Στο Μαύρο Δάσος του Μάρκου Μέσκου.
Μια προσωπική ανάγνωση
Μνήμη μπαρμπα-Σταύρου Στόικου (1916-2005)
(Ομιλία στη Θεσσαλονίκη, στις 5-4-2012, με αφορμή τη συγκεντρωτική έκδοση Μαύρο Δάσος Ι,ΙΙ, εκδ. Γαβριηλίδης)
Συμβαίνει συχνά κάποια πράγματα που διαβάζουμε –κυρίως όταν είμαστε
νέοι– να μας σημαδεύουν και να μας συνοδεύουν –χωρίς να μας ζητάνε την άδεια– σε όλη μας τη ζωή.
Το όνομα του Μάρκου Μέσκου το συνάντησα για πρώτη φορά όταν τα πρώτα και κρίσιμα, από κάθε άποψη, χρόνια της εφηβείας μου πρωτοδιάβασα το βιβλίο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου με τίτλο «Η ρωμιοσύνη στον παράδεισο». Στον επίλογο αυτού του μικρού σε όγκο βιβλίου –για το οποίο δεν είναι η ώρα να μιλήσω και να αξιολογήσω το πώς και πόσο με επηρέασε– ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων, ρωτούσε ποια μπορεί να είναι η άμυνα μέσα στον ερμαφροδιτισμό των ημερών, και η απάντηση που ο ίδιος έδινε ερχόταν μέσα από έναν στίχο του Μάρκου Μέσκου: «Όσα είπαμε παλιά, ισχύουν».
Ο στίχος αυτός έκτοτε νιώθω συχνά να με ακολουθεί νοερά, να τον έχω κατά κάποιον τρόπο επάνω μου, όπως έχει κανείς ένα τατουάζ ή μια ουλή. Αμέσως έγινε κάτι σαν συνθηματικό νεύμα στον στενό κύκλο μιας μικρής παρέας –τα μέλη της οποίας τότε ξεκινούσαν την λίγο-πολύ «λοξή» διαδρομή της ζωής τους.
Τι ήταν αυτό που τόσο με είχε γοητεύσει σε αυτόν τον στίχο δεν μπορώ ακόμα να το προσδιορίσω. Θυμάμαι όμως ότι αμέσως έσπευσα να προμηθευτώ τα βιβλία του Μάρκου Μέσκου κι έτσι, σταδιακά, ήρθα σε επαφή και με το υπόλοιπο έργο του, ποιητικό, πεζογραφικό αλλά και δοκιμιακό.
Με έκπληξη έμαθα ότι ο ποιητής κατάγεται από το χωριό Γραμματικό –Γραμματίκοβο για τους παλιότερους- του νομού Πέλλας, η δε μητέρα του καταγότανε από τους Πύργους, την παλιά Κατράνιτσα δηλαδή, από όπου κρατά και η δική μου καταγωγή, η οποία Κατράνιτσα μάλιστα μνημονεύεται και σε ένα ποίημα του Μέσκου καθώς και στο πεζό του με τίτλο Μουχαρέμ.
Με αυτή την αφορμή, πήγα στον παππού μου ένα από τα βιβλία του Μέσκου, την Κομμένη γλώσσα, ο οποίος αφού το διάβασε μου διηγήθηκε, εμφανώς συγκινημένος, πολλά και διάφορα για την ιστορία του τόπου και των ανθρώπων του. Νιώθω πως εκείνη η διήγηση του παππού μου, που ασφαλώς τίποτε το «φιλολογικό» δεν περιείχε, με βοήθησε εμμέσως να καταλάβω, ή αν προτιμάτε να «νιώσω», ένα από τα «κλειδιά» με τα οποία, σύμφωνα με την δική μου ανάγνωση, μπορεί να εισέλθει κανείς στον ποιητικό κόσμο του Μέσκου.
