Αρχεία | ΠΡΟΣΩΠΑ | Личности

СТОЈАН КОЧОВ – ΣΤΟΓΙΑΝ ΚΟΤΣΣΟΒ

Ο Стојан Кочов (Στόγιαν Κότσσοβ), του Άτανας και της Γιόβανκα, γεννήθηκε στο χωριό Турије, Леринско (Τούριε, Λέρινσκο – Κορυφή

Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο Γράμμο το 1949

Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο Γράμμο το 1949

Φλώρινας), στις 31 Ιανουαρίου 1930. Σήμερα ζει στην πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, Σκόπιε, πλέον συνταξιούχος. Στο χωριό του Τούριε τελείωσε και την πέμπτη τάξη της βασικής εκπαίδευσης, αλλά λόγω της έναρξης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αναγκάστηκε να σταματήσει τη μόρφωσή του. Λόγω των σκληρών συνθηκών ζωής κατά τη διάρκεια του πολέμου, αναγκάστηκε να αρχίσει να πουλάει ξύλα στην πόλη Λέριν/Φλώρινα. Επειδή η τοποθεσία του Τούριε (ορεινή με πυκνά δάση) επέτρεπε το γεγονός, σύντομα έγινε ένα από τα πρώτα χωριά όπου επικεντρώθηκαν οι παρτιζάνικες δυνάμεις.

Η σκληρότητα του πολέμου, με τις αδικίες, το φόβο, την πείνα και τη μεγάλη θλίψη για τους νεκρούς, συνέπεια ενεργειών ξένων στρατών, η ζωή στα χωριά γινόταν όλο και πιο ανυπόφορη. Μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, την άνοιξη του 1945-46, ο Στόγιαν εντάχθηκε στις πρώτες οργανώσεις νεολαίας НОМС (ΝΟΜΣ) και σχεδόν όλο το χρονικό διάστημα υπηρετούσε ως βοήθεια των οργανώσεων НОФ (ΝΟΦ) και АФЖ (ΑΦΖ).  Στην παραπέρα περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, ο Κότσσοβ ενεργά συμμετείχε στις μάχες ως μέλος των παρτιζάνικων σωμάτων του ΔΣΕ (Δημοκρατικού Στρατού). Συγκεκριμένα, στις 16 Φεβρουαρίου 1947, μια ομάδα νεαρών, μεταξύ των οποίων και ο Στόγιαν, ζήτησαν να ενταχθούν στις μονάδες του ΔΣΕ και από τότε δεν σταμάτησε να δρα εώς και το τέλος του πολέμου.

Στην αρχή ήταν στα σώματα πεζικού, ενώ προς τα τέλη Αυγούστου του 1947, μια μεγαλύτερη ομάδα Μακεδόνων από τα χωριά του Κόστουρ/Καστοριά και του Λέριν/Φλώρινα, στην οποία βρισκόταν και ο Στόγιαν, περίπου 320 στον αριθμό, μετά από διαταγή του Επιτελείου του Βίτσσο (Βίτσι), στάλθηκαν στο Επιτελείο του Γράμμου, όπου και παρέμειναν εώς και το 1949. Από την αρχή της παραμονής στο Γράμμο, οι Μακεδόνες έλαβαν νέα καθήκοντα και ανακατεύτηκαν με τους Έλληνες, ενώ έλαβαν οδηγίες να μην ομιλούν τη μακεδόνικη γλώσσα, όπως και να αλλάξουν τα ονοματεπώνυμά τους και αντί τα μακεδόνικά τους, να τα αλλάξουν στα ελληνικά. Έτσι, ο Στόγιαν Κότσσοβ έπρεπε να λέγεται Γιάννης Ιωάννου. Αυτό είχε ζητηθεί από την ηγεσία των κομμουνιστών και των διοικητών του Επιτελείου, με δικαιολογία ότι εκεί υπήρχαν και Έλληνες και δεν έπρεπε να δημιουργούνται προβλήματα. Ο Κότσσοβ και οι υπόλοιποι Μακεδόνες αντέδρασαν στην απόφαση αυτή και έτσι, λίγους μήνες αργότερα, το Επιτελείο έφερε εκεί τον Ѓорги Калков (Γκιόργκι Κάλκοβ), τον οποίο και όρισε ως „υπεύθυνο για τους Μακεδόνες“. Εώς τις μεγάλες μάχες, ο Στόγιαν αγωνίστηκε στην περιοχή του Γράμμου, του Μέτσοβου και της Ζαγκόρια (Ζαγοροχώρια). Μια από τις τρομακτικότερες και πλέον αιματηρές μάχες που συμμετείχε ήταν η μάχη για την κατάληψη της πόλης Κόνιτσα, επειδή αυτή έπρεπε να είναι η επίσημη έδρα της Προσωρινής δημοκρατικής κυβέρνησης της Ελλάδας. Η μάχη για την Κόνιτσα (25 Δεκεμβρίου 1947 – 4 Ιανουαρίου 1948), ήταν ένας αγώνας ζωής ή θανάτου, μέσα στα σοκάκια της πόλης. Τη μάχη αυτή ο Κότσσοβ την περιέγραψε με λεπτομέρειες στο βιβλίο του με τίτλο „Јамка“ (Γιάμκα). Εκεί σκοτώθηκαν πολλοί μαχητές, Έλληνες και Μακεδόνες. Από τους 318 Μακεδόνες που συμμετείχαν στη μάχη, απέμειναν ζωντανοί όχι περισσότεροι από 70-80.

Έπειτα ακολούθησαν οι μάχες στην Πιερία, στις 18 Μαρτίου 1948, με σκοπό την υποδοχή μιας μεγάλης άοπλης φαλάγγας που κινούταν από τη Ρούμελη προς τη Μακεδονία. Στις αιματηρές εκείνες μάχες, σε ένα ύψωμα, σκοτώθηκε και ο υπεύθυνος της μονάδας του Στόγιαν, ο Γκιόργκι Κάλκοβ. Μετά την επιστροφή από εκείνες τις μάχες, στις 15 Απριλίου, ο Στόγιαν και μια μεγαλύτερη ομάδα μαχητών, επιλέχτηκε για να φοιτήσει στην ειδική στρατιωτική σχολή εκτέλεσης αποστολών σαμποτάζ εχθρικών στρατιωτικών κτιρίων και εγκαταστάσεων, όπως και ανατινάξεις των εχθρικών γραμμών και συστημάτων επικοινωνίας.  Όλοι όσοι παρακολούθησαν τα μαθήματα αυτά προάχθηκαν σε αρχιλοχίες. Στις αρχές του  1949, ο Κότσσοβ και άλλος ένας απόφοιτος της σχολής αυτής, τοποθετήθηκαν ως ακόλουθοι στο Γενικό Επιτελείο του ΔΣΕ.

Προηγουμένως είχαν λάβει χώρα οι μάχες του Γράμμου (Ιούνιος – Αύγουστος 1948). Μετά τις μάχες αυτές, όλες οι μονάδες του ΔΣΕ είχαν μεταφερθεί στο όρος Βίτσσο. Ο Κότσσοβ στο έργο του „Гробарот од Лерин“ (Γκρόμπαροτ οντ Λέριν / Ο νεκροθέφτης του Λέριν)  περιέγραψε τη μάχη κατάληψης της πόλης Λέριν/Φλώρινα στις 12 Φεβρουαρίου 1949.

Ο Στόγιαν Κότσσοβ συμμετείχε σχεδόν σε όλες τις μάχες, στον Κλέφτη, στην Κόνιτσα, στο Γράμμο και στις 6 Ιουλίου 1948 στην τοποθεσία „Свети Илија“ (Σβέτι Ίλια/Άγιο Ηλία) πάνω από το χωριό Μπούκοβικ/Οξυά του Γράμμου, όπου κατά τη διάρκεια θερμής επίθεσης από τις κυβερνητικές δυνάμεις στις θέσεις των παρτιζάνων, ο Στόγιαν τραυματίστηκε βαριά στο κεφάλι και το χέρι και ήταν αναίσθητος επί μεγάλο χρονικό διάστημα. Η ιατρική υπηρεσία τον μετέφερε στο προσωρινό στρατιωτικό νοσοκομείο των παρτιζάνων και αργότερα μεταφέρθηκε στην Αλβανία, στο νοσοκομείο της πόλης Κόρτσσα, όπου και χειρουργήθηκε. Εκεί παρέμεινε επί 3-4 μήνες και έπειτα επέστρεψε στις μονάδες του ΔΣΕ για να συμμετέχει στις μάχες του Μάλι Μάντι και άλλες μάχες της ευρύτερης περιοχής.

Μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, με τις ελίτ μονάδες του ΔΣΕ αναχώρησε στις 24 Οκτωβρίου 1949 για την τότε Σοβιετική Ένωση. Το μακρύ ταξίδι έγινε μέσω Μεσογείου, μέσω Δαρδανελίων για τη Μάυρη Θάλασσα εώς την πόλη Μπακού και από εκεί με τρένο ως την πόλη Τασκένδη. Στην Τασκένδη ο Στόγιαν, από το 1949 μέχρι το 1952, ως μέλος ομάδας, παρακολούθησε ειδική στρατιωτική εκπαίδευση για σαμποτέρ και ετοιμαζόταν για να επιστρέψει στην Ελλάδα. Όσο περνούσε ο καιρός, εγγράφηκε στο Πολυτεχνείο, αλλά δεν το τελείωσε επειδή το 1957 επέστρεψε σε μακεδόνικο έδαφος, αλλά όχι στην πατρική του εστία, αλλά στο Σκόπιε της Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Το 1970 αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, Σχολή Πληροφορικής Τεχνολογίας. Εργάστηκε επί πολλά χρόνια ως κύριος σχεδιαστής – ειδικός και προϊστάμενος στο τμήμα Σκοπίων της βιομηχανικής μονάδας „Ράντε Κόντσσαρ“. Ο Στόγιαν συνταξιοδοτήθηκε το έτος 1990 σε ηλικία 60 χρονών και σήμερα ζει στο Σκόπιε. Σύντροφος της ζωής του, η οποία πρόσφατα απεβίωσε, ήταν η επίσης αγωνίστρια Τρενταφίλα Ρέσοβα Κότσσοβα, με καταγωγή από το χωριό Σλίμνιτσα, Κόστουρσκο (Τρίλοφο Καστοριάς).

Τα έτη 1950- 1957, όταν βρισκόταν στην Τασκένδη, έκανε τις πρώτες του λογοτεχνικές προσπάθειες. Έγραφε ποίηση και μικρά διηγήματα και νοβέλες, τα οποία δημοσίευε στην τοπική εφημερίδα, στη μακεδόνικη και ελληνική γλώσσα. Μετά την συνταξιοδότησή του, αφιερώθηκε αποκλειστικά στη λογοτεχνία, στο θέμα της τραγωδίας των Μακεδόνων στους πολέμους (1940-49), τη γενοκτονία και τη μετανάστευση. Είναι μέλος του συλλόγου συγγραφέων της Μακεδονίας και εώς σήμερα έχει εκδόσει 23 βιβλία και πολλά άρθρα.


δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ПАНДИЛ ШИШКОВ – ΠΑΝΤΙΛ ΣΣΙΣΣΚΟΒ (1874-1929)


Ο Μάρκο Χρίστοβ Σσίσσκοβ ή γνωστότερος ως Пандил Шишков (Πάντιλ Σσίσσκοβ), γεννήθηκε στο χωριό Врбени, Леринско (Β΄ρμπενι, Λέρινσκο – Ξινό Νερό Φλώρινας) στις 20 Δεκεμβρίου 1874. Ήταν ένας ανήσυχος πνευματώδης τύπος, καθόλα του αδούλωτος. Μεγάλη τάση προς την εκπαίδευση δεν είχε. Λίγες τάξεις είχε τελειώσει στο εξαρχικό και μόλις λίγους μήνες και στο πατριαρχικό σχολείο. Λόγω του ανήσυχου χαρακτήρα του, εντός και εκτός σχολείου, με το ζόρι είχε τελειώσει τη βασική εκπαίδευση. Ήταν όμως αγαπητός πολύ στο λαό και κατείχε μεγάλη δεξιότητα στην επικοινωνία, αφήνοντας πάντοτε την εντύπωση πανέξυπνου διανοούμενου ανθρώπου.

Ο Πάντιλ από μικρή ηλικία είχε μείνει ορφανός και είχε υιοθετηθεί από το θείο του Κίτσε Σσίσσκοβ, τον οποίο βοηθούσε στις εργασίες του σπιτιού, όργωνε τα χωράφια και βοσκούσε τα ζωντανά. Νεαρός ακόμη, συχνά καυγάδιζε με τα τοπικά τουρκάκια των γειτονικών χωριών. Το 1898, ο Πάντιλ εντάχθηκε στις τάξεις του ΒΜΡΟ και από τότε αδιέρωσε τον εαυτό του ολοκληρωτικά στο μακεδόνικο επαναστατικό κίνημα, στην αρχή ως αγγελιοφόρος, έπειτα ως τρομοκράτης, κόμιτα και στο τέλος ως βόιβοντα περιοχής. Το 1898, βρισκόταν στην ομάδα του Лазар Бицанов (Λάζαρ Μπιτσάνοβ, από το Ζελενίτσσε/Σκλήθρο), του Дине Абдураман (Ντίνε Αμπντουράμαν, από το Πάτελε/Αγ.Παντελεήμων) και του Стефан Настев (Στέφαν Νάστεβ, από το Τσέροβο/Κλειδί), της οποίας ομάδας η αποστολή ήταν η προμήθεια οπλισμού και ο εξοπλισμός του πληθυσμού στο Λέρινσκο (περιοχή Λέριν/Φλώρινας) και μέρος του Κόστουρσκο (περιοχή Κόστουρ/Καστοριάς), Κάιλαρσκο (περιοχή Κάιλαρι/Εορδαίας) και Μαρίοβο (περιοχή της Δ.Μακεδονίας). Ένας από τους τοπικούς χαφιέδες πρόδωσε την ομάδα αυτή στο Τούρκο διοικητή του Σοροβίτσσεβο (σημ.Αμύνταιο), ο οποίος συνέλαβε τον Πάντιλ και τους άντρες του και τους βασάνισε σκληρά. Ήταν Γκιούργκιοβντεν (Αγίου Γεωργίου). Ένας από τους άντρες μαρτύρησε ότι υπάρχουν κρυμμένα όπλα στην τοποθεσία „Круша (Κρούσσα)“ και ενώ οι στρατιώτες κατευθύνονταν προς τα εκεί, ο Πάντιλ έστειλε συγχωριανούς του να απομακρύνουν τον οπλισμό. Για την πράξη του αυτή καταδικάστηκε σε 101 χρόνια φυλάκιση.

