στο χωριό ζούσαν πάνω από 350 μακεδόνικες οικογένειες και την περίοδο των πολέμων, 1940-1950, σκοτώθηκαν 42 άτομα, ενώ την ίδια περιόδο αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα πατρικά τους εδάφη περίπου 1500 κάτοικοι. Έτσι, το 1950, το Зрново αριθμούσε μόνο 419 κατοίκους.
Το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, στο Зрново άρχισε να εξαπλώνεται η ελληνική προπαγάνδα, μέσω των σχολείων και της εκκλησίας, ενώ παράλληλα ενεργή ήταν και η βουλγάρικη προπαγάνδα μέσω της Εξαρχείας. Συχνή ήταν η διαμάχη μεταξύ των δύο προπαγανδών για την κυριαρχία στην εκκλησία του χωριού. Μια Κυριακή λειτουργούσε το ένα ρεύμα, την άλλη το άλλο ρεύμα. Η ελληνική προπαγάνδα καθοδηγούταν από το Μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομο, ο οποίος είχε οργανώσει και ένοπλη ομάδα. Ο Μητροπολίτης έδινε από δύο χρυσά σε όποιον του έφερνε κομμένο αυτί (δηλαδή σκοτωμένου ανθρώπου) Μακεδόνα εξαρχικού. Η ένοπλη αυτή ομάδα είχε δολοφονήσει πολλούς Μακεδόνες από τα γύρω μακεδόνικα χωριά, αλλά ποτέ δεν κατάφερε να μπει στο Зрново, λόγω του πολυάριθμου μακεδόνικου πληθυσμού.
αλλάζει. Έτσι, το 1925, εγκαταστάθηκαν εκεί οικογένειες από την Τραπεζούντα, τη Μπάφρα κ.α. και τα βάσανα του μακεδόνικου πληθυσμού αυξήθηκαν. Οι νεοεγκατεστηθέντες, παρασυρμένοι από την προπαγάνδα των αρχών, εντάχθηκαν στην προσπάθεια αφομοίωσης ή και φυσικής εξόντωσης των Μακεδόνων. Οι αρχές προπαγάνδιζαν ότι οι Μακεδόνες θα πάρουν τη γη που είχε δοθεί στους πρόσφυγες και ότι εάν καταφέρουν να τους αναγκάσουν να φύγουν, και τη γη τους θα σώσουν, αλλά και θα καρπωθούν τη γη των εκδιωγμένων.
Κατα τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, το χειμώνα του 1938, στο σπίτι του Коста Стерјов-Κόστα Στέριοβ είχαν συγκεντρωθεί μερικές μακεδόνικες οικογένειες για δείπνο. Οι παρεβρισκόμενοι άρχισαν κάποια στιγμή να τραγουδούν μακεδόνικα τραγούδια. Οι χαφιέδες ειδοποίησαν αμέσως την αστυνομία. Ακολούθησε φυλάκιση, βασανιστήρια και χρηματικά πρόστιμα.
Η Прекопана είναι ένα όμορφο μακεδόνικο χωριό, το οποίο βρίσκεται στο νομό Φλώρινας-Лерин, αν και με το παιότερο διοικητικό σύστημα, ανήκε στην περιοχή Καστοριάς-Костур. Είναι εγκατεστημένο στις παρυφές του όρους Вичо (Βίτσσο-Βίτσι), σε υψόμετρο 1440 μέτρων και στη μέση της απόστασης μεταξύ των πόλεων Лерин και Костур. Ανατολικά συνορεύει με τα χωριά Невеска-Νέβεσκα (Νυμφαίο), Негован-Νέγκοβαν (Φλάμπουρο) και Белкамен-Μπέλκαμεν (Δροσοπηγή), δυτικά με τα χωριά Блаца-Μπλάτσα (Οξυά) και Черешница-Τσσερέσσνιτσα (Πολυκέρασο), βόρεια με το Бапчор-Μπάπτσσορ (Ποιμενικό) και το Вишени-Βίσσενι (Βυσσινιά) και νότια με τα χωριά Загоричани-Ζαγκορίτσσανι (Βασιλειάδα), Елово-Έλοβο (Ελατιά) και Сребрено-Σρέμπρενο (Ασπρόγεια). Το μακεδόνικο όνομα του χωριού, με διαταγή των ελληνικών αρχών (αριθμός 196/19.7.1928), αντικαταστήθηκε με το ελληνικό (άσχετο) όνομα, Περικοπή.
