Το χωριό Песочница βρίσκεται στον κάμπο, στο μεσαίο τμήμα της κοιλάδας του Λέριν, 9 χιλιόμετρα από την πόλη Λέριν-Φλώρινα. Είναι χτισμένο σε υψόμετρο 615 μέτρων, στις δύο πλευρές του ποταμού Мала Река-Μάλα Ρέκα. Βόρεια συνορεύει με το χωριό Арменоро-Αρμένορο (Αρμενοχώρι), νότια με τα χωριά Лесковец-Λέσκοβετς (Λεπτοκαριά) και Кучковени-Κουτσσκόβενι (Πέρασμα), ανατολικά με το Росен-Ρόσεν (Σιταριά) και το Борешница-Μπορέσσνιτσα (Παλαίστρα) και δυτικά με το Лажен-Λάζζεν (Μεσονήσι). Σήμερα στο χωριό ζουν περίπου 1500 κάτοικοι, μικτής σύνθεσης: Μακεδόνες και Έλληνες (Μάντζζιρι-πρόσφυγες από τον Πόντο). Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και πολλοί βρίσκονται ως μετανάστες σε χώρες μακρινές. Από τα πολύ παλιά χρόνια, είχε μείνει παράδοση στο χωριό να κάνουν βαριές νηστείες για το Божиќ-Μπόζζικ (Χριστούγεννα) και το Велигден-Βέλικντεν
(Πάσχα), όπως και μεγάλα πανηγύρια για το Ѓурѓовден-Γκιούργκιοβντεν (ημέρα του Αγίου Γεωργίου) και μεγάλους γάμους. Ακόμη και σήμερα, το χωριό είναι γνωστό για τις πολλές μακεδόνικες ορχήστρες του και τους ταλαντούχους μουσικούς του.
Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχείας, το χωριό ήταν τσιφλίκι και εκεί υπήρχαν δύο κούλι (πύργοι), Κιρίμοβα και Όσμαν Μπεγκ. Οι κάτοικοι ήταν αναγκασμένοι να δουλεύουν στα χωράφια των μπέηδων και έπειτα τα δικά τους, ενώ οι μπέηδες από τους πύργους τους, παρακολουθούσαν συνεχώς την εργασία τους. Για το λόγο αυτό, οι χωρικοί είχαν κάνει και τραγούδι σχετικό με τα παραπάνω:
Го фатиле Осман паша - γκο φατίλε Όσμαν πάσσα
му врзале бели раце - μου β΄ρζάλε μπέλι ράτσε
го качиле на кочија - γκο κατσσίλε να κοτσσία
го занеле во дворот - γκο ζανέλε βο ντβόροτ
и му велат - ι μου βέλατ
ој ти Осман паша - όι τι Όσμαν πάσσα
ти беше учен на папра да спиеш – τι μπέσσε ούτσσεν να πάπρα ντα σπίεςς
ти не беше учен од свиња месо да јадеш – τι νε μπέσσε ούτσσεν οντ σβίνια μέσο ντα ιάντεςς
ти беше учен јагнешко месо да јадеш - τι μπέσσε ούτσσεν ιάγκνεσσκο μέσο ντα ιάντεςς
О море Нико зеленико – О μόρε Νίκο ζελενίκο
по везден чуваш страшен дервен – πο βέζντεν τσσούβαςς στράσσεν ντέρβεν
О да не виде кој помина, - О ντα νε βίντε κόι πομίνα
кој помина кој надмина – κόι πομίνα κόι ναντμίνα
о виду виду, как не видув – ο βίντου, κακ νε βίντουβ
што поминаа три мали моми – σστο πομινάα τρι μάλι μόμι
три мали моми Горничевки – τρι μάλι μόμι Γκορνιτσσέβκι
Το 1900, το χωριό είχε περίπου 900 κάτοικους, από τους οποίους 780 ήταν

Κόνσταντιν Βαλκάνοβ
εθνικά Μακεδόνες και 125 ήταν Τούρκοι. Όπως και στα υπόλοιπα μέρη της Μακεδονίας, έτσι και στην περιοχή αυτή, ο πληθυσμός μαζικά συμμετείχε στην Επανάσταση του Ίλιντεν. Το χωριό είχε πολλούς Βόιβοντι και κόμιτι και ενεργά αγωνίζονταν ως μαχητές 21 άτομα, από τα οποία γνωστότερα ήταν: Мицко Грдев (војвода)-Μίτσκο Γκ΄ρντεβ (βόιβοντα), Наум Гинков-Νάουμ Γκίνκοβ, Коле Маринчев-Κόλε Μαρίντσσεβ, Тане Ѓелин-Τάνε Γκέλιν, Геле Попов-Γκέλε Πόποβ, Коста Ванчев-Κόστα Βάντσσεβ, Димитар Гердев-Ντιμίταρ Γκέρντεβ κ.α. Ο Βόιβοντα Мицко σκοτώθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1907, προδωμένος από σπιούνους, σε μάχη με τον οθωμανικό στρατό που έγινε στο χωριό. Ο Мицко όλη τη μέρα και τη νύχτα μαχόταν με τη βοήθεια ανηψιάς του και οι Τούρκοι μη μπορώντας να τον αιχμαλωτίσουν ή να τον σκοτώσουν, πυρπόλησαν το σπίτι. Οι δυο τους όμως, κατάφεραν να βρουν καταφύγιο σε άλλο σπίτι, έπειτα σε τρίτο. Τους τελείωσαν όμως τα πυρομαχικά και κάηκαν στο τελευταίο σπίτι όπου είχαν καταφύγει. Γνωστοί επίσης αγωνιστές από το χωριό Песочница, για τα ανθρώπινα δικαιώματα των Μακεδόνων, ήταν και τα αδέρφια Константин-Κόνσταντιν και Ристо-Ρίστο Валканов-Βαλκάνοβ, ο πρώτος διανοούμενος, πολύγλωσσος και ο δεύτερος δάσκαλος, ένοπλος μαχητής. Ο Ρίστο διετέλεσε δάσκαλος σε σχολείο του Сер-Σερ (Σερρών), έπειτα σε σχολείο της Μπίτολα και σκοτώθηκε εκεί από Έλληνες αντάρτες. Η κηδεία του έμεινε στην ιστορία, λόγω της μεγαλειότητας και του πλήθους κόσμου που παρεβρέθηκε.
Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913), όπως το μεγαλύτερο τμήμα της Μακεδονίας, έτσι και το χωριό Песочница, εισάχθηκε στην σύνθεση του Ελληνικού Βασιλείου. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ΄20, του εικοστού αιώνα, αναχώρησε ο τούρκικος πληθυσμός και στη θέση του εγκαταστάθηκαν 156 Έλληνες του Πόντου της Τουρκίας. Το 1927, στην προσπάθεια εξελληνισμού των μακεδόνικων χωριών, μετονομάστηκε σε Αμμοχώρι. Στην μεσοπολεμική περίοδο, ισχυρή επίδραση στο χωριό είχε η μακεδόνικη οργάνωση ВМРО Обеднинета (ΒΜΡΟ Ενωτική), ενώ οι πρώτοι πυρήνες του ΚΚΕ εμφανίστηκαν πολύ αργότερα (1943). Στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο (1940-41), από το χωριό επιστρατεύτηκαν στον ελληνικό στρατό 35 άτομα.

Η κηδεία του Ρίστο Βαλκάνοβ
Κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, το χωριό ενεργά αντιστάθηκε στον φασιστικό κατακτητή. Ο πλέον δραστήριος του ΕΑΜ ήταν ο Кирјако Колев-Κυριάκο Κόλεβ, ο οποίος ήταν πολιτικός εκπρόσωπος και ο αδερφός του Јане-Γιάνε είχε βγει στον ένοπλο αγώνα. Μεγαλύτερη δραστηριοποίηση των κατοίκων παρατηρήθηκε μετά το τέλος του πολέμου (1944) και την ίδρυση της μακεδόνικης οργάνωσης НОФ-ΝΟΦ (1945). Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου, μεγάλος αριθμός Ελλήνων, συμπεριφερόταν απάνθρωπα στους συγχωριανούς τους Μακεδόνες, όπου ένοπλοι τους ανάγκαζαν να δουλεύουν τα χωράφια τους. Για το λόγο αυτό, πολλοί Μακεδόνες αναγκάστηκαν να βγουν παρτιζάνοι και πολλές οικογένειες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό. Εκδιώχθηκε μεγάλο τμήμα των οικογενειών Насев-Νάσεβ, Боглев-Μπόγκλεβ, Павлев-Πάβλεβ, Колев-Κόλεβ κ.α. οι οποίες καταφύγιο βρήκαν στην τότε Γιουγκοσλαβία. 14 κάτοικοι του χωριού συμμετείχαν στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού, από τους οποίους σκοτώθηκαν οι Пандил Насев-Πάντιλ Νάσεβ, Трендафил Боглев-Τρένταφιλ Μπόγκλεβ, Гоче Маринков-Γκότσσε Μαρίνκοβ, Танас Дафов-Τάνας Ντάφοβ και τρεις ακόμη. Επίσης μεγάλος αριθμός κατοίκων φυλακίστηκε (17 άτομα) και μετά τη λήξη του Εμφυλίου, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό 40 άτομα. Οι πιέσεις ενατντίων των Μακεδόνων κατοίκων συνεχίστηκαν και μετά το τέλος του πολέμου, με σκοπό να εγκαταλείψουν τις πατρικές εστίες τους ή να φύγουν μετανάστες σε υπερωκεάνιες χώρες.
Παράδειγμα όλων αυτών των αγώνων αποτελεί και ο Ламбо К. Манов-Λάμπο Κ.Μάνοβ, ο οποίος γεννήθηκε στο χωριό Песочница, το Μάρτιο του 1919. Τελείωσε βασική εκπαίδευση στο χωριό και συνέχισε τη μόρφωσή του στο Λέριν-Φλώρινα. Κατα τη διάρκεια της φασιστικής κατοχής, πέρασε τα σύνορα και σπούδασε στη Μπίτολα. Εκεί ορίστηκε ως δάσκαλος. Καταγόταν όμως από επαναστατική οικογένεια και δεν ήθελε να πατήσει την ιστορία του. Έτσι με την εμφάνιση του ΝΟΦ, εντάχθηκε το 1946 στα μακεδόνικα ένοπλα σώματα και το 1947 αναχώρησε για το Γράμο, όπου σκοτώθηκε σε μάχη με τον κυβερνητικό στρατό της Ελλάδας.