Τον Σεπτέβριο του 1902, ο Πάντιλ έλαβε αμνηστεία και αμέσως έγινε παράνομο μέλος της οργάνωσης, ενώ τα τουρκικά δικαστήρια τον ξαναδίκασαν εν απουσία του σε νέα 101 χρόνια φυλακής. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν ήταν μέλος της κεντρικής τσσέτας του χωριού του και συμμετείχε στη μάχη για την απελευθέρωση της κωμώπολης Νέβεσκα (σημ.Νυμφαίο), αλλά και σε άλλες μάχες με τον οθωμανικό στρατό. Πολέμησε επίσης και στη μεγάλη μάχη των ενωμένων επαναστατικών δυνάμεων του Λέριν και Κόστουρ ενάντια στις τουρκικές δυνάμεις στο όρος Β΄ρμπιτσα. Μετά τη λήξη της Επανάστασης, ο Πάντιλ, μαζί με τους βόιβοντες Џоле Гергев (Τζζόλε Γκέργκεβ από Μπάνιτσα), Алексо Џорлев (Αλέξο Τζζόρλεβ από Μπάνιτσα),  Тане Стојчев (Τάνε Στόιτσσεβ από Γκορνίτσσεβο), Крсто Љондев (Κ΄ρστο Λιόντεβ από Νεόκαζι) και άλλους, περιηγήθηκε την περιοχή του Λέρινσκο με σκοπό να αναπτερώσει το ηθικό του φοβισμένου πληθυσμού, τιμωρώντας δημόσια τους προδότες της επανάστασης.

Την περίοδο από το 1905 εώς το 1908, ο Πάντιλ για πρώτη φορά μετέβηκε στη Βουλγαρία όπου συμμετείχε στις νόμιμες πλέον οργανώσεις, ενώ ταυτόχρονα βρισκόταν σε συχνή επαφή με τους συγχωριανούς του από το Β΄ρμπενι (ή αλλιώς Екши-су-Έκσσι-Σου). Όταν το 1908 οι Νεότουρκοι ανέλαβαν την εξουσία της αυτοκρατορίας, όλες οι παράνομες ως τότε δυνάμεις του ΒΜΡΟ συγκεντρώθηκαν στις πόλεις και στις πατρικές τους εστίες. Έτσι, ο Πάντιλ, μαζί με μεγάλο αριθμό συγχωριανών του, μέσω του Σόλουν/Θεσσαλονίκη, επέστρεψε στο Β΄ρμπενι, όπου του έγινε μεγάλη υποδοχή από τον πληθυσμό. Το νεοτουρκικό όμως χουριέτ σύντομα εξαφανίστηκε. Η τουρκική κυβέρνηση και οι ηγέτες της νεοτουρκικής επιτροπής ξεκίνησαν και πάλι το ,,παλιό τραγούδι,, συλλήψεων πρώην επαναστατών και εξέχοντων Μακεδόνων και την ίδια χρονιά, όταν οι βόιβοντι του Λέρινσκο είχαν συγκεντρωθεί σε μια καφάνα για να καταδικάσουν το χουριέτ, άτομα των νεοτούρκων επιτέθηκαν ύπουλα και σκότωσαν το βόιβοντα Τζζόλε Γκέργκεβ. Οι υπόλοιποι σώθηκαν σαν από θαύμα, με μόνο μικρούς τραυματισμούς. Από εκείνη την στιγμή ο Πάντιλ έγινε και πάλι παράνομος επαναστάτης. Σύντομα αναχώρησε και πάλι για τη Βουλγαρία, για να συμβουλευτεί τους παλιούς μαχητές και ηγέτες της οργάνωσης για τον τρόπο δράσης που θα έπρεπε να ακολουθήσει. Έπειτα, τον Αύγουστο του 1909, επέστρεψε και πάλι στο Λέρινσκο όπου συνέχισε την παράνομη οργανωτική δράση, σε συμφωνία με τις νόμιμες οργανώσεις, με τις οποίες συχνά συναντιόταν. Στις 12 Αυγούστου 1909, ο Πάντιλ με τους άντρες του κατέβηκε από το βουνό στο χωριό του, εγκαταστάθηκε στο σπίτι της αδερφής του, Σόφκα, για να δει τους συγγενείς του και τους συγχωριανούς του. Οι τοπικοί χαφιέδες έμαθαν το γεγονός και ειδοποίησαν τις αρχές. Ο στρατός περικύκλωσε το χωριό και τμήμα των στρατιωτών κατευθύνθηκαν άμεσα στο σπίτι της Σόφκα. Ο Πάντιλ, χωρίς δεύτερη σκέψη, άνοιξε πυρ και σκότωσε έναν από τους στρατιώτες. Ξεκίνησε μια άνιση μάχη, με τον στρατό να ανοίγει πυρ προς πολλές κατευθύνσεις στο χωριό. μετά από πολύ κυνηγητό στα σοκάκια του χωριού και με τη βοήθεια των συγχωριανών του, οι κόμιτι με τον Πάντιλ κατάφεραν να εγκαταλείψουν το χωριό από τη ντόλνα μάαλα (κάτω γειτονιά). Η δόξα του Πάντιλ, μετά τη μάχη αυτή, αυξήθηκε ακόμη περισσότερο ανάμεσα στον τοπικό μακεδόνικο πληθυσμό.

Το χειμώνα τον πέρασε στη Βουλγαρία και τον Ιούνιο του 1910, με μια μικρή τσσέτα, κατευθύνθηκε και πάλι προς το Λέρινσκο. Εκεί, μαζί με τον Αλέξο Τζζόρλεβ, έδινε συνεχώς μάχες με τους Έλληνες αντάρτες. Εκεί ήταν που έλαβε την είδηση για την έναρξη των Πρώτων Βαλκανικών Πολέμων και σύντομα, μαζί με τους άντρες του, εμπλέχτηκε στον πόλεμο, βοηθώντας τον σερβικό και ελληνικό στρατό ενάντια στους Τούρκους. Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και οι σύμμαχοι, αντί να δώσουν την ελευθερία στους Μακεδόνες, υποδούλωσαν τη γη τους. Έτσι και πάλι ξεκίνησε διωγμός των βόιβοντι και των κόμιτι. Ο Πάντιλ σύντομα έμαθε ότι οι ,,απελευθερωτές,, του ετοιμάζουν δολοφονία και με τους πιστούς του άντρες βρήκε και πάλι καταφύγιο στα βουνά. Κοντά στο βουνό Γκορνιτσσέβσκατα πλάνινα συγκρούστηκε με τους Έλληνες αντάρτες και σύντομα, μετά τα νέα σύνορα και το διαμελισμό της Μακεδονίας, ο Πάντιλ υποχώρησε στη Βουλγαρία.

Συμμετείχε και στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου με τους άντρες του είχε προσπαθήσει να μεταβεί στο Λέρινσκο, αλλά δεν κατάφερε να φτάσει εκεί και έτσι έδρασε στην περιοχή της Μπίτολα και Κίτσσεβο. Μετά το τέλος του πολέμου, έγινε διοικητής του   Свети Врач (Σβέτι Βράτςς), σημερινή πόλη Σαντάνσκι της Μακεδονίας του Πίριν (Βουλγαρία). Το καθήκον αυτό το εκτέλεσε εώς το έτος 1926. Μετά την συνταξιοδότησή του, με την οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην πόλη Βάρνα. Εκεί συμμετείχε στις συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων παρακλάδων του ΒΜΡΟ και δολοφονήθηκε στην πόλη Σόφια στις 8 Νοεμβρίου 1929.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

РИСТО ВОЛКАНОВ – ΡΙΣΤΟ ΒΟΛΚΑΝΟΒ (1874 – 1905)

Δεν υπάρχει μακεδόνικο χωριό στο οποίο ζούσαν και ζουν Μακεδόνες που να μην γεννήθηκε κάποιος επαναστάτης, πατριώτης, ο οποίος

Ристо Волканов – Ρίστο Βολκάνοβ

Ристо Волканов – Ρίστο Βολκάνοβ

έδωσε τη ζωή του για τον αγώνα του μακεδόνικου λαού, για τη δημιουργία του Μακεδόνικου κράτους. Αυτό το αδιαμφισβήτητο γεγονός αφορά όλες τις περιοχές του τμήματος της Μακεδονίας που προσαρτήθηκε στην Ελλάδα.

Ο Христо Стојанов Волканов (Χρίστο Στογιάνοβ Βολκάνοβ) γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου 1874, στο μακεδόνικο χωριό Песочница (Πεσότσσνιτσα) το οποίο βρίσκεται στο Λέρινσκο πόλε (κάμπο του Λέριν/Φλώρινα). Αργότερα, οι ελληνικές αρχές το μετονόμασαν σε Αμμοχώρι.

Ο Βολκάνοβ βασική εκπαίδευση τελείωσε στο χωριό του και στο Λέριν και συνέχισε τη μέση εκπαίδευση στο Σόλουν (Θεσσαλονίκη), στο εξαρχικό Γυμνάσιο Αρρένων, απ΄όπου με επιτυχία αποφοίτησε το 1897. Αμέσως μετά μετέβηκε στη Βουλγαρία και συνέχισε τις σπουδές του ως φοιτητής της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σόφιας, απ΄όπου αποφοίτησε το 1901. Και στο Σόλουν και στην Σόφια κινούταν στους προοδευτικούς κύκλους των Μακεδόνων. Σε εκείνες τις συντροφιές αντάλλασε σκέψεις για τη δύσκολη ζωή στη Μακεδονία, κάτι που συνέβαλε στην ενίσχυση του πατριωτικού του πνεύματος. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως δάσκαλος στο χωριό του Πεσότσσνιτσα και στο Λέριν και αργότερα δίδαξε και στο Сер (Σερ – Σέρρες). Την περίοδο αυτήν ήρθε σε επαφή με το ΒΜΡΟ και από το 1902 έγινε μέλος της Περιφερειακής Επαναστατικής Επιτροπής του Σερ (Серски окружен револуционерен комитет).

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του μακεδόνικου λαού, την Επανάσταση του Ίλιντεν, ο Ρίστο ήταν ενεργός επαναστατικά στην περιοχή του Λέριν και μετά τη λήξη αυτής, εργάστηκε ως δάσκαλος στη Μπίτολα, στο εξαρχικό γυμνάσιο της πόλης αυτής.

Τους μαθητές του, τους έφερνε σε επαφή με τις γνώσεις σχετικά με τους φυσικούς νόμους της φυσικής και των μαθηματικών, ενώ ταυτόχρονα εμφύτευε στην ψυχή τους και το μακεδόνικο πατριωτικό πνεύμα.

Είναι γνωστό ότι μετά την Επανάσταση του Ίλιντεν, στη Μπίτολα και την ευρύτερη περιοχή, το μίσος ανάμεσα στους Μακεδόνες και τους υποστηρικτές των προπαγάνδων των γειτονικών χωρών ήταν μεγάλο. Οι εχθροί της Μακεδονίας και του μακεδόνικου ζητήματος γνώριζαν καλά την πατριωτική θέση του Ρίστο Βολκάνοβ. Μεγάλο εχθρό στο πρόσωπό του, λόγω της δράσης του, έβλεπε η ελληνική προπαγάνδα μέσω των Ελλήνων πολιτών και των γκρεκομάνηδων, οι οποίοι ασταμάτητα εργάζονταν πάνω στο θέμα της εξολόθρευσής του. Αυτό συνέβη στις 21 Οκτωβρίου 1905, όταν Έλληνας τρομοκράτης τον μαχαίρωσε πισώπλατα την ώρα που ο Βολκάνοβ έβγαινε από την πόρτα του σπιτιού του. Το γεγονός τάραξε ισχυρά τη Μπίτολα και όλη την ευρύτερη περιοχή.

Τεράστιο πλήθος κόσμου στην κηδεία του Ρίστο Βολκάνοβ

Τεράστιο πλήθος κόσμου στην κηδεία του Ρίστο Βολκάνοβ

Σύντομα όμως η τιμωρία των ενόχων έγινε πραγματικότητα. Όλα τα όργανα του ΒΜΡΟ της περιοχής εντάχθηκαν στην προσπάθεια αποκάλυψης των δραστών και σύντομα αυτοί ανακαλύφθηκαν στις γραμμές των οργανώσεων της ελληνικής προπαγάνδας στην περιοχή.

Συλλήφθησαν και το λαϊκό δικαστήριο έλαβε απόφαση εκτέλεσής τους. Ένοχοι της ύπουλης δολοφονίας ήταν ο Μακεδόνας γκρεκομάνος Τίρτσσε Τάντι και ο Έλληνας Μιχαήλ Παπαγιάννης.