Ποιο ήταν αυτό;
Αυτό που θα ονόμαζα «γενέθλιο τραύμα» του ποιητή, ευνουχισμό βίαιο και απάνθρωπο από αυτούς που οι εξουσίες όταν παραφρονούν (αλήθεια, πότε δεν παραφρονούν;) επιβάλουν στους ανθρώπους. Το «τραύμα» αυτό εγώ θα το συμπύκνωνα σε δυο στίχους. Ο ένας, βρίσκεται στο ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μουγκό» από τη συλλογή Μαυροβούνι:
«Η μάνα μου δεν ξέρει ελληνικά
καμία γλώσσα του κόσμου δεν μιλεί»
και ο άλλος βρίσκεται στη συλλογή Στον ίσκιο της γης:
« θ’ ανταμώσουμε πάλι στη στάχτη.
μακεδονίτικα πουλιά λαλούν μακεδονίτικα»
Έκτοτε κατάλαβα πολύ καλά –επιτέλους- γιατί όποτε οι παππούδες μου μιλούσαν τα «δικά τους», τα ντόπια όπως τα λέγανε, χαμήλωναν ασυναίσθητα τον τόνο της φωνής τους. Κατάλαβα, επίσης, ποιοι ήταν όλοι αυτοί οι απλοί, βασανισμένοι άνθρωποι με τα παράξενα ονόματα, που παρελαύνουν στα γραπτά του Μέσκου και περπάτησα στα παράξενα τοπωνύμια που ορίζανε την μοίρα τους:
Ο Ντίνκος, η Λένκα, η Μίικα, η Τσότσα, η Σίικα, η Γκίτσα, ο Τσάλιος, η Ρίνκα, η Μίτσα, ο Ίτσιος, ο Γκίτος, ο Τάσκος και πολλοί άλλοι, καθώς και οι τόποι τους: Βλάντοβο, Ντρούσκα, Γκούγκοβο, Τέιβο, Κροντσέλιβο, Ρουσίλοβο, Πότσεπ και τόσα άλλα, συνιστούν το πονεμένο σύμπαν του ποιητή.
(Αλήθεια, σκέφτομαι, ποιος ριζωμένος φόβος μπορεί να κάνει τους ανθρώπους ν’ απαρνηθούν το πλέον δικό τους πράγμα, τη γλώσσα τους; Ποιος φόβος κάνει τα στόματα να προφέρουν «μασημένα φωνήεντα» σαν από φόβο μην ακουστούν ή σαν από ενοχή που υπάρχουν;)
Μίλησα πριν για ένα γενέθλιο τραύμα του Μέσκου. Αν υπάρχει ένα ακόμα τραύμα, που τα σημάδια του υπάρχουν διάσπαρτα σε πολλά ποιήματα και πεζά του συγγραφέα αυτό δεν είναι άλλο από το δράμα της ηττημένης, μετεμφυλιακής αριστεράς και κυρίως το δράμα εκείνου του αιρετικού κομματιού της αριστεράς που δεν βολευόταν στο στενό κομματικό σακάκι της επίσημης γραμμής και της σταλινικής πειθαρχίας. Το δράμα εκείνων των ανθρώπων που, όπως το έχει συνοψίσει ένας από αυτούς, ο Άρης Αλεξάνδρου, θεωρούνταν «προδότες για την Σπάρτη και για τους είλωτες Σπαρτιάτες»
Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να πω ότι όποιος θέλει να κατανοήσει το κλίμα μέσα στο οποίο βλαστήσαν οι ιδέες αλλά και οι στίχοι του Μέσκου, δεν μπορεί επουδενί να παραβλέψει τον κύκλο των ανθρώπων που συγκεντρώθηκαν γύρω από τα περιοδικά Μαρτυρίες, αρχικά, και Σημειώσεις στη συνέχεια, μέχρι και σήμερα. Ήδη ανέφερα τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, τον, από πολλές απόψεις, εμψυχωτή αυτής της παρέας. Κοντά σ’ αυτόν, ο Βύρων Λεοντάρης, ο Μάριος Μαρκίδης, ο Στέφανος Ροζάνης, ο Κίτσος Μυλωνάς, ο Τάσος Πορφύρης, η Ρένα Κοσσέρη και φυσικά ο τρόπον τινά δάσκαλος όλων, ο Μανόλης Λαμπρίδης, καθώς και ο αειθαλής Αντώνης Λαυραντώνης.
