Στην πλειάδα Μακεδόνων επαναστατών που έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία και τα δίκαια του μακεδόνικου λαού, εξέχουσα θέση κατέχει και ο θρυλικός Александар Турунџев. Ήταν ένας από τους γνωστότερους Βόιβοντες της Εσωτερικής Μακεδόνικης Επαναστατικής Οργάνωσης (ВМРО) στο Λέρινσκο-περιοχή Φλώρινας, ο οποίος άφησε βαθιά χνάρια στη μνήμη των Μακεδόνων, οι οποίοι του σύνθεσαν πολλά τραγούδια, αφηγήθηκαν ηρωικές ιστορίες, φράσεις οι οποίες μεταφέρθηκαν από γενιά σε γενιά.
Γεννήθηκε το 1872 στο χωριό Екши Су (Горно Врбени)-Έκσσι Σου (Γκόρνο Β’ρμπενι)-Ξυνό Νερό, Леринско-Φλώρινας. Στις αρχές της επαναστατικής του δράσης ήταν μέλος αντάρτικης ομάδας και έπειτα έγινε μέλος και του ΒΜΡΟ, όπου εντάχθηκε πολύ νέος, καταρχήν ως κόμιτα και μετέπειτα ως βόιβοντα. Κατα τη διάρκεια της Επανάστασης του Ίλιντεν, με την τσσέτα του (ένοπλη ομάδα), συμμετείχε ενεργά σε όλες τις μάχες στην περιοχή του Λέρινσκο-Φλώρινας.
Κατα τη διάρκεια του αγώνα του, ο Τούρουντζζεβ, τακτικά επισκέπτονταν τα χωριά του Λέρινσκο και κάποια από τα χωριά της Ντόλνα Πρέσπα και της Μπίτολα. Ήταν πολύ αγαπητός στο λαό, λόγω της γενναιότητάς του και της μεγάλης επιθυμίας του για απελευθέρωση του λαού του. Εκτός αυτού, ήταν δυνατός άντρας, γεροδεμένος, ψηλός, με μακριά μαλλιά και μεγάλη γενειάδα, πλατύ μέτωπο και γερακίσιο βλέμμα. Παντού τον υποδέχονταν εγκάρδια, επειδή μαζί με τους συντρόφους του, είχε απαλλάξει την περιοχή από τους βασανιστές του μακεδόνικου λαού, υπεύθυνους για τις βιαιότητες και τις ληστείες και με τη δράση του δεν επέτρεπε σε νέους τέτοιους να εμφανιστούν.
Μετά την απόφαση του ВМРО για ξεσηκωμό στο Συνέδριο του Солун-Θεσσαλονίκης (Ιανουάριος 1903) και την επιβεβαίωση
αυτής από το Συνέδριο στο Смилево-Σμίλεβο, χωριό της Μπίτολα (Μάης 1903), ο Турунџев έλαβε καθήκοντα να αναδιοργανώσει το χωριό του και να το προετοιμάσει για την Επανάσταση. Εκπαίδευσε πολλούς συγχωριανούς του στην τέχνη του πολέμου, νέους 20-25 ετών και άνω και έπειτα έκαναν δοκιμαστικές μάχες. Εκπαίδευσε περίπου 230 άτομα.
Κατα την Επανάσταση του Ίλιντεν, στην περιοχή του Λέριν, σύμφωνα με τις διαταγές του Συνεδρίου, οι μάχες δίνονταν με αντάρτικο τρόπο. Μάχονταν μόνο οι τσσέτες των Βόιβοντι και οι χωρικοί έμειναν στα χωριά τους, περιμένοντας να βοηθήσουν εάν χρειαζόταν. Επιστρατεύτηκαν μόνο 500 χωρικοί, από τους οποίους οι 100 περίπου ήταν από το χωριό του Αλεξάνταρ, το Β΄ρμπενι.