Фамилија Светиев – Η οικογένεια Σβετίεβ

Στη Μπίτολα και στην ευρύτερη περιοχή ζούσαν πολλές οικογένειες, οι οποίες έδωσαν γνωστούς απογόνους και άφησαν βαθιά τα ίχνη τους στη μακεδόνικη ιστορία. Μια από αυτές ήταν και η οικογένεια Σβετίεβ.

Ο Ρίστο Βολκάνοβ ήταν παντρεμένος με την Αγγελίνα, με την οποία απέκτησε έναν γιο, ο οποίος επίσης λεγόταν Ρίστο. Μετά το θάνατο του Ρίστο Βολκάνοβ, η σύζυγός του για ορισμένο χρονικό διάστημα παρέμεινε χήρα, αλλά αργότερα ξαναπαντρεύτηκε, με τον γνωστό έμπορο της Μπίτολα, Τόντορ Σβετίεβ, επίσης χήρο (η γυναίκα του είχε πεθάνει στη γέννα).

Ο γιος της Αγγελίνα και του Ρίστο Βολκάνοβ, Ρίστο, δε γνώρισε ποτέ τον πατέρα του, επειδή είχε γεννηθεί αμέσως μετά τη δολοφονία του. Το πρόσωπο του πατέρα του το γνώριζε μόνο μέσα από φωτογραφίες. Όταν ο Ρίστο ενηλικιώθηκε, στο επώνυμό του Βολκάνοβ πρόσθεσε και το επώνυμο Σβετίεβ. Οι απόγονοι αυτού, εώς και σήμερα, είναι πάντοτε γνωστοί και επιτυχημένοι πολίτες της Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Константин ВолкановΚόνσταντιν Βολκάνοβ

Ο Κόνσταντιν Βολκάνοβ, επίσης γεννημένος στο χωριό Πεσσότσσνιτσα, ήταν αδερφός του Ρίστο Βολκάνοβ. Είχε σπουδάσει στη Μπίτολα και στο Σόλουν και είχε εργαστεί ως δάσκαλος στο Одрин (Όντριν/’Εντρενε/Αδριανούπολη).

Константин Волканов – Κόνσταντιν Βολκάνοβ

Константин Волканов – Κόνσταντιν Βολκάνοβ

Στη Βουλγαρία είχε αποφοιτήσει από την Ιστορική-Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σόφιας και εκτός της μητρικής του μακεδόνικης γλώσσας, μιλούσε άπταιστα και βουλγάρικα, λατινικά, γαλλικά, γερμανικά, ρωσικά και ελληνικά.

Ήταν συγγραφέας πολλών κειμένων και μελετών, πολλές από τις οποίες είχαν δημοσιευτεί σε έντυπα μέσα, όπως „Независна Македонија“ (Ανεξάρτητη Μακεδονία), „Македонија“  (Μακεδονία), „Илинден“ (Ίλιντεν) κ.α. Επίσης ήταν μέλος και υπεύθυνος του Μακεδόνικου Επιστημονικού Ινστιτούτου.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ДИНЕ АБДУРАМАН – ΝΤΙΝΕ ΑΜΠΤΝΟΥΡΑΜΑΝ

Στα τελευταία σημεία της νοτιοανατολικής περιοχής του Леринско (Λέρινσκο – νομός Φλώρινας), σε απόσταση 39 χιλιομέτρων από την πόλη Λέριν/Φλώρινα, δίπλα στην κωμώπολη Соровичево (Σοροβίτσσεβο – Αμύνταιο) και στις όχθες της λίμνης Островско Езеро (Όστροβσκο Έζερο – Βεγορίτιδα), βρίσκεται το χωριό П’теле (Π΄τελε) ή σύμφωνα με το σημερινό επίσημο ελληνικό όνομα, Άγιος Παντελεήμων. Στο χωριό, όπως στο παρελθόν έτσι και σήμερα, ζει εθνικά μακεδόνικος πληθυσμός, ο οποίος στις αρχές του 20ου αιώνα αριθμούσε περίπου 2.000 άτομα, ενώ σήμερα αριθμεί περίπου 1.100. Λόγω της τοποθεσίας του, ως συνοριακό μέρος μεταξύ περιοχών Λέριν και Βόντεν (Έδεσσα), το Π΄τελε κατείχε υψηλή θέση στις προτεραιότητες του μακεδόνικου εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος κατά την περίοδο της μακεδόνικης επανάστασης του Ίλιντεν, αλλά και αργότερα, κατά την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου Πολέμου. Στα γεγονότα αυτά, ενεργά είχε ενταχθεί και ο τοπικός πληθυσμός, από τον οποίο προέκυψαν πολλές σημαντικές προσωπικότητες, οι οποίες με τον έναν ή άλλον τρόπο άφησαν βαθιά τα χνάρια τους στη μακεδόνικη ιστορία. Μια από τις προσωπικότητες αυτές, αδιαμφισβήτητα, ήταν και ο Констандин Абдураманов (Κόνσταντιν Αμπντουραμάνοβ) ή γνωστότερος ως Ντίνε Αμπντουράμαν.

Η ακριβής ημερομηνία γέννησης του Ντίνε δεν είναι γνωστή, αλλά σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσαν οι συμπολεμιστές του, την περίοδο του ηρωικού χαμού του (1902),  ο Ντίνε ήταν μια ώριμη και οικογενειακή προσωπικότητα και σύμφωνα με τον Христо Силјанов (Χρίστο Σιλιάνοβ), ήταν περίπου 45 ετών. Στις τάξεις της Μακεδόνικης Επαναστατικής Οργάνωσης (ΒΜΡΟ) εντάχθηκε σχετικά νωρίς, το 1896 και αργότερα έγινε και υπεύθυνος της τοπικής οργάνωσης του Π΄τελε.

Οι δραστηριότητες του επαναστατικού κινήματος στην περιοχή του Λέρινσκο είχαν αρχίσει να δυναμώνουν με τον καθορισμό του Γκεόργκι ΠοπΧρίστοβ ως υπεύθυνο περιοχής. Εκτός από την ίδρυση τοπικών επιτροπών στα περισσότερα μακεδόνικα χωριά, ο ΠοπΧρίστοβ είχε ιδρύσει και την πρώτη τρομοκρατική ομάδα, όπως και ομάδα μεταφοράς οπλισμού στα χωριά. Στην ομάδα μεταφοράς οπλισμού είχε ενταχθεί και ο Ντίνε, για τον οποίο ο ΠοπΧρίστοβ στα απομνημονεύματά του είχε γράψει: „Για τον σκοπό αυτό είχαμε ετοιμάσει κάρα με διπλό πάτο. Με ένα τέτοιο κάρο ο Ντίνε Αμπντουραμάνοβ μετέφερε όπλα μέχρι και τη Μπίτολα. Τα όπλα αγοράζονταν από Τούρκους και ήταν ελληνικής μάρκας ’Γκρα‘, λάφυρα της περιόδου του ελληνο-τουρκικού πολέμου του 1897“.

Παραπέρα ενδυνάμωση του επαναστατικού κινήματος στο Λέρινσκο συνέβη το 1900, όταν στην περιοχή κατέφτασε ο βόιβοντα Γκεόργκι Ιβάνοβ, γνωστότερος ως Μάρκο Λέρινσκι. Οι οργανωτικές και καθοδηγητικές ικανότητες του Μάρκο αποτελούσαν μεγάλο πλεονέκτημα, ιδιαίτερα που σε σύντομο διάστημα κατάφερε να δημιουργήσει την σχολή για κόμιτι. Εκείνη την περίοδο η Οργάνωση στο Λέρινσκο ξεκίνησε το ,,ξεκαθάρισμα,, με τους χαφιέδες των Οθωμανών, οι οποίοι συνήθως επιστρατεύονταν από τις τάξεις του πατριαρχικού, γκρεκομάνικου πληθυσμού. Τέτοιο ήταν και το παράδειγμα του φόνου του πατριαρχικού ιερέα του χωριού Νέρεντ (σήμερα Πολυπόταμο), Κωνσταντίνου Ζήση, τον Σεπτέμβριο του 1900.

Με την άφιξη του βόιβοντα Μάρκο Λέρινσκι, σύντομα ως παράνομο μέλος του ΒΜΡΟ στην τσσέτα της περιοχής εντάχθηκε και ο Ντίνε Αμπντουράμαν. Ως μέλος της τσσέτα, ενεργά συμμετείχε στην οργάνωση και το ξεσήκωμα του πληθυσμού, στις δικαστικές και ποινικές διαδικασίες, στην προετοιμασία του πληθυσμού για επανάσταση, στη μεταφορά οπλισμού κ.α. Επίσης, η τσσέτα αυτή, εκτός από το Λέρινσκο, είχε μεγάλες επιτυχίες σε μάχες στις περιοχές Βόντενσκο και Κόστουρσκο, αλλά και συνόδεψε και την τσσέτα του Γκότσε Ντέλτσσεβ κατά τη διάρκεια της περιοδείας του στην ευρύτερη περιοχή, το διάστημα από τα τέλη του 1901 εώς τις αρχές του 1902.  Ο Ντέλτσσεβ, κατά την επίσκεψη στο χωριό Π΄τελε, φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Ντίνε, όπου εκανε παρέα με το γιο του Ντίνε. Για το γεγονός αυτό, ο Σιλιάνοβ, ο οποίος παρεβρισκόταν, είχε γράψει στα απομνημονεύματά του:

„Ο Γκότσε διασκέδαζε με τον μικρό του Ντίνε, μαθητή στο τοπικό μακεδόνικο σχολείο και άξιος γιος του πατέρα του. Ο τσαούσης του χωριού συχνά ρωτούσε το μικρό παιδί για τον πατέρα του και εκείνο απαντούσε:

-Ο πατέρας μου είναι κόμιτα.

-Ξέρετε όμως ότι μια μέρα θα σας φέρω το κεφάλι του; αποκρινόταν ο Τούρκος.

-Σιγά, αν μπορείτε! – απαντούσε με τον τρόπο αυτό το παιδάκι, σίγουρο ότι γενναίος άντρας όπως ο πατέρας του ποτέ δε θα έπεφτε στα χέρια των Οθωμανών.

Επίσης, ο Σιλιάνοβ μας μετέφερε και τα χαρακτηριστικά και τις σωματικές διαστάσεις του Ντίνε: „Ο Дине Абдураман, γνωστός σε όλη την ευρύτερη περιοχή. Ανάμεσα στους συγχωριανούς του, θεωρούταν λάτρης της περιπέτειας και του ωραίου φύλου. Τα μάτια του ήταν πάντοτε υγρά, ενώ τα παχιά του χείλη, τα οποία κοκκίνιζαν ανάμεσα στα άγρια μουστάκια του και γένια, προδίδαν τη μεγάλη του όρεξη. Πάντοτε ήταν έτοιμος με θάρρος να συναντήσει τον κίνδυνο, κουραζόταν δύσκολα στις μακρές εκστρατείες, αλλά όταν κουραζόταν τελικά, αναζητούσε ανέσεις ακόμη και όταν εκείνες συνδέονταν με ορισμένα ρίσκα“. Σε κάποια άλλη στιγμή, ο Σιλιάνοβ έγραψε τα παρακάτω: „Ο Абдураман τραγουδά με αίσθημα. Έξυπνος άνθρωπος, με μακριά μαλλιά και μισή φαλάκρα, με φωνή που βγαίνει μαλακά και τρυφερά σαν από παιδικό λαρύγγι. Το ρεπερτουάρ του πάντοτε το ξεκινάει με το τραγούδι ’Од сон сладок кој ме буди“ (οντ σον σλάντοκ κόι με μπούντι).

Μάρκο Λέρινσκι

Μάρκο Λέρινσκι

Όπως και να ΄χει, στα τέλη του Μάη 1902, πολλά ήταν τα μακεδόνικα χωριά πο δέχτηκαν επίθεση από τον οθωμανικό στρατό, ο οποίος είχε λάβει πληροφορίες από χαφιέδες για παρουσία οπλισμού σε μακεδόνικα σπίτια. Η τρομοκρατία ξεκίνησε στο χωριό Трсје (Τ΄ρσιε), αλλά σύντομα εξαπλώθηκε και σε άλλα χωριά, με πολλές αρνητικές επιπτώσεις για την Οργάνωση, συλλήψεις, βασανισμούς, αλλά και παράδωση του οπλισμού στις τουρκικές αρχές. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, ο Μάρκο Λέρινσκι αποφάσισε να λάβει μέτρα για παρεμπόδιση της παράδωσης του οπλισμού και για εξύψωση του ηθικού των Μακεδόνων.  Καταρχήν ασχολήθηκε με την κατατρόπωση των προδοτών στα χωριά. Έπειτα αποφάσισε να χτυπήσει τη τούρκικη φρουρά στο Π΄τελε για να σώσει τον κρυμμένο οπλισμό που υπήρχε άφθονος στο χωριό αυτό. Ήταν αρχές Ιουνίου 1902. Με ισχυρές επαναστατικές δυνάμεις από περισσότερα χωριά, μπήκε στο Π΄τελε με εξήντα άντρες, αφήνοντας στο μεταξύ ένα τμήμα των δυνάμεών του στο χωριό Β΄ρμπενι (σήμερα Ξυνό Νερό) ως ρεζέρβα. Στο μεταξύ όμως οι προδότες είχαν ενεργήσει και πάλι και περίπου 850 Τούρκοι στρατιώτες περικύκλωσαν το χωριό. Το βράδι στις 27 Ιουνίου, το κύριο τμήμα των μακεδόνικων δυνάμεων κατάφερε να σπάσει τον κλειό και να υποχωρήσει, αλλά την ζωή του έχασε ο βόιβοντα Μάρκο Λέρινσκι. Η μάχη όμως κράτησε ακόμη τρεις μέρες και για το γεγονός αυτό φρόντισε ο σκληρός Ντίνε Αμπντουράμαν. Ο Ντίνε οχυρώθηκε στο σπίτι του και με τον τρόπο αυτό έδωσε επί τρεις ημέρες σκληρή μάχη με τον ισχυρό τουρκικό στρατό. Οι Τούρκοι είχαν σκοπό να τον πιάσουν ζωντανό, αλλά το μαχητικό του πνεύμα δεν ,,έσπαγε,, ούτε και από τις βόμβες που έπεφταν γύρω από το σπίτι του. Τότε ο Τούρκος διοικητής χρησιμοποίησε μια εντελώς απάνθρωπη τακτική. Συγκέντρωσε περίπου σαράντα ανθρώπους, συγγενείς και φίλους του Ντίνε, τους χώρισε σε μερικές ομάδες και τους χρησιμοποίησε ως ζωντανή ασπίδα για τον στρατό του για να πλησιάσουν εξ ασφαλείας στο σπίτι του Ντίνε. Ο Ντίνε όμως δεν σταμάτησε, συνέχισε να πυροβολεί και έτσι μερικοί συγχωριανοί του σκοτώθηκαν. Οι Τούρκοι άρχισαν να χάνουν την ψυχραιμία τους και να απειλούν ότι θα κάψουν όλο το χωριό, αλλά αυτό δεν συνέβη λόγω του ότι τα πυρομαχικά του Ντίνε τελείωσαν. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, με τις τελευταίες του σφαίρες σκότωσε την οικογένειά του: γυναίκα, αδερφή, κόρη και θείο, για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού και έπειτα εγκατέλειψε το σπίτι του και με γιαταγάνι στο χέρι όρμηξε στα εχθρικά στρατεύματα. Έπεσε νεκρός με πολλές σφαίρες στο κορμί του και έτσι έσβυσε η ζωή αυτού του γενναίου Μακεδόνα.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