Ασφαλώς δεν είναι η ώρα για να αξιολόγησουμε την πολύπλευρη και ιδιαιτέρως σημαντική αλλά και μοναδική για το άνυδρο πνευματικό τοπίο της Ελλάδας συνεισφορά αυτής της παρέας και του κάθε μέλους της ξεχωριστά. Αρκούμαι στο να αναφέρω λίγα λόγια του πρόωρα χαμένου Μάριου Μαρκίδη, δημοσιευμένα στο περιοδικό Σημειώσεις (τχ. 53, σελ. 25-26).
Λέει ο Μαρκίδης:
Εμείς η σέχτα των πολιτικά ύποπτων της δεκαετίας του’60! Αριστεροί, ίσως όμως όχι και τόσο «κανονικά» αριστεροί. Με τις ιδιοτροπίες του ο καθένας, αλλά και με τους κοινούς γεωμετρικούς τόπους μας, δεν διστάζω να πω ότι υπήρξαμε πραγματικά κάτι σαν ένα εξωγήινο είδος ανθρώπων μέσα στην ισοπεδωτική κλίση των ημερών, την ομοφωνία της νικηφόρας δεξιάς και την ισοσκελή ομοφωνία της ηττημένης αριστεράς.
Μια διευκρίνιση εδώ: στην περίπτωση του Μέσκου, όταν μιλάμε για αριστερά, δεν μιλάμε για φοβερές και τρομερές ιδεολογίες, ούτε για οράματα που ενίοτε καταλήγουν σε εφιάλτες. Μιλάμε για τον βίο και τον πόνο των απλών ανθρώπων τους οποίους συχνά η ζωή και η ιστορία τους ποδοπατούν ανελέητα.
Μιας και αναφερθήκαμε, όμως, σε γενεαλογίες και πνευματικές συγγένειες, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε και τα ονόματα του Αναγνωστάκη, του Κλείτου Κύρου, του Γκόρπα, του Θασίτη, του Γονατά, του Γρεβενιώτη Χρήστου Μπράβου και αρκετών άλλων, με τους οποίους ο Μέσκος συγχρωτίστηκε, λιγότερο ή περισσότερο, στην πορεία της ζωής του.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο ποιητής τούτη τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του την αφιερώνει «στους φίλους».
Η έκδοση των ποιημάτων του Μέσκου που έχουμε στα χέρια μας μου δίνει την ευκαιρία και για κάποιες επιπλέον, συνολικές παρατηρήσεις
Κάθε σπουδαίος συγγραφέας, βέβαια, είναι πολλά πράγματα· αν το έργο του δεν είναι πολυεπίπεδο, ασφαλώς δεν είναι σπουδαίος. Και το έργο του Μέσκου αναμφίβολα είναι πολυεπίπεδο, και φυσικά δεν συνίσταται μόνο στα όσα, ελάχιστα, θα αναφέρω εγώ παρακάτω.
Προκαταβολικά και παρενθετικά να πω ότι η τωρινή συγκεντρωτική ανάγνωση των ποιημάτων του Μέσκου έκανε περισσότερο εμφανή στα δικά μου μάτια τη συνέχεια του έργου του. Οι διαδοχικές συλλογές, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να ιδωθούν σαν γεωλογικά στρώματα που το ένα επικάθεται πάνω στο άλλο, αλλά και η κάθε μία προϋποθέτει τις προηγούμενες. Θα μπορούσαμε ανεπιφύλακτα να πούμε ότι ο Μέσκος δεν είναι ένας αλεξιπτωτιστής της ποίησης – από αυτούς που αφθονούν γύρω μας- αλλά ένας οδοιπόρος και ορειβάτης σε μια μακρά, επίμονη και επίπονη ποιητική πορεία που κρατά πάνω από μισόν αιώνα.
-΄Ενα πράγμα που είναι εμφανές από την πρώτη ακόμα συλλογή του 1958, το Πριν από τον θάνατο, και συνεχίζεται σε όλο σχεδόν το έργο του είναι η συνεχής αναφορά σε τόπους και ονόματα.