Ο οθωμανικός στρατός συνέθεσε λεπτομερές σχέδιο για αντεπίθεση στους Μακεδόνες επαναστάτες και τις πολεμικές τους ομάδες. Για να εμποδίσουν την παραπέρα ενδυνάμωση της κίνησης στο Λέρινσκο, οι οθωμανικές αρχές του βιλαετίου της Μπίτολα, αποφάσισαν να εγκαταστήσουν ένοπλη μονάδα στο χωριό του Турунџев, η οποία και κατέφθασε με το διοικητή της στις 14 Νοεμβρίου 1903. Η παρουσία όμως του στρατού δεν φόβισε τα μέλη του ΒΜΡΟ στο θρυλικό Екши-Су, ούτε και σταμάτησε την οργανωτική δραστηριότητα του ηρωικού του γιου Александар Турунџев, ο οποίος ξεκίνησε με την ανανέωση του δικτύου της περιοχής, όλο και πιο αγαπητός, ιδιαίτερα μετά την επίσκεψη από τον Даме Груев-Ντάμε Γκρούεβ, γενικό διοικητή της ευρύτερης περιοχής και του υπαρχηγού του, βόιβοντα Ѓорѓи Сугарев-Γκιόργκι Σούγκαρεβ. Δεν υπέκυψε στην προσφορά αμνηστείας από πλευράς του Σουλτάνου, αλλά σύντομα προδώθηκε από έναν ύπουλο, πληρωμένο χαφιέ, ο οποίος καταχράστηκε την επιστοσύνη του.
Η προδοσία έλαβε μέρος στο χωριό Ајтуш-Άιτουςς (Леринско-Φλώρινας), κατα τη διάρκεια των εργασιών για την ανανέωση του επαναστατικού δικτύου. Ήταν τέλη του 1904, όταν προδόθηκε από τον Митре Гинков-Μίτρε Γκίνκοβ. Η προδοσία έγινε με τον εξής τρόπο: ο Τουρούντζζεβ έφτασε στο Ајтуш. Ήδη η προδοσία είχε ξεκινήσει νωρίτερα. Γνωρίζοντας το θάρρος και τη γενναιότητα του Αλεξάνταρ, τα πάντα οργανώθηκαν με ακρίβεια. Ο Βόιβοντας φιλοξενήθηκε από «πιστό» φίλο και όταν αποκοιμήθηκε, ο «φίλος» ειδοποίησε τις οθωμανικές αρχές ότι όλα είναι έτοιμα και ότι ο Τουρούντζζεβ κοιμάται. Αμέσως κατέφθασε στρατός. Ο «φίλος» άνοιξε αθόρυβα την πόρτα και δεκαριά στρατιώτες χύμηξαν πάνω στον Βόιβοντα, τον έδεσαν και τον μετέφεραν στις ξακουστές φυλακές της Μπίτολα. Η τσσέτα του, επίτηδες, είχε εγκατασταθεί από τον «φίλο» σε άλλα σπίτια του χωριού. Το δεξί χέρι του Турунџев, ο Кокончев-Κοκόντσσεβ, έμεινε πιστός στις διαταγές του αρχηγού του και μετέφερε τους άντρες στην περιοχή του Костур-Καστοριάς, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για επέμβαση, την οποία όμως ο παλυάριθμος οθωμανικός στρατός δεν επέτρεψε.
Αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε στις φυλακές. Εκεί βασανίστηκε αφάνταστα επι ένα χρόνο. Επειδή αποτελούσε το φόβο και τον τρόμο των Οθωμανών, οι αρχές των φυλακών αποφάσισαν να μη βγει ζωντανός από την απομόνωση. Τον βασάνιζαν, του έβαζαν ξυλαράκια στα νύχια, τον έκαιγαν με πυρωμένο σίδερο, για να πει ποιοί ήταν οι συνεργάτες του στην Μπίτολα. Η απάντησή του ήταν πάντα μία: «Битола ја познавам, во Битола никого не познавам-Την Μπίτολα την ξέρω, στην Μπίτολα
κανέναν δεν ξέρω». Ο Турунџев άντεξε όλα τα βασανιστήρια χωρίς να παρακαλέσει για οίκτο. Πολλές φορές λόγω του αφόρρητου πόνου λιποθυμούσε και κάποιες φορές προσπάθησε να αυτοκτονήσει. Η φύλαξή του έγινε ακόμα μεγαλύτερη. Αλυσίδες στα χέρια και στα πόδια, όπως και στο λαιμό. Όταν κατάλαβαν ότι δεν θα καταφέρουν να του αποσπάσουν τίποτα, οι αρχές ετοίμασαν, μέσω του Στρατοδικείου, δικαστική διαδικασία. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε θάνατο και η ποινή εκτελέστηκε με δημόσιο κρέμασμα σε μια πλατεία της Μπίτολα, το Ατ-παζάρ, στις 29 Αυγούστου 1905. Αυτό το μακάβριο γεγονός φυλάχτηκε και σε φωτογραφία, η οποία έμεινε απόδειξη του θάρρους αυτού του γενναίου Βόιβοντα, του Александар Турунџев, ο οποίος πριν κρεμαστεί, φώναξε: «Македонија ќе биде слободна-Η Μακεδονία θα απελευθερωθεί!».
Ο Μάτε Μπούλεβ (Ματθαίος Μπούλες) ήταν ένας δραστήριος αγωνιστής που αγωνίστηκε και θυσιάστηκε για τα δίκαια του μακεδόνικου λαού ενάντια στον ξένο κατακτητή αλλά και τη εγχώρια καταπίεση.
Ο Кочо Робев (Κώστας Ρόμπης)γεννήθηκε το 1915 στο χωριό Баница-Μπάνιτσα (Βεύη Φλώρινας) από φτωχή αγροτική οικογένεια. Ο πατέρας του Трифо-Τρύφо, λόγω οικονομικών δυσκολιών, αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Αμερική, όπου πέθανε μετά από μικρό χρονικό διάστημα χωρίς να ξαναδεί την οικογένεια του. Η γυναίκα του Сирма-Σύρμα μαζί με τους δύο γιους και τις τέσσερις κόρες έμεινε μόνη χωρίς καμιά υποστήριξη και βοήθεια.
Στην πλειάδα αγωνιστών-επαναστατών του ιστορικού παρελθόντος της Μακεδονίας, συγκαταλέγεται και το όνομα του Митре Влаот (ως Βλάοτ ήταν γνωστός στην περιοχή του Костур-Καστοριάς), ο οποίος ως αγωνιστής και άνθρωπος, άφησε βαθιά τα ίχνη του στη μνήμη του μακεδόνικου λαού και τα οποία ίχνη μεταφέρονται προφορικά από γενιά σε γενιά, μέχρι και σήμερα. Οι σύγχρονοί του τον παρουσίαζαν ως αγωνιστή, θαρραλαίο, περήφανο, άνθρωπο που ήξερε να δίνει λύσεις, έξυπνο, με καλή καρδιά για τους αδικημένους και χωρίς οίκτο για τους διώκτες του λαού του. Αν και βλάχος στην καταγωγή, είχε γεννηθεί σε μακεδόνικο περιβάλλον και όπως πολλές φορές είχε δηλώσει, θεωρούσε τους Μακεδόνες δικό του λαό, όπως και τους Βλάχους.
