Αρχεία | ΠΡΟΣΩΠΑ | Личности

АЛЕКСАНДАР ТУРУНЏЕВ ΑΛΕΞΑΝΤΑΡ ΤΟΥΡΟΥΝΤΖΖΕΒ (1872 – 1905)

Στην πλειάδα Μακεδόνων επαναστατών που έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία και τα δίκαια του μακεδόνικου λαού, εξέχουσα θέση κατέχει και ο θρυλικός Александар Турунџев. Ήταν ένας από τους γνωστότερους Βόιβοντες της Εσωτερικής Μακεδόνικης Επαναστατικής Οργάνωσης (ВМРО) στο Λέρινσκο-περιοχή Φλώρινας, ο οποίος άφησε βαθιά χνάρια στη μνήμη των Μακεδόνων, οι οποίοι του σύνθεσαν πολλά τραγούδια, αφηγήθηκαν ηρωικές ιστορίες, φράσεις οι οποίες μεταφέρθηκαν από γενιά σε γενιά.

Γεννήθηκε το 1872 στο χωριό Екши Су (Горно Врбени)-Έκσσι Σου (Γκόρνο Β’ρμπενι)-Ξυνό Νερό, Леринско-Φλώρινας. Στις αρχές της επαναστατικής του δράσης ήταν μέλος αντάρτικης ομάδας και έπειτα έγινε μέλος και του ΒΜΡΟ, όπου εντάχθηκε πολύ νέος, καταρχήν ως κόμιτα και μετέπειτα ως βόιβοντα. Κατα τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν, με την τσσέτα του (ένοπλη ομάδα), συμμετείχε ενεργά σε όλες τις μάχες στην περιοχή του Λέρινσκο-Φλώρινας.

Κατα τη διάρκεια του αγώνα του, ο Τούρουντζζεβ, τακτικά επισκέπτονταν τα χωριά του Λέρινσκο και κάποια από τα χωριά της Ντόλνα Πρέσπα και της Μπίτολα. Ήταν πολύ αγαπητός στο λαό, λόγω της γενναιότητάς του και της μεγάλης επιθυμίας του για απελευθέρωση του λαού του. Εκτός αυτού, ήταν δυνατός άντρας, γεροδεμένος, ψηλός, με μακριά μαλλιά και μεγάλη γενειάδα, πλατύ μέτωπο και γερακίσιο βλέμμα. Παντού τον υποδέχονταν εγκάρδια, επειδή μαζί με τους συντρόφους του, είχε απαλλάξει την περιοχή από τους βασανιστές του μακεδόνικου λαού, υπεύθυνους για τις βιαιότητες και τις ληστείες και με τη δράση του δεν επέτρεπε σε νέους τέτοιους να εμφανιστούν.

Μετά την απόφαση του ВМРО για ξεσηκωμό στο Συνέδριο του Солун-Θεσσαλονίκης (Ιανουάριος 1903) και την επιβεβαίωση αυτής από το Συνέδριο στο Смилево-Σμίλεβο, χωριό της Μπίτολα (Μάης 1903), ο Турунџев έλαβε καθήκοντα να αναδιοργανώσει το χωριό του και να το προετοιμάσει για την Επανάσταση. Εκπαίδευσε πολλούς συγχωριανούς του στην τέχνη του πολέμου, νέους 20-25 ετών και άνω και έπειτα έκαναν δοκιμαστικές μάχες. Εκπαίδευσε περίπου 230 άτομα.

Κατα την Επανάσταση του Ίλιντεν, στην περιοχή του Λέριν, σύμφωνα με τις διαταγές του Συνεδρίου, οι μάχες δίνονταν με αντάρτικο τρόπο. Μάχονταν μόνο οι τσσέτες των Βόιβοντι και οι χωρικοί έμειναν στα χωριά τους, περιμένοντας να βοηθήσουν εάν χρειαζόταν. Επιστρατεύτηκαν μόνο 500 χωρικοί, από τους οποίους οι 100 περίπου ήταν από το χωριό του Αλεξάνταρ, το Β΄ρμπενι.

Ο οθωμανικός στρατός συνέθεσε λεπτομερές σχέδιο για αντεπίθεση στους Μακεδόνες επαναστάτες και τις πολεμικές τους ομάδες. Για να εμποδίσουν την παραπέρα ενδυνάμωση της κίνησης στο Λέρινσκο, οι οθωμανικές αρχές του βιλαετίου της Μπίτολα, αποφάσισαν να εγκαταστήσουν ένοπλη μονάδα στο χωριό του Турунџев, η οποία και κατέφθασε με το διοικητή της στις 14 Νοεμβρίου 1903. Η παρουσία όμως του στρατού δεν φόβισε τα μέλη του ΒΜΡΟ στο θρυλικό Екши-Су, ούτε και σταμάτησε την οργανωτική δραστηριότητα του ηρωικού του γιου Александар Турунџев, ο οποίος ξεκίνησε με την ανανέωση του δικτύου της περιοχής, όλο και πιο αγαπητός, ιδιαίτερα μετά την επίσκεψη από τον Даме Груев-Ντάμε Γκρούεβ, γενικό διοικητή της ευρύτερης περιοχής και του υπαρχηγού του, βόιβοντα Ѓорѓи Сугарев-Γκιόργκι Σούγκαρεβ. Δεν υπέκυψε στην προσφορά αμνηστείας από πλευράς του Σουλτάνου, αλλά σύντομα προδώθηκε από έναν ύπουλο, πληρωμένο χαφιέ, ο οποίος καταχράστηκε την επιστοσύνη του.

Η προδοσία έλαβε μέρος στο χωριό Ајтуш-Άιτουςς (Леринско-Φλώρινας), κατα τη διάρκεια των εργασιών για την ανανέωση του επαναστατικού δικτύου. Ήταν τέλη του 1904, όταν προδόθηκε από τον Митре Гинков-Μίτρε Γκίνκοβ. Η προδοσία έγινε με τον εξής τρόπο: ο Τουρούντζζεβ έφτασε στο Ајтуш. Ήδη η προδοσία είχε ξεκινήσει νωρίτερα. Γνωρίζοντας το θάρρος και τη γενναιότητα του Αλεξάνταρ, τα πάντα οργανώθηκαν με ακρίβεια. Ο Βόιβοντας φιλοξενήθηκε από «πιστό» φίλο και όταν αποκοιμήθηκε, ο «φίλος» ειδοποίησε τις οθωμανικές αρχές ότι όλα είναι έτοιμα και ότι ο Τουρούντζζεβ κοιμάται. Αμέσως κατέφθασε στρατός. Ο «φίλος» άνοιξε αθόρυβα την πόρτα και δεκαριά στρατιώτες χύμηξαν πάνω στον Βόιβοντα, τον έδεσαν και τον μετέφεραν στις ξακουστές φυλακές της Μπίτολα. Η τσσέτα του, επίτηδες, είχε εγκατασταθεί από τον «φίλο» σε άλλα σπίτια του χωριού. Το δεξί χέρι του Турунџев, ο  Кокончев-Κοκόντσσεβ, έμεινε πιστός στις διαταγές του αρχηγού του και μετέφερε τους άντρες στην περιοχή του Костур-Καστοριάς, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για επέμβαση, την οποία όμως ο παλυάριθμος οθωμανικός στρατός δεν επέτρεψε.

Αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε στις φυλακές. Εκεί βασανίστηκε αφάνταστα επι ένα χρόνο. Επειδή αποτελούσε το φόβο και τον τρόμο των Οθωμανών, οι αρχές των φυλακών αποφάσισαν να μη βγει ζωντανός από την απομόνωση.  Τον βασάνιζαν, του έβαζαν ξυλαράκια στα νύχια, τον έκαιγαν με πυρωμένο σίδερο, για να πει ποιοί ήταν οι συνεργάτες του στην Μπίτολα. Η απάντησή του ήταν πάντα μία: «Битола ја познавам, во Битола никого не познавам-Την Μπίτολα την ξέρω, στην Μπίτολα κανέναν δεν ξέρω». Ο Турунџев άντεξε όλα τα βασανιστήρια χωρίς να παρακαλέσει για οίκτο. Πολλές φορές λόγω του αφόρρητου πόνου λιποθυμούσε και κάποιες φορές προσπάθησε να αυτοκτονήσει. Η φύλαξή του έγινε ακόμα μεγαλύτερη. Αλυσίδες στα χέρια και στα πόδια, όπως και στο λαιμό. Όταν κατάλαβαν ότι δεν θα καταφέρουν να του αποσπάσουν τίποτα, οι αρχές ετοίμασαν, μέσω του Στρατοδικείου, δικαστική διαδικασία. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε θάνατο και η ποινή εκτελέστηκε με δημόσιο κρέμασμα σε μια πλατεία της Μπίτολα, το Ατ-παζάρ, στις 29 Αυγούστου 1905. Αυτό το μακάβριο γεγονός φυλάχτηκε και σε φωτογραφία, η οποία έμεινε απόδειξη του θάρρους αυτού του γενναίου Βόιβοντα, του Александар Турунџев, ο οποίος πριν κρεμαστεί, φώναξε: «Македонија ќе биде слободна-Η Μακεδονία θα απελευθερωθεί!».

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

МАТE БУЛЕВ – ΜΑΤE ΜΠΟΥΛΕΒ 1904 -1949

Ο Μάτε Μπούλεβ (Ματθαίος Μπούλες) ήταν ένας δραστήριος αγωνι­στής που αγωνίστηκε και θυσιάστηκε για τα δίκαια του μακεδόνικου λαού ενάντια στον ξένο κατακτητή αλλά και τη εγχώρια καταπίεση.

Γεννήθηκε το 1904 στο επαναστατικό μακεδόνικο χωριό Врбени-Β’ρμπενι ( Ξυνό Νερό Φλώρινας) από φτωχή αγροτική οικογένεια. Από μικρή ακόμη ηλικία, άρχισε να αναδεικνύεται ο τολμηρός και μαχητικός του χαρακτήρας. Με τις δημο­κρατικές του ιδέες ο Μάτε έγινε γνωστός το 1926, όταν στις βουλευτικές εκλογές αγωνίστηκε για το “Εθνικό Ενω­τικό Μέτωπο”. Συμμετείχε ενεργά στους κοινωνικούς αγώνες και σε όλες τις βουλευτικές εκλογές μέχρι το 1932, οπότε έγινε μέλος του ΚΚΕ και συνεργάστηκε με τα άλλα ενεργά στελέχη, αναλαμβάνοντας διάφορες κομμα­τικές υποχρεώσεις. Πολλές φορές συμμετείχε ενεργά σε συγκρούσεις με καταπιεστικές δυνάμεις του τόπου και την αστυνομία με αποτέλεσμα να φυλακιστεί και στη συνέχεια να εξοριστεί. Το σπίτι του πολλές φορές γινόταν καταφύγιο κυνη­γημένων δημοκρατών και άλλες φορές γινόταν ο χώρος όπου συγκεντρώνονταν και συνεδρίαζαν τα μέλη του κόμματος σε τοπικό επίπεδο. Στις βουλευτικές εκλογές του 1936, ο Μάτε μαζί με άλλους τριάντα συγχωριανούς του, επι­σκέφτηκαν τα χωριά του Соровичево-Σοροβίτσσεβο (Αμύνταιο)και ενη­μέρωσαν το λαό για το πρόγραμμα του “Εθνικού Μετώ­που”. Στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, για ένα διάστημα βρέθηκε στην περιοχή της Νιγρίτας, όπου τον συνέλαβαν και τον εξόρισαν στη Χίο. Με την κατοχή της Ελλάδος από τους Γερμανούς, Ιταλούς και Βουλγάρους φασίστες, ο Μάτε βγήκε από την φυλακή και άρχισε πάλι να αγωνίζεται για τη δημιουργία παρτιζάνικων ομάδων στις γραμμές του Ε.Λ.Α.Σ. Ήταν ένας μεγάλος σαμποτέρ – κομάντο με πολυάριθμες ενέργειες ειδικά στην καταστροφή δρόμων, γεφυρών, σιδηροδρομικών γραμμών, όπως και στην ανα­τίναξη φασιστικών οχημάτων και τρένων. Με την λήξη του πολέμου και τη γνωστή Συμφωνία της Βάρκιζας, σύμφωνα με την οποία η ηγεσία της αντίστασης παρέδωσε τον οπλισμό, ο Μάτε Μπούλεβ συντάχθηκε με αυτούς που την θεώρησαν λαθεμένη και αμφέβαλαν για την ειλικρίνεια της αντιδραστικής πλευράς και δεν παρέ­δωσαν τον οπλισμό τους. Έτσι έγινε ένας από τους πιό δραστήριους αγωνιστές ενάντια στη εγχώρια μοναρχοφασιστική αντίδραση. Το φθινόπωρο του ‘46 όταν ήδη είχε αρχίσει ο Εμ­φύλιος πόλεμος, μαχόταν στο βουνό Радош-Ράντοςς. Εκεί συνάντησε και άλλους κυνηγημένους Μακεδόνες από τα χωριά Ајтос-Άιτος (Αετός), Сребрено-Σρέμπενο (Ασπρόγεια), Баница-Μπάνιτσα (Βεύη), Зеленич-Ζέλενιτςς (Σκλήθρο) και δημιούργησαν μια ένοπλη ομάδα. Σαν αντίποινα για αυτή του την δραστηριότητα, οι αντιδραστικές συμμορίες έβαλαν φωτιά στο σπίτι του. Στις 10 Ιανουαρίου του 1949 μια κυβερνητική τα­ξιαρχία τοποθετήθηκε στο Άιτος- Αετό και άρχισε βίαια να διώ­χνει τους κατοίκους από τα χωριά Спанци-Σπάντσι (Φανός), Гулјанци-Γκουλιάντσι (Ροδώνα), Лјубетина-Λιουμπέτινα (Πεδινό),Ајтос-Άιτος (Αετός), Долно Неволјани-Ντόλνο Νεβόλιανη (Βαλτόνερα), Горско-Γκόρσκο (Αγραπιδιά), Сребрено-Σρέμπενο (Ασπρόγεια), Елово-Έλοβο (Ελατιά) και άλλα. Η βίαιη αυτή απομάκρυνση των Μακεδόνων από τα σπίτια τους και από τον τόπο τους κράτησε περίπου δέκα μέρες. Στις 19 Απριλίου 1949 ένα τάγμα του κυβερνητικού στρατού επιτέθηκε στις ανταρτικές θέσεις κοντά στο Зеленич-Ζέ­λενιτς, όπου μάχονταν και ο Μάτε. Μετά από πολύωρη μάχη μια σφαίρα του εχθρού έβαλε τέλος στην ηρωική του δράση.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