Οι τόποι για τον Μέσκο (που ως επί το πλείστον είναι τόποι της δυτικής Μακεδονίας) έχουν ιστορία αλλά κυρίως έχουν μνήμη, συχνά πικρή, την οποία ο προσεκτικός δέκτης μπορεί να αφουγκραστεί:
Αυτός ο τόπος γεννάει
πικρά ποιήματα. Σαν τούτο
της Αναστασίας που τώρα
στον θάνατο παραπατάει και στην ξενιτιά
στην ξενιτιά παραπατάει και στον θάνατο –
η μια κόρη αίμα στο βουνό
η άλλη κόρη αίμα στα σπαρτά του κάμπου
(Μαυροβούνι, Αυτός ο τόπος, Α΄ τόμος, σελ. 60)
Οι τόποι, δηλαδή, είναι κάτι πολύ περισσότερο και βαθύτερο από τις πληροφορίες που θα διαβάσει κανείς στα βιβλία ιστορίας και στους σύγχρονους τουριστικούς οδηγούς. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην ποίηση του Μέσκου έχουμε μια «σωματοποίηση» των τόπων.
Κόπηκε στα δύο η ζητωκραυγή μου όταν θυμήθηκα
πως στο ίδιο μέρος του γηπέδου είχαν ξαπλώσει
είκοσι εννιά ολόγυμνα πτώματα
χωρίς κεφάλια…
(Πριν από τον θάνατο, Εικόνες από την επαρχία, Α΄ τομος, σελ. 33)
Και η ιστορία αυτών των τόπων εν πολλοίς δεσμεύει τα υποκείμενα και καθορίζει τις σημερινές επιλογές τους:
Σίγουρο θλιβερό φως της λάμπας στο Χαρμάνκιοϊ
δυτικά διεμβολισμένη από τις ράγες του τρένου
πόλη ματωμένη πόλη χιλιοερωτευμένη
στον βρωμισμένο Γαλλικό λένε πως είναι μπρούμυτα θαμμένοι
στρατιώτες πολλοί και στο Καραμπουρνάκι
τα καράβια εκείνων που χάθηκαν για πάντα
Διάλεξε εσύ την έξοδό σου
(Στον ίσκιο της γης, Β΄τόμος, σελ.38)
-Το δεύτερο που μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι η σημασία που δίνει ο Μέσκος στην ιστορία των καθημερινών ανθρώπων και όχι στην ιστορία των επίσημων, καταγεγραμμένων γεγονότων.
Το εκάστοτε ιστορικό γεγονός, το με τόσο πόνο, αγωνία, ελπίδα ή
απογοήτευση βιωμένο από τους πρωταγωνιστές του, δεν σημαίνει ποτέ κάτι αντίστοιχο και ισοδύναμο για όσους τυχόν το διαβάσουν ή μελετήσουν χρόνια μετά. Η υπαρξιακή ένταση της στιγμής μετατρέπεται στην καλύτερη περίπτωση σε ερευνητικό πάθος και στη χειρότερη σε απλή πληροφορία. Η επίσημη Ιστορία, συνεπώς, μια κατώτερης έντασης υπόθεση πάντα.
Αυτή η διαπίστωση ανατρέπεται άρδην στην ποίηση του Μέσκου:
Θυμάσαι τ’ όνειρο της Ευθυμίας στον κάμπο της Θεσσαλονίκης
κι από τότε δεν την ξανάδες. Ιούνιο μήνα βοριαδάκι έριχνε
κάτω τα πρώτα βερίκοκα. Από τον ίδιο τάφο σε μιαν
άλλη πλαγιά όπου το σίδερο και το ατσάλι κάνουνε πάλι δοκιμές
βγαίνει η ψυχή της ΄Αρτεμης και συλλογιέται τα δεινά του κόσμου
αγέννητα τόσα νεκρά παιδιά στην κοιλιά της
(΄Αλογα στον ιππόδρομο, Προσφυγάκια, Α΄ τόμος, σελ 144)
Εδώ στον αναγνώστη, ο οποίος φυσικά δεν μπορεί να ξέρει τα πρόσωπα και την ιστορία των δύο γυναικών που αναφέρονται στο ποίημα, μεταβιβάζεται ατόφια η συγκινησιακή φόρτιση της ιστορίας τους.