Ο Митре μέχρι και την Επανάσταση του Ίλιντεν (1903), ενεργά δραστηριοποιούταν στην Οργάνωση, στην ενθάρυνση του λαού και στις ένοπλες επιχειρήσεις του ΒΜΡΟ, όπως και επίσης συμμετείχε και σε όλες τις δράσεις εναντίων του Κότε από το Ρούλιε, ο οποίος δημόσια πλέον είχε πάρει το μέρος του Καραβαγγέλη και τον αγώνα εναντίων των Μακεδόνων. Τον Ιανουάριο του 1902, ο Μίτρε έγινε Βόιβοντα της τσσέτα, η οποία δρούσε στην περιοχή Корешта-Κόρεσστα (Κορέστεια) και της οποίας υπέυθυνοι ήταν οι Васил Чакаларов-Βάσιλ Τσσακαλάροβ από το Смрдеш-Σμ’ρντεςς (Κρυσταλοπηγή) και ο Лазар Москов-Λάζαρ Μόσκοβ από το Д’мбени-Ντ’μπενι (Δενδροχώρι). Ενδιαφέρον παρουσιάζει το στοιχείο ότι τον χειμώνα του 1902, λόγω μαζικής στάθμευσης οθωμανικού στρατού στην περιοχή, ο Μίτρε μαζί με άλλους 5 από την τσσέτα του, αποφάσισαν να παραμείνουν στα βουνά γύρω από την Πρέσπα και από εκεί να παρακολουθούν την όλη κατάσταση. Το καταφύγιό τους ήταν μια σπηλιά, όπου ξεχειμώνιασαν μαζί με αρκούδες.
Ο Јане Сандански ήταν ένας από τους άξιους συνεχιστές της ιδέας του Γκότσε Ντέλτσσεβ και ακούραστος αγωνιστής για την ελευθερία της Μακεδονίας και του μακεδόνικου λαού. Έμεινε γνωστός, όχι μόνο για την συμμετοχή του σε πολυάριθμες ηρωικές μάχες, αλλά και για το πάθος του για την ιδέα ανεξάρτητης Μακεδονίας, καθ’όλη τη διάρκεια της μακράς επαναστατικής ζωής του. Ο Σαντάνσκι ήταν Μακεδόνας επαναστάτης, αγωνιστής στο μακεδόνικο επαναστατικό κίνημα, μέλος και Βόιβοντα (οπλαρχηγός) του ΒΜΡΟ, μαχητής εναντίων του Βαρχοβισμού, ένας από τους πρωταγωνιστές του σκανδάλου Μις Στόουν, ο κυριότερος εκπρόσωπος της Серската група (ομάδας Σερρών) και του Αναδιοργανωτικού Ρεύματος, όπως και ένας από τους ιδρυτές του Λαϊκού Ομοσπονδιακού Κόμματος.

Ο Пандо Кљашев ήταν Μακεδόνας επαναστάτης, δάσκαλος, συμμετάσχων στο μακεδόνικο επαναστατικό κίνημα, βόιβοντα και υψηλό στέλεχος του ΒΜΡΟ. Γεννήθηκε στις 29.09.1882 στο χωριό Смрдеш-Σμ’ρντεςς (Κρυσταλοπηγή Καστοριάς), ένα από τα τότε μεγαλύτερα χωριά της περιοχής. Στο Смрдеш, εκτός από τον Κλιάσσεβ, είχε γεννηθεί και ένας ακόμα μεγάλος Μακεδόνας Βόιβοντα, ο Васил Чакаларов -Βάσιλ Τσσακαλάροβ. Στο χωριό του, ο Πάντο, τελείωσε και την τέταρτη τάξη της βασικής εκπαίδευσης και έπειτα αναχώρησε για το Костур-Καστοριά, Солун- Θεσσαλονίκη και Битола, όπου συνέχισε την εκπαιδευσή του και το 1900 τελείωσε το γυμνάσιο. Η πρώτη του επαφή με το ΒΜΡΟ, έγινε στο Солун-Θεσσαλονίκη, κατα τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς 1898-1899 και τότε άρχισε να οικοδομεί την επαναστατική του ιδεολογία. Κατα την περίοδο των διακοπών, πήγε στη Битола, όπου και τελείωσε την τελευταία τάξη.