КОЧО (ДИНЕ) РОБЕВ – ΚΟΤΣΣΟ (ΝΤΙΝΕ) ΡΟΜΠΕΒ 1915-1947

Ο Кочо Робев (Κώστας Ρόμπης)γεννήθηκε το 1915 στο χωριό Баница-Μπάνιτσα (Βεύη Φλώρινας) από φτωχή αγροτική οικογένεια. Ο πατέρας του Трифо-Τρύφо, λόγω οικονομικών δυσκολιών, αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Αμερική, όπου πέθανε μετά από μικρό χρονικό διάστημα χωρίς να ξαναδεί την οικογένεια του. Η γυναίκα του Сирма-Σύρμα μαζί με τους δύο γιους και τις τέσσερις κόρες έμεινε μόνη χωρίς καμιά υποστήριξη και βοήθεια.

Κάτω απο αυτές τις δύσκολες συνθήκες τα παιδιά από μικρή ηλικία αναγκάστηκαν να δουλέψουν σκληρά. Έτσι και ο Κότσσο μόλις έγινε 15 χρονών, άρχισε να εργάζεται στα ορυχεία της Μπάνιτσα. Μέσα σ’ αυτές τις δύσκολες συνθήκες εργασίας ο Κότσσο εγίνε δραστήριο μέλος και οργανωτικό στέλεχος του συνδικάτου των ανθρακωρύχων. Μέσα από το συνδι­κάτο μαζί με άλλους συντρόφους και εργάτες αγωνίστηκε με απεργιακές κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και την καθιέρωση του οκταώρου. Το 1932 έγίνε μέλος της οργάνωσης “Εργατική Αλληλεγγύη”. Το 1936 άρχισε να υπηρετεί την στρατιωτική του θητεία στο Лерин-Λέριν (Φλώρινα) με τον βαθμό του Λοχία και το Πάσχα του ιδίου έτους πήρε εορταστική άδεια και επέστρεψε στο χωριό του. Εκεί υπήρχε το έθιμο να γίνεται γλέντι στην πλατεία με μακεδόνικους παραδοσιακούς χορούς. Είναι γνω­στό από τα έθιμα και την παράδοση, ότι όταν χορεύουν οι άνδρες, δεν έχει κανείς το δικαίωμα να διακόψει τον χορό και το τραγούδι. Εκείνο το απόγευμα ο Κότσσο έσερνε πρώτος το μακεδόνικο χορό Бајраче-Μπαϊράτσσε. Ξαφνικά εμφανίστηκε η αστυνομία με σκοπό να δια­λύσει το γλέντι. Ο Κότσσο, που ήταν ντυμένος με τα στρατιωτικά ρούχα, αντιστάθηκε με αποτέλεσμα να προπηλακιστεί από τους χωροφύλακες, ενώ μαζί με τους συγχωριανούς του προσπάθησαν να συνεχίσουν το γλέντι. Οι χωροφύ­λακες αφού δεν κατόρθωσαν να διαλύσουν το γλέντι απευθύνθηκαν για βοήθεια στον συνοριακό στρατώνα. Με την άφιξη ίων στρατιωτών ο διοικητής διέταξε τον Κότσσο να πάρει θέση υπέρ της χωροφυλακής και να στραφεί εναντίον των συγχωριανών του. Όπως ήταν φυσικό, αρνήθηκε με αποτέλε­σμα να τιμωρηθεί και να εξορισθεί μαζί με άλλους τέσσερις από την Μπάνιτσα στο νησί Αγιος Ευστράτιος. Εκεί έμεινε μέχρι το 1940, δηλαδή μέχρι την επίθεση της φασι­στικής Ιταλίας εναντίον της Ελλάδος.

Στις 29 Οκτωβρίου 1940, μιά μέρα μετά την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου, ο Κότσσο με 20 κρατούμε­νους συγχωριανούς του μεταφέρθηκαν στη νήσο Χίο. Το ίδιο διάστημα εκατοντάδες Μακεδόνες εξορίστη­καν στα ξερονήσια του Αιγαίου και στην Πελλοπόνησο. Τον Μάϊο του 1941 ο Κότσσο Ρόμπεβ μαζί με άλλους συγκρατούμενούς του κατόρθωσαν να δραπετεύσουν από τις φυλακές της Χίου. Επέστρεψε στη Μπάνιτσα και άρ­χισε την οργανωτική δουλειά ενάντια στην φασιστική κατοχή. Στις 18 Ιανουαρίου 1944 μαζί με τον ακτιβιστή Лазо Кочев-Λάζο Κότσσεβ, μετά από προδοσία συνελήφθησαν από τους Γερ­μανούς κατακτητές και οδηγήθηκαν στις φυλακές του στρατοπέδου “Παύλου Μελά” στην Θεσσαλονίκη. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος από την Γερ­μανική κατοχή και τη γνωστή συμφωνία της Βάρκιζας η εξουσία πέρασε στα χέρια αυταρχικών κυβερνήσεων.

Το κλίμα τρομοκρατίας που επέβαλε το ελληνικό κράτος και παρακράτος, ανάγκασε τον Κότσσο, μαζί με άλ­λους συναγωνιστές του, να απομακρυνθούν για ένα διάστημα από την Ελ­λάδα και να μεταφερθούν στο μακρυνό Μπούλκες στη Βοϊβοντίνα. Τον Σεπτέμβριο του 1946 επέστρεψε στο Λέριν-Φλώρινα και με την ιδιότητα του κομματικού επιτετραμένου συνέχισε τον αγώνα ενάντια στον εγχώριο φασισμό. Τον Ιανουάριο του 1947 ακτιβιστές από το χωριό Пополжани-Ποπόλζζανι (Παπαγιάννη Φλώρινας) ενημέρωσαν τον Κότσσο, ότι οι αρχές του χω­ριού κάνουν προσπάθειες να οπλίσουν και να στρέψουν τους χωρικούς εναντίον του Δ.Σ.Ε. Αυτός μαζί με τους συντρόφους του Константин Цингов-Κόσταντιν Τσίγκοβ και Танас Ашлаков-Τάνας Ασσλάκοβ πήγαν στο χωριό για να αποτρέψουν τους χωρικούς από μια τέτοια ενέργεια. Εκεί σε μάχη με αντίπαλες ομάδες έπεσε νεκρός.

Μετά από αυτό οι στρατιώτες δεν σεβάστηκαν το νεκρό Κότσσο. Αφού τον έδεσαν πίσω από στρατιωτικό φορτηγό, τον έσερναν μέσα στους δρόμους του Λέριν-Φλώρινα.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

МИТРЕ ПАНЏАРОВ (ВЛАОТ) – ΜΙΤΡΕ ΠΑΝΤΖΖΑΡΟΒ (ΒΛΑΟΤ) (1873 – 1907)

Στην πλειάδα αγωνιστών-επαναστατών του ιστορικού παρελθόντος της Μακεδονίας, συγκαταλέγεται και το όνομα του Митре Влаот (ως Βλάοτ ήταν γνωστός στην περιοχή του Костур-Καστοριάς), ο οποίος ως αγωνιστής και άνθρωπος, άφησε βαθιά τα ίχνη του στη μνήμη του μακεδόνικου λαού και τα οποία ίχνη μεταφέρονται προφορικά από γενιά σε γενιά, μέχρι και σήμερα. Οι σύγχρονοί του τον παρουσίαζαν ως αγωνιστή, θαρραλαίο, περήφανο, άνθρωπο που ήξερε να δίνει λύσεις, έξυπνο, με καλή καρδιά για τους αδικημένους και χωρίς οίκτο για τους διώκτες του λαού του. Αν και βλάχος στην καταγωγή, είχε γεννηθεί σε μακεδόνικο περιβάλλον και όπως πολλές φορές είχε δηλώσει, θεωρούσε τους Μακεδόνες δικό του λαό, όπως και τους Βλάχους.

Γεννήθηκε στο μακεδόνικο χωριό Кономлади-Κονόμλαντι (Μακροχώρι Καστοριάς)  το 1873 και από τα παιδικά του χρόνια αγωνιζόταν εναντίων των αδικιών σε βάρος των χωρικών από τις οθωμανικές αρχές και τις διάφορες συμμορίες. Εργαζόμενος ως υπηρέτης στο χωριό Света Недела-Σβέτα Νέντελα (Αγία Κυριακή Καστοριάς), μια μέρα, μη μπορώντας πλέον να υπομένει την ανήθικη συμπεριφορά του μπέη, καυγάδισε μ’ αυτόν. Πλέον δεν μπορούσε να παραμείνει εκεί και κατέφυγε στα βουνά ως άιντουτ, μαζί με τον πατέρα του Никола-Νίκολα και τα τέσσερα αδέρφια του, Нуме-Νούμε, Насо-Νάσο, Доне-Ντόνε και Зисо-Ζίσο. Αργότερα έγινε μέλος της τσσέτα του Коте од Руље-Κότε οντ Ρούλιε (σημ.Κώτας Καστοριάς), ο οποίος Κότε αργότερα εξαγοράστηκε από την ελληνική προπαγάνδα και έγινε πιστός συνεργάτης του Γερμανού Καραβαγγέλη. Παρόλη τη δύσκολη ζωή του, ήταν οικογενειάρχης, παντρεμένος με κοπέλα από το Кономлади-Κονόμλαντι και είχε τρία παιδιά, ένα γιό και δύο κόρες.

Με τη δημιουργία του οργανωτικού δικτύου του ΒΜΡΟ στην περιοχή του Костур, ο Митре πολύ γρήγορα έγινε κόμιτα, ενεργά ενταγμένος στις εργασίες του ΒΜΡΟ για την απελευθέρωση του μακεδόνικου λαού από τον οθωμανικό ζυγό. Τον Απρίλιο του 1900, ιδρύθηκε η πρώτη ένοπλη ομάδα με κόμιτι της Οργάνωσης στο Κόστουρσκο και λίγο διάστημα αργότερα, σκότωσε τον τύραννο της περιοχής, τον Κάσιμ αγά, κοντά στο χωριό Псодери-Πσόντερι (Πισοδέρι). Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, κοντά στο Костур-Καστοριά, σκότωσε και τον Άμπεντιν Μπέη. Αυτά τα γεγονότα προκάλεσαν ικανοποίηση και έδωσαν θάρρος στο μακεδόνικο λαό σχετικά με τον αγώνα εθνικής απελευθέρωσης.