-΄Ενα άλλο στοιχείο πολύ έντονο στην ποίηση του Μέσκου είναι αυτό που θα τολμούσα να το ονομάσω «Ρομαντικός αντικαπιταλισμός»
΄Οταν μιλώ για ρομαντισμό δεν μιλώ για το γνωστό λογοτεχνικό αλλά για το πολύ ευρύτερο πολιτικό ρεύμα του ρομαντισμού, που αναπτύχθηκε ως αντίδραση στη νεοτερική επέλαση του καπιταλισμού, ο οποίος ξεθεμελίωσε τις παραδοσιακές κοινότητες και την παλιά, σαφώς πιο ταιριαστή στα ανθρώπινα μέτρα, οργάνωση των κοινωνιών, για χάρη γιγαντομένων μητροπόλεων που μοναδικό σκοπό έχουν την κυκλοφορία κεφαλαίων και εμπορευμάτων.
«Κέρματα και γρόσια η αιτία του Κακού αιωνίως», γράφει ο ποιητής. Και λίγο παρακάτω: «Κύλησαν όρη όλα τα νομίσματα του κόσμου / στον αγύριστο για πάντα» (Στον Ίσκιο της γης, Β΄ τόμος, σελ 76)
Αυτή η νοσταλγία για μια προ-καπιταλιστική κοινότητα που χάθηκε, υπάρχει διάχυτη στα ποιήματα του Μέσκου.
Σε αντίθεση με την τάση του νεοτερικού ανθρώπου να αποκόπτεται από τις ρίζες του και να ενσωματώνεται ή να αφομοιώνεται από το αστικό περιβάλλον, ο Μέσκος επιστρέφει συνεχώς, σωματικά και διανοητικά, στον τόπο καταγωγής πράγμα που αποτελεί ίδιον του προ-νεοτερικού ανθρώπου. Σε έναν στίχο στις Ελεγείες, που μοιάζει σαν σημείωμα προς τον εαυτό του, ο ποιητής γράφει: «΄Οταν η μνήμη ξεθωριάζει πήγαινε κατά το χωριό» (κι αυτό όταν στην νεοπλουτίστικη μεταπολεμική Ελλάδα όλοι σχεδόν ήθελαν να ξεχάσουν την καταγωγή τους.)
΄Αλλοτε, δυσφορεί για τον σημερινό θλιβερό τρόπο ζωής (ενδεικτικά ένα απόσπασμα από το ποίημα «Θλιβερή συμβίωση», Άλογα στον Ιππόδρομο, Α΄ τόμος, σελ. 138)
Ρετιρέ, φωταγωγός, ασανσέρ
αντένες στο ύψος των πολυκατοικιών
κοινόχρηστα, θυρωροί, σκουπίδια
[...]
Πάλι στα διαμερίσματα 3*4
-είναι καλό έχει και καλοριφέρ
κι αυτό το παράθυρο
Ρετιρέ, φωταγωγός, ασανσέρ
αντένες, ακάλυπτος χώρος
φως και νερό απ’ το σίδερο
ΜΕ ΕΝΑΝ ΣΤΙΧΟ ΣΤΟΝ ΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙΣΤΕΡΩΝΑ
ΣΑΣ ΣΒΗΝΩ. Και στη γωνιά
το γραφείο κηδειών αδίκως με καρτερεί
αδίκως τα δημόσια ουρητήρια – τι όνειρο
τι όνειρο φριχτό φίλε μου
Σαφώς συνδεδεμένη με αυτή τη ρομαντική νοσταλγία είναι και η πανταχού παρούσα αγάπη του Μέσκου για τη φύση και τα ζώα. Δέσιμο με τη φύση και αγάπη για τα ζώα που δεν παραπέμπουν στην αστική οικολογία και την ζωοφιλία των διαμερισμάτων αλλά σε μια ζωή οργανικά κι αρμονικά δεμένη με όλα αυτά. Παραθέτω δυο ποιήματα που είναι γραμμένα με 40 χρόνια διαφορά:
Στο σχοινί που απλώνει η μάνα μου τα ρούχα
από τη μουριά του γείτονα ήρθε ένας σπουργίτης.