СВЕТИ НАУМ ОХРИДСКИ – ЧУДОТВОРЕЦ ΑΓΙΟΣ ΝΑΟΥΜ ΟΧΡΙΝΤΣΚΙ – Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

Εάν ο Σβέτι Κλίμεντ Όχριντσκι (Άγιος Κλίμεντ της Οχρίδας) έμεινε στη μνήμη του λαού για την εκπαιδευτική του δραστηριότητα και τη διδασκαλία του λαού όχι μόνο γραφή και ανάγνωση, αλλά και άλλων χρήσιμων πραγμάτων, ο Σβέτι Νάουμ άφησε βαθιά τα ίχνη του ως θαυματουργός, με δύναμη να γιατρεύει. Να γιατρεύει και κατά τη διάρκεια της ζωής του, αλλά και μετά το θάνατό του, διάφορες αρρώστιες σε διάφορους ανθρώπους, όλων των θρησκειών, δηλαδή όλους όσους με ειλικρίνεια και πίστη του απευθύνονταν, ανεξαρτήτως πίστης και εθνικότητας. Ο Σβέτι Νάουμ όμως έμεινε στη μνήμη του λαού και για την προστασία του μοναστηριού, για τη βράβευση όλων όσων το επισκέπτονταν με καλή σκέψη και τιμωρία όσων κατέφταναν για να κάνουν κάποια ζημιά, να το ρυπάνουν ή να προσβάλουν τον άγιο. Η λατρεία για το Σβέτι Νάουμ ακτινοβολούσε σε ευρύτερη περιοχή και όχι μόνο στην περιοχή της Οχρίδας, αλλά και στην περιοχή της Πρέσπα, μέχρι και της Κόρτσσα, όπου το μοναστήρι είχε περιουσία. Η λατρεία όμως αυτή είχε απλωθεί και στην Ουγγαρία και τη Ρουμανία, όπου υπήρχαν μετανάστες από τη Μακεδονία.

Για τη ζωή και τη δράση του Σβέτι Νάουμ δε γνωρίζουμε πολλά, αν και μαζί με το Σβέτι Κλίμεντ είναι οι γνωστότεροι και σημαντικότεροι μαθητές των Αγίων αδερφών Κίριλ και Μετόντιι. Είναι γνωστό ότι συμμετείχε στην αποστολή του Μοράβα, ότι στη Ρώμη προς τα τέλη του 867 ή αρχές του 868 αφιερώθηκε ως πνευματικός γιος στους Αγίους αυτούς και ότι μετά το θάνατο του Μετόντιι το 885, μέσω Βουλγαρίας, ήρθε στη Μακεδονία. Στις όχθες της λίμνης της Οχρίδας ίδρυσε μοναστήρι που φέρει το όνομά του. Απεβίωσε το 910 και σύντομα μετά το θάνατό του ανακηρύχτηκε άγιος. Οι μαθητές του έγραψαν γι΄αυτόν βιογραφίες και λειτουργία.

Ο Свети Наум, εκτός από την εκκλησιαστική του δραστηριότητα είναι γνωστός και ως Μακεδόνας μεσαιωνικός συγγραφέας και  πολιτιστικός ακτιβιστής. Από τα έργα του, τα οποία πιθανότατα είναι περισσότερα από τα εώς σήμερα γνωστά, αποκαλύφθηκε το υμνογραφικό έργο  „Канон за апостолот Андреј (Κανόνας για τον Απόστολο Αντρέα)”, ενώ γνωστοί είναι ακόμη δύο κανόνες που γράφτηκαν απ΄αυτόν: „Канон на Архангел Михаил (Κανόνας για τον Αρχάγγελο Μιχαήλ)”, και „Канон за пренесување на моштите на Јован Златоуст (Κανόνας για τη μεταφορά των λειψάνων του Ιωάννη του Χρυσόστομου)”.

Στη βιογραφία του Свети Наум αναφέρεται ότι αυτός είναι αδερφός του Σβέτι Κλίμεντ. Κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι πρόκειται για αδερφό από πνευματικής άποψης, αλλά αρκετοί είναι αυτοί που είναι πεπεισμένοι ότι ο Κλίμεντ και ο Νάουμ ήταν πραγματικά αδέρφια και από βιολογικής άποψης. Όχι μόνο επειδή ο Σβέτι Κλίμεντ ήταν επίσκοπος και ο Σβέτι Νάουμ πρεσβύτερος και στην ορθοδοξία επίσκοπος και πρεσβύτερος ποτέ δεν αποκαλούνταν αδέρφια, αλλά και λόγω κάποιων άλλων ενδείξεων.

Αν και στοιχεία για τη θαυματουργή δύναμη του αγίου συναντούμε και στα έργα που γράφτηκαν για τον ίδιο, τα οποία σίγουρα ήταν πηγή και λαϊκών επινοήσεων, η λατρεία του Αγίου Ναούμ περισσότερο αντικατοπτρίζεται στις παραδόσεις και τους θρύλους της περιοχής αυτής από τα πολύ παλιά χρόνια, δηλαδή ακόμη από την εποχή που ο άγιος βρισκόταν εν ζωή. Έχουν σημειωθεί από τα μέσα του 19ου αιώνα εώς και σήμερα. Για πρώτη φορά τα στοιχεία αυτά τα συναντούμε στα λεξικά των αδερφών Μιλαντίνοβ και του Κούζμαν Σσάπκαρεβ, ενώ αργότερα και σε έργα άλλων συλλεκτών μακεδόνικων λαϊκών έργων, ταξιδευτών, ή απλά σε έργα ανθρώπων που έζησαν ή έγραψαν για την Οχρίδα και τη γύρω περιοχή και ιδιαίτερα για το μοναστήρι, το οποίο με την τοποθεσία του και τη λατρεία για τον άγιο, προσέλκυε την προσοχή.

Είναι γνωστό ότι στον τάφο του Σβέτι Νάουμ κατέφταναν και άνθρωποι πιστοί άλλων θρησκειών, ιδιαίτερα μωαμεθανοί από διάφορες περιοχές της Μακεδονίας και της Αλβανίας. Στην επιστολή που ο πάτερ Σότιρ από το Λουμπάνισστα μετέφερε στις περιοχές Ποντουνάβιε  και Ρουμανία, όπου συγκέντρωνε βοήθεια για το μοναστήρι, αναφερόταν: „Έπειτα ξέρετε κύριοι ότι αυτό το άγιο και χρήσιμο στον λαό μοναστήρι, για το οποίο εσείς διατηρείτε σεβασμό και πίστη, ακόμη και αλλόθρησκοι το σέβονται αξιοπρεπώς και το αγαπούν…

Ότι και αλλόθρησκοι σέβονταν τον άγιο και το μοναστήρι αναφέρεται και στο Χρονικό του μοναστηριού, όπου λέει: „Αυτό το ιερό ίδρυμα απέκτησε μεγάλη φήμη και τιμή και στους αλλόθρησκους, ιδιαίτερα στους Οθωμανούς Μπέκταςς, οι οποίοι δεν είναι γνωστό λόγω ποιών αιτιών, αυτό το ιερό ναό τον αποκαλούν „Сари Салтик баба” (Σάρι Σάλτικ μπάμπα) που σε μετεφρασμένο στην τούρκικη γλώσσα σημαίνει ,,κιτρινογένης πατέρας,,. Σύμφωνα με μια παράδοση, μια φορά όταν έφτασαν στον τάφο του Σβέτι Νάουμ μερικοί Τούρκοι, παρακάλεσαν κάποιον από τους γνώστες να τους εξηγήσει τα πρόσωπα στις αγιογραφίες. Όταν αυτός τους είπε: „Αυτός είναι ο Σβέτι Νάουμ”, εκείνοι χαρούμενοι φώναξαν: „Αα, αυτός είναι ο πατέρας μας”.

Το μοναστήρι περισσότερο ήταν γνωστό ως θεραπευτήριο αρρώστων από διάφορες ασθένειες, ιδιαίτερα από ψυχικές. Σ΄αυτό συνέβαλε και η θεραπευτική δύναμη των αγίων λειψάνων του αγίου. Υπάρχει μεγάλος αριθμός παραδόσεων που αφηγούνται για τη θεραπεία των ψυχασθενών από πλευράς του αγίου. Είναι γνωστό ότι στο μοναστήρι επί μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρχε και ψυχιατρική κλινική.

Η μνήμη όμως για το Σβέτι Νάουμ παρέμεινε περισσότερο στις λαϊκές παραδόσεις και θρύλους.  Σ΄αυτές τις πεζογραφικές λαϊκές δημιουργίες ο λαός αφηγούταν για όλα όσα του τραβούσαν την προσοχή και είχε κάποια άμεση ή έμμεση σχέση με τον άγιο. Έτσι, το πρόσωπο του Σβέτι Νάουμ είναι ένα από τα πλέον επικρατούντα πρόσωπα στια μακεδόνικες λαϊκές παραδόσεις και θρύλους.

Στις παραδόσεις και τους θρύλους γίνεται αφήγηση για την επιλογή της τοποθεσίας, τη θεραπεία των ανθρώπων από πλευράς του αγίου και τις δωρεές περιουσίας στο μοναστήρι, για δωρεές καμπανών και άλλων δώρων κ.α. „Όταν απεβίωσε ο Σβέτι Νάουμ, βγήκε μπροστά στο Θεό. Λόγω των πολλών καλών που είχε κάνει στη γη ο Σβέτι Νάουμ, ο Θεός τον καθόρισε να βρίσκεται σε αιώνιο παράδεισο. Επειδή στον ουράνιο παράδεισο δεν είχε τόσο όμορφο μέρος που να ανταποκρίνεται στον Σβέτι Νάουμ, ο Θεός με το χέρι του έδειξε προς το μοναστήρι του, λέγοντας του: ‘Αυτός είναι ο δικός σου παράδεισος. Εσύ εκεί θα είσαι για πάντα’. Αυτός είναι ο λόγος που ο Άγιος Νάουμ και τώρα βρίσκεται στο μοναστήρι του δίπλα στη λίμνη της Οχρίδας”,  συμπεράνει ο λαϊκός αφηγητής.

Αφήγηση γίνεται και περισσότερα άγρια ζώα, τα οποία αφότου έκαναν ζημιά, ο άγιος τα έφερε στο μοναστήρι για να εργαστούν για τη ζημιά. Η αρκούδα που έφαγε το βόδι, μόνη της άρχισε να οργώνει μέχρι να αποζημιώσει τη ζημιά που επέφερε. Για την παράδοση „Ο σβέτι Νάουμ και η αρκούδα” ο Κούζμαν Σσάπκαρεβ πρόσθεσε: „Παρόμοιες ιστορίες και παραδόσεις για τα θαύματα του αγίου Νάουμ υπάρχουν σε αφθονία στην Οχρίδα και τη γύρω περιοχή, οι οποίες δείχνουν καθαρά τα αισθήματα του πληθυσμού ανεξαρτήτως πίστης και εθνικότητας, προς τον άγιο Νάουμ”. Σε κάποιες παραδόσεις λόγος γινόταν για λύκο που όργωνε αντί του βοδιού και σε άλλο θρύλο, ο λύκος που έπνιξε τα σκυλιά, ήρθε μόνος του στο μοναστήρι για να το φυλάει. Όταν τα παιδιά του μοναστηριού τον σκότωσαν, ο ηγούμενος τους μάλωσε επειδή ο λύκος είχε σταλεί από τον άγιο „για να είναι ζωντανός μάρτυρας της δύναμης του άγιου Νάουμ”.