Ο Митре μέχρι και την Επανάσταση του Ίλιντεν (1903), ενεργά δραστηριοποιούταν στην Οργάνωση, στην ενθάρυνση του λαού και στις ένοπλες επιχειρήσεις του ΒΜΡΟ, όπως και επίσης συμμετείχε και σε όλες τις δράσεις εναντίων του Κότε από το Ρούλιε, ο οποίος δημόσια πλέον είχε πάρει το μέρος του Καραβαγγέλη και τον αγώνα εναντίων των Μακεδόνων. Τον Ιανουάριο του 1902, ο Μίτρε έγινε Βόιβοντα της τσσέτα, η οποία δρούσε στην περιοχή Корешта-Κόρεσστα (Κορέστεια) και της οποίας υπέυθυνοι ήταν οι Васил Чакаларов-Βάσιλ Τσσακαλάροβ από το Смрдеш-Σμ’ρντεςς (Κρυσταλοπηγή) και ο Лазар Москов-Λάζαρ Μόσκοβ από το Д’мбени-Ντ’μπενι (Δενδροχώρι). Ενδιαφέρον παρουσιάζει το στοιχείο ότι τον χειμώνα του 1902, λόγω μαζικής στάθμευσης οθωμανικού στρατού στην περιοχή, ο Μίτρε μαζί με άλλους 5 από την τσσέτα του, αποφάσισαν να παραμείνουν στα βουνά γύρω από την Πρέσπα και από εκεί να παρακολουθούν την όλη κατάσταση. Το καταφύγιό τους ήταν μια σπηλιά, όπου ξεχειμώνιασαν μαζί με αρκούδες.

Ο Митре Влаот, ενεργά συμμετείχε και στην Επανάσταση του Ίλιντεν, γεγονός που απέδειξε την επιθυμία του μακεδόνικου λαού για ελευθερία και αυτοδιαχείρηση. Στην έκκληση του Лазар ПопТрајков-Λάζαρ ΠοπΤράικοβ, ενός από τους κύριους οργανωτές του ΒΜΡΟ στην περιοχή, στην έναρξη του ξεσηκωμού, ακούγεται: «Καλούμε όλους τους ικανούς να κρατήσουν όπλο, να ενταχθούν στις τάξεις των αγωνιστών! Ζήτω η αυτόνομη Μακεδονία, η οποία αγωνίζεται για την ελευθερία. Ζήτω οι αγωνιστές».    Ο Митре συμμετείχε σε όλες σχεδόν τις μεγάλες μάχες εναντίων του οθωμανικού στρατού και ιδιαίτερα ξεχωρίζει αυτή της 14ης Αυγούστου 1903, στο βουνό Бигла-Μπίγλα (Βίγλα), κοντά στο χωριό Псодери-Πσόντερι. Υπεύθυνος για όλες τις ένοπλες ομάδες ήταν ο Μίτρε και πολέμησε εναντίων 10.000 Οθωμανών στρατιωτών. Στη μάχη αυτή, τραυματίστηκε πολλές φορές και ως θαύμα δεν πέθανε. Έτσι δημιουργήθηκε ο θρύλος για τον Μίτρε, όπου έλεγε ότι κάποιο παράξενο φυλαχτό τον προστατεύει από τις εχθρικές σφαίρες. Μετά το άτυχο τέλος και την κατάπνιξη του ξεσηκωμού, ήταν ο μοναδικός που δεν έφυγε, αλλά παρέμεινε μαζί με τον λαό, να υπομείνει τους βασανισμούς και τις συνέπειες.

Σύντομα μετά το τέλος της Επανάστασης του Ίλιντεν, ο μακεδόνικος λαός και το ΒΜΡΟ, εκτός των οθωμανικών αρχών, απέκτησαν ακόμα έναν, χειρότερο εχθρό. Την ελληνική προπαγάνδα, μέσω ένοπλων επιχειρήσεων του ελληνικού κράτους εναντίων των Μακεδόνων και του ΒΜΡΟ, ή στην ελληνική ιστοριογραφία, περίοδος γνωστή ως «Μακεδονικός Αγώνας» (1904-1908). Ο Митре Влаот, αγωνίστηκε σκληρά εναντίων του νέου εχθρού του μακεδόνικου πληθυσμού. Τον Απρίλιο του 1904, ίδρυσε ξανά τσσέτα και έγινε πολύ σύντομα Βόιβοντα όλης της περιοχής του Костур- Καστοριάς. Προδομένος στις οθωμανικές αρχές από πληρωμένο σπιούνο των Ελλήνων, στις 24 Ιουνίου 1904, αμύνθηκε επίθεσης στο χωριό του Кономлади-Κονόμλαντι. Κατάφερε να υποχωρήσει χωρίς συνέπειες και έπειτα να τιμωρήσει κατάλληλα τον προδότη.

Πολλές ήταν οι μάχες που έδωσε με τους Έλληνες αντάρτες. Στις 15 Οκτώβρη 1905, στο χωριό Оровник-Όροβνικ (Καρυές Πρεσπών), ο Μίτρε μαζί με την τσσέτα του Пандо Кљашев-Πάντο Κλιάσσεβ, συγκρούστηκαν με ομάδα 120 ανταρτών του Έλληνα αξιωματικού Βασιλάκη Λαχτάρη (για ποιό λόγο ήταν αναγκαίο να κουβαλήσουν μαχητές από Κρήτη ή Ελλάδα γενικά, εάν υπήτχαν Έλληνες στην περιοχή το διάστημα εκείνο; Ούτε Έλληνες υπήρχαν, ούτε οι Μακεδόνες πολεμούσαν εναντίων της Ελλάδας, πολεμούσαν μόνο ενάντια στην οθωμανική εξουσία). Στην σύγκρουση σκοτώθηκαν 13 Έλληνες αντάρτες.

Ο Митре αποτελούσε συνεχή απειλή για την ελληνική προπαγάνδα και τις ελληνικές βλέψεις στη Μακεδονία. Προσπαθούσαν με όλους τους τρόπους να τον σκοτώσουν. Και αυτό συνέβη. Προδομένος στους Οθωμανούς από άνθρωπο του Καραβαγγέλη, ο Μίτρε και τρεις κόμιτι, δολοφονήθηκαν στο χωριό Жупаништа-Ζζουπάνισστα (Λεύκη Καστοριάς), στις 22 Φεβρουαρίου 1907. Με τέτοιο τρόπο τελείωσε η ζωή του μεγάλου Μακεδόνα ήρωα, αλλά ποτέ δεν έσβυσε από τη μνήμη του μακεδόνικου λαού, για τον οποίο τραγούδησε δεκάδες τραγούδια. Μέχρι και λίγα χρόνια πριν, η εγγονή του Μίτρε Βλάοτ, ζούσε στο χωριό Поздивиште-Ποζντίβισστε (Χαλάρα Καστοριάς) και πολλές φορές εξιστόρησε γεγονότα του ιστορικού αυτού παρελθόντος.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ЈАНЕ САНДАНСКИ – ΓΙΑΝΕ ΣΑΝΤΑΝΣΚΙ (1872 – 1915)

„Да живееш значи да се бориш: робот за слобода, а слободниот за совршенство”
“Να ζεις σημαίνει να αγωνίζεσαι: ο αιχμάλωτος για την ελευθερία και ο ελεύθερος για την τελειότητα”