Στις 25 Ιανουαρίου 1981, στην μικρή γραφική πόλη Крушево-Κρούσσεβο, γεννήθηκε ένας από τους γνωστότερους σύγχρονους Μακεδόνες τραγουδιστές, ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια της βαλκανικής μουσικής σκηνής. Ο Τόντορ ή Τόσσε Πρόεσκι. Τα πρώτα του μουσικά βήματα, ο Τόσσε τα έκανε σε πολύ μικρή ηλικία, συμμετέχοντας το 1992 στο παιδικό φεστιβάλ „
Την περίοδο αυτή, ο Тоше ξεκίνησε να ηχογραφεί και τα τραγούδια για το δεύτερο άλμπουμ του “Синот Божји-Σίνοτ Μπόζζιι”, το οποίο κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2000. Το άλμπουμ αυτό έδωσε μεγάλο αριθμό επιτυχιών. Ο σερβικός ηχογραφικός οίκος “
Το πέμπτο άλμπουμ του κυκλοφόρησε το 2005, σε όλη την πρώην Γιουγκοσλαβία, με τίτλο “По тебе-Πο τέμπε”. Ακόμα και σήμερα είναι ένα από τα άλμπουμ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών στα Βαλκάνια. Έμεινε στην κορυφή της λίστας της Δημ.Μακεδονίας, Σερβίας, Κροατίας, Σλοβενίας και Βοσνίας Ερζεγοβίνης, για περισσότερο από ένα μήνα. Το επόμενο άλμπουμ του «Божилак-Μπόζζιλακ», ήταν μια σύνταξη 14 μακεδόνικων παραδοσιακών τραγουδιών, συνοδευόμενα από συμφωνική ορχήστρα. Το 2007, ο Тоше εξέδωσε το «Игри без граници-Ίγκρι μπεζ γκράνιτσι», το τελευταίο του άλμπουμ. Η τελευταία του συναυλία, ανθρωπιστική και αυτή, έγινε στις 5 Οκτωβρίου 2007, στο Δημοτικό Στάδιο του Σκόπιε και πωλήθηκαν πάνω από 40.000 εισητήρια.
Ο Βάνγκελ Αγιάνοβσκι – Ότσσε γεννήθηκε στις 5.2.1909 στην πόλη Βόντεν-Έδεσσα. Οι Βαλκανικοί Πολέμοι, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο ελληνοτουρκικός πόλεμος, ήταν η καθημερινότητα του Βάνγκελ, σ’ όλα τα παιδικά του χρόνια. Οι συνεχείς επιστρατεύσεις, οι βομβαρδισμοί, τα ανθρώπινα θύματα, άφησαν βαθιά τα σημάδια τους στη μνήμη του. Βασική εκπαίδευση τελείωσε στο Βόντεν-Έδεσσα, αλλά λόγω της μεγάλης φτώχειας, ήταν αναγκασμένος από μικρό παιδί να εργάζεται. Ασχολούταν με την κατασκευή τούβλων και αργότερα εργάστηκε σε σφαγείο. Το 1927, την Πρωτομαγιά, μαζί με τον πατέρα του Ташо Ајанов-Τάσσο Αγιάνοβ, προετοίμασαν την ιδρυτική συνδιάσκεψη της ΟΚΝΕ (κομμουνιστική νεολαία) και λόγω των πολλών δραστηριοτήτων του, το 1931, εκλεχτηκε ως οργανωτικός γραμματέας της ΟΚΝΕ. Το βάπτισμα του πυρός το έλαβε την επόμενη χρονιά κατα τη διάρκεια του εορτασμού της Πρωτομαγιάς, όταν γέμισαν το Βόντεν με συνθήματα και φυλλάδια. Αυτή ήταν και η αφορμή, η αστυνομία να συλλάβει το Βάγκελ και να καταδικαστεί σε 3,5 χρόνια φυλάκισης. Στην επαναληπτική δίκη, μετά από έφεση του Βάγκελ, λόγω ανεπάρκειας αποδεικτικών στοιχείων, αθωώθηκε και συνέχισε τις δραστηριότητές του στην πόλη Негуш-Νέγκουςς-Νάουσα. Η περίοδος της δικτατορίας του Μεταξά, ήταν δύσκολη περίοδος για τα μέλη διαφόρων οργανώσεων (ΟΚΝΕ, ΚΚΕ, ΒΜΡΟ) και πολλά από αυτά κατέληξαν στις φυλακές.