Η λατρεία προς το Σβέτι Νάουμ, εξαπλωμένη όχι μόνο γύρω από το μοναστήρι, αλλά και σε πολύ ευρύτερο χώρο, είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση πολυάριθμων παραδόσεων και θρύλων.  Δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια των αιώνων και ακόμη δημιουργούνται, κάτι που δείχνει ότι η λατρεία για τον άγιο είναι ακόμη ζωντανή και από την άλλη πλευρά, δείχνει ότι είναι ακόμη ζωντανή και η φολκλορική παράδοση στη Μακεδονία.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

СВЕТИ КЛИМЕНТ ОХРИДСКИ – ΣΒΕΤΙ ΚΛΙΜΕΝΤ ΟΧΡΙΝΤΣΚΙ

Προστάτης της πόλης Όχριντ και όλου του μακεδόνικου λαού

Ο Σβέτι Κλίμεντ Όχριντσκι (Άγιος Κλίμεντ της Οχρίδας) γεννήθηκε το έτος 836 και απεβίωσε το έτος 916 στην Οχρίδα. Ήταν ένας από τους μαθητές του Κίριλ και Μέτοντι και συμμετείχε στην διεξαγωγή της αποστολής του Μοράβα. Μετά το θάνατο του Σβέτι Μέτοντι (Αγίου Μεθοδίου) εκδιώχθηκε από την περιοχή της Πανόνια από τους Γερμανούς και αναζήτησε καταφύγιο στη Βουλγαρία, η οποία εκείνο τον καιρό είχε υπό κατοχή της μεγάλο τμήμα της Μακεδονίας.

Στη Βουλγαρία εκχριστιάνισε τον πρίγκιπα Μπόρις και για το λόγο αυτό έλαβε δώρο γη γύρω από την Οχρίδα, όπου έχτισε μοναστήρι και σχολείο.
Με την άδεια του Βούλγαρου βασιλιά Μπόρις του Πρώτου μετέβηκε στην Οχρίδα, όπου στην περιοχή Кутмичевица (Κουτμιτσσέβιτσα), το έτος 886, ίδρυσε την Охридската книжевна школа (Όχριντσκα κνίζζεβνα σσκόλα – Λογοτεχνική σχολή της Οχρίδας) ή γνωστότερη ως Πρώτο Πανεπιστήμιο, από το οποίο αποφοίτησαν 3.500 σπουδαστές.
Ο Κλίμεντ είναι επίσης γνωστός και για το λόγο ότι αυτός δημιούργησε την κιρίλιτσα, την οποία δημιούργησε με βάση το Древно Македонско Писмо (Παλαιά Μακεδόνικη Γραφή) ή αλλιώς Βένετσκο Πίσμο, αλλά και με μερικά αλλαγμένα γράμματα με σκοπό την προσαρμογή στα σλαβικά φωνητικά χαρακτηριστικά.
Εκτός από τις εκκλησιαστικές και παιδαγωγικές δραστηριότητες, ιδιαίτερα σχολικές και εκπαιδευτικές, ο Κλίμεντ ανέπτυξε και πλούσια λογοτεχνική δραστηριότητα. Ήταν συγγραφέας πολλών διδακτικών βιβλίων και εγκωμίων, όπως το εγκώμιο του Κίριλ Φιλοζόφ, το εγκώμιο του Προφήτη Ζαχαρία και του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, για τον Κίριλ και Μέτοντι, το Μίχαηλ και Γκάβριλ. Στις δημιουργίες του όμως κυριαρχούν τα διδακτικά κείμενα που αφορούν τους αγίους όλου του χριστιανισμού: Γεώργιο, Θωμά, Αντώνιο και επίσης κείμενα αφιερωμένα στη Μπογκορόντιτσα (Παναγία) και κείμενα αφιερωμένα στα γεγονότα της ζωής του Ιησού Χριστού.
Ο Άγιος Κλίμεντ ήταν και ο πρώτος επίσκοπος Μακεδόνας στη Μακεδονία με τον τίτλο Έπισκοπ Βέλιτσσκι (Μεγάλος Επίσκοπος).
Προς τιμή του αγίου αυτού, στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, πολλά σχολεία και άλλα μέρη, οδοί και κρατικά ινστιτούτα, φέρουν το όνομά του. Ο μεγαλύτερος χριστιανικός ναός της χώρας αυτής, στην πρωτεύουσα Σκόπιε, φέρει το όνομα του Αγίου Κλίμεντ, όπως και το Πανεπιστήμιο της δεύτερης σε πληθυσμό πόλης, τη Μπίτολα.

Έργα

- Εγκώμιο των δασκάλων Κίριλ και Μέτοντι
- Από την εκτενή βιογραφία του Κίριλ Φιλοζόφ
- Από την εκτενή βιογραφία του αρχιεπίσκοπου Μοράβα, Μετόντι
- Εγκώμιο για τους ασώματους Μίχαηλ και Γκάβριλ
- Εγκώμιο για τον τετραήμερο Λάζαρ
- Δίδαγμα για τον άσωτο γιο

Η Λογοτεχνική Σχολή της Οχρίδας

Η παλαιότερη μεσαιωνική μακεδόνικη λογοτεχνική σχολή ήταν η Λογοτεχνική Σχολή της Οχρίδας, η οποία ιδρύθηκε από τον Κλίμεντ το έτος 886, ενώ από το έτος 893 εντάχθηκε και ο Наум Охридски (Νάουμ της Οχρίδας). Τα ερείπια της Σχολής αυτής, η οποία θεωρείται και το πρώτο πανεπιστήμιο του κόσμου, δε διασώζονται, αλλά βρισκόταν σε τοποθεσία δίπλα στην πόλη, με το όνομα Имарет (Ίμαρετ). Σημάδι της σχολής αυτής ήταν το γεγονός ότι είχε διαφυλάξει την γκλαγκολική παράδοση του Κίριλ και Μέτοντι και η κιρίλιτσα άρχισε εκεί να χρησιμοποιείται μετά από το 12ο αιώνα.

Στα πλαίσια της σχολής αυτής προετοιμαζόταν εκπαιδευτικό προσωπικό, το οποίο αποστελλόταν σε διδασκαλικές αποστολές, δραστηριότητες κηρύγματος και κληρικών, σε όλη την τότε δυτική Μακεδονία, στην σημερινή Αλβανία, αλλά και σε διάφορα μέρη της μεσαιωνικής Βουλγαρίας.
Στα παλαιότερα χειρόγραφα που έχουν διασωθεί, συμπεριλαβάνονται και γκλαγκολικά χειρόγραφα όπως: Ασεμάνοβο Ευαγγέλιε, Ψαλτήριο Σινάισκι, Ευχολόγιο Σινάισκι. Αμέσως μετά ακολουθούν χειρόγραφα μεταγενέστερων εποχών, με κυριλλική γραφή, όπως: Ντομπρομίροβο Ευαγγέλιε, Μπίτολσκι Τρίοντ, Αποστολικό της Οχρίδας, Ψαλτήριο της Μπολόνια.
Μετά το θάνατο του Αγίου Κλίμεντ και του Αγίου Νάουμ, η λογοτεχνική σχολή συνεχίστηκε από τους μαθητές τους. Ασχολήθηκαν κυρίως με την αντιγραφή των έργων των αγίων διδασκάλων.  Πολλοί από αυτούς, λόγω ταπεινότητας και σεβασμού προς το μεγάλο τους έργο, παρέμειναν ανώνυμοι και άγνωστοι. Μεταξύ των άγνωστων αυτών συγγραφέων περιλαμβάνονται και οι συντάκτες των βιογραφιών των αγίων αυτών. Αυτό ρητά αναφέρεται από τον ανώνυμο βιογράφο του αγίου Νάουμ, ο οποίος ανέφερε ότι με εντολή του επισκόπου Μάρκο του Ντέβολ (περιοχή κοντά στο Κόστουρ/Καστοριά), ασχολήθηκε με την συγγραφή των βιογραφιών των αγίων και διδασκάλων της Οχρίδας. Με αφορμή την επέτειο της κοίμησης του αγίου Κλίμεντ, ένας άλλος ανώνυμος συγγραφέας συνέθεσε Λειτουργία, αρκετά ποιητική, η οποία αποτελεί σπανίας ομορφιάς ενθύμιο της μακεδόνικης λογοτεχνίας εκείνης της πρώιμης περιόδου.
Μεταξύ των άμεσων μαθητών του Κλίμεντ ήταν και ο Κόνσταντιν Πρέσβιτερ, αργότερα επίσκοπος Πρέσλαβσκι. Έμεινε γνωστός λόγω των έργων του Азбучна молитва (Άζμπουτσσνα μόλιτβα – Αλφαβητική προσευχή) και Проглас кон Светото Евангелие (Πρόγκλας κον Σβέτοτο Ευαγγέλιε –Προκήρυξη προς το Άγιο Ευαγγέλιο). Ο ίδιος είχε επίσης μεταφράσει και τα Τέσσερα Κείμενα ενάντια στον αρειανισμό του Αγίου Αθανασίου του Μεγάλου, όπως και την Κατήχηση του αγίου Κίριλ της Ιερουσαλήμ και πολλά άλλα.
Ο Τσρνορίζετς Χράμπαρ, του οποίου το όνομα είναι άγνωστο, ήταν επίσης συνεχιστής του έργου του αγίου Κλίμεντ και του αγίου Νάουμ. Το γνωστότερο μεταξύ των έργων του είναι το ”О писменех (Ο πίσμενεχ)”, το οποίο είναι απολογία των μακεδόνικων γραμμάτων και εκεί στηρίζει τη μακεδόνικη αλφάβητο και προστατεύει το μακεδόνικο πολιτιστικό έργο από τους περήφανους Ρωμιούς αφομοιωτές. Στο έργο αυτό είχε γράψει:

„Τα μακεδόνικα γράμματα είναι πιο άγια και περισσότερο προς σεβασμό επειδή δημιουργήθηκαν από άγιο άνθρωπο, ενώ οι Ρωμιοί τα πήραν από τους Έλληνες και αυτοί από άλλους, παγανιστές και άθεους“.   О писменех ή За буквите (Ζα μπούκβιτε – Για τα γράμματα).

Το μεγαλύτερο μέρος των λειψάνων του Αγίου Κλίμεντ διαφυλάσεται στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, στο ναό του Πλάοσσνικ στην Οχρίδα και επίσης λείψανά του υπάρχουν στο μοναστήρι Μπίγκορσκι, στη μητρόπολη της Μπίτολα, στο ναό Γέννησης της Θεοτόκου στο Σκόπιε και στο ναό Σβέτι Κλίμεντ Όχριντσκι του Σκόπιε,στο ναό των Εφτά Αγίων στην Σόφια της Βουλγαρίας και μόριο οστού στο Πλόβντιβ. Στην Ελλάδα, στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου κοντά στη Βέροια, βρίσκεται το κρανίο του. Τη δεκαετία του ΄70, μόριο των οστών του μεταφέρθηκε και στη Ρώμη.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ПЕТРЕ ПРЛИЧКО – ΠΕΤΡΕ Π΄ΡΛΙΤΣΣΚΟ (1907-1995)

Θρύλος του Μακεδόνικου θεάτρου και κινηματογράφου

Τους ρόλους του αξέχαστου Μαντάνα, του Φεζλίε, του στρίκο Τάλε, του Ντίμε γκ΄ρλάτιοτ, του ντέντο Ντόιτσσιν, του Άρσο, του Γιερότιε Πάντιτς – στον κινηματογράφο και στις θεατρικές σανίδες, τους απαθανάτισε ο Μακεδόνας ηθοποιός Πέτρε Π΄ρλιτσσκο.

Δίκαια ο τίτλος του μεγαλύτερου ανάμεσα στους μεγάλους ηθοποιούς στην ιστορία της μακεδόνικης θεατρικής και κινηματογραφικής τέχνης έχει δωθεί στον Πέτρε Π΄ρλιτσσκο.

8.000 παραστάσεις, 32 κινηματογραφικές ταινίες, 6 δραματικά κείμενα, 11 δραματοποιήσεις,  καριέρα εξήντα έξι ολόκληρων χρόνων, ο Петре Прличко πάντοτε πρόσθετε κάποια ιδιαίτερη μαγία στους ρόλους – μακεδόνικη μαγεία ανθρώπου με χάρισμα.