Ο Јане Сандански ήταν ένας από τους άξιους συνεχιστές της ιδέας του Γκότσε Ντέλτσσεβ και ακούραστος αγωνιστής για την ελευθερία της Μακεδονίας και του μακεδόνικου λαού. Έμεινε γνωστός, όχι μόνο για την συμμετοχή του σε πολυάριθμες ηρωικές μάχες, αλλά και για το πάθος του για την ιδέα ανεξάρτητης Μακεδονίας, καθ’όλη τη διάρκεια της μακράς επαναστατικής ζωής του. Ο Σαντάνσκι ήταν Μακεδόνας επαναστάτης, αγωνιστής στο μακεδόνικο επαναστατικό κίνημα, μέλος και Βόιβοντα (οπλαρχηγός) του ΒΜΡΟ, μαχητής εναντίων του Βαρχοβισμού, ένας από τους πρωταγωνιστές του σκανδάλου Μις Στόουν, ο κυριότερος εκπρόσωπος της Серската група (ομάδας Σερρών) και του Αναδιοργανωτικού Ρεύματος, όπως και ένας από τους ιδρυτές του Λαϊκού Ομοσπονδιακού Κόμματος.
Γεννήθηκε στις 18 του Μάη 1872, στο χωριό Влахи,Мелничко-Βλάχι,περιοχή Μέλνικ, σήμερα Βουλγαρία. Καταγόταν από γεωργική οικογένεια. Ο πατέρας του, Ίβαν Σαντάνσκι, ήταν σημαιοφόρος στη μακεδόνικη επανάσταση της Кресна-Κρέσνα το 1878 και μετά από αυτό το γεγονός, η οικογένειά του μετανάστευσε στο Βασίλειο της Βουλγαρίας, στην πόλη Дупница-Ντούπνιτσα, όπου τελείωσε την βασική και τη μέση εκπαίδευση. Τα επόμενα δύο χρόνια, ως βοηθός, έμαθε την τέχνη του τσαγγάρη, έπειτα δύο χρόνια εργάστηκε ως γραφιάς και βοηθός δικηγόρος στο γραφείο του θείου του και έπειτα ως κανονικός δικηγόρος.
Ως Μακεδόνας μετανάστης στη Βουλγαρία, ο Сандански, από το1892 ως το 1894, υπηρέτησε στο 13ο Σύνταγμα Πεζικού του βουλγάρικου στρατού. Το 1895 ήρθε σε επαφή με την τσσέτα (ένοπλη ομάδα) του παλιού αντάρτη дедо Стојо-ντέντο Στόιο και έγινε μέλος της. Η τσσέτα εισήλθε στη Μακεδονία (Серско-περιοχή Σερρών) και έκαψε το τούρκικο χωριό Ντόσπατ, όπου υπήρχε τούρκικο στρατόπεδο. Οι ενέργειες αυτές συνεχίστηκαν και το επόμενο διάστημα. Το 1897, στη Ντούπνιτσα, μαζί με άλλους εφτά νέους Μακεδόνες, ίδρυσε τη λέσχη «Младост-Μλάντοστ (Νιάτα)», η οποία είχε ως στόχο την αυτομόρφωση και την συντροφιά. Επι δύο έτη ήταν πρόεδρος της λέσχης αυτής.
Το 1899, πρώτα από τον Никола Малешевски-Νίκολα Μαλεσσέβσκι και έπειτα από τον Гоце Делчев-Γκότσε Ντέλτσσεβ, ο Сандански ενημερώθηκε για τους σκοπούς του ΒΜΡΟ και επίσημα έγινε μέλος. Το Φεβρουάριο του 1899, διορίστηκε διευθυντής των φυλακών της πόλης Ντούπνιτσα και λόγω του περισσότερου ελεύθερου χρόνου, αναδιοργάνωσε τη μακεδόνικη λέσχη της πόλης. Αργότερα γνωρίστηκε εκεί και με γνωστούς επαναστάτες όπως ο Крсто Асенов-Κ’ρστο Ασένοβ, ο Тодор Паница-Τόντορ Πάνιτσα κ.α., με τους οποίους ίδρυσε τον ιδεολογικό πυρήνα του Серскиот револуционерен округ-Επαναστατική Περιφέρεια Σερρών. Από το 1900, ανοιχτά πλέον συγκρούεται με την πολιτική του βαρχοβισμού στη Μακεδονία. Με τη βοήθεια του Гоце Делчев, ο Сандански ίδρυσε δική του τσσέτα, με την οποία το 1900 εισήλθε στη Μακεδονία με σκοπό να ενθαρύνει τους κατοίκους. Ήταν ο πρώτος οργανωτής της περιοχής Пиринска Македонија-Μακεδονία του Πίριν. Τότε είχε δηλώσει: «Ενθαρύνω τον κόσμο μας για να μπορέσει η Οργάνωση μόνη της να επιβιώσει και όταν οι τούρκικες αρχές αποχωρήσουν και η Οργάνωση πάρει στα χέρια της τα ηνία, να μπορέσει ο πληθυσμός να δει τί είναι η ελευθερία, να τη νιώσει και να την αγαπήσει».
Με σκοπό να βρει χρήματα για να εξοπλίσει τον πληθυσμό για την επανάσταση, μαζί με τους κόμιτι Сава Михајлов-Σάβα Μιχάιλοβ, Андон Ќосето-Άντον Κιόσετο και άλλους, απήγαγε την Αμερικανή προτεσταντική ιεραπόστολο Μις Έλεν Στόουν μαζί με την υπηρέτριά της, τον Αύγουστο του 1901. Τα λύτρα, 14500 τουρκικές λίρες, έφτασε στα χέρια τους στις 20 Ιανουαρίου 1902 στο Банско-Μπάνσκο και οι γυναίκες απελευθερώθηκαν στις 10 Φεβρουαρίου 1902. Τα λύτρα χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά οπλισμού και πολεμοφοδίων, ενώ ένα τους μέρος ξοδεύτηκε στον αγώνα εναντίων των Βαρχοβιστών.
Η Επανάσταση του Ίλιντεν στο Серскиот округ-περιοχή Σερρών, ξεκίνησε με λίγη καθυστέρηση. Στις αρχές του Σεπτέμβρη έγινε συνέδριο στην Επαναστατική Περιφέρεια Σερρών, όπου αποφασίστηκε ο ξεσηκωμός εκεί να ξεκινήσει στις 14 Σεπτεμβρίου 1903, Крстовден-Κ’ρστοβντεν (γιορτή του Σταυρού) και να έχει παρτιζάνικο χαρακτήρα. Μετά την Επανάσταση, ως πρόεδρος της περιφέρειας Сер-Σερ (Σερρών), ηγήθηκε της αριστερής πτέρυγας του μακεδόνικου επαναστατικού κινήματος. Ο κύριος στόχος του ήταν να φυλαχθεί εννιαία η Μακεδονία. Οι μάχες με τους βαρχοβιστές στην περιοχή Сер-Σερ (Σέρρες) ήταν σκληρές. Ιδιαίτερα σκληρή ήταν η σύγκρουση με την τσσέτα του καπετάν Јордан Стојанов-Ιόρνταν Στογιάνοβ, τον Απρίλιο του 1905, κοντά στο χωριό Кашина, Мелничко-Κάσσινα, περιοχή Μέλνικ.
Συμμετείχε στο Συνέδριο του Рилски-Ρίλσκι, τον Οκτώβριο του 1905. Μετά το συνέδριο, η σύγκρουση μεταξύ των δύο πτέρυγων του ΒΜΡΟ, οδήγησε σε σχίσμα. Εκείνη την περίοδο ο Сандански καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «ο μακεδόνικος λαός είναι ανεξάρτητος λαός, ο οποίος έχει το δικαίωμα ανεξάρτητης ζωής και γιαυτό πρέπει να αγωνιστεί για την ελευθερία του, χωρίς να ελπίζει σε ξένη βοήθεια, επειδή αυτοί που θα έρθουν για να τον ελευθερώσουν, στην ουσία θα έρθουν για να τον σκλαβώσουν». Μετά το σχίσμα στο συνέδριο, ήρθε σε επαφή με τη Νεοτούρκικη Επιτροπή. Μετά την Επανάσταση των Νεοτούρκων, συνηγορούσε για αυτόνομη Μακεδονία και νόμιμη πολιτική ζωή. Το 1908 ιδρύθηκε η ΜΟΡΟ-Македонско-одринска револуционерна организација-μακεδόνικη-θρακική επαναστατική οργάνωση, κυρίως από μαχητές της ομάδας του Сер-Σερ (Σερρών).
Συμμετείχε στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο με το μέρος της Βαλκανικής Συμμαχίας, με ξακάθαρο αίτημα για ανεξάρτητο μακεδόνικο κράτος. Οργάνωσε αυτόνομη ένοπλη ομάδα με περισσότερους από 500 ενόπλους και στις 30 Οκτωβρίου, απελευθέρωσε το Мелник-Μέλνικ. Μαζί με περισσότερες μακεδόνικες τσσέτες, κατέλαβε την κλεισούρα του Ρούπελ και έτσι βοήθησε στην ήττα του τούρκικου στρατού. Μαζί με 300 ιππείς, από κοινού με τον ταγματάρχη Τσόνεβ, μπήκαν στο Солун-Σόλουν (Θεσσαλονίκη), αμέσως μετά την παράδοση της πόλης στους Έλληνες από τον Ταξίμ Πασά, στις 8 Νοεμβρίου 1912. Κατα τη διάρκεια του Δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου, όταν ο ελληνικός στρατός έκαψε το Кукуш-Κούκουςς (Κιλκίς) και σκότωσε ή έδιωξε όλους τους Μακεδόνες, ο Јане Сандански ξανασυγκέντρωσε την τσσέτα του και κατέλαβε εκ νέου την κλεισούρα του Ρούπελ.
Ο Јане Сандански, ποτέ του δεν παραιτήθηκε από την ιδέα για μια ελεύθερη και ανεξάρτητη Μακεδονία. Για το σκοπό αυτό, πλήρωσε με τη ζωή του. Η Βουλγαρία, πολλές φορές προσπάθησε να τον εξολοθρεύσει, αλλά αυτός χωρίς ποτέ να φοβηθεί, δήλωνε: «Борбата продолжува-Μπόρμπατα προντόλζζουβα (ο αγώνας συνεχίζεται)». Ο Јане Сандански δολοφονήθηκε στις 22 Απριλίου 1915, στην τοποθεσία Блата-Μπλάτα, του όρους Πίριν (Пиринска Македонија) μετά από διαταγή του βουλγαρικού κράτους. Οι μεγάλοι άντρες όμως, ποτέ δεν πεθαίνουν.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ПАНДО КЉАШЕВ ΠΑΝΤΟ ΚΛΙΑΣΣΕΒ (1882 – 1907)

Ο Пандо Кљашев ήταν Μακεδόνας επαναστάτης, δάσκαλος, συμμετάσχων στο μακεδόνικο επαναστατικό κίνημα, βόιβοντα και υψηλό στέλεχος του ΒΜΡΟ. Γεννήθηκε στις 29.09.1882 στο χωριό Смрдеш-Σμ’ρντεςς (Κρυσταλοπηγή Καστοριάς), ένα από τα τότε μεγαλύτερα χωριά της περιοχής. Στο Смрдеш, εκτός από τον Κλιάσσεβ, είχε γεννηθεί και ένας ακόμα μεγάλος Μακεδόνας Βόιβοντα, ο Васил Чакаларов -Βάσιλ Τσσακαλάροβ. Στο χωριό του, ο Πάντο, τελείωσε και την τέταρτη τάξη της βασικής εκπαίδευσης και έπειτα αναχώρησε για το Костур-Καστοριά, Солун- Θεσσαλονίκη και Битола, όπου συνέχισε την εκπαιδευσή του και το 1900 τελείωσε το γυμνάσιο. Η πρώτη του επαφή με το ΒΜΡΟ, έγινε στο Солун-Θεσσαλονίκη, κατα τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς 1898-1899 και τότε άρχισε να οικοδομεί την επαναστατική του ιδεολογία. Κατα την περίοδο των διακοπών, πήγε στη Битола, όπου και τελείωσε την τελευταία τάξη.

Οι πρώτες του δραστηριότητες ως μέλος του ΒΜΡΟ, έλαβαν μέρος στο χωριό του, το καλοκαίρι του 1900. Την εποχή εκείνη, τα θεμέλια της Οργάνωσης στο Костур είχαν ήδη μπει και ο Кљашев, ο οποίος είχε τοποθετηθεί το 1900-1901, ως δάσκαλος στο χωριό του, άρχισε ενεργά να συμμετέχει στην οικοδόμηση και εξάπλωση της Οργάνωσης στην περιοχή. Επισκέφτηκε όλα τα χωριά του Костур-Καστοριάς και εξήγησε στο μακεδόνικο πληθυσμό τους σκοπούς και τις ιδέες του ΒΜΡΟ.

Το καλοκαίρι του 1901, είχε ήδη κυρηχτεί παράνομος από τις οθωμανικές αρχές και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στους στόχους της Οργάνωσης. Ως μέλος της чета-ένοπλης ομάδας της περιοχής, οι επαφές του με τον τοπικό πληθυσμό ήταν πολύ συχνές. Μαζί με τον Чакаларов, τον Москов, τον Митре Влао και άλλους, αποτελούσαν τον επαναστατικό κορμό και αντιστέκονταν με όλες τις δυνάμεις τους στις προσπάθειες διάσπασης από πλευράς εξωτερικών παραγόντων. Με σκοπό την καλύτερη οργάνωση και δημοκρατικότερο τρόπο λήψης αποφάσεων, δημιουργήθηκε νέο ηγετικό σώμα, όπου όλοι είχαν ισότιμη γνώμη και όπου μέλη του εκλέχτηκαν οι Пандо Кљашев, Басил Чакаларов, Лазар Москов, Кузо Стефов  και Михаил Николов.

Μέρος του χωριού Σμ’ρντεςς, το 1916

Μέρος του χωριού Σμ’ρντεςς, το 1916

Το Δεκέμβριο του 1901, στην περιοχή Καστοριάς, ήρθε ο Гоце Делчев-Γκότσε Ντέλτσσεβ, ο οποίος παρέμεινε εκεί ενάμισο μήνα και με την συνοδεία του Κλιάσσεβ, επισκέφτηκαν όλα τα χωριά. Εκεί μαζεύονταν όλοι οι κάτοικοι του χωριού και σύστηναν την επιτροπή του χωριού, η οποία εκτός από επαναστατικό χαρακτήρα, λειτουργούσε και ως δικαστήριο. Απαγορευόταν πλέον να πηγαίνουν σε τούρκικα δικαστήρια. Πολλοί ήταν αυτοί που τιμωρήθηκαν επειδή δεν υπάκουσαν στις εντολές. Επίσης τότε στο χωριό Смрдеш συστάθηκε και Επιτροπή Γυναικών.

Την επόμενη περίοδο, ο Пандо συνέχισε τις οργανωτικές εργασίες, βρισκόμμενος συχνά κυρίως στα χωριά Загоричани-Ζαγκορίτσσανι (Βασιλειάδα), Апоскеп-Άποσκεπ (Απόσκεπος) και Жупаништа-Ζζουπάνισστα (Λεύκη). Η περιοχή του χωριού Ζζουπάνισστα ήταν πολύ σημαντική επειδή από εκεί ήταν εύκολη η μεταφορά πολεμοφοδίων, τα οποία αγοράζονταν από την Ελλάδα. Η πρώτη ένοπλη σύγκρουση με τον οθωμανικό στρατό, στην οποία έλαβε μέρος ο Κλιάσσεβ, έγινε τη νύχτα μεταξύ 11 και 12 Φεβρουαρίου του 1902, στο χωριό Шештево-Σσεσστέβο (Σιδηροχώρι Καστοριάς). Δεν τραυματίστηκε, αλλά δυστυχώς σκοτώθηκε ο Кузо Стефов, η δασκάλα του χωριού, ένας κόμιτα και δύο μέλη της χωροφυλακής του χωριού.

Η επόμενη μάχη όπου συμμετείχε και ο Кљашев, έλαβε μέρος στο χωριό Трсје,Леринско-Τ’ρσιε Λέρινσκο (Τρίβουνο Φλώρινας), στις 19 του Μάη 1902. Εκτός από την τσσέτα του Κόστουρ με αρχηγούς τον Κλιάσσεβ και τον Τσσακαλάροβ, στη μάχη πήρε μέρος και η τσσέτα του Λέριν με αρχηγό το Βόιβοντα Μάρκο. Η συνολική δύναμη ανερχόταν στους 50 άντρες. Ο στρατός δεν κατάφερε να διαλύσει τους κόμιτι, αλλά ως αντίποινα, φυλάκισε 120 χωρικούς στις φυλακές του Λέριν-Φλώρινας. Στις 20 Ιουλίου, ο Κλιάσσεβ αναχώρησε για τη Μπίτολα, για να συμβουλευτεί την ηγεσία της ευρύτερης περιοχής. Όταν επέστρεψε, συναντήθηκε με τον Чакаларов και τον Москов και τους πληροφόρησε ότι η έναρξη της Επανάστασηςπλησιάζει και για το λόγο αυτό, αποφάσισαν από κοινού να ιδρύσουν σε κάθε χωριό ένοπλη ομάδα, υπο την ηγεσία τοπικού οπλαρχηγού. Η απόφαση αυτή υλοποιήθηκε καταρχήν στο χωριό Вишени-Βίσσενι (Βυσσινιά Καστοριάς) και έπειτα ακολούθησαν πολλά άλλα.