Σήμερα το χωριό είναι ένα μεγάλο ζωντανό χωριό, όπου η μακεδόνικη γλώσσα ομιλείται ενεργά από όλες τις ηλικίες και ο μακεδόνικος πολιτισμός διατηρείται παρόλα τα γνωστά εμπόδια. Μάλιστα, ο πρώτος ετήσιος χορός της Нова Зора, έγινε σε κέντρο αυτού του χωριού, με μεγάλη συμμετοχή κατοίκων του.
Στις νότιες παρυφές του όρους Пајак-Πάιακ (Πάικο), στο βόρειο τμήμα του κάμπου του Ениџевардар-Ενιτζζεβάρνταρ (Γιαννιτσών), βρίσκεται το μακεδόνικο χωριό Бабјани-Μπάμπιανι (Λάκκα). Δυτικά συνορεύει με τα χωριά Мавреново-Μαβρένοβο (Μαύρο) και Мандалево-Μαντάλεβο (Μάνδαλο), ανατολικά με το Балџа-Μπάλτζζα (Μελίσσι), Вудришта-Βούντρισστα (Μυλότοπος) και Испирликово-Ισπιρλίκοβο (Πλαγιάρι), νότια με το Асарбегово-Ασαρμπέγκοβο (Δροσερό) και το Ѓупчево-Γκιούπτσσεβο (Γυψοχώρι) και βόρεια με το χωριό Дреново-Ντρένοβο (Κρανέα). Σύμφωνα με το θρύλο, το όνομα Μπάμπιανι έχει πολύ παλιές ρίζες, όταν στο χωριό είχε έρθει επιδημία, τρομακτική αρρώστεια και ο πληθυσμός είχε αποδεκατιστεί. Είχε μείνει μόνο μιά μπάμπα (γριά). Σύμφωνα με τις αφηγήσεις, οι κάτοικοι, πριν πεθάνουν, ετοίμαζαν επιτάφιες πλάκες και μόνοι τους τις μετέφεραν στους τάφους τους. Έτσι, πάντα σύμφωνα με το θρύλο, η μπάμπα που έμεινε τελευταία ζωντανή και απο την οποία ονομάστηκε το χωριό Μπάμπιανι, σήκωσε την πλάκα της για τη μεταφέρει στο δικό της τάφο, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει και πέθανε λίγα μέτρα πριν. Το ελληνικό όνομα Λάκκα, δόθηκε στο χωριό το 1928, με τα Βασιλικά Διατάγματα της περιόδου εκείνης, περι εξελληνισμού των τοπονυμιών της Μακεδονίας. Ονομάστηκε έτσι λόγω της γεωγραφικής του θέσης, επειδή στην ουσία βρίσκεται χτισμένο σε μια τρύπα, λάκκα. 

Το χωριό, από την ημέρα δημιουργίας του, λεγόταν Зрново. Οι ελληνικές αρχές, το 1927, το μετονόμασαν σε Κάτω Νευροκόπι, κανένας όμως από τους κατοίκους του, επι πολλές δεκαετίες, δεν το αποκαλούσε έτσι (εκτός από τις αρχές και τους εκπαιδευτικούς).
τάσεις από πολύ παλιά. Παρόλη τη μεγάλη μετανάστευση των Μακεδόνων την περίοδο 1903 – 1925, άνω των εκατό οικογενειών, ο αριθμός των κατοίκων κυμαινόταν στους 3000 περίπου κατοίκους. Το 1940 στο χωριό ζούσαν πάνω από 350 μακεδόνικες οικογένειες και την περίοδο των πολέμων, 1940-1950, σκοτώθηκαν 42 άτομα, ενώ την ίδια περιόδο αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα πατρικά τους εδάφη περίπου 1500 κάτοικοι. Έτσι, το 1950, το Зрново αριθμούσε μόνο 419 κατοίκους.
Το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, στο Зрново άρχισε να εξαπλώνεται η ελληνική προπαγάνδα, μέσω των σχολείων και της εκκλησίας, ενώ παράλληλα ενεργή ήταν και η βουλγάρικη προπαγάνδα μέσω της Εξαρχείας. Συχνή ήταν η διαμάχη μεταξύ των δύο προπαγανδών για την κυριαρχία στην εκκλησία του χωριού. Μια Κυριακή λειτουργούσε το ένα ρεύμα, την άλλη το άλλο ρεύμα. Η ελληνική προπαγάνδα καθοδηγούταν από το Μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομο, ο οποίος είχε οργανώσει και ένοπλη ομάδα. Ο Μητροπολίτης έδινε από δύο χρυσά σε όποιον του έφερνε κομμένο αυτί (δηλαδή σκοτωμένου ανθρώπου) Μακεδόνα εξαρχικού. Η ένοπλη αυτή ομάδα είχε δολοφονήσει πολλούς Μακεδόνες από τα γύρω μακεδόνικα χωριά, αλλά ποτέ δεν κατάφερε να μπει στο Зрново, λόγω του πολυάριθμου μακεδόνικου πληθυσμού.