Δεκαεξάχρονο ακόμη παιδί μαγεύτηκε από το θέατρο. Το 1923 αναχώρησε με τον περιοδεύων θίασο του Μιχάιλο Λάζιτς, προς έναν άγνωστο, αλλά μαγικό κόσμο. Ο κόσμος αυτός του προσέφερε μια λαμπρή εφτά δεκαετιών, απίστευτα έντονη καριέρα που κανένας άλλος Μακεδόνας ηθοποιός δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει. Υποδύθηκε περισσότερους από 500 διαφορετικούς ρόλους στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, ενώ υλοποίησε και περισσότερες από τριάντα παραστάσεις ως σκηνοθέτης.
Οι φίλοι του και αυτοί που τον γνώριζαν καλά, θα τον περιέγραφαν έτσι – Είναι δημοφιλής όχι μόνο στη Μακεδονία, αλλά και έξω από αυτήν και λάμβανε τα μεγαλύτερα βραβεία που μπορούσε να λάβει ένας ηθοποιός. Ο Прличко ήταν ένα συνώνυμο του μακεδόνικου θεάτρου, τον οποίο όλοι γνώριζαν. Ήταν ένας πολύ συμπαθητικός άνθρωπος, πολύ εύκολος στην επικοινωνία. Με την καλοσύνη που είχε μέσα του, την ομιλητικότητα, την καλή καρδιά που κουβαλούσε μέσα του, αφθονούσε, παντού εντυπωσίαζε τους ανθρώπους και εκείνοι πάντοτε μαζεύονταν τριγύρω του. Λίγοι είναι οι ηθοποιοί με πραγματικό χάρισμα.
Εεε, ο Πέτρε είχε το χάρισμα, αστέρι ανάμεσα στα αστέρια, με το χάρισμά του αυτό, με την καλοσύνη του έκανε δημοφιλές παντού το μακεδόνικο θέατρο και το μακεδόνικο κινηματογράφο.
Στο σπίτι του Πέτρε οι επισκέπτες ήταν πάντοτε καλωσορισμένοι και τους προσφέρονταν πάντα παραδοσιακά μακεδόνικα φαγητά, εδέσματα και ποτά. Απολάμβανε να μαζεύει γύρω του ανθρώπους.
Για τον ίδιο και για τη λαμπρή του θεατρική ζωή είναι δύσκολο να ειπωθούν μόνο βιογραφικά στοιχεία και έτσι απλά αναφέρουμε ότι – γεννήθηκε στην πόλη Βέλες στις 13 Μαρτίου 1907, στον ευλογημένο λόφο της πόλης αυτής, το Κόινικ (όπου είχε γεννηθεί και ο μεγάλος Μακεδόνας ποιητής Коста Солев Рацин – Κόστα Σόλεβ Ράτσιν). Ο πατέρας του ήταν ταβερνιάρης, είχε ταβέρνα στον σιδηροδρομικό σταθμό του Βέλες, άνθρωπος πάντοτε κεφάτος. Ήθελε που και που να πιεί από κανένα ποτηράκι, πρώτος μποέμης στην οικογένεια Π΄ρλίτσσκοβι, κάτι για το οποίο δεν ήταν και πολύ χαρούμενες η μητέρα και η γιαγιά  του.  Ο δεκαεξάχρονος Πέτρε πήγε σχολείο στην πόλη του και μία μέρα, επιστρέφοντας στο σπίτι του από το σχολείο, στο δρόμο συνάντησε ασυνήθιστους ανθώπους, τέτοιους που ποτέ του δεν είχε δει.
Ήταν ηθοποιοί του περιοδεύοντος θιάσου του Μιχάιλο Λάζιτς, θιασιώτες που έπαιζαν από πόλη σε πόλη, πό χωριό σε χωριό. Εντυπωσιασμένος σπό την τέχνη τους και το ασυνήθιστο στην ενδυμασία και συμπεριφορά τους, πήγαινε συνεχώς να τους παρακολουθεί. Το 1923 του επέτρεψαν να βγει στην σκηνή και να παίξει ένα μικρό ρόλο στην παράσταση ‘Бој на Косово (Μπόι να Κόσοβο – Μάχη του Κοσόβου’. Δε μπόρεσε να αντέξει και κρυφά, χωρίς κανένας να ξέρει, ανέβηκε στο τρένο και έφυγε από το σπίτι. Έτσι έγινε ηθοποιός. Περιόδευσε με διάφορους θιάσους και αργότερα δημιούργησε δικό του θίασο, πολλούς θιάσους, και έναν από αυτούς τον είχε ονομάσει ‘Боем (Μποέμη)’, προς τιμή του πατέρα του.  Όλα αυτά διέρκησαν από το 1923 εώς και το 1939″. Οι παραστάσεις δίνονταν σε εστιατόρια, καφάνες. Η ομορφότερη κοπέλα του θιάσου κινούταν ανάμεσα στους επισκέπτες και μέσα σε  καπέλο μάζευε τα χρήματα. Με το τρόπο αυτό ο Πέτρε έβγαζε τα προς το ζειν, κάτι το όχι και τόσο εύκολο. Το 1939 έλαβε πρόσκληση από το τότε Λαϊκό Θέατρο “Александар I” στο Σκόπιε και έτσι έγινε πραγματικός επαγγελματίας ηθοποιός.
Το 1941 έφυγαν οι Σέρβοι από εκείνο το κομμάτι της Μακεδονίας και κατέφθασαν οι Βούλγαροι, ενώ ο Πέτρε συνέχισε να παίζει στην σκηνή του ίδιου θεάτρου, το οποίο σήμαρα λέγεται Λαϊκό Θέατρο Σκόπιε. Το 1944 εντάχθηκε στη θεατρική ομάδα ‘Кочо Рацин (Κότσσο Ράτσιν)’, όπου και παρέμεινε ως το 1945, όταν επέστρεψε στο Σκόπιε και έγινε μέλος του Μακεδόνικου Λαϊκού Θεάτρου. Στο θέατρο εκείνο έπαιξε την πρώτη του παράσταση στις 3 Ιανουαρίου 1945 και μετά από αυτό συμετείχε σε όλες τις παραστάσεις του θεάτρου, εώς και το τέλος της καριέρας του. Την τελευταία του παράσταση την έδωσε τον Απρίλιο του 1989, όλως τυχαίως στο Βέλες, την πόλη του, απ΄όπου πριν από 66 χρόνια είχε φύγει για να γίνει ηθοποιός. Αν και είναι αδύνατο να υπολογιστεί με ακρίβεια, πιστεύεται ότι έπαιξε σε περίπου 8.000 παραστάσεις. Στον καιρό του μία παράσταση διαρκούσε κατά μέσο όρο τρεις ώρες και αυτό σημαίνει ότι στις σανίδες του θεάτρου που γιαυτόν σήμαιναν ζωή, ο Πέτρε πέρασε περίπου 24.000 ώρες ή 1.000 ημέρες. Αριθμοί που ζαλίζουν.
Εκτός αυτού, έπαιξε σε 32 ταινίες, έγραψε έξι θεατρικά κείμενα, τα οποία όλα σκηνοθετήθηκαν, έκανε έντεκα δραματοποιήσεις, ήξερε και όμορφα να τραγουδά, και έτσι πολλές φορές είχε εμφανιστεί και σε όπερα και σε οπερέτα.
Πέθανε το έτος 1995. Στα εκατοστά του γενέθλια, συμβολικά επέστρεψε σπίτι του, στο κέντρο του Βέλες.
Εάν προσπαθήσετε να τον συγκρίνετε με άλλους μεγάλους αστέρες της ευρωπαϊκής θεατρικής ιστορίας, κανένας δε θα μπορεί να συγκριθεί μαζί του. Βαλκάνιος ηθοποιός, προσωποποίηση της βαλκανικής θεατρικής παράδοσης, της τόσο συναισθηματικής. Ο Петре Прличко έπαιξε σε πολλές μακεδόνικες ταινίες, έπαιξε όμως και πολυάριθμους ρόλους σε διάφορες βαλκανικές χώρες. Η γλώσσα δεν αποτελούσε εμπόδιο γι΄αυτόν. Ο τελευταίος του ρόλος εκτός Μακεδονίας ήταν το 1980, σε ένα από τα γνωστότερα τότε, αλλά και τώρα, ευρωπαϊκά θεατρικά φιστιβάλ, αυτό της Κροατίας, της πόλης Ντούμπροβνικ.
Η έξοδός του εκτός χώρας άρχισε με την ταινία “Мис Стон (Μίς Στόουν)” και τότε ο ρόλος του Μαντάνα του απέφερε ένα από τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά βραβεία που μπορούσε να απονεμηθεί εκείνη την εποχή, την “Златна арена (Ζλάτνα αρένα)” του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Πούλα. Τότε ήταν που ξεκίνησε η μεγάλη του και πολύχρονη κινηματογραφική καριέρα.

Φιλμογραφίαμακεδόνικες ταινίες
Фросина (Φροσίνα) – 1952 (πρωταγωνιστικός ρόλος)
Волча ноќ (Βόλτσσια νόκ / Η νύχτα των λύκων) – 1955 (πρωταγωνιστικός ρόλος)
Мис Стон (Μις Στόουν) – 1958 (πρωταγωνιστικός ρόλος)
Виза на злото (Βίζα ζα ζλότο / Βίζα για το κακό) – 1959 (β΄ρόλος)
Мирно лето (Μίρνο λέτο / ήρεμο καλοκαίρι)- 1961 (πρωταγωνιστικός ρόλος)
Солунските атентатори (Σολούνσκιτε ατεντάτορι / οι τρομοκράτες του Σόλουν)

- 1961 (πρωταγωνιστικός ρόλος)
Твојот роденден (Τβόιοτ ρόντεντεν / Τα γενέθλιά σου) – 1961 (πρωταγωνιστικός ρόλος)
Денови на искушение (Ντένοβι να ισκουσσένιε / ημέρες πειρασμού)

- 1965 (πρωταγωνιστικός ρόλος)
До победата и по неа (Ντο πομπέντατα ι πο νέα / εώς τη νίκη και μετά)

- 1966 (πρωταγωνιστικός ρόλος)
Каде по дождот (Κάντε πο ντόζζντοτ / Πού μετά τη βροχή) – 1967 (β΄ρόλος)
Македонска крвава свадба (Μακέντονσκα κ΄ρβαβα σβάντμπα / Μακεδόνικος

αιματοβαμμένος γάμος) – 1967 (πρωταγωνιστικός ρόλος)
Мементо (Μεμέντο) – 1967 (πρωταγωνιστικός ρόλος)
Планината на гневот (Πλανίνατα να γκνέβοτ / το βουνό του θυμού – 1968

(πρωταγωνιστικός ρόλος)
Републиката во пламен (Ρεπουμπλίκατα βο πλάμεν / Η Δημοκρατία στις φλόγες)

- 1969 (πρωταγωνιστικός ρόλος)
Жед (Ζζεντ / δίψα) – 1971 (β΄ρόλος)
Македонски дел од пеколот (Μακέντονσκι ντελ οντ πέκολοτ / Μακεδόνικο τμήμα της

κόλασης) – 1971 (πρωταγωνιστικός ρόλος)
Време, води (Βρέμε, βόντι / καιρός, νερά) – 1980 (πρωταγωνιστικός ρόλος)
Време, живот (Βρέμε, ζζίβοτ / καιρός, βροχή)- 1999 (πρωταγωνιστικός ρόλος)

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

АТАНАС БЛИЗНАКОВ – ΑΤΑΝΑΣ ΜΠΛΙΖΝΑΚΟΒ

Από τη ζωή και τα έργα Μακεδόνων ανά τον κόσμο

Ο Άτανας Μπλιζνάκοβ γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1901, στο γνωστό επαναστατικό χωριό  Д’мбени, Костурско (Ντ΄μπενι, Κόστουρσκο / Δενδροχώρι Καστοριάς). Χωριό στο οποίο γεννήθηκαν πολλοί Μακεδόνες επαναστάτες και αγωνιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα, μεταξύ των οποίων ο Лазар Поп Трајков (Λάζαρ Ποπτράικοβ), ο Лазо Москов (Λάζο Μόσκοβ), ο Лазо Трповски (Λάζο Τ΄ρποβσκι), ο Ташко Караџа (Τάσσκο Κάρατζζα) και πολλοί άλλοι, οι οποίοι αγωνίστηκαν για τα μακεδόνικα ιδεώδη.

Κατά την Επανάσταση του Ίλιντεν ήταν μόλις εννιά μηνών, όταν ο οθωμανικός στρατός μπήκε στο χωριό και όταν η μητέρα του Доча (Ντότσσα) τον άρπαξε στην αγκαλιά της και ανέβηκαν στο βουνό για να σωθούν, ενώ ο πατέρας του Ίβαν, μαζί με τους υπόλοιπους άντρες του χωριού, εντάχθηκε στις μακεδόνικες επαναστατικές δυνάμεις που αγωνίζονταν για την ελευθερία της Μακεδονίας. Μετά τις βαλκανικές σφαγές και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ως συνέπεια κακών οικονομικών και πολιτικών συνθηκών, μεγάλος αριθμός Μακεδόνων, ιδιαίτερα από το Λέρινσκο, Κόστουρσκο, Μπίτολσκο, Πρέσπανσκο, Βόντενσκο, αλλά και άλλα μέρη της διαιρεμένης πλέον Μακεδονίας, αναζήτησαν σωτηρία εγκαταλείποντας την πατρική γη και συγγενείς, αναχωρώντας για τον ,,λευκό,, κόσμο.

Ένας από αυτούς ήταν και ο Άτανας Μπλιζνάκοβ, ο οποίος σε ηλικία μόλις 19 ετών, στο άνθος της ηλικίας του, γεύτηκε την πίκρα της ζωής του μετανάστη. Το έτος 1920, εγκατέλειψε την πατρική του γη και αναχώρησε για χώρες μακρινές. Από την πατρική του εστία μετέφερε μαζί του τη γνώση ότι τον κυνηγάει η φτώχια, αλλά μετέφερε και το μοναδικό αίσθημα ότι είναι Μακεδόνας, ότι θα παραμείνει Μακεδόνας όπου και αν βρεθεί και ότι κάποια μέρα και πάλι θα επιστρέψει στη Μακεδονία του.

Η νέα σελίδα της ενδιαφέρουσας ζωής του Άτανας Μπλιζνάκοβ ξεκίνησε στις 16 Δεκεμβρίου 1920, όταν έφτασε στις ΗΠΑ, στην πόλη Μάντισον του Ιλινόις, όπου ήδη υπήρχε μακεδόνικη κοινότητα. Εκεί στην αρχή εργάστηκε ως εργάτης σε εργοστάσιο χωρίς να γνωρίζει αγγλικά. Μετά από ενάμιση χρόνο εγκαταστάθηκε στην πόλη Γκέρι της Ιντιάνα, κοντά στη λίμνη Μίτσιγκαν, που εκείνο τον καιρό αναπτυσσόταν σε βιομηχανικό κέντρο. Εκεί, στη βιομηχανία μετάλου του Γκέρι εργάστηκε επί 34 χρόνια, εώς και την συνταξιοδότησή του.

Τα χρόνια στην ξενιτιά περνούσαν για τον Άτανας γρήγορα και μετά από 15 χρόνια επέστρεψε για λίγο στα πάτρια εδάφη, όπου και γνώρισε την μετέπειτα σύζυγό του, Σλάβκα, νέα και όμορφη κοπέλα, επίσης από το χωριό του Ντ΄μπενι. Η Σλάβκα έζησε μαζί του επί 63 χρόνια, δίνοντάς του θάρρος, μοιραζόμενη τη νοσταλγία του για τη Μακεδονία. Έπειτα αναχώρησε και πάλι για το Γκέρι, αφήνοντας πίσω του για πάντα το χωριό του Ντ΄μπενι.

Αν και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην ξενιτιά, ο Μπλιζνάκοβ ασχολούταν εώς το τέλος της ζωής του με τα προβλήματα του μακεδόνικου λαού. Για το λόγο αυτό, με την ίδρυση του Ιδρύματος ,,Атанас Близнаков”, προσπάθησε και κατάφερε να συμβάλει στην ανάπτυξη του Πανεπιστημίου ,,Св. Кирил и Методиј” (Σβέτι Κίριλ ι Μετόντιι), του μακεδόνικου λαού και γενικά της Μακεδονίας, ενώ ταυτόχρονα η κίνηση αυτή αποτέλεσε έμπνευση και ώθηση για τις μελλοντικές γενεές της μακεδόνικης διασποράς και ευρύτερα.

Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μπλιζνάκοβ, μαζί με άλλους Μακεδόνες πατριώτες, μέσω του МАНС (Μακεδόνικη-Αμερικανική Λαϊκή Ένωση) ηθικά και υλικά βοήθησε τον λαϊκοαπελευθερωτικό αγώνα του μακεδόνικου λαού ενάντια στον φασισμό.  Μετά τον πόλεμο, ο Άτανας έγινε πρόεδρος της Επιτροπής των Μακεδόνων της πόλης Γκέρι των ΗΠΑ για τη βοήθεια οικοδόμησης της Εσωτερικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής στο Σκόπιε της Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Η δράση εκείνη στέφτηκε με επιτυχία και μέχρι και σήμερα η κλινική φέρει πλακέτα ως αναγνώριση για τη μεγάλη βοήθεια και αγάπη των Μακεδόνων μεταναστών προς την πατρίδα τους και το λαό τους.

Ήταν μεγάλη η επιθυμία του Άτανας να επισκεφτεί τη Μακεδονία, να δει πως πραγματοποιήθηκαν τα ιδανικά του. Η επιθυμία του εκπληρώθηκε για πρώτη φορά το 1958, όταν με την σύζυγό του Σλάβκα επισκέφτηκε το Σκόπιε. Αναχώρησε και πάλι με την ελπίδα ότι θα ξαναρχόταν. Ήρθε και πάλι το 1968 και συμμετείχε στους εορτασμούς των εκδηλώσεων για το Ίλιντεν.

Με την επιστροφή του στην Αμερική, γεννήθηκε στον Άτανας η ιδέα και η επιθυμία να επιστρέψει για πάντα στη Μακεδονία. Για όλο αυτό το διάστημα το διακατείχε η ιδέα να κάνει κάτι με το οποίο θα μπορούσε να βοηθήσει την πατρίδα του, το λαό του που τόσο αγαπούσε.  Έτσι γεννήθηκε η ιδέα για ίδρυση του Ιδρύματος „Атанас Близнаков” με σκοπό την απονομή υποτροφειών σε φοιτητές του Πανεπιστημίου “Св. Кирил и Методиј” στο Σκόπιε.

Το 1976 εγκαταστάθηκε στο Σκόπιε και ίδρυσε το ίδρυμα αυτό. Για την υλοποίηση των στόχων και των αποστολών του Ιδρύματος φροντίζει Διοικητικό Συμβούλιο του οποίου πρόεδρος είναι ο πρύτανης του Πανεπιστημίου.

Ο Атанас Близнаков απεβίωσε στις 10 Ιουλίου 1998, στο Σκόπιε της Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Οι ελληνικές αρχές ποτέ δεν του επέτρεψαν τουλάχιστο να επισκεφτεί το χωριό του. Στην αναμνηστική πλακέτα που υπάρχει στο Πανεπιστήμιο με τα ονόματα των χορηγών, το όνομα του Άτανας Μπλιζνάκοβ βρίσκεται στην πρώτη θέση.

Έζησε με την σύζυγό του στο Σκόπιε για περισσότερα από είκοσι χρόνια (1976-1998). Τα χρόνια αυτά εξέδωσε δύο βιβλία. Το πρώτο έχει τίτλο ,,Д’мбени и револуционерното минато во Костурско” (Το Ντ΄μπενι και το επαναστατικό παρελθόν στο Κόστουρσκο) και εκδόθηκε το  1982, ενώ το δεύτερο έχει τίτλο ,,Националната, политичката и културната дејност на Македонците во САД и Канада” (Η εθνική, πολιτική και πολιτιστική δραστηριότητα των Μακεδόνων στις ΗΠΑ και Καναδά), το οποίο εκδόθηκε το έτος 1987.

Το βιβλίο για το χωριό του Ντ΄μπενι έχει σκοπό να παρουσιάσει στις νέες γενεές τις δραστηριότητες, τις δράσεις, τις ρίζες και τη ζωή των Μακεδόνων στην περιοχή του Κόστουρ (Καστοριά), οι οποίοι, χωρίς να το επιθυμούν, διασκορπίστηκαν παντού στην υφήλιο, αλλά με την ψυχή τους να παραμένει συνδεδεμένη γερά με τα πάτρια εδάφη.

Στο δεύτερο βιβλίο παρουσιάζει τους Μακεδόνες μετανάστες, ιδιαίτερα την πρώτη γενιά αυτών, σε ΗΠΑ και Καναδά. Με ωραίο αφηγητικό, ζωηρό τρόπο παρουσιάζει την ένταξη των Μακεδόνων μεταναστών στο νέο περιβάλλον, την οργάνωση των μακεδόνικων συλλόγων και λέσχεων εκεί, τις εφημερίδες, τις οργανώσεις και τους εκκλησιαστικούς δήμους. Το βιβλίο αποτελεί στην ουσία την ιστορία και τη ζωή των Μακεδόνων μεταναστών σ΄αυτές τις μακρινές χώρες.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

КУЗМАН ЈОСИФОВСКИ (ПИТУ) – ΚΟΥΖΜΑΝ ΓΙΟΣΙΦΟΒΣΚΙ (ΠΙΤΟΥ)

Το πλέον δοξασμένο όνομα του Λαϊκοαπελευθερωτικού αγώνα στη Μακεδονία , ο οργανωτής του, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΠΜ (κομμουνιστικού κόμματος Μακεδονίας), οργανωτής της σύγκλησης της πρώτης Συνέλευσης του АСНОМ (ΑΣΝΟΜ: Αντιφασιστικό Συμβούλιο Εθνικής Απελευθέρωσης της Μακεδονίας), συγγραφέας των εγγράφων κρατικής υπόστασης αυτού και λαϊκός ήρωας.

Γεννήθηκε στη μακεδόνικη πόλη Прилеп (Πρίλεπ) το έτος 1915, και βασική και μέση εκπαίδευση τελείωσε εκεί και στην πόλη Битола (Μπίτολα). Ο Кузман Јосифовски, με τους συνομήλικούς του, από πολύ μικρός, μαθητής ακόμη, δημιούργησε τις ιδέες και τα ιδανικά του υπό την ισχυρή επίδραση των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων του μακεδόνικου λαού και της κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης της Μακεδονίας μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σημαντική στιγμή, στιγμή καμπής στη ζωή του Κούζμαν ήταν το έτος 1935, όταν εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Βελιγραδίου. Εκεί απόκτησε εξέχουσα θέση στο φοιτητικό κίνημα. Από την πρώτη κιόλας περίοδο άρχισε να εργάζεται ενεργά για την ίδρυση του μακεδόνικου φοιτητικού συλλόγου “Вардар“(Βάρνταρ), ενώ ταυτόχρονα ήταν μέλος και του МАНАПО (ΜΑΝΑΠΟ: Μακέντονσκι Νάροντεν Πόκρετ – μακεδόνικο φοιτητικό κίνημα στο Βελιγράδι και Ζάγκρεμπ την περίοδο εκείνη). Ο Πίτου είχε βαθιά συνείδηση για την συνέχεια του αγώνα για εθνική ελευθερία του μακεδόνικου λαού και για το λόγο αυτό απευθυνόταν στις λαϊκές μάζες με τα ακόλουθα λόγια: „…(μετάφραση) οι θρύλοι που μου αφηγούταν η μπάμπα μου Ζάχα, για το Μάρκο Κράλε, το Ντέντο Ίλιο βόιβοντα και για την Κρούσσεβσκα Ρεπούμπλικα, για μένα ήταν πηγές ιδανικών. Χωρίς αυτόν το μακεδόνικο πατριωτισμό ίσως δε θα μπορούσα να είμαι και κομμουνιστής. Για το λόγο αυτό εμείς οι Μακεδόνες είμαστε μπροστά ως Μακεδόνες πατριώτες, επειδή είμαστε συνεχιστές του Γκότσε Ντέλτσσεβ, του Γιάνε Σαντάνσκι, του Γκιόρτσσε Πέτροβ…”.

Από το 1938 έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας, ενώ το 1939 γραμματέας της Επιτροπής του Πρίλεπ. Είχε οργανώσει περισσότερες διαδηλώσεις διαμαρτυρίας και επίσης συμμετείχε ενεργά και στην φοιτητική οργάνωση της πόλης Охрид (Όχριντ). Κατά τη διάρκεια επίσκεψης φοιτητών του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας, το έτος 1939, ο Κούζμαν έβγαλε λόγο στα μέλη του Μακεδόνικου Λογοτεχνικού Κύκλου της Σόφιας. Εκεί, οι Μακεδόνες φοιτητές είχαν την ευκαιρία να συναντηθούν με τις εξέχουσες προσωπικότητες εκείνης της επόχής των Μακεδόνων μεταναστών στη Βουλγαρία, όπως τους Никола Вапцаров (Νίκολα Βαπτσάροβ), Димитар Митрев (Ντιμίταρ Μίτρεβ), Митко Зафировски (Μίτκο Ζαφίροβσκι), Ѓорѓи Абаџиев (Γκιόργκι Αμπατζζίεβ), Коле Неделковски (Κόλε Νεντέλκοβσκι) και άλλους. Λίγο αργότερα, ο Κούζμαν διέκοψε τις σπουδές του, επέστρεψε στο Πρίλεπ και ασχολήθηκε αποκλειστικά με το κίνημα.

Το 1941 έγινε μέλος της Ολομέλειας του ΚΚΓ για τη Μακεδονία και ήταν ένας από τους εξέχοντες οργανωτές της ένοπλης αντίστασης του μακεδόνικου λαού ενάντια στη φασιστική κατοχή (1941-1944). Δρούσε κυρίως στην περιοχή της Μπίτολα και γενικά στη Δυτική Μακεδονία. Το Μάρτιο του 1942 ίδρυσε την Επιτροπή Δυτικής Μακεδονίας και ορίστηκε γραμματέας της. Βρισκόταν συνεχώς σε κίνηση, σε όλες τις άκρες της Μακεδονίας και Αλβανίας. Συστηνόταν ως έμπορος, δάσκαλος, υπάλληλος, μηχανικός…, ενώ στους κομμουνιστές που δεν τον γνώριζαν συστηνόταν με διάφορα ψευδόνυμα, από τα οποία σήμερα μας είναι γνωστά τα παρακάτω: Питу (Πίτου), Слободан (Σλόμπονταν), Методиј (Μετόντιι), Никола (Νίκολα), Долгиот (Ντόλγκιοτ) και Таткото (Τάτκοτο). Μέσα σε λίγους μόνο μήνες παραμονή στις δυτικές περιοχές, κατάφερε να ιδρύσει περισσότερες επιτροπές της οργάνωσης, όπως και Επιτροπή Περιοχής με έδρα το Τέτοβο.

Ο Κούζμαν παρακολουθούσε και ανέλυε όλες τις καταστάσεις της περιόδου. Για την περίοδο από Ιούνη εώς Νοέμβρη 1942 δεν έχει αφήσει πολλά γραπτά ίχνη. Το Δεκέμβριο του 1942 το κίνημα έκανε λεπτομερείς αναλύσεις της κατάστασης στη Μακεδονία και αποφάσισε οι Κούζμαν Γιοσίφοβσκι και Страхил Гигов (Στράχιλ Γκίγκοβ) να αναχωρήσουν για τη δυτική Μακεδονία και να οργανώσουν την σύσταση παρτιζάνικων σωμάτων, όπως και να επιλέξουν τοποθεσία για τη βάση του Γενικού Επιτελείου.

Το Μάρτιο του 1943 εκλέχτηκε μέλος της πρώτης Κεντρικής Επιτροπής του κομμουνιστικού κόμματος Μακεδονίας και μέλος του Γενικού Επιτελείου του НОБ (Νάροντνα Οσλομποντίτελνα Μπόρμπα να Μακεντόνια – Λαϊκός Απελευθερωτικός Αγώνας της Μακεδονίας) και του ПОМ (Παρτιζάνσκι Όντρεντι να Μακεντόνια – Παρτιζάνικα Σώματα της Μακεδονίας). Στις 2 Αυγούστου 1943, στο ιστορικό Συμβούλιο της Πρέσπας, το οποίο έπαιξε σημαντικό ρόλο στον παραπέρα εθνικό αγώνα του μακεδόνικου λαού, ο Κούζμαν ανέγνωσε κείμενό του για τα 40 χρόνια από την Επανάσταση του Ίλιντεν, κείμενο το οποίο αποτελεί μια νέα εκδοχή της ιστορίας του μακεδόνικου λαού. Μεταξύ άλλων, ο Κούζμαν ή Πίτου, τόνισε: „…Σήμερα, όταν ο μακεδόνικος λαός βρίσκεται ενωπίον ενός αποφασιστικού αγώνα για την εθνική του ελευθερία, η θύμηση του Ίλιντεν πρέπει περισσότερο από ποτέ να φωτίζει στα μάτια όλου του μακεδόνικου λαού, μπροστά στο πρόσωπο όλων των τίμιων Μακεδόνων, αυτών που αγαπούν την ελευθερία, όλων όσων αγαπούν τη χώρα τους…”.