Τον Σεπτέμβριο του 1902, η ηγεσία της περιοχής Κόστουρ, ήρθε αντιμέτωπη με νέα πρόκληση. Στην περιοχή τους κατέφθασε από τη Βουλγαρία, ο Συνταγματάρχης Анастас Јанков-Άναστας Γιάνγκοβ, με καταγωγή από το χωριό Загоричани, με ένοπλη ομάδα, σταλμένη από τους Βαρχοβίστες, με σκοπό να οργανώσει ξεσηκωμό και όλα αυτά θα έπρεπε να γίνουν ταυτόχρονα με την επανάσταση στη Горна Џумаја-Γκόρνα Τζζούμαγια της Μακεδονίας του Πίριν. Η δράση αυτή δεν δημιούργησε πολλά προβλήματα χάρη στις ενέργειες του Пандо Кљашев και του Васил Чакаларов. Τον Απρίλιο του 1903, ο Сарафов, ο Кљашев και ο Чакаларов, αναχώρησαν για το χωριό Смилево της περιοχής Μπίτολα, για να συμμετέχουν στο Κογκρέσο, όπου αποφασίστηκε η έναρξη της Επανάστασης του Ίλιντεν.

Μέχρι την έναρξη της Επανάστασης, ο Кљашев συνεχώς κινούταν και προετοίμαζε τον πληθυσμό για τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν. Στις 2 Αυγούστου κυρύχθηκε η Επανάσταση. Η περιοχή του Κόστουρ-Καστοριάς ήταν από τις πιο οργανωμένες. Μεγάλος αριθμός ενόπλων ομάδων, μεγάλος αριθμός κόμιτι, όλος ο πληθυσμός όλων των χωριών βοηθούσε με όλα τα μέσα. Κατα τη διάρκεια του ξεσηκωμού ο Кљашев, ως μέλος της κύριας ομάδας, συνεχώς κάλυπτε την περιοχή, συντόνιζε τις άλλες ένοπλες ομάδες, διατηρούσε το ηθικό του πληθυσμού σε υψηλό επίπεδο, αλλά και συμπεριφερόταν σκληρά στους εχθρούς και προδότες των λαικών ενεργειών.

Όπως και να έχει, μετά την αναδιοργάνωση και την τεράστια παρουσία του οθωμανικού στρατού (25.000-30.000 στρατιώτες μόνο στην περιοχή του Κόστουρ-Καστοριάς), στις επαναστατημένες περιοχές, όλοι σιγά σιγά, άρχισαν να δέχονται τις σκέψεις του Γκότσε Ντέλτσσεβ, ο οποίος από την αρχή, θεωρούσε ότι η στιγμή έναρξης της Επανάστασης ήταν ακατάλληλη και ότι έπρεπε να γίνουν συμπληρωματικές προετοιμασίες. Η κατάσταση άρχισε να γίνεται αφόρητη. Όλα είχαν πλέον αλλάξει.

Εκτός από τις οθωμανικές αρχές, η Οργάνωση απέκτησε νέο, θερμότερο αντίπαλο. Την ελληνική ένοπλη προπαγάνδα, η οποία άρχισε να ενεργεί στην περιοχή της Μακεδονίας και αυτή η σκοτεινή περίοδος έμεινε γνωστή ως «Μακεδονικός Αγώνας» (1904-1908). Εκτός από τον Κλιάσσεβ, στο Κόστουρσκο αγωνίζονταν και οι Βόιβοντες Μίτρε Βλάοτ και Άτανας Κ’ρσσάκοβ, όπως και άλλοι λιγότερο γνωστοί. Άρχισε να ανανεώνεται το οργανωτικό δίκτυο και οι φρουρές των χωριών και με επιτυχία κατάφερναν να αντιστέκονται στις αντάρτικες επιθέσεις. Ο Πάντο συνέχισε τις κινήσεις του στην περιοχή. Ο θάνατος τον βρήκε κατα τη διάρκεια μιας περιοδείας των χωριών, όπου μαζί με 14 άλλους ηρωικούς μαχητές, έπεσαν μετά από μάχη με τον οθωμανικό στρατό στις 13 Αυγούστου 1907, σε τοποθεσία πάνω από το χωριό Дреновени-Ντρενόβενι (Κρανιώνα Καστοριάς).

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ТОШЕ ПРОЕСКИ (1981 – 2007)

Ангелскиот глас на македонската музичка сцена !!!

Η αγγελική φωνή της μακεδόνικης μουσικής σκηνής !!!

Στις 25 Ιανουαρίου 1981, στην μικρή γραφική πόλη Крушево-Κρούσσεβο, γεννήθηκε ένας από τους γνωστότερους σύγχρονους Μακεδόνες τραγουδιστές, ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια της βαλκανικής μουσικής σκηνής. Ο Τόντορ ή Τόσσε Πρόεσκι. Τα πρώτα του μουσικά βήματα, ο Τόσσε τα έκανε σε πολύ μικρή ηλικία, συμμετέχοντας το 1992 στο παιδικό φεστιβάλ „Златно Славејче-Ζλάτνο Σλάβεϊτσσε“ με το τραγούδι „Јас и мојот дедо-Ιάς ι μόιοτ ντέντο“, το οποίο τραγούδησε στη βλάχικη γλώσσα. Ο Πρόεσκι ξεκίνησε την καριέρα του στο φεστιβάλ “Мелфест-Μέλφεστ”, όπου το 1997 έλαβε το πρώτο βραβείο τραγουδώντας το Yesterday των Beatles. Τον δρόμο προς τη δόξα, του άνοιξαν τα τραγούδια Пушти ме-Πούσστι με (1997) και Остани до крај-Όστανι ντο κράι (1998).

Ο Τόσσε, στην αρχή της καριέρας του, συνεργάστηκε με έναν από τους γνωστότερους Μακεδόνες συνθέτες και στιχουργούς, τον Григор Копров-Γκρίγκορ Κόπροβ και η συνεργασία αυτή του έδωσε δύο από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, το Усни на усни-Ούσνι να Ούσνι και το Сонце во твоите руси коси-Σόντσε βο τβόιτε ρούσι κόσι. Το 1999 κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ “Некаде во ноќта-Νέκαντε βο νόκτα”, το οποίο περιλάμβανε έντεκα τραγούδια. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, ο Τόσσε έκανε την πρώτη του συναυλία, η οποία παρόλη τη δυνατή βροχή και τον άσχημο καιρό, έμεινε αξέχαστη για τους θαυμαστές του. Με την έναρξη της νέας χιλιετίας, η καριέρα του έλαβε μεγάλες ανοδικές τάσεις, οι οποίες συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος της ζωής του, η οποία τελείωσε τόσο νωρίς.

Την περίοδο αυτή, ο Тоше ξεκίνησε να ηχογραφεί και τα τραγούδια για το δεύτερο άλμπουμ του “Синот Божји-Σίνοτ Μπόζζιι”, το οποίο κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2000. Το άλμπουμ αυτό έδωσε μεγάλο αριθμό επιτυχιών. Ο σερβικός ηχογραφικός οίκος “BK Sound” αγόρασε τα δικαιώματα παραγωγής του επόμενου δίσκου του Τόσσε για το χώρο της πρώην Γιουγκοσλαβίας και σαν αποτέλεσμα αυτού, ήταν να κερδίσει το βραβείο «Оскар на популарноста-Όσκαρ Δημοτικότητας» για όλα τα κράτη της πρώην Γιουγκοσλαβίας, για το 2000., όπως και πλήρως sold out συναυλίες στα Σκόπια και το Βελιγράδι. Το 2001, ο Тоше, μαζί με άλλους Μακεδόνες τραγουδιστές, ξεκίνησε περιοδεία στην Αυστραλία.

Το τρίτο άλμπουμ “Ако ме погледнеш во очи-Άκο με πόγκλεντνεςς βο ότσσι”, πλέον με τη νέα του μάνατζερ Λιλιάνα Πέτροβιτς, ηχογραφήθηκε στην Αθήνα και κυκλοφόρησε το 2002. Τον Απρίλιο του 2003, ο Тоше κέρδισε την πρώτη θέση στο φεστιβάλ “Беовизија-Μπεοβίζια” με το τραγούδι “Чија си-Τσσία σι”, το οποίο έγινε τεράστια επιτυχία, σχεδόν σε όλες τις βαλκανικές δημοκρατίες. Την ίδια χρονιά, το 2003, έκανε πολλές ανθρωπιστικές συναυλίες σε όλη τη Δημοκρατία της Μακεδονίας και κέρδισε το βραβείο «Ανθρωπιστικό Βραβείο της Μητέρας Τερέζας». Επίσης ονομάστηκε και Περιφερειακός Πρεσβευτής της UNICEF. Την επόμενη χρονιά, η κρατική τηλεόραση МРТВ, επέλεξε τον Τόσσε ως εκπρόσωπο της Δημ.Μακεδονίας στο φεστιβάλ της EUROVISION, το οποίο εκείνη τη χρονιά, έλαβε μέρος στην Ίσταμπουλ-Κωνσταντινούπολη της Τουρκίας. Τραγούδησε το Ангел си ти-Άγκελ σι τι.  Το Απρίλιο κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Ден за нас-Ντεν ζα νας”, όπου υπήρχαν και τα οχτώ τραγούδια, τα οποία ήταν υποψήφια ως τραγούδι της Δημ.Μακεδονίας για την EUROVISION. Το 2004, ορίστηκε ως Πρεσβευτής Καλής Θέλησης της UNICEF και εμπνευσμένος από αυτό, ηχογράφησε το τραγούδι «За овој свет-Ζα όβοϊ σβετ», το οποίο έχει και αγγλική εκδοχή - This World, και το οποίο έγινε ο παγκόσμιος ύμνος της UNICEF.

Το πέμπτο άλμπουμ του κυκλοφόρησε το 2005, σε όλη την πρώην Γιουγκοσλαβία, με τίτλο “По тебе-Πο τέμπε”. Ακόμα και σήμερα είναι ένα από τα άλμπουμ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών στα Βαλκάνια. Έμεινε στην κορυφή της λίστας της Δημ.Μακεδονίας, Σερβίας, Κροατίας, Σλοβενίας και Βοσνίας Ερζεγοβίνης, για περισσότερο από ένα μήνα. Το επόμενο άλμπουμ του «Божилак-Μπόζζιλακ», ήταν μια σύνταξη 14 μακεδόνικων παραδοσιακών τραγουδιών, συνοδευόμενα από συμφωνική ορχήστρα. Το 2007, ο Тоше εξέδωσε το «Игри без граници-Ίγκρι μπεζ γκράνιτσι», το τελευταίο του άλμπουμ. Η τελευταία του συναυλία, ανθρωπιστική και αυτή, έγινε στις 5 Οκτωβρίου 2007, στο Δημοτικό Στάδιο του Σκόπιε και πωλήθηκαν πάνω από 40.000 εισητήρια.

Ο Тоше Проески άφησε την τελευταία του πνοή στις 16 Οκτωβρίου 2007, μετά από τραγικό αυτοκινητιστικό δυστύχημα, στον αυτοκινητόδρομο Ζάγκρεμπ-Λίποβατς, στην τοποθεσία Νόβα Γκράντισσκα της Κροατίας. Ήταν μόλις 26 χρονών. Την στιγμή του ατυχήματος, ο Τόσσε βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού και το όχημα, με μεγάλη ταχύτητα συγκρούστηκε με το πίσω μέρος της καρότσας ενός προπορευόμενου φορτηγού  και έπειτα χτύπησε στη διαχωριστική κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου.  Οι υπόλοιποι δύο επιβάτες, ο οδηγός Γκεόργκε Γκεοργκίεβσκι και ο μάνατζερ του Τόσσε, Λιλιάνα Πέτροβιτς, τραυματίστηκαν σοβαρά, χωρίς όμως να απειληθεί η ζωή τους. Η κηδεία του μεγαλύτερου μακεδόνικου μουσικού αστεριού, έγινε στις 17 Οκτωβρίου, στη γεννέτηρα του Τόσσε, το Κρούσσεβο, ενώ λίγο νωρίτερα είχε πραγματοποιηθεί μνημόσυνο στο μνημείο Μακεντόνιουμ. Τέτοια θλίψη και θρήνο δεν είχε δει το Крушево, από την περίοδο της Επανάστασης του Ίλιντεν, το 1903. Δικαιολογημένα, επειδή έχασε έναν άγγελο. «Συνέχισε Тоше να τραγουδάς στον ουρανό, συνοδευόμενος από τους άγγελους» τον αποχαιρέτησε ο Αρχιεπίσκοπος κκ.Στέφαν. τα λόγια αυτά, περιέγραψαν με τον καλύτερο τρόπο το κλίμα που επικρατούσε στη Δ.Μακεδονίας, την στιγμή εκείνη.