Μετά την χάραξη των νέων συνόρων, ξεκίνησε γρήγορη διαδικασία απεθνικοποίησης και αφομοίωσης του μακεδόνικου πληθυσμού. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε μεγάλος αριθμός εκπαιδευτικών, εκκλησιαστικών, διοικητικών και κατασταλτικών μέτρων, με στόχο οι Μακεδόνες να αναπτύξουν ελληνική εθνική συνείδηση.
Το Тремњо, Кајларско (Καρδιά Εορδαίας) είναι, ή καλύτερα ήταν ένα σχετικά μεγάλο «καθαρό» μακεδόνικο χωριό. Βρισκόταν στο δρόμο Кајлари – Кожани (Πτολεμαḯδα-Κοζάνη), στο 14ο χιλιόμετρο, σε ισιάδα των παρυφών του όρους Καρακάμεν (Βέρμιο) και υψόμετρο 800μ. το Тремњо, μαζί με το χωριό Ранци-Ράντσι (Ερμακιά), αποτελούσαν κατα κάποιο τρόπο το σύνορο της μακεδόνικης γλώσσας, επειδή νότια από τα χωριά αυτά, πολλά χρόνια νωρίτερα, η μακεδόνικη δεν ομιλούταν πλέον. Κατα τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στα νοτιότερα χωριά της περιοχής ζούσαν Τούρκοι και αργότερα (1922) αντικαταστάθηκαν από τους ματζζίρι (πρόσφυγες από τον Πόντο).
Песоци-Πέσοτσι, Долчек-Ντόλτσσεκ, Ириите-Ιρίιτε, Црна вода-Τσ’ρνα βόντα και πολλά άλλα. Για την καταγωγή των κατοίκων δεν είναι αναγκαίο να σχολιάσουμε, αρκεί να λάβουμε υπόψιν μας ότι η μοναδική γλώσσα που ομιλούταν στο χωριό μέχρι και μερικές δεκαετίες νωρίτερα, ήταν η μακεδόνικη γλώσσα.
Όλοι οι κάτοικοι καλοντυμμένοι, στην αυλή του σχολείου. Κυριακή πρωί, κατέφθασε μεγάλος αριθμός επισήμων, αστυνομικών, πολιτικών, στρατιωτικών, ιερέων, μέχρι και η «Πανδώρα» από την Κοζάνη. Ο πρόεδρος του χωριού καλοντυμμένος και περήφανος, άσχετα που η γυναίκα του δεν ήξερε λέξη ελληνικά, και όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι εξαναγκασμένοι να παρεβρεθούν. Μετά την ορκομωσία ακολούθησε χορός. Οι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι η κυβέρνηση δεν είχε καμιά σχέση με το γεγονός, αλλά είναι δυνατό κάτι τέτοιο ειδικά στην Ελλάδα; Οι νέοι χόρευαν, ενώ οι γεροντότεροι, όταν άρχισαν να φεύγουν οι επίσημοι προσκεκλημένοι, τους είπαν: «άι σου ζντράβε ντα σι όιτε ι ντου γκουντίνα πακ ντα σι ντόιτε (με υγεία να φύγετε και του χρόνου πάλι να έρθετε)».
επέστρεψαν. Μόνο ένας πέθανε στην Αμερική. Φυσικά και οι αγωνιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα των εθνικά Μακεδόνων στην Ελλάδα, μαχητές στον Εμφύλιο πόλεμο του 1946-1949, οι οποίοι δυστυχώς δεν μπόρεσαν να επιστρέψουν στο χωριό και να θαφτούν στα δικά τους νεκροταφεία, δίπλα στις οικογένειές τους. Οι γέροι έλεγαν «όντι ντεκ κι όςς, ντόμα ντα σι ντοςς (πάνε όπου θα πας, σπίτι να έρθεις)». Αυτό όμως, ακόμη και σήμερα στην «σύγχρονη» Ελλάδα, είναι απαγορευμένο.