αλλάζει. Έτσι, το 1925, εγκαταστάθηκαν εκεί οικογένειες από την Τραπεζούντα, τη Μπάφρα κ.α. και τα βάσανα του μακεδόνικου πληθυσμού αυξήθηκαν. Οι νεοεγκατεστηθέντες, παρασυρμένοι από την προπαγάνδα των αρχών, εντάχθηκαν στην προσπάθεια αφομοίωσης ή και φυσικής εξόντωσης των Μακεδόνων. Οι αρχές προπαγάνδιζαν ότι οι Μακεδόνες θα πάρουν τη γη που είχε δοθεί στους πρόσφυγες και ότι εάν καταφέρουν να τους αναγκάσουν να φύγουν, και τη γη τους θα σώσουν, αλλά και θα καρπωθούν τη γη των εκδιωγμένων.
Κατα τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, το χειμώνα του 1938, στο σπίτι του Коста Стерјов-Κόστα Στέριοβ είχαν συγκεντρωθεί μερικές μακεδόνικες οικογένειες για δείπνο. Οι παρεβρισκόμενοι άρχισαν κάποια στιγμή να τραγουδούν μακεδόνικα τραγούδια. Οι χαφιέδες ειδοποίησαν αμέσως την αστυνομία. Ακολούθησε φυλάκιση, βασανιστήρια και χρηματικά πρόστιμα.
Η Прекопана είναι ένα όμορφο μακεδόνικο χωριό, το οποίο βρίσκεται στο νομό Φλώρινας-Лерин, αν και με το παιότερο διοικητικό σύστημα, ανήκε στην περιοχή Καστοριάς-Костур. Είναι εγκατεστημένο στις παρυφές του όρους Вичо (Βίτσσο-Βίτσι), σε υψόμετρο 1440 μέτρων και στη μέση της απόστασης μεταξύ των πόλεων Лерин και Костур. Ανατολικά συνορεύει με τα χωριά Невеска-Νέβεσκα (Νυμφαίο), Негован-Νέγκοβαν (Φλάμπουρο) και Белкамен-Μπέλκαμεν (Δροσοπηγή), δυτικά με τα χωριά Блаца-Μπλάτσα (Οξυά) και Черешница-Τσσερέσσνιτσα (Πολυκέρασο), βόρεια με το Бапчор-Μπάπτσσορ (Ποιμενικό) και το Вишени-Βίσσενι (Βυσσινιά) και νότια με τα χωριά Загоричани-Ζαγκορίτσσανι (Βασιλειάδα), Елово-Έλοβο (Ελατιά) και Сребрено-Σρέμπρενο (Ασπρόγεια). Το μακεδόνικο όνομα του χωριού, με διαταγή των ελληνικών αρχών (αριθμός 196/19.7.1928), αντικαταστήθηκε με το ελληνικό (άσχετο) όνομα, Περικοπή.
Μετά την χάραξη των νέων συνόρων, ξεκίνησε γρήγορη διαδικασία απεθνικοποίησης και αφομοίωσης του μακεδόνικου πληθυσμού. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε μεγάλος αριθμός εκπαιδευτικών, εκκλησιαστικών, διοικητικών και κατασταλτικών μέτρων, με στόχο οι Μακεδόνες να αναπτύξουν ελληνική εθνική συνείδηση.
Το Тремњо, Кајларско (Καρδιά Εορδαίας) είναι, ή καλύτερα ήταν ένα σχετικά μεγάλο «καθαρό» μακεδόνικο χωριό. Βρισκόταν στο δρόμο Кајлари – Кожани (Πτολεμαḯδα-Κοζάνη), στο 14ο χιλιόμετρο, σε ισιάδα των παρυφών του όρους Καρακάμεν (Βέρμιο) και υψόμετρο 800μ. το Тремњо, μαζί με το χωριό Ранци-Ράντσι (Ερμακιά), αποτελούσαν κατα κάποιο τρόπο το σύνορο της μακεδόνικης γλώσσας, επειδή νότια από τα χωριά αυτά, πολλά χρόνια νωρίτερα, η μακεδόνικη δεν ομιλούταν πλέον. Κατα τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στα νοτιότερα χωριά της περιοχής ζούσαν Τούρκοι και αργότερα (1922) αντικαταστάθηκαν από τους ματζζίρι (πρόσφυγες από τον Πόντο).
Песоци-Πέσοτσι, Долчек-Ντόλτσσεκ, Ириите-Ιρίιτε, Црна вода-Τσ’ρνα βόντα και πολλά άλλα. Για την καταγωγή των κατοίκων δεν είναι αναγκαίο να σχολιάσουμε, αρκεί να λάβουμε υπόψιν μας ότι η μοναδική γλώσσα που ομιλούταν στο χωριό μέχρι και μερικές δεκαετίες νωρίτερα, ήταν η μακεδόνικη γλώσσα.