Έτσι ο Κούζμαν τόνισε την συνέχεια του μακεδόνικου εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και επίσης τόνισε την ανάγκη συγκέντρωσης όλων των εσωτερικών δυνάμεων και τη δημιουργία ενός δυνατού υλικού σώματος στην ίδια τη Μακεδονία. Αυτό για τον ίδιο σήμαινε τη δημιουργία πλήρους ενότητας όλων των τάξεων και των επιπέδων, ενότητα μεταξύ των παλιών και νέων αγωνιστών για την ελευθερία της Μακεδονίας, ξεκινώντας από τους παλαίμαχους επαναστάτες της περιόδου του Ίλιντεν, τους παλαίμαχους στρατιώτες των διαφόρων πολέμων, εώς τους κομμουνιστές της περιόδου εκείνης, με μια λέξη δημιουργία ενός μοναδικού μακεδόνικου εθνικο-απελευθερωτικού μετώπου. Επίσης, ο Πίτου επέδειξε πολύ σημαντικές δραστηριότητες στις προετοιμασίες της Πρώτης Συνέλευσης του АСНОМ στις 2 Αυγούστου 1944.

Κατά τη διάρκεια συνάντησης με εκπρόσωπο του Βουλγαρικού εργατικού κόμματος, ο Πίτου προδώθηκε και προσπαθώντας να ξεφύγει από την βουλγάρικη κατοχική αστυνομία, κρύφτηκε σε ένα σπίτι στο κέντρο του Σκόπιε. Εκεί και τον σκότωσαν οι κατοχικές δυνάμεις στις 25 Φεβρουαρίου 1944. Με προκήρυξη της Αντιφασιστικής Συνέλευσης της Γιουγκοσλαβίας και της Μακεδονίας, στις 2 Αυγούστου 1945, ο Κούζμαν Γιοσίφοβσκι-Πίτου, ως ένας από τους πρώτους αγωνιστές του ΝΟΜΠ, ανακηρύχτηκε λαϊκός ήρωας.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ПЕТАР МАНЏУКОВ – ΠΕΤΑΡ ΜΑΝΤΖΖΟΥΚΟΒ (1878-1966)

Ο Петар Георгиев Манџуков (Πέταρ Γκεοργκίεβ Μαντζζούκοβ) ήταν Μακεδόνας επαναστάτης – αναρχικός, ενεργός μέτοχος στο μακεδόνικο επαναστατικό κίνημα την περίοδο του Ίλιντεν. Ήταν ενεργό μέλος της Μακεδόνικης μυστικής επαναστατικής επιτροπής της Γενεύης, ενώ περιοδικά ήταν και συνεργάτης του Гоце Делчев (Γκότσε Ντέλτσσεβ), μέλος της τσσέτας του. Έχει συγγράψει το βιβλίο απομνημονευμάτων με τίτλο  „Предвесници на бурата“ (Πρεντβέσνιτσι να μπούρατα – Προαγγελίες της θύελλας), στο οποίο με τρόπο ωραίο αφηγείται εντυπωσιακά γεγονότα από τη νεότερη ιστορία της Μακεδονίας. Έγραφε στη μακεδόνικη και στη βουλγάρικη γλώσσα.

Ο Петар Манџуков γεννήθηκε το 1878 στο χωριό Мирковци (Μίρκοβτσι) της περιοχής του Σκόπιε. Ήταν ανηψιός του μητροπολίτη Натанаил Охридски (Νατάναηλ Όχρντσκι) από το χωριό Кучевиште (Κουτσσέβισστε), ο οποίος τον πήρε από μικρό και τον πήγε στην πόλη Πλόβντιβ της Βουλγαρίας, όπου και τελείωσε τη βασική σχολική εκπαίδευση. Πάντοτε με την υποστήριξη και το μακεδόνικο πνεύμα του θείου του, του μητροπολίτη, ο Μαντζζούκοβ φοίτησε για μια χρονιά (1894/95) στην Στρατιωτική Σχολή της Σόφιας, όπου για πρώτη φορά συμμετείχε στον πατριωτικό κύκλο του Васил Главинов (Βάσιλ Γκλάβινοβ). Έπειτα συνέχισε στο γυμνάσιο του Πλόβντιβ, όπου μαζί με τον Михаил Герџиков (Μίχαηλ Γκερτζζίκοβ) ίδρυσαν τον πρώτο σχολικό αναρχικό κύκλο στη Βουλγαρία.

Λόγω της επαναστατικής του δραστηριότητας στον τοπικό αναρχικό κύκλο, το φθινόπωρο του 1895 ο Μαντζζούκοβ εκδιώχθηκε από την πέμπτη τάξη του γυμνασίου του Πλόβντιβ.  Τη μόρφωσή του την συνέχισε στο Καζανλάκ και στο Λομ, αλλά και εκεί δεν παρέμεινε ήσυχος, ιδρύοντας αναρχικούς κύκλους, οι οποίοι αργότερα εξαπλώθηκαν σε όλη τη Βουλγαρία. Μετά την αποφοίτησή του από τη Παιδαγωγική Σχολή του Λομ, το 1898, αναχώρησε για να σπουδάσει χημεία στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, στην Ελβετία, όπου παρέμεινε πιστός και εκεί στις επαναστατικές του δραστηριότητες. Άμεσα έγινε μέλος της Μακεδόνικης μυστικής επαναστατικής επιτροπής της Γενεύης, την οποία αποκαλούσαν Ομάδα της Γενεύης.

Η δίκη των Γκεμίτζζιι

Η δίκη των Γκεμίτζζιι

Η βάση της ομάδας αυτής ήταν άμεσα συνδεδεμένη με το μυστικό κύκλο του Γυμνασίου του Πλόβντιβ ακόμη από το 1896. Αν και το μεγαλύτερο μέρος της ομάδας βρισκόταν για σπουδές στη Γενεύη, στην ουσία ο ερχομός του Γκερτζζίκοβ και του Πέταρ Μαντζζούκοβ το 1898, και υπό την επίδραση των Ρώσων επαναστατών με τους οποίους είχαν έρθει σε επαφή, θέτει τις βάσεις για μια αναδιοργάνωση αυτού του αναρχικού κύκλου στη Γενεύη, ο οποίος είχε ως στόχο την απελευθέρωση της Μακεδονίας μέσω μιας εσωτερικής επανάστασης.

Για τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να επέλθει η απελευθέρωση της Μακεδονίας και τις θέσεις του αναρχικού κύκλου της Γενεύης, εξηγεί η επιστολή που είχε στείλει ο Μαντζζούκοβ στον Константин Кирков (Κόνσταντιν Κίρκοβ), έναν από τους μετέπειτα γνωστούς Γκεμίτζζιι. Η ομάδα έδινε την προσοχή της στην Ευρώπη και την σχέση της με το μακεδόνικο ζήτημα, και για το λόγο αυτό ο Μαντζζούκοβ στην επιστολή του, μεταξύ άλλων αναφέρει: „..Είναι πολύ ανησυχητική η συμπεριφορά της Ευρώπης που για λογαριασμό των ύποπτων συμφερόντων της ξεχνάει το χρέος της προς ένα μικρό λαό στην καρδιά του κόσμου. Μου φαίνεται ότι το καθήκον μας την στιγμή αυτή είναι να στρέψουμε τον αγώνα μας προς εκείνη την Ευρώπη, η οποία αποφασίζει για τη μοίρα του λαού μας, ενώ μετά ο αγώνας ενάντια στους Τούρκους θα είναι άνευ αντικειμένου…Εμείς θέλουμε να θυσιάσουμε τις δικές μας και όχι ξένες ζωές…και μέσω του δικού μας αίματος να στρέψουμε την προσοχή και τις συμπάθειες της ανθρωπιστικής Ευρώπης.

Η Μακεδόνικη Μυστική Επαναστατική Επιτροπή (МТРК) έλαβε συγκεκριμένα μέτρα για την ολοκλήρωση της σύστασης της οργάνωσης και άρχισε την έκδοση της εφημερίδας  „Отм’штение“ (Одмазда – Όντμαζντα – Εκδίκηση) με δευτερεύων τίτλο „Орган на македонските револиционери-терористи“ (όργανο των Μακεδόνων επαναστατών – τρομοκρατών). Ο Петар Манџуков ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής της εφημερίδας αυτής.

Στα τέλη του 1898, ο Μαντζζούκοβ επέστρεψε στη Μακεδονία, με αποστολή να ιδρύσει αναρχικούς κύκλους στην Παιδαγωγική Σχολή του Σκόπιε. Την περίοδο αυτή στη Μακεδονία έφτασε και ο Μίχαηλ Γκερτζζίκοβ, ο οποίος έγινε δάσκαλος στη Μπίτολα. Στις συναντήσεις που είχε με το Γκότσε Ντέλτσσεβ, αποφάσισαν τη διάλυση της МРТК και το μεγαλύτερο μέρος των μελών της εντάχθηκε στη Μακεδόνικη Επαναστατική Οργάνωση (ΒΜΡΟ).

Στις αρχές του 1899, κατά τη διάρκεια της εργασίας του ως δάσκαλος στο Σκόπιε, ο Μαντζζούκοβ έγραψε το βιβλίο „Азбука на анархистичкото учење“ (Αλφαβητάριο της αναρχικής εκμάθησης), για τις ανάγκες του αναρχικού κύκλου που είχε ιδρυθεί. Πολλές ήταν οι φορές που λόγω των δραστηριοτήτων του φυλακίστηκε, αλλά απελευθερωνόταν λόγω έλειψης αποδεικτικών στοιχείων ή τον έδιωχναν στη Βουλγαρία. Από εκεί επέστρεψε παράνομα στη Μακεδονία και εντάχθηκε στην τσσέτα του Γκότσε Ντέλτσσεβ, και μαζί με αυτόν, τον Σλάβε Μερτζζάνοβ και τον Πέταρ Σοκόλοβ έκαναν περιήγηση σ΄όλη τη Μακεδονία.

Αν και η МТРК δεν πέτυχε μεγάλα αποτελέσματα, με τη δράση της άφησε βαθιά ίχνη στο μακεδόνικο επαναστατικό κίνημα. Η οργάνωση αυτή έθεσε τη μελλοντική βάση για τους Γκεμίτζζι και άμεσα επέδρασε στη δράση τους. Ο Петар Манџуков και ο Славе Мерџанов  θεωρούνται οι ιδρυτές των Γκεμίτζζιι (για τους Γκεμίτζζιι δείτε Νόβα Ζόρα τεύχος 6). Αυτό φαίνεται καλύτερα από την συμμετοχή τους στις προετοιμασίες για τις δράσεις σαμποτάζ στο Τσάριγκραντ (Ίσταμπουλ/Κωνσταντινούπολη) το 1900.

Ο Петар Манџуков, ο οποίος συμμετείχε πολύ ενεργά στο μακεδόνικο επαναστατικό κίνημα, δεν παραιτήθηκε από τις βασικές αρχές της МТРК, δηλαδή συνέχισε με διάφορες δραστηριότητες να προσπαθεί να κεντρίσει την προσοχή της Ευρώπης. Για τον σκοπό αυτό, προς τα τέλη του 1889 και αρχές του 1890, μαζί με τον Σλάβε Μερτζζάνοβ έσκαψαν μυστικό τούνελ προς την Οθωμανική Τράπεζα με σκοπό να την ανατινάξουν. Αργότερα στη δράση αυτή εντάχθηκε και ο αναρχικός και μετέπειτα Γκεμίτζζια, Павел Шатев (Πάβελ Σσάτεβ).  Η προσπάθεια δεν πέτυχε λόγω τυχαίας ανακάλυψης του τούνελ από τις αρχές, κατά τη διάρκεια μιας πυρκαγιάς που ξέσπασε κοντά στην τράπεζα.

Ο Манџуков, παρόλη την αποτυχία αυτή, συνέχισε με νέες δράσεις. Αν και ήταν κατά της έναρξης της Επανάστασης του Ίλιντεν, συμμετείχε σε ενέργειες σαμποτάζ των σιδηροδρομικών γραμμών, δυσκολεύοντας τη μετακίνηση των οθωμανικών στρατιωτικών δυνάμεων. Η τελευταία του ενέργεια για το 1903 ήταν στην πόλη Κούλελι Μπούργκαζ, η οποία ενέργεια ήταν και η τελευταία του γενικά. Η είδηση για το θάνατο των Γκεμίτζζιι και η αποτυχία της Επανάστασης του Ίλιντεν, τον τάραξαν βαθιά.

Μετά από παύση περισσοτέρων ετών, αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Νανσύ της Γαλλίας το 1909, λαμβάνοντας το πτυχίο του Δασοπόνου.

Ο Петар Манџуков άφησε πίσω του πλούσιο συγγραφικό έργο, με θέματα τα απομνημονεύματά του, αλλά και τη νεότερη ιστορία του μακεδόνικου λαού. Απεβίωσε σε βαθιά γεράματα την Πρωτοχρονιά του 1966.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Κατηγορίες

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


ALPHA BANK

Account 852 00 2101 031390

IBAN: GR47 0140 8520 8520 0210 1031 390

BIC: CRBAGRAA

Μηνιαίες Εκδόσεις

Македонска Ризница
  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2016 (147)
  • 2015 (416)
  • 2014 (404)
  • 2013 (377)
  • 2012 (372)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)