Το χωριό Граждено βρίσκεται στα τελευταία βορειοδυτικά σημεία του ελληνικού κράτους, στην περιοχή της Μικρής Πρέσπας, νομού Φλώρινας-Лерин. Είναι πολύ κοντά στα αλβανικά σύνορα, σε υψόμετρο 1090 μέτρων, 15χιλ από τη Μεγάλη Πρέσπα και 4 χιλιόμετρα από τη Μικρή Πρέσπα. Βόρεια συνορεύει με το χωριό Орово (Πυξός) και το Винени-Βίνενι (Πύλη). Επίσης, τα τρία αυτά χωριά, συνδέονται με τον παλιό οικισμό Пероо. Νότια συνορεύει με το χωριό Трново-Τ’ρνοβο (Πράσινο). Δυτικά, πάνω από τους βάλτους, μέσω τοποθεσίας Круша-Κρούσσα, ο δρόμος οδηγεί προς το χωριό Ракицко-Ράκιτσκο και από εκεί συνεχίζει για την Κόρτσσα της Αλβανίας.
αγοραζόταν από περισσότερες οικογένεις και έτσι το 1880, το χωριό ανήκε και πάλι, μόνο σε Μακεδόνες. Το 1949, ζούσαν εκεί, οι παρακάτω οικογένειες: Ангеловски-Αγγέλοβσκι, Василовски-Βασίλοβσκι, Гроздановски-Γκροζντάνοβσκι, Гесковски-Γκέσκοβσκι, Доневски-Ντόνεβσκι, Дробицки-Ντρομπίτσκι, Јанковски-Γιάνκοβσκι, Калиновски-Καλίνοβσκι, Кочовски-Κότσσοβσκι, Костовски-Κόστοβσκι, Костадиновски-Κοσταντίνοβσκι, Марковски-Μάρκοβσκι, Маркојчин-Μαρκόιτσσιν, Мушкин-Μούσσκιν, Несторовски-Νεστόροβσκι, Огненовски-Ογκνένοβσκι, Петрејчин-Πετρέιτσσιν, Петровски-Πέτροβσκι, Пројковски-Πρόικοβσκι, Ралевски-Ράλεβσκι, Ристовски-Ρίστοβσκι, Стериовски-Στερίοβσκι, Секуловски-Σεκούλοβσκι και Трпчевски-Τ’ρπτσσεβσκι.
Η επάνάσταση και εδώ, ξεκίνησε στις 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου του 1903. Επιτέθηκαν στον οθωμανικό στρατό. Την επόμενη μέρα, οι Јоше Ристанов-Γιόσσε Ρίστανοβ και Тодор Поповски-Τόντορ Πόποβσκι, με τους άντρες τους, κατέλαβαν τος στρατόπεδο στον οικισμό Пероо. Ο πληθυσμός των χωριών κατέφυγε για προστασία στο όρος Όσο.
Το χωριό Кадиново καταλαμβάνει έκταση 30 χιλιάδων στρεμμάτων και αποτελεί ένα από τα γονιμότερα σε γη χωριά της περιοχής του Ениџевардар-Γιαννιτσών. Βρίσκεται στο Солунско поле-κάμπο της Θεσσαλονίκης, 12 χιλιόμετρα δυτικά του Ениџе Вардар-Пазар-Γιαννιτσά και 25 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Воден-Έδεσσας. Αποτελεί κέντρο σύνδεσης των χωριών Бреж-Μπρεζζ (Άγιος Λουκάς), Пласничево-Πλασνίτσσεβο (Κρύα Βρύση), Долно Власе-Ντόλνο Βλάσε (Εσώβαλτα), Липариново-Λιπαρίνοβο (Λιπαρό), Лозаново-Λοζάνοβο (Παλαίφυτο) και Карјотица-Καριότιτσα (Καρυώτισσα). Μέχρι και την περίοδο 1929 -1935, όταν ακόμη δεν είχε αποξυρανθεί το Пазарско Блато-Πάζαρσκο Μπλάτο (λίμνη Γιαννιτσών), στο χωριό αυτό εκτρέφονταν περίπου 2500 αγελάδες και βόδια, όπως και 3500 πρόβατα. Οι πλουσιότεροι κτηνοτρόφοι ήταν οι Јован, Ристо и Глигорче Јованчев (Γιόβαν, Ρίστο και Γκλίγκορτσσε Γιοβάντσσεβ), Филип Нишадоров-Φίλιπ Νισσαντόροβ και Благој Чекуров-Μπλάγκοϊ Τσσεκούροβ. Σήμερα το Καντίνοβο είναι ένα ανεπτυγμένο γεωργικά χωριό, με πλούσιο γόνιμο έδαφος και όλα τα απαραίτητα για τη λειτουργία του.