Όλοι οι κάτοικοι καλοντυμμένοι, στην αυλή του σχολείου. Κυριακή πρωί, κατέφθασε μεγάλος αριθμός επισήμων, αστυνομικών, πολιτικών, στρατιωτικών, ιερέων, μέχρι και η «Πανδώρα» από την Κοζάνη. Ο πρόεδρος του χωριού καλοντυμμένος και περήφανος, άσχετα που η γυναίκα του δεν ήξερε λέξη ελληνικά, και όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι εξαναγκασμένοι να παρεβρεθούν. Μετά την ορκομωσία ακολούθησε χορός. Οι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι η κυβέρνηση δεν είχε καμιά σχέση με το γεγονός, αλλά είναι δυνατό κάτι τέτοιο ειδικά στην Ελλάδα; Οι νέοι χόρευαν, ενώ οι γεροντότεροι, όταν άρχισαν να φεύγουν οι επίσημοι προσκεκλημένοι, τους είπαν: «άι σου ζντράβε ντα σι όιτε ι ντου γκουντίνα πακ ντα σι ντόιτε (με υγεία να φύγετε και του χρόνου πάλι να έρθετε)».
επέστρεψαν. Μόνο ένας πέθανε στην Αμερική. Φυσικά και οι αγωνιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα των εθνικά Μακεδόνων στην Ελλάδα, μαχητές στον Εμφύλιο πόλεμο του 1946-1949, οι οποίοι δυστυχώς δεν μπόρεσαν να επιστρέψουν στο χωριό και να θαφτούν στα δικά τους νεκροταφεία, δίπλα στις οικογένειές τους. Οι γέροι έλεγαν «όντι ντεκ κι όςς, ντόμα ντα σι ντοςς (πάνε όπου θα πας, σπίτι να έρθεις)». Αυτό όμως, ακόμη και σήμερα στην «σύγχρονη» Ελλάδα, είναι απαγορευμένο.
Το χωριό Граждено βρίσκεται στα τελευταία βορειοδυτικά σημεία του ελληνικού κράτους, στην περιοχή της Μικρής Πρέσπας, νομού Φλώρινας-Лерин. Είναι πολύ κοντά στα αλβανικά σύνορα, σε υψόμετρο 1090 μέτρων, 15χιλ από τη Μεγάλη Πρέσπα και 4 χιλιόμετρα από τη Μικρή Πρέσπα. Βόρεια συνορεύει με το χωριό Орово (Πυξός) και το Винени-Βίνενι (Πύλη). Επίσης, τα τρία αυτά χωριά, συνδέονται με τον παλιό οικισμό Пероо. Νότια συνορεύει με το χωριό Трново-Τ’ρνοβο (Πράσινο). Δυτικά, πάνω από τους βάλτους, μέσω τοποθεσίας Круша-Κρούσσα, ο δρόμος οδηγεί προς το χωριό Ракицко-Ράκιτσκο και από εκεί συνεχίζει για την Κόρτσσα της Αλβανίας.
αγοραζόταν από περισσότερες οικογένεις και έτσι το 1880, το χωριό ανήκε και πάλι, μόνο σε Μακεδόνες. Το 1949, ζούσαν εκεί, οι παρακάτω οικογένειες: Ангеловски-Αγγέλοβσκι, Василовски-Βασίλοβσκι, Гроздановски-Γκροζντάνοβσκι, Гесковски-Γκέσκοβσκι, Доневски-Ντόνεβσκι, Дробицки-Ντρομπίτσκι, Јанковски-Γιάνκοβσκι, Калиновски-Καλίνοβσκι, Кочовски-Κότσσοβσκι, Костовски-Κόστοβσκι, Костадиновски-Κοσταντίνοβσκι, Марковски-Μάρκοβσκι, Маркојчин-Μαρκόιτσσιν, Мушкин-Μούσσκιν, Несторовски-Νεστόροβσκι, Огненовски-Ογκνένοβσκι, Петрејчин-Πετρέιτσσιν, Петровски-Πέτροβσκι, Пројковски-Πρόικοβσκι, Ралевски-Ράλεβσκι, Ристовски-Ρίστοβσκι, Стериовски-Στερίοβσκι, Секуловски-Σεκούλοβσκι και Трпчевски-Τ’ρπτσσεβσκι.
Η επάνάσταση και εδώ, ξεκίνησε στις 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου του 1903. Επιτέθηκαν στον οθωμανικό στρατό. Την επόμενη μέρα, οι Јоше Ристанов-Γιόσσε Ρίστανοβ και Тодор Поповски-Τόντορ Πόποβσκι, με τους άντρες τους, κατέλαβαν τος στρατόπεδο στον οικισμό Пероо. Ο πληθυσμός των χωριών κατέφυγε για προστασία στο όρος Όσο.
Το χωριό Кадиново καταλαμβάνει έκταση 30 χιλιάδων στρεμμάτων και αποτελεί ένα από τα γονιμότερα σε γη χωριά της περιοχής του Ениџевардар-Γιαννιτσών. Βρίσκεται στο Солунско поле-κάμπο της Θεσσαλονίκης, 12 χιλιόμετρα δυτικά του Ениџе Вардар-Пазар-Γιαννιτσά και 25 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Воден-Έδεσσας. Αποτελεί κέντρο σύνδεσης των χωριών Бреж-Μπρεζζ (Άγιος Λουκάς), Пласничево-Πλασνίτσσεβο (Κρύα Βρύση), Долно Власе-Ντόλνο Βλάσε (Εσώβαλτα), Липариново-Λιπαρίνοβο (Λιπαρό), Лозаново-Λοζάνοβο (Παλαίφυτο) και Карјотица-Καριότιτσα (Καρυώτισσα). Μέχρι και την περίοδο 1929 -1935, όταν ακόμη δεν είχε αποξυρανθεί το Пазарско Блато-Πάζαρσκο Μπλάτο (λίμνη Γιαννιτσών), στο χωριό αυτό εκτρέφονταν περίπου 2500 αγελάδες και βόδια, όπως και 3500 πρόβατα. Οι πλουσιότεροι κτηνοτρόφοι ήταν οι Јован, Ристо и Глигорче Јованчев (Γιόβαν, Ρίστο και Γκλίγκορτσσε Γιοβάντσσεβ), Филип Нишадоров-Φίλιπ Νισσαντόροβ και Благој Чекуров-Μπλάγκοϊ Τσσεκούροβ. Σήμερα το Καντίνοβο είναι ένα ανεπτυγμένο γεωργικά χωριό, με πλούσιο γόνιμο έδαφος και όλα τα απαραίτητα για τη λειτουργία του.
Σύμφωνα με το θρύλο, το χωριό ονομάστηκε Кадиново, λόγω της παρακάτω ιστορίας. Στο χωριό είχε οικοδομηθεί ένα κονάκι, σπίτι του Μπέη και σ’αυτό είχε εγκατασταθεί ό Άμπντουλα Μπέη. Εκεί υπήρχε ιδιαίτερος πύργος, ο οποίος λειτουργούσε ως μέρος συγκέντρωσης και φύλαξης του χαρατσιού (φόρος 10% επι της παραγωγής). Στο μέρος εκείνο μαζεύονταν οι γυναίκες, οι αποκαλούμενες к’д’ни-καντάνι, από τα γύρω χωριά, οι οποίες εκτός του καφέ που έπιναν, έτρωγαν γλυκά και μπακλαβάδες και μασούσαν μαστίχα. Έτσι, λόγω των γυναικών αυτών, το χωριό έλαβε σιγά σιγά το όνομα Кадиново.
Την εποχή της οθωμανικής σκλαβιάς, ιδιαίτερα μετά την ίδρυση του ВМРО το 1893 και την εμφάνιση των κόμιτι, στο Ениџевардарско блато-λίμνη Γιαννιτσών, στάθμευσε ο ξακουστός Βόιβοντα Апостол Петков Терзиев-Άποστολ Πέτκοβ Τερζίεβ με την τσσέτα του. Εκεί έκαναν καλύβες με το πλέξιμο врби-β’ρμπι (ιτιών) και για την τροφή τους φρόντιζαν οι κάτοικοι των γύρω χωριών, όπως και τα ψάρια της λίμνης. Ο Апостол војвода αποκαλούνταν από το λαό ως Ениџевардарско сонце-Ήλιος του Ενιτζζεβάρνταρ, επειδή το όνομά του έδινε ελπίδα για ελευθερία στους σκλαβωμένους και φόβο στις αρχές. Πολλοί από τους πιστούς του κόμιτι, κατάγονταν από το Καντίνοβο. Μεταξύ αυτών ξεχώριζαν οι: Петре Треболски-Πέτρε Τρεμπόλσκι, αγγελιοφόρος, Тодор Чифтеев-Τόντορ Τσσιφτέεβ, Дине Падарот-Ντίνε Πάνταροτ, Ване Аџихристов-Βάνε Ατζζιχρίστοβ, Мице Вангеловски-Μίτσε Βαγγέλοβσκι, Иван Мулезимов-Ίβαν Μουλεζίμοβ, Менче Стојанов-Μέντσσε Στογιάνοβ, Гоце Падарот-Γκότσε Πάνταροτ, Нише Чаков-Νίσσε Τσσάκοβ, Мице Николов-Μίτσε Νικόλοβ, Ристо Карчонов-Ρίστο Καρτσσόνοβ, όλοι τους κόμιτι. Δυστυχώς, ο Ѓорѓи Стојанов-Γκιόργκι Στογιάνοβ και ο παπάς Ристо Стојанов-Ρίστο Στογιάνοβ, αν και στην αρχή ήταν πιστοί στον Άποστολ, αργότερα, χρηματίστηκαν από τους «Μακεδονομάχους» και αποδέχτηκαν την ελληνική πολιτική. Για το λόγο αυτό αποκαλέστηκαν «Γκ’ρκομάνι» και τιμωρήθηκαν με τουφεκισμό από τους κόμιτι. Ο Γκιόργκι παρέμεινε ζωντανός, αλλά του έμεινε και ο χαρακτηρισμός “гркоман”. Μεγάλη ήταν η συμμετοχή των κατοίκων του Кадиново και στον Εμφύλιο πόλεμο (1946-1949), στον αγώνα τους για τα εθνικά δίκαια των Μακεδόνων. Ένας από τους γνωστότερους ήρωες της περιόδου ήταν ο Димитар Угриновски-Ντιμίταρ Ουγκρίνοβσκι, για τον οποίο αναφέρθηκε στο τεύχος 8 της Нова Зора.
Σε προηγούμενα τεύχη, παρουσιάστηκαν μακεδόνικα χωριά, τα οποία είτε είναι «ζωντανά», είτε λόγω διωγμών και καταστροφών στο παρελθόν, σήμερα δεν υπάρχουν. Στο τεύχος αυτό, θα γίνει αναφορά για ένα από τα πολλά χωριά, τα οποία αν και συνέχισαν να υπάρχουν, άλλαξε η σύνθεση του πληθυσμού τους, μετά από εγκατάσταση άλλων πληθυσμών, με αποτέλεσμα να υπάρχουν λίγοι Μακεδόνες ή και καθόλου.
Το χωριό δημιουργήθηκε την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Εκείνον τον καιρό, οι αγάδες και οι μπέηδες έκαναν σάραϊ και τσιφλίκια στα γονιμότερα και ομορφότερα μέρη. Έτσι, με την αύξηση του αριθμού των τσιφλικιών, αυξανόταν και ο αριθμός των Μακεδόνων εργατών-αγροτών που απασχολούνταν εκεί και με τον τρόπο αυτό, γεννιούνταν πολλές φορές ολόκληρα χωριά. Το ίδιο συναίβει και με το Τσσίφλιτζζικ. Σύμφωνα με μαρτυρίες γεροντότερων κατοίκων, οι περισσότεροι από αυτούς εκδιωγμένοι, το χωριό δημιουργήθηκε την περίοδο 1800-1810. Στις αρχές εκεί εγκαταστάθηκαν εννέα μακεδόνικες οικογένειες, αλλά το χωριό συνεχώς μεγάλωνε και έτσι το 1900 είχε περίπου 180 κάτοικους, όλοι εθνικά Μακεδόνες, το 1913, 208 κάτοικοι, το 1920, 329 κάτοικοι. Μετά το τέλος του ελληνο-τουρκικού πολέμου (1922) και την «εθελοντική» ανταλλαγή πλυθησμών με ταξύ των δύο κρατών, στο χωριό εγκαταστάθηκαν 433 πρόσφυγες από τον Πόντο και έτσι η εθνική σύνθεση έγινε πλέον μικτή, αυξάνοντας τον αριθμό των κατοίκων, οι οποίοι σύνφωνα με την απογραφή του 1928, ανέρχονταν στους 738. Μέχρι και τις αρχές του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, οι κάτοικοι αριθμούσαν 920.
Ο επόμενος πόλεμος όπου επιστρατεύτηκαν Μακεδόνες από το Чифлиџик, ήταν ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος (1940). Συνολικά επιστρατεύτηκαν 22 Μακεδόνες και ακόμη τέσσερις επιστρατεύτηκαν την επόμενη χρονιά κατα τη διάρκεια της γερμανικής επίθεσης στην Ελλάδα. Την περίοδο του Δευτέρου Παφκοσμίου πολέμου, το χωριό βρισκόταν υπο τη βουλγαρική κατοχική ζώνη και τότε περίπου τριάντα μακεδόνικες οικογένειες με 130 άτομα, επέστρεψαν στο πατρικό τους χωριό από τη Βουλγαρία, όπου είχαν εκδιωχθεί νωρίτερα, ενώ όλοι οι κάτοικοι ποντιακής καταγωγής, εκτός δύο οικογενειών, εγκατέλειψαν το χωριό. έτσι το Τσσίφλιτζζικ, στις αρχές του 1941, αριθμούσε 530 κατοίκους, στη μεγάλη τους πλειοψηφία Μακεδόνες. Μετά το τέλος του πολέμου, οι ποντιακής καταγωγής κάτοικοι επέστρεψαν στο χωριό, ενώ μεγάλος αριθμός Μακεδόνων (60%), λόγω της τρομοκρατίας που επικρατούσε από τις ελληνικές αρχές και τους υπόλοιπους κατοίκους, αναγκάστηκαν και πάλι να εγκαταλείψουν τα πάτρια εδάφη. Επίσης, και κατα τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, οι κάτοικοι συμμετείχαν στον αγώνα για τα δίκαιά τους και πολλοί από αυτούς χάθηκαν. Και πάλι στο τέλος οι Μακεδόνες υπέφεραν τις συνέπειες. Μεγάλο μέρος των εναπομείναντων εκδιώχθηκε ή αναγκάστηκε να καταφύγει σε γειτονικές χώρες.
Το χωριό Острово-Όστροβο (μετονομάστηκε από τις ελληνικές αρχές σε Άρνισσα, το 1926), βρίσκεται στη βορειοανατολική όχθη του Островско езеро-λίμνη Όστροβσκο (Βεγορίτιδα), της περιοχής του Воден-Έδεσσας. Η τοποθεσία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την φημισμένη οδό της Ρωμαϊκής εποχής, Via Egnacia, η οποία ήταν ο κύριος σύνδεσμος των ανατολικών και δυτικών περιοχών των Βαλκανίων. Πρόκειται για μια όμορφη και γόνιμη μικρή πεδιάδα, πολύ κοντά στους πρόποδες του όρους Ниџе-Νίτζζε (Βόρας). Βόρεια το χωριό συνορεύει με τα χωριά Чеган-Τσσέγκαν (Άγιος Αθανάσιος) και Жерви-Ζζέρβι (Ζέρβη), νότια με τα χωριά Граматиково-Γκραματίκοβο (Άνω και Κάτω Γραμματικό) και Кочана-Κότσσανα (Περαία), ανατολικά με το Росилово-Ροσίλοβο (Ξανθόγεια), Друшка-Ντρούσσκα (Δροσιά) και Гугово-Γκούγκοβο (Βρυττά), νοτιοδυτικά με το Пателе-Πάτελε (Αγιος Παντελεήμων) και βορειοδυτικά με το Горничево-Γκορνίτσσεβο (Κέλλη).
Την περίοδο του ξεσηκωμού των Μακεδόνων εναντίων των οθωμανικών αρχών, την περίφημη Επανάσταση του Ίλιντεν, στο χωριό συστάθηκε κομιτέτ-επιτροπή της ΜΡΟ ή ΒΜΡΟ (Македонска револуционерна организација-Μακεδόνικη Επαναστατική Οργάνωση). Η ένταξη των κατοίκων ήταν μαζική. Το 1902, μέσω προδοσίας, οι οθωμανικές αρχές κατάφεραν να συλλάβουν τα βασικά μέλη και να διαλύσουν την επιτροπή αυτή, η οποία πολύ σύντομα ξανασυστάθηκε.
Ένα χωριό ιστορικό, κατατρεγμένο, μακεδόνικο. Το Пателе. Το χωριό Пателе –Πάτελε (μετανομάστηκε από τις ελληνικές αρχές το 1926 σε Άγιο Παντελεήμων), βρίσκεται στη δυτική όχθη της λίμνης Островско езеро-Όστροβσκο έζερο (Βεγορίτιδα) και ανατολικά του Петерско езеро-Πέτερσκο έζερο (λίμνη Πετρών). Βόρεια του χωριού υψώνεται ψηλός λόφος, τον οποίο οι χωρικοί ονομάζουν Τумба-Τούμπα. Νότια του χωριού και σε απόσταση 7 χιλ, βρίσκεται η μικρή πόλη Соровичево-Σοροβίτσσεβο (Αμύνταιο), στο δήμο του οποίου και ανήκει. Βόρεια συνορεύει με το χωριό Горничево-Γκορνίτσσεβο (Κέλη), ανατολικά με το Острово-Όστροβο (Άρνισσα) και δυτικά με τα χωριά Петрско-Πετ’ρσκο (Πέτρες) και Церово-Τσέροβο (Κλειδί). Δίπλα από το χωριό περνάει ή καλύτερα περνούσε, η σιδηροδρομική γραμμή Солун (Θεσσαλονίκη) – Воден (Έδεσσα) – Лерин (Φλώρινα) – Битола (Μπίτολα).
Την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στη Μακεδονία, το Πάτελε δεν διέφερε σε τίποτα από τα άλλα μακεδόνικα χωριά. Επειδή οι κάτοικοι ήταν χριστιανοί, κύρια υποχρέωσή τους ήταν καταβολή φόρων και η δωρεάν εργασία (αγγαρεία).
Όταν άρχισε ο Εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα (1946-1949), εκατοντάδες κάτοικοι του Пателе εντάχθηκαν στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού, πιστεύοντας ότι έτσι θα πολεμήσουν για τα δικαιώματα των εθνικά Μακεδόνων. Ένας από τους μεγαλύτερους αγωνιστές και ήρωας του πολέμου ήταν ο Илија Црнаков-Ίλια Τσ’ρνάκοβ, γεννημένος το 1910. Κατα τη διάρκεια της σύντομης ζωής του, ο Ίλια πολέμησε σε όλους τους πολέμους και σε όλα τα μέτωπα που έλαβαν μέρος στην περιοχή. Στο αλβανικό μέτωπο, στην αντίσταση, στον Εμφύλιο. Χάθηκε κοντά στην Κλεισούρα, στο βουνό Вич-Βιτςς (Βίτσι), χτυπημένος από εχθρική βόμβα, τον Οκτώβριο του 1947. Εδώ θα πρέπει να αναφερθούν και τρεις ακόμα κάτοικοι του χωριού, οι οποίοι πέθαναν από βασανιστήρια στις φυλακές όπου βρίσκονταν λόγω της συμμετοχής τους στις μάχες της περίοδου εκείνης. Βασανίστηκαν άγρια επειδή δεν ήθελαν να απαρνηθούν τη μακεδονικότητά τους και τη γλώσσα τους. Αυτοί ήταν ο Михаил Кљанев-Μίχαηλ Κλιάνεβ, ο Методија Береов-Μετόντια Μπερέοβ και ο Томе Качоров-Τόμε Κατσσόροβ.