Με την επίθεση στην Πολωνία, στις 1 Σεπτεμβρίου 1939, ξεκίνησε ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος. Με την επιχείρηση Μαρίτα, τον Απρίλιο, ξεκίνησε η γερμανική επίθεση για την κατάκτηση της Ελλάδας και στις 12 Απριλίου, υπο κατοχή βρέθηκε και το Βόντεν-Έδεσσα. Την περίοδο εκείνη, σχεδόν όλο το Κεντρικό Συμβούλιο της οργάνωσης βρισκόταν στις φυλακές. Στις 25 Ιουνίου 1941, έλαβε μέρος παράνομη δημοτική συνδιάσκεψη, όπου αποφασίστηκε αγώνας εναντίων του φασισμού, συγκέντρωση όπλων και όπου την παρουσίαση για την εσωτερική και διεθνή στρατιωτικό-πολιτική κατάσταση, την έκανε ο Βάνγκελ Αγιάνοβσκι-Ότσσε. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1941, με πρωτοβουλία του ΚΚΕ, συστάθηκε το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο ΕΑΜ και προς το τέλος της ίδιας χρονιάς, δημιουργήθηκε ο Λαικός Απελευθερωτικός Στρατός ΕΛΑΣ. Παρόλα αυτά όμως, το ΚΚΕ ακόμα δεν είχε σχηματίσει ξεκάθαρη θέση σχετικά με τους εθνικά Μακεδόνες και το μέλλον τους στα πλαίσια της Ελλάδας. Όταν την περίοδο 1941-42, δυνάμωσε η βουλγάρικη προπαγάνδα, παρουσιάστηκε ανάγκη ίδρυσης μακεδόνικης εθνικο-απελευθερωτικής οργάνωσης, με δική της ηγεσία, η οποία θα ενώσει όλους τους Μακεδόνες και θα τους οδηγήσει στον αγώνα εναντίων των κατακτητών και των εσωτερικών προδοτών. Η ιστορική αυτή ευθύνη δόθηκε στο βετεράνο του μακεδόνικου εθνικο-απελευθερωτικού κινήματος, Вангел Ајановски-Оче. Με δική του πρωτοβουλία, τον Απρίλιο του 1942, στο Βόντεν, ιδρύθηκε η Μακεδόνικη Αντιφασιστική Οργάνωση ΜΑΟ. Στην συνεδρίαση αποφασίστηκε, η ΜΑΟ να ενεργεί στα πλαίσια του ΚΚΕ και ως οργάνωση να είναι τμήμα του ΕΑΜ. Αυτή η θέση της ΜΑΟ ανταποκρίνεται στην πίστη ότι το ΚΚΕ θα εκπληρώσει τις υποσχέσεις του (1935) πως όταν θα υπάρξουν οι συνθήκες, θα πάρουν τα αναγκαία μέτρα για να εκλείψουν οι αδικίες σε βάρος του μακεδόνικου πληθυσμού. Για την πραγματοποίηση των στόχων της, η ΜΑΟ εξέδιδε δική της εφημερίδα με τίτλο Црвена Ѕвезда-Τσ’ρβενα Τζβέζντα (Κόκκινο Αστέρι), η οποία τυπωνόταν στη μακεδόνικη γλώσσα με ελληνικούς χαρακτήρες. Όταν η ΜΑΟ κατάφερε να ενώσει όλους τους Μακεδόνες σε μία οργάνωση και να αποτρέψει την αρνητική πολιτική της βουλγαρικής προπαγάνδας, το 1943, η περιφεριακή επιτροπή του ΚΚΕ για το Βόντεν, αποφάσισε τη διάλυση της ΜΑΟ και την ένταξη των μελών της στις τάξεις του ΕΛΑΣ. Αυτή η απόφαση, από μόνη της αποδεικνύει την αναποφασιστικότητα του ΚΚΕ σχετικά με το μακεδόνικο ζήτημα, όπως και το φόβο πως μέσω της απελευθέρωσης, ο μακεδόνικος λαός θα κερδίσει τα εθνικά του δικαιώματα. Ο Βάνγκελ, αν και αντιστάθηκε σθεναρά στην απόφαση αυτή, λόγω της ιδέας για κοινό αγώνα, αποφάσισε να συνεχίσει τις δραστηριότητές του. Τοποθετήθηκε ως υπέυθυνος της κομματικής οργάνωσης των αγροτών του Βόντεν. Με δικό του έλεγχο και οργάνωση, στις 24 Μαρτίου 1944, έλαβε μέρος μεγάλη πανλαική απεργία στο Βόντεν-Έδεσσα και μετά την επιτυχημένη αυτή ενέργεια, συνέχισε να εργάζεται σχετικά με την ίδρυση μακεδόνικων οργανώσεων και λόγω αυτού, πολύ σύντομα ήρθε σε ανοιχτή σύγκρουση με την ηγεσία του ΚΚΕ. Στις 27 του


καταφύγιο στη Γκεβγκέλια της Δημ.Μακεδονίας. στις 25 Μαρτίου 1949, συμμετείχε στο Δεύτερο Συνέδριο του ΝΟΦ (Ναροντνο-οσλομποντίτελεν Φροντ - Λαϊκο-απελευθερωτικό Μέτωπο), στο χωριό Нивици-Νίβιτσι (Ψαράδες Πρέσπας). Για το γεγονός αυτό αργότερα θα γράψει: «Στο Συνέδριο εγκρίθηκε ψήφισμα και ο Ζαχαριάδης, Γραμματέας του ΚΚΕ, δήλωσε ότι εάν απελευθερωθεί η Ελλάδα, ο μακεδόνικος λαός θα έχει δικά του εθνικά, κοινωνικά και άλλα δικαιώματα, ακάμα και απόσχιση και ίδρυση δικού του κράτους, στα πλαίσια μιας βαλκανικής ομοσπονδίας». Για την πολιτική του ΚΚΕ όμως, σχετική με το μακεδόνικο ζήτημα, ο Ουγκρίνοβσκι θα προσθέσει: «Το ΚΚΕ έπαιζε ζεστό-κρύο. Όταν είχε ανάγκη πριν τις μάχες, παρακαλούσε, ενώ όταν δεν χρειαζόταν τους δικούς μας αγωνιστές, σιωπούσε».
Ο Крсте Мисирков θεωρείται ο ιδεολόγος του μακεδόνικου έθνους, ο άνθρωπος που έδειξε το δρόμο στο οποίο πρέπει να οδεύει ι μακεδόνικη εθνική συνείδηση, σε κράτος με ανεξάρτητη πολιτική, κουλτούρα, οικονομία και λόγια γλώσσα, εισαγμένη στην συνολική ζωή του έθνους. Ήταν ο προεξέχων οπαδός της κίνησης για την ιδιαιτερότητα του μακεδόνικου λαού, θεμελιωτής της σύγχρονης λόγιας μακεδόνικης γλώσσας και ορθογραφίας και συγγραφέας του πρώτου βιβλίου στη γλώσσα αυτή, με τίτλο «За Македонцките работи» (ζα μακεντόντσκιτε ράμποτι-για τα μακεδόνικα ζητήματα).