Σύμφωνα με το θρύλο, το χωριό ονομάστηκε Кадиново, λόγω της παρακάτω ιστορίας. Στο χωριό είχε οικοδομηθεί ένα κονάκι, σπίτι του Μπέη και σ’αυτό είχε εγκατασταθεί ό Άμπντουλα Μπέη. Εκεί υπήρχε ιδιαίτερος πύργος, ο οποίος λειτουργούσε ως μέρος συγκέντρωσης και φύλαξης του χαρατσιού (φόρος 10% επι της παραγωγής). Στο μέρος εκείνο μαζεύονταν οι γυναίκες, οι αποκαλούμενες к’д’ни-καντάνι, από τα γύρω χωριά, οι οποίες εκτός του καφέ που έπιναν, έτρωγαν γλυκά και μπακλαβάδες και μασούσαν μαστίχα. Έτσι, λόγω των γυναικών αυτών, το χωριό έλαβε σιγά σιγά το όνομα Кадиново.
Την εποχή της οθωμανικής σκλαβιάς, ιδιαίτερα μετά την ίδρυση του ВМРО το 1893 και την εμφάνιση των κόμιτι, στο Ениџевардарско блато-λίμνη Γιαννιτσών, στάθμευσε ο ξακουστός Βόιβοντα Апостол Петков Терзиев-Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ με την τσσέτα του. Εκεί έκαναν καλύβες με το πλέξιμο врби-β’ρμπι (ιτιών) και για την τροφή τους φρόντιζαν οι κάτοικοι των γύρω χωριών, όπως και τα ψάρια της λίμνης. Ο Апостол војвода αποκαλούνταν από το λαό ως Ениџевардарско сонце-Ήλιος του Ενιτζζεβάρνταρ, επειδή το όνομά του έδινε ελπίδα για ελευθερία στους σκλαβωμένους και φόβο στις αρχές. Πολλοί από τους πιστούς του κόμιτι, κατάγονταν από το Καντίνοβο. Μεταξύ αυτών ξεχώριζαν οι: Петре Треболски-Πέτρε Τρεμπόλσκι, αγγελιοφόρος, Тодор Чифтеев-Τόντορ Τσσιφτέεβ, Дине Падарот-Ντίνε Πάνταροτ, Ване Аџихристов-Βάνε Ατζζιχρίστοβ, Мице Вангеловски-Μίτσε Βαγγέλοβσκι, Иван Мулезимов-Ίβαν Μουλεζίμοβ, Менче Стојанов-Μέντσσε Στογιάνοβ, Гоце Падарот-Γκότσε Πάνταροτ, Нише Чаков-Νίσσε Τσσάκοβ, Мице Николов-Μίτσε Νικόλοβ, Ристо Карчонов-Ρίστο Καρτσσόνοβ, όλοι τους κόμιτι. Δυστυχώς, ο Ѓорѓи Стојанов-Γκιόργκι Στογιάνοβ και ο παπάς Ристо Стојанов-Ρίστο Στογιάνοβ, αν και στην αρχή ήταν πιστοί στον Άποστολ, αργότερα, χρηματίστηκαν από τους «Μακεδονομάχους» και αποδέχτηκαν την ελληνική πολιτική. Για το λόγο αυτό αποκαλέστηκαν «Γκ’ρκομάνι» και τιμωρήθηκαν με τουφεκισμό από τους κόμιτι. Ο Γκιόργκι παρέμεινε ζωντανός, αλλά του έμεινε και ο χαρακτηρισμός “гркоман”. Μεγάλη ήταν η συμμετοχή των κατοίκων του Кадиново και στον Εμφύλιο πόλεμο (1946-1949), στον αγώνα τους για τα εθνικά δίκαια των Μακεδόνων. Ένας από τους γνωστότερους ήρωες της περιόδου ήταν ο Димитар Угриновски-Ντιμίταρ Ουγκρίνοβσκι, για τον οποίο αναφέρθηκε στο τεύχος 8 της Нова Зора.