Με κοιτάει· τον κοιτώ. Είτε πέφτει μαλακό το χιόνι
είτε ανάφτει πυρκαγιά η ροδιά στη φυλλωσιά της
μοιάζει να μην πολυπιστεύει πως εγώ είμαι εχθρός του
αλλά κι εγώ μπορώ να πάρω τη σφεντόνα
φύλλο ζεστό, σώμα μικρό τη στάχτη του
στους πέντε ανέμους να πετάξω;
(Μαυροβούνι, Κατοπινό Ειδύλλιο, Α΄ τόμος, σελ 69)
Το δεύτερο, κατά τη γνώμη μου ένα από τα πιο συγκινητικά κείμενα της σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας, με τίτλο «Το κουνάβι».
Στη λησμονιά πάνε χρόνια μια νύχτα στο ποτάμι μάλλον εκδρομή της παιδικής παρέας μάλλον μοναχικός περίπατος πού να θυμάμαι σούρουπο ήταν όλα έτοιμα όλα μεταμορφωμένα χρώματα όνειρα άγνωστοι περαστικοί διαβάτες όταν στο δάσος τους γεφυριού η καμπύλη νερό από κάτω κελάρυζε κι όταν κάποιο μουσούδι κουναβιού στο χώμα οσμιζόταν θαρρείς τα μελλοντικά βήματά μου· δεν το προσπερνούσα καθώς εκείνο οδηγούσε το μονοπάτι χάδια επιζητούσε στα μάτια να με δει να μου μηνύσει τι τάχα με γελάκια ακόμα από τη χαραυγή μα ξαφνικά χέρι αόρατο (ποιος αλήθεια) μου ’δωσε την αιχμηρή τζουγκράνα από δίπλα κι εγώ μ’ αυτήν καμακώνοντας το ζωάκι το αποτελείωσα· και τα όνειρα λένε την αλήθεια μα ψαχούλησα ευθύς το στέρνο να δω αν έπνεε ζωή – ήταν νεκρό. Από τότε (μην παραξενεύεσαι μικρέ μου φίλε) όνειρα δεν έχω δεν ονειρεύομαι φοβάμαι τα όνειρα· κοιμάμαι μ’ ανοιχτά μάτια μην κάνω πάλι το κακό το λάθος το αποτρόπαιο το απάνθρωπο.
(Ελεγείες, Β΄ τόμος, σελ 234)
Αυτός ο αποτροπιασμός για τον φόνο ακόμα κι ενός κουναβιού, αυτή η βαθύτατη ανθρωπιά και ευαισθησία ίσως πρέπει να αναζητηθεί στο φοβερό αντίκρισμα θανάτου που ο ποιητής βίωσε στα παιδικά του χρόνια (θυμίζω ότι ο Μέσκος γεννήθηκε το 1936 και οι πρώτες και κρίσιμες παιδικές μνήμες του είναι από τον πόλεμο, την κατοχή και τον εμφύλιο). Το τραύμα αυτό, αλλά και η αντίδραση που γέννησε, είναι εμφανές από το δεύτερο κιόλας ποίημα της πρώτης του συλλογής, με τίτλο «Αξιωματικός»:
Στο σκολειό, πολλές φορές η δασκάλα μας ρωτούσε:
-Και τι θα γίνετε σα μεγαλώσετε, τι θα γίνετε
όταν σκορπίσετε από δω,
σαν γίνετε άντρες;
Κατέβαζα το κεφάλι κι έλεγα μέσα μου:
-Αξιωματικός πάνω στο άλογο, αξιωματικός!…
Μα τώρα που γνωρίζω τι σημαίνουν τα παράσημα,
τ’ αστέρια πάνω στις επωμίδες, τώρα που γνωρίζω
τι σημαίνουν οι γυαλισμένες μπότες, τι σημαίνουν
τα σπιρούνια και οι ματωμένες σάλπιγγες,
προτιμώ να ’μαι βοσκός με τα γελάδια
όλη μέρα, βρέχει χιονίζει, στο δάσος…
Ο Μέσκος μένοντας συνεπής στον ταυτοτικό του στίχο «όσα είπαμε παλιά ισχύουν», παρέμεινε ένας βοσκός, βρέχει χιονίζει· όχι βοσκός με τα γελάδια, όπως ίσως ονειρευόταν μικρός, αλλά βοσκός με τους στίχους του, στο Μαύρο Δάσος των ποιημάτων του.