Η είδηση για το θάνατο του Τόσσε Πρόεβσκι ανακοινώθηκε από τα μεγαλύτερα πρακτορεία ειδήσεων του κόσμου. Τα περισσότερα από αυτά τον αποκαλούσαν «το μεγαλύτερο βαλκανικό αστέρι», ενώ το BBC συνέκρινε τη δόξα του στα Βαλκάνια, με αυτή του Έλβις Πρίσλεϊ στις ΗΠΑ. Με αφορμή το θάνατό του, στην κεντρική πλατεία του Σκόπιε, τοποθετήθηκαν βιβλία θρήνου και χιλιάδες Μακεδόνες, έγραφαν εκεί μηνύματα, άναβαν κεριά και υπέγραφαν. Μεγάλος ήταν και ο αριθμός συνθέσεων του Τόσσε. Όπως είχε δηλώσει, στα συρτάρια του βρίσκονταν πάνω από 100 τραγούδια, τα οποία κάποια στιγμή σχεδίαζε να εκδώσει. Στις 5 Οκτωβρίου 2008, στο Δημοτικό Στάδιο του Σκόπιε, πραγματοποιήθηκε μεγάλη συναυλία προς τιμή του Τόσσε, με την συμμετοχή πολλών αστέρων των Βαλκανίων. Επιλέχτηκε αυτή η ημερομηνία, επειδή ακριβώς ένα χρόνο νωρίτερα, στο ίδιο μέρος, είχε πραγματοποιηθεί η μεγαλύτερη συναυλία του.από τότε, η συναυλία αυτή, πραγματοποιείται κάθε χρόνο, την ίδια μέρα. Το σύνθημα της συναυλίας, είναι πάντα το ίδιο: Тоше те сакаме сите-Τόσσε τε σάκαμε σίτε (Τόσσε σ’ αγαπάμε όλοι !!!

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ВАНГЕЛ АЈАНОВСКИ – ОЧЕ ΒΑΝΓΚΕΛ ΑΓΙΑΝΟΒΣΚΙ – ΟΤΣΣΕ ВОДЕН 1909 – СКОПЈЕ 1996

Ο Βάνγκελ Αγιάνοβσκι – Ότσσε γεννήθηκε στις 5.2.1909 στην πόλη Βόντεν-Έδεσσα. Οι Βαλκανικοί Πολέμοι, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο ελληνοτουρκικός πόλεμος, ήταν η καθημερινότητα του Βάνγκελ, σ’ όλα τα παιδικά του χρόνια. Οι συνεχείς επιστρατεύσεις, οι βομβαρδισμοί, τα ανθρώπινα θύματα, άφησαν βαθιά τα σημάδια τους στη μνήμη του. Βασική εκπαίδευση τελείωσε στο Βόντεν-Έδεσσα, αλλά λόγω της μεγάλης φτώχειας, ήταν αναγκασμένος από μικρό παιδί να εργάζεται. Ασχολούταν με την κατασκευή τούβλων και αργότερα εργάστηκε σε σφαγείο. Το 1927, την Πρωτομαγιά, μαζί με τον πατέρα του Ташо Ајанов-Τάσσο Αγιάνοβ, προετοίμασαν την ιδρυτική συνδιάσκεψη της ΟΚΝΕ (κομμουνιστική νεολαία) και λόγω των πολλών δραστηριοτήτων του, το 1931, εκλεχτηκε ως οργανωτικός γραμματέας της ΟΚΝΕ. Το βάπτισμα του πυρός το έλαβε την επόμενη χρονιά κατα τη διάρκεια του εορτασμού της Πρωτομαγιάς, όταν γέμισαν το Βόντεν με συνθήματα και φυλλάδια. Αυτή ήταν και η αφορμή, η αστυνομία να συλλάβει το Βάγκελ και να καταδικαστεί σε 3,5 χρόνια φυλάκισης. Στην επαναληπτική δίκη, μετά από έφεση του Βάγκελ, λόγω ανεπάρκειας αποδεικτικών στοιχείων, αθωώθηκε και συνέχισε τις δραστηριότητές του στην πόλη Негуш-Νέγκουςς-Νάουσα. Η περίοδος της δικτατορίας του Μεταξά, ήταν δύσκολη περίοδος για τα μέλη διαφόρων οργανώσεων (ΟΚΝΕ, ΚΚΕ, ΒΜΡΟ) και πολλά από αυτά κατέληξαν στις φυλακές.

Με την επίθεση στην Πολωνία, στις 1 Σεπτεμβρίου 1939, ξεκίνησε ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος. Με την επιχείρηση Μαρίτα, τον Απρίλιο, ξεκίνησε η γερμανική επίθεση για την κατάκτηση της Ελλάδας και στις 12 Απριλίου, υπο κατοχή βρέθηκε και το Βόντεν-Έδεσσα. Την περίοδο εκείνη, σχεδόν όλο το Κεντρικό Συμβούλιο της οργάνωσης βρισκόταν στις φυλακές. Στις 25 Ιουνίου 1941, έλαβε μέρος παράνομη δημοτική συνδιάσκεψη, όπου αποφασίστηκε αγώνας εναντίων του φασισμού, συγκέντρωση όπλων και όπου την παρουσίαση για την εσωτερική και διεθνή στρατιωτικό-πολιτική κατάσταση, την έκανε ο Βάνγκελ Αγιάνοβσκι-Ότσσε. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1941, με πρωτοβουλία του ΚΚΕ, συστάθηκε το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο ΕΑΜ και προς το τέλος της ίδιας χρονιάς, δημιουργήθηκε ο Λαικός Απελευθερωτικός Στρατός ΕΛΑΣ. Παρόλα αυτά όμως, το ΚΚΕ ακόμα δεν είχε σχηματίσει ξεκάθαρη θέση σχετικά με τους εθνικά Μακεδόνες και το μέλλον τους στα πλαίσια της Ελλάδας. Όταν την περίοδο 1941-42, δυνάμωσε η βουλγάρικη προπαγάνδα, παρουσιάστηκε ανάγκη ίδρυσης μακεδόνικης εθνικο-απελευθερωτικής οργάνωσης, με δική της ηγεσία, η οποία θα ενώσει όλους τους Μακεδόνες και θα τους οδηγήσει στον αγώνα εναντίων των κατακτητών και των εσωτερικών προδοτών. Η ιστορική αυτή ευθύνη δόθηκε στο βετεράνο του μακεδόνικου εθνικο-απελευθερωτικού κινήματος, Вангел Ајановски-Оче. Με δική του πρωτοβουλία, τον Απρίλιο του 1942, στο Βόντεν, ιδρύθηκε η Μακεδόνικη Αντιφασιστική Οργάνωση ΜΑΟ. Στην συνεδρίαση αποφασίστηκε, η ΜΑΟ να ενεργεί στα πλαίσια του ΚΚΕ και ως οργάνωση να είναι τμήμα του ΕΑΜ. Αυτή η θέση της ΜΑΟ ανταποκρίνεται στην πίστη ότι το ΚΚΕ θα εκπληρώσει τις υποσχέσεις του (1935) πως όταν θα υπάρξουν οι συνθήκες, θα πάρουν τα αναγκαία μέτρα για να εκλείψουν οι αδικίες σε βάρος του μακεδόνικου πληθυσμού. Για την πραγματοποίηση των στόχων της, η ΜΑΟ εξέδιδε δική της εφημερίδα με τίτλο Црвена Ѕвезда-Τσ’ρβενα Τζβέζντα (Κόκκινο Αστέρι), η οποία τυπωνόταν στη μακεδόνικη γλώσσα με ελληνικούς χαρακτήρες. Όταν η ΜΑΟ κατάφερε να ενώσει όλους τους Μακεδόνες σε μία οργάνωση και να αποτρέψει την αρνητική πολιτική της βουλγαρικής προπαγάνδας, το 1943, η περιφεριακή επιτροπή του ΚΚΕ για το Βόντεν, αποφάσισε τη διάλυση της ΜΑΟ και την ένταξη των μελών της στις τάξεις του ΕΛΑΣ. Αυτή η απόφαση, από μόνη της αποδεικνύει την αναποφασιστικότητα του ΚΚΕ σχετικά με το μακεδόνικο ζήτημα, όπως και το φόβο πως μέσω της απελευθέρωσης, ο μακεδόνικος λαός θα κερδίσει τα εθνικά του δικαιώματα. Ο Βάνγκελ, αν και αντιστάθηκε σθεναρά στην απόφαση αυτή, λόγω της ιδέας για κοινό αγώνα, αποφάσισε να συνεχίσει τις δραστηριότητές του. Τοποθετήθηκε ως υπέυθυνος της κομματικής οργάνωσης των αγροτών του Βόντεν. Με δικό του έλεγχο και οργάνωση, στις 24 Μαρτίου 1944, έλαβε μέρος μεγάλη πανλαική απεργία στο Βόντεν-Έδεσσα και μετά την επιτυχημένη αυτή ενέργεια, συνέχισε να εργάζεται σχετικά με την ίδρυση μακεδόνικων οργανώσεων και λόγω αυτού, πολύ σύντομα ήρθε σε ανοιχτή σύγκρουση με την ηγεσία του ΚΚΕ. Στις 27 του

Ηγέτες του ΝΟΦ - Από αριστερά: Γκέρμαν Ντάμοβσκι, Σταύρε Κοτσσόπουλος, Τάνε Ναούμοβ και Βάγκελ Αγιάνοβσκι-Ότσσε

Ηγέτες του ΝΟΦ - Από αριστερά: Γκέρμαν Ντάμοβσκι, Σταύρε Κοτσσόπουλος, Τάνε Ναούμοβ και Βάγκελ Αγιάνοβσκι-Ότσσε

Μάη 1944, συστάθηκε η κομμουνιστική στρατιωτική οργάνωση των Μακεδόνων στο Βόντεν-Έδεσσα και την ίδια μέρα στάλθηκε αγγελία η οποία καλούσε σε γενική ένταξη του μακεδόνικου πληθυσμού στα πλαίσια των μακεδόνικων παρτιζάνικων μονάδων και με όλες τις δυνάμεις να αντισταθούν στους Γερμανούς και Βούλγαρους κατακτητές. Το κάλεσμα τελείωνε με τις φράσεις «Ντα ζζίβεε μακεντόνσκιοτ νάροντ – ζήτω ο μακεδόνικος λαός» και «Ντα ζζίβεε πομπέντατα προτιβ φασσίζμοτ – Ζήτω η νίκη εναντίων του φασισμού». Αλλά, όπως και τις προηγούμενες περιόδους, το ΚΚΕ αντιλαμβανόταν τους Μακεδόνες μόνο ως ένα εργαλείο για την επίτευξη των στόχων του και ιδεών του. Έτσι, στην ολομέλεια του ΚΚΕ στις 26 Αυγούστου 1944, πάρθηκε η απόφαση να μην σχηματίζονται μεγαλύτερες μακεδόνικες μονάδες και να σταματήσει η επιστράτευση των Μακεδόνων, με σκοπό την αποδυνάμωσή τους. Τις κρίσιμες αυτές στιγμές, πάλι εναντιώθηκε ο Βάγκελ Αγιάνοβσκι, ο οποίος ζήτησε ανοιχτά από το ΚΚΕ να αναγνωρίσει τα εθνικά δικαιώματα των Μακεδόνων και για να αποκτηθούν τα δικαιώματα αυτά, ζήτησε την ίδρυση πολιτικής οργάνωσης με δική της ηγεσία και δικές της μακεδόνικες παρτιζάνικες μονάδες. Το ΚΚΕ αντέδρασε άμεσα στις πιέσεις του. Ένοπλοι του επιτέθηκαν, τον αιχμαλώτισαν και έπειτα λήστεψαν το σπίτι του. Η οικογένειά του, μετά από βασανισμούς, παραδώθηκε στους Γερμανούς. Αυτή η διπρόσωπη πολιτική του ΚΚΕ επέδρασε ισχυρά στη διαδικασία αποκόλλησης των μακεδόνικων ένοπλων ομάδων από τις τάξεις του ΕΛΑΣ. Από αυτές τις αποκολλημένες ομάδες, στις 18 Νοεμβρίου 1944, στη Битола-Μπίτολα, συστάθηκε η Πρώτη Αιγαιάτικη Μάχιμη Ταξιαρχία, της οποίας αναπληρωτής του πολιτικού γραμματέα ήταν ο Βάγκελ Αγιάνοβσκι-Ότσσε. Οι πρώτες ενέργειες της ταξιαρχίας ήταν εναντίων των Μπαλιστών στο χωριό Острец-Όστρετς της Μπίτολα και έπειτα συνέχισε στο Гостивар-Γκόστιβαρ και στο Тетово της Δημ.Μακεδονίας. λόγω της αποκόλλησης των ομάδων αυτών, το ΚΚΕ αντέδρασε σκληρά και αποκάλεσε τους Μακεδόνες αυτούς ως ληστές και συνεργάτες του εχθρού, δίνοντας διαταγή για προπαγάνδα εναντίων τους και τιμωρία για τους υποστηρικτές και συμπαθούντες τους. Με σκοπό να ενημερωθεί η κοινή γνώμη για τους λόγους αποκόλλησης των ενόπλων ομάδων των Μακεδόνων, στο Βόντεν-Έδεσσα, έφτασε και πάλι το Δεκέμβριο του 1944, ο Βάγκελ. Στην προσπάθειά του να ενημερώσει τον πληθυσμό, ίδρυσε τη μυστική απελευθερωτική μακεδόνικη οργάνωση στο Βόντενσκο-περιοχή Έδεσσας ΤΟΜΟ, η οποία στόχο είχε να ενεργεί εναντίων της πολιτικής του ΚΚΕ σχετικά με το μακεδόνικο εθνικό ζήτημα. Επίσης διετέλεσε γραμματέας της Επιτροπής του ΝΟΦ για το Βόντενσκο και οργανωτικός γραμματέας του Κεντρικού Συμβουλίου του ΝΟΦ των Μακεδόνων της Ελλάδας. Μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα, ο Βάγκελ αναχώρησε για το Скопје-Σκόπιε της Δημ.Μακεδονίας, όπου και πέρασε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Απεβίωσε το 1996.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

ДИМИТАР (МИЧО) УГРИНОВСКИ ΝΤΙΜΙΤΑΡ (ΜΙΤΣΣΟ) ΟΥΓΚΡΙΝΟΒΣΚΙ (1920 – )

Η γώμη μου ήταν και ακόμα είναι ότι εμείς, ανεξαρτήτως της πολιτικής που ακολουθούταν στην Ελλάδα την περίοδο του ΕΛΑΣ και του Δημοκρατικού Στρατού, έπρεπε να συμμετάσχουμε, όπως και κάναμε, και να αφήσουμε και το δικό μας στίγμα στην κατάσταση εκείνη, επειδή εάν απελευθερωνόταν η Ελλάδα ολικώς, και εάν ο μακεδόνικος παράγοντας δεν συμμετείχε σ’ εκείνη την κίνηση, τότε με ποιό δικαίωμα θα ζητούσαμε εμείς οι Μακεδόνες εθνική, πολιτιστική και ιστορική ελευθερία.

Στις δεκάχρονες πολεμικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα (1940-1949), μεγάλος αριθμός εθνικά Μακεδόνων ενεργά συμμετείχε σε πολλά από αυτά τα ιστορικά γεγονότα. Μεταξύ αυτών και ο Димитар – Мичо Угриновски-Ντιμίταρ-Μίτσσο Ουγκρίνοβσκι, ο οποίος γεννήθηκε στις 4 Απριλίου 1920 στο χωριό Кадиново, Ениџевардарска околија (Καντίνοβο-Γαλατάδες επαρχίας Γιαννιτσών). Κατάγεται από αγροτική οικογένεια και δημοτικό σχολείο, όπως και δύο τάξεις γυμνασίου, τελείωσε στο χωριό του και στο Ениџевардар-Γιαννιτσά, αλλά λόγω πολιτικών αιτιών, δεν συνέχισε τη μόρφωσή του.

Μπόζζιν, Ντιμίταρ και Κόσταντιν Ουγκρίνοβσκι

Στις 28 Οκτωβρίου 1940, ξεκίνησε ο πόλεμος μεταξύ της Ελλάδας και της Ιταλίας. Μεταξύ των πρώτων που στάλθηκαν στην πρώτη γραμμή του μετώπου, όπως και πολλοί άλλοι εθνικά Μακεδόνες, ήταν και τα δύο αδέρφια του, ο Божин-Μπόζζιν και ο Констадин-Κόσταντιν. Η επίθεση της φασιστικής Ιταλίας γρήγορα αναχαιτήστηκε και ο ελληνικός στρατός πέρασε στην αντεπίθεση, μπαίνοντας στην Αλβανία, η οποία τότε ήταν υπο κατοχή της Ιταλίας. Στην πόλη Κόρτσσα, ο Ντιμίταρ βρέθηκε ως εθελοντής και εκεί συνάντησε τα δύο του αδέρφια. Αμέσως μετά στάλθηκε με μετάθεση στην Αθήνα, σε σχολή τηλεγραφιστών.

Στις 6 Απριλίου 1941, η Ελλάδα κατακτήθηκε από τη ναζιστική Γερμανία και ο Ντιμίταρ βρέθηκε τραυματισμένος και εγκλωβισμένος στην Αθήνα. Με λίγη όμως βοήθεια, κατάφερε να εγκαταλείψει την πόλη και να επιστρέψει στο χωριό του, όπου σύντομα οργανώθηκε εθελοντικά στις τάξεις της Αντίστασης. Στα τέλη του 1941, μαζί με τον Аристид Караданов-Αριστίντ Καραντάνοβ από το χωριό Ѓупчево-Γκιούπτσσεβο (Γυψοχώρι Πέλλας), ίδρυσαν τους πρώτους πυρήνες του ΚΚΕ στα χωριά Кадиново-Καντίνοβο-Γαλατάδες, Бабјани-Μπάμπιανι-Λάκα, Ѓупчево-Γκιούπτσσεβο-Γυψοχώρι, Свети Ѓорѓи-Σβέτι Γκιόργκι-Άγιος Γεώργιος, Липариново-Λιπαρίνοβο-Λιπαρό κ.α. μετά την ίδρυση της επιτροπής όλης της περιοχής Ениџевардар-Γιαννιτσών, ο Димитар ανέλαβε υπεύθυνος αυτής.

Το 1943 δημιουργήθηκαν οι εφεδρικές μονάδες του ΕΛΑΣ, για τις οποίες ο Ουγκρίνοβσκι τοποθετήθηκε ως υπεύθυνος και λίγο διάστημα αργότερα ενεργά εντάχθηκε στις τάξεις του ΕΛΑΣ, στην 30η Ταξιαρχία, στο λόχο ναρκών, όπου παρέμεινε εώς και το τέλος του 1944, όταν με την συμφωνίας της ντροπής, μεταξύ του ΕΛΑΣ και της Αγγλίας στη Βάρκιζα, οι αγωνιστές αναγκάστηκαν να αφοπλιστούν. Ο Ουγκρίνοβσκι διακρίθηκε στις μάχες του Плашничево-Πλασσνίτσσεβο-Κρύα Βρύση, του Кукуш-Κούκουςς-Κιλκίς και του Пазар-Πάζαρ-Γιαννιτσά. «Όταν η πόλη έπεσε, σχεδόν το 70% αυτής κάηκε. Αγωνιστήκαμε ως το τέλος. Στο Κούκουςς-Κιλκίς 9000 συνεργάτες του εχθρού περίμεναν να έρθουν οι Άγγλοι και να αλλάξει ο κατακτητής. Μέσα σε δύσκολες συνθήκες, όταν οι επεμβάσεις των Άγγλων στηρίχτηκαν από την ελληνική κυβέρνηση του Γεώργιου Παπανδρέου, 68 μέρες η Ταξιαρχία μας αγωνίστηκε για να διώξει τον νέο κατακτητή».

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών και την διάλυση της αντίστασης των εγχώριων συνεργατών του γερμανικού καθεστώτος, η ταξιαρχία του Ντιμίταρ πήρε διαταγή να σταθμεύσει στο Σόλουν-Θεσσαλονίκη. Οι κάτοικοι της πόλης με συγκίνηση και ενθουσιασμό υποδέχτηκαν τους απελευθερωτές τους. Σύντομα όμως, στις 4 Δεκεμβρίου 1944, η ταξιαρχία έλαβε διαταγή να κατευθυνθεί προς την Αθήνα, όπου είχαν επέμβει οι Άγγλοι. Σε πολύ δύσκολες καιρικές συνθήκες, λόγω του κρύου, με σποραδικές συγκρούσεις με τις δυνάμεις του Ναπολέων Ζέρβα, αλλά και των αγγλικών δυνάμεων, η ταξιαρχία άνοιγε το δρόμο της για την πρωτεύουσα. Με την έναρξη των συνομιλιών της Βάρκιζας, το Φεβρουάριο του 1945, η ταξιαρχία έλαβε διαταγή να επιστρέψει πίσω. Επιστρέφοντας και περνώντας μέσα από ένα ποτάμι, λόγω του παγωμένου νερού, πολλοί παρτιζάνοι αρρώστησαν και μεγάλο μέρος αυτών πέθαναν. Αρρώστησε και ο Ουγκρίνοβσκι και μετά πολλές δύσκολες στιγμές, κατάφερε να αναρρώσει.

Με τον ερχομό στην εξουσία του νέου δεξιού καθεστώτος και με την τρομοκρατία και διώξεις του ειρηνικού μακεδόνικου, αλλά και ελληνικού πληθυσμού, ο  Димитар αναγκάστηκε ξανά να αναχωρήσει για το βουνό, αλλά τώρα ως μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού. «Από το 1945, όταν με κυνηγούσαν, εντάχθηκα στην νέα οργάνωση, το ΝΟΦ. Η πρωταρχική μου δραστηριότητα ήταν, μέσω μυστικών καναλιών, να συγκεντρώσω τους εκδιωγμένους αγωνιστές και μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου, όλους μας μετέφεραν στη Гевгелија-Γκεβγκέλια (Δημ.Μακεδονίας). Την άνοιξη του 1946, επιστρέψαμε ξανά και αρχίσαμε τις πρώτες ενέργειες εναντίων του νέου κατακτητή». Με απόφαση της νέας οργάνωσης ΝΟΦ, ο Ντιμίταρ στάλθηκε στην περιοχή Калница-Κάλνιτσα. Μετά το θάνατο του Тодор Дојчинов- Τόντορ Ντοϊτσσίνοβ, το Φεβρουάρι του 1947, ορίστηκε Γραμματέας του ΝΟΦ της περιοχής Ениџевардар-Γιαννιτσών. Δυστυχώς όμως αρρώστησε ξανά και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο «Пештерите-Πεσστέριτε (Σπηλιές)». Μετά την ανάρρωσή του, με απόφαση της επιτροπής του ΝΟΦ, έλαβε πάλι τα καθήκοντα Γραμματέα του ΝΟΦ, αλλά αυτή τη φορά της περιοχής Гуменџе-Γκούμεντζζε-Γουμένισσας και αργότερα ανέλαβε και καθήκοντα πολιτικού επιτρόπου της περιοχής. Αγωνίστηκε μέχρι και το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου και έπειτα βρήκε καταφύγιο στη Γκεβγκέλια της Δημ.Μακεδονίας. στις 25 Μαρτίου 1949, συμμετείχε στο Δεύτερο Συνέδριο του ΝΟΦ (Ναροντνο-οσλομποντίτελεν Φροντ  -  Λαϊκο-απελευθερωτικό Μέτωπο), στο χωριό Нивици-Νίβιτσι (Ψαράδες Πρέσπας). Για το γεγονός αυτό αργότερα θα γράψει: «Στο Συνέδριο εγκρίθηκε ψήφισμα και ο Ζαχαριάδης, Γραμματέας του ΚΚΕ, δήλωσε ότι εάν απελευθερωθεί η Ελλάδα, ο μακεδόνικος λαός θα έχει δικά του εθνικά, κοινωνικά και άλλα δικαιώματα, ακάμα και απόσχιση και ίδρυση δικού του κράτους, στα πλαίσια μιας βαλκανικής ομοσπονδίας». Για την πολιτική του ΚΚΕ όμως, σχετική με το μακεδόνικο ζήτημα, ο Ουγκρίνοβσκι θα προσθέσει: «Το ΚΚΕ έπαιζε ζεστό-κρύο. Όταν είχε ανάγκη πριν τις μάχες, παρακαλούσε, ενώ όταν δεν χρειαζόταν τους δικούς μας αγωνιστές, σιωπούσε».

Από τη Γκεβγκέλια μεταφέρθηκε στο Скопје-Σκόπιε, όπου ζει μέχρι και σήμερα. Τελείωσε την Σχολή Δασκάλων και εργάστηκε ως δάσκαλος σε δημοτικό σχολείο. Έχει βρανευθεί με πολλά βραβεία και μετάλια τιμής και θάρρους. Συνέβαλε σημαντικά στη μελέτη της γλώσσας, του φολκλόρ και των εθίμων των χωριών της περιοχής του Ениџевардар-Γιαννιτσών.

Το 2008, ο Ντιμίταρ Ουγκρίνοβσκι εξέδωσε το βιβλίο «Моите дни во виорот на војната (Οι μέρες μου στη θύελλα του πολέμου)», το οποίο είναι στην ουσία η βιογραφία του.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

КРСТЕ ПЕТКОВ МИСИРКОВ Κ’ΡΣΤΕ ΠΕΤΚΟΒ ΜΙΣΙΡΚΟΒ (1874-1926)

Ο Крсте Мисирков θεωρείται ο ιδεολόγος του μακεδόνικου έθνους, ο άνθρωπος που έδειξε το δρόμο στο οποίο πρέπει να οδεύει ι μακεδόνικη εθνική συνείδηση, σε κράτος με ανεξάρτητη πολιτική, κουλτούρα, οικονομία και λόγια γλώσσα, εισαγμένη στην συνολική ζωή του έθνους. Ήταν ο προεξέχων οπαδός της κίνησης για την ιδιαιτερότητα του μακεδόνικου λαού, θεμελιωτής της σύγχρονης λόγιας μακεδόνικης γλώσσας και ορθογραφίας και συγγραφέας του πρώτου βιβλίου στη γλώσσα αυτή, με τίτλο «За Македонцките работи» (ζα μακεντόντσκιτε ράμποτι-για τα μακεδόνικα ζητήματα).

Γεννήθηκε στις 18 Νοεμβρίου 1874 στο Постол – Ениџевардарско-Πόστολ Ενιτζζεβάρνταρσκο (Πέλλα Γιαννιτσών). Βασική εκπείδευση τελείωσε στο χωριό του και έπειτα συνέχισε τη μόρφωσή του στην Σερβία, Βουλγαρία και Ρωσία. Κατα τη διάρκεια της εκπείδευσής του στην Σερβία, την σχολική χρονιά 1893/4, υπο την επίδραση των γεγονότων στη Μακεδονία την περίοδο εκείνη και τις συχνότερες εμφανίσεις της νέας μακεδόνικης νοημοσύνης σε πολιτικό και εθνικό επίπεδο, ο Μίσιρκοβ και οι συμμαθητές του ίδρυσαν τη λέσχη ’Вардар’ (Βάρνταρ). Μετά την αποφοίτησή του το 1895 και την μη αποδοχή του να γίνει Σέρβος δάσκαλος, αναχώρησε για την Ρωσία, όπου καταρχήν εγγράφηκε στην Πνευματική Σεμιναρία της Πόλταβα και έπειτα, το 1897, ως Μακεδόνας, εγγράφηκε στην ιστορική φιλολογική σχολή του Πέτροβγκραντ. Από την στιγμή εκείνη άρχισε εντατικότερα να ενδιαφέρεται για την ιστορία του λαού του, την πατρίδα του και τη γλώσσα του. Έλαβε το πτυχίο του την άνοιξη του 1902 και θέμα της πτυχιακής του ήταν «Σχετικά με το ζήτημα της εθνικότητας και τις αιτίες  της δημοτικότητας του Μακεδόνα βασιλιά Μάρκο». Την περίοδο των σπουδών του, το 1900, ο Μίσιρκοβ ήταν ιδρυτής και μέλος του Μακεδόνικου-Θρακικού συλλόγου του Πέτροβγκραντ και σκοπός του συλλόγου αυτού ήταν η υλική και ηθική βοήθεια του μακεδόνικου αγώνα. Το 1902, μαζί με τον Димитрија Чуповски-Ντιμίτρια Τσσούποβσκι, τον Стефан Дедов-Στέφαν Ντέντοβ, τον Дијаманди Мишајков-Ντιαμάντι Μισσάικοβ και άλλους, ίδρυσαν το Μακεδόνικο Φοιτητικό Σύλλογο, ο οποίος το 1903 μετονομάστηκε σε Μακεδόνικη επιστημονική λογοτεχνική συντροφιά ’Свети Климент’ (Σβέτι Κλίμεντ-Άγιος Κλίμεντ).  Σημαντικό είναι να αναφερθεί και το Υπόμνημα Φιλίας προς την κυβέρνηση της Ρωσίας, όπου τα μέλη ζητούσαν αναγνώριση των Μακεδόνων ως ξεχωριστού λαού, ανάκτηση της Αρχιεπισκοπής της Οχρίδας ως εθνικής Εκκλησίας των Μακεδόνων, τοποθέτηση της μακεδόνικης γλώσσας σε επίπεδο λόγιας γλώσσας κτλ.

Λόγω έλλειψης χρημάτων αναγκαίων για την συνέχιση των μεταπτυχιακών του σπουδών, ο Μίσιρκοβ επέστρεψε στη Μακεδονία και δέχτηκε να γίνει εξαρχικός δάσκαλος στη Μπίτολα (1903). Ταυτόχρονα, ως καλός φίλος του Ρώσου πρόξενου της Μπίτολα, Ροστοκόβσκι, ο Μισίρκοβ ήταν και προσωπικός δάσκαλος των παιδιών του. Μετά τη δολοφονία του Ροστοκόβσκι, ο Μίσιρκοβ επέστρεψε στην Ρωσία, όπου μετέφερε και τις εντυπώσεις για την Επανάσταση του Ίλιντεν. Από την Ρωσία αναχώρησε για την Σόφια για να εκτυπώσει το βιβλίο του ’За македонцките работи’ (Για τα μακεδόνικα ζητήματα), Δεκέμβριο του 1903 και να ιδρύσει κλάδο του συλλόγου του Πέτροβγκραντ «Μακεδόνικη επιστημονική-λογοτεχνική συντροφιά». Την περίοδο εκείνη, η Βουλγαρία και η Σερβία ξεκίνησαν τις διαπραγματεύσεις για τη διαίρεση των σφαιρών των προπαγανδιστικών δραστηριοτήτων τους στη Μακεδονία. Ο Μίσιρκοβ εντάχθηκε στη θεατρική ομάδα του Βόινταν Τσσερνοντρίνσκι, η οποία σχεδίαζε να δώσει περισσότερες παραστάσεις, σε πόλεις της Σερβίας, με το έργο Μακεντόνσκα κ’ρβαβα σβάντμπα-Μακεδόνικος αιματοβαμμένος γάμος. Μετά την εκτύπωση του βιβλίου του, ο Μίσιρκοβ θεώρησε πως το καλύτερο θα ήταν εργαστεί στις υπηρεσίες κάποιου ρωσικού προξενείου στη Μακεδονία για να μπορεί να ενεργεί επιτόπου για τα ενδιαφέροντα και τους σκοπούς του μακεδόνικου λαού, αλλά στην Σόφια τον υποδέχτηκαν με πολλές επιθέσεις και ένα βράδυ τον συνέλλαβαν, τον χτύπησαν άγρια και για να γλιτώσει, αναγκάστηκε να ξαναφύγει για την Ρωσία. Οι σύντροφοί του φυλακίστηκαν και το βιβλίο του καταστράφηκε. Ένα όμως μέρος της έκδοσης, κατάφερε ο Μίσιρκοβ να το διανέμει και σύντομα το βιβλίο αυτό, έγινε το αλφαβητάριο των μελλοντικών γενεών των Μακεδόνων αγωνιστών. Στο βιβλίο αναλύθηκαν σχεδόν όλες οι πλευρές του μακεδόνικου ζητήματος στο παρελθόν, παρόν και μέλλον και δόθηκαν λύσεις οι οποίες αποδείχτηκαν ως οι μόνες εναλλακτικές για εκείνη την ιστορική στιγμή.

Στην Ρωσία εργάστηκε ως καθηγητής γυμνασίου στο Μπέρντιανσκ και είχε στενές σχέσεις με τα μέλη του συλλόγου της πρωτεύουσας της Αυτοκρατορίας. Το 1905, στην Οντέσα, εκτύπωσε το πρώτο τεύχος του περιοδικού «Βάρνταρ» το οποίο είχε την ίδια μοίρα με το βιβλίο του ’За македонцките работи’. Λόγω οικονομικών δυσκολιών και συνεχών πιέσεων από πλευράς των πολυάριθμων αντιπάλων, το συγκεντωμένο υλικό παρέμεινε στο εκτυπωτήριο. Τα εκτυπωμένα τμήματα του «Βάρνταρ» βγήκαν στο φως και δόθηκαν στη δημοσιότητα μετά από πενήντα χρόνια. Αδυνατώντας να ενεργεί στο πνεύμα της Συντροφιάς, ο Μίσιρκοβ τα επόμενα χρόνια, αφιέρωσε το χρόνο του στην επιστημονική εργασία και εξέδωσε κάποιες επιστημονικές μελέτες.

Κατα τη διάρκεια των Πρώτων Βαλκανικών Πολέμων, ήταν ανταποκριτής από το μέτωπο της νότιας Μακεδονίας. Την εποχή των Δεύτερων Βαλκανικών Πολέμων, ήταν ήδη πίσω στην Ρωσία, στο Κισσίνεβ, εργαζόμενος ως καθηγητής. Το 1913, η μακεδόνικη παροικία του Πέτροβγκραντ, ξεκίνησε να εκδίδει το περιοδικό  „Македонски голос“ (μακεντόνσκι γκόλος). Αμέσως ο Μίσιρκοβ άρχισε να συνεργάζεται με τους υπευθύνους και να συγγράφει, υπογράφοντας με το όνομά του, αλλά και με το ψευδόνυμο К.Пелски (Κ.Πέλσκι). Δημοσίευσε δύο άρθρα για τα ιδεώδη του μακεδόνικου λαού και τόνισε ότι ήρθε ο καιρός «να καταλάβει όλος ο κόσμος πως στη Μακεδονία ζει ο μακεδόνικος λαός, ο οποίος δεν είναι ούτε σέρβικος, ούτε βουλγάρικος, ούτε ελληνικός, ότι αυτός ο λαός έχει τη δική του ιστορία, τη δική του εθνική αξιοπρέπεια, τη δική του συνεισφορά στην πολιτιστική ιστορία των λαών».

Παραπέρα, ο Μίσιρκοβ πήρε μέρος στα επαναστατικά γεγονότα του 1917. Ήταν σθεναρός αντίπαλος της ένωσης της Μπεσαράμπια με το Βασίλειο της Ρουμανίας και λόγω αυτού, εξορίστηκε από το Κισσίνεβ στην Οντέσα. Περισσότερο όμως δεν μπορούσε να παραμείνει εκεί. Επειδή είχε και οικογένεια, αναχώρησε για την Σόφια, όπου τον υποδέχτηκαν με υποψίες. Καταρχήν εργάστηκε στο Εθνογραφικό Μουσείο και έπειτα στάλθηκε στο Κάρλοβο, αλλά και παραπέρα τον απειλούσαν λόγω των ανοικτών θέσεων του πάνω στο μακεδόνικο ζήτημα. Ζήτησε να του δοθεί εργασία στο γειτονικό Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, αλλά το αίτημά του έμεινε δίχως απάντηση. Αδυνατώντας να επιστρέψει στην Ρωσία, παρατημένος σε μια υπηρεσία στο επαρχιακό μέρος Κοπρίβτσσιστα, ο Μίσιρκοβ, έπεσε σε κρίση. Αρρώστησε βαριά, οι απειλές πως θα τον σκοτώσουν συνεχίζονταν και έτσι βρέθηκε στο νοσοκομείο Αλεξάντροβσκα Μπόλνιτσα, στην Σόφια, όπου απεβίωσε στις 26 Ιουλίου 1926.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια

Κατηγορίες

Loading

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


EMPORIKI BANK-Branch 501 Florina

Bank account 59667441

IBAN:GR75 0120 5010 0000 0005 9667 441

BIC EMPOCRAA

  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2012 (153)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)
  • Τελευταίο
  • Δημοφιλή
  • Σχόλια