Υποθέσεων σε κάθε νομαρχία. Κι άλλοι βαλκάνιοι μπήκαν τότε στο χορό, έβλεπες καθημερινά να εξορμούν χρυσοθήρες από την παλιά Ελλάδα, την Ηπειρο, βόρεια και νότια, την Μακεδονία, παλιά και νέα, τη Θράκη, ανατολική και δυτική, οι πάντες έψαχναν στα πιο απίθανα σημεία της πάλαι ποτέ Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

,,ανεξαρτητοποιήθηκαν,, και μόνοι τους ηγούνταν των διαμαρτυριών. Αυτήν τη φορά ήταν εναντίων των ,,προδοτών,, πολιτικών και της δυνατότητας συμφωνίας μεταξύ των δύο κρατών. Ως κορυφαίο σημείο μπορεί να θεωρηθεί η διαμαρτυρία που είχε οργανώσει ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεημών, στις 15.2.1994, λόγω της αναμενόμενης αναγνώρισης της Δ.Μακεδονίας από πλευράς ΗΠΑ. Ο πραγματικός όμως σκοπός ήταν να μετρηθεί ο σφυγμός της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ σχετικά με την ειρηνική διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των δύο χωρών. Στη διαμαρτυρία έλαμψαν τα εθνικιστικά αισθήματα και κυρίαρχο σύνθημα ήταν ,,στα όπλα στα όπλα, να πάρουμε τα Σκόπια,,. Αποτέλεσμα αυτών ήταν περιστατικό μπροστά στο αμερικανικό προξενείο της πόλης και την επόμενη μέρα, η κυβέρνηση του Αντρέα Παπαντρέου, με μια δραματική αλλαγή στην πολιτική της, επέβαλε δεκαοκτάμηνο εμπάργκο/αποκλεισμό εναντίον της Δ.Μακεδονίας. το παράδειγμα είναι υπεραρκετό για να φανεί ο ρόλος της εκκλησίας σε όλες τις σφαίρες της καθημερινής ζωής στην Ελλάδα.


Πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος στη ζωή του προσπαθεί τις κακές αναμνήσεις να τις βάλει σε δεύτερο πλάνο. Σαν σε όνειρο θυμάμαι ένα θαυμάσιο γεγονός στη Μπάνιτσα, τη θεατρική παράσταση Македонска крвава свадба (Μακέντονσκα κρβαβα σβάντμπα-μακεδόνικος αιματοβαμμένος γάμος), στο κέντρο του χωριού, δίπλα στο σπίτι της τέτα Μάγκντα. Λόγω των καταστάσεων, θυμάμαι ότι η μητέρα μου πάντοτε είχε έτοιμο δοχείο με πετρέλαιο, σπίρτα και κεριά, λάδι και για κάθε παιδί πλεχτές χοντρές κάλτσες, για να μπορούμε εύκολα και αθόρυβα να καταφύγουμε στο βουνό, όπου μας σκέπαζε με κουβέρτες για να μη μας εντοπίσουν τα αεροπλάνα, ενώ άλλες φορές καταφεύγαμε στο χωριό Крушоради-Κρουσσόραντι (Αχλάδα Φλώρινας), μέρος ασφαλέστερο, εώς να περάσει η ,,μπόρα,,. Επίσης όμορφο γεγονός, ζωντανό στη μνήμη μου, ήταν και ο γάμος της θείας μου Μελίσα, στο χωριό Пателе-Πάτελε (Άγιος Παντελεήμων Φλώρινας). Το τραγικό όμως γεγονός που συνέβη στην οικογένεια Γκέσσκοβ στο Σόροβιτςς-Αμύνταιο, με την σφαγή μελών της και τον τραυματισμό άλλων, αποτέλεσε την αφορμή για να καταφύγουμε στη Μπίτολα, ελπίζοντας ότι σύντομα θα επιστρέψουμε, αλλά δεν επιστρέψαμε ποτέ. Εκεί μας βρήκε και η αδερφή μου Αφροντίτα, η οποία είχε παραμείνει στη Μπάνιτσα για να φροντίζει τον παππού και τη γιαγιά. Η δουλειά του πατέρα μου Κ΄ρστε, ήταν χονδρεμπόριο, δουλειά με πολλά ταξίδια και έτσι η μητέρα μου φρόντιζε και τους γέρους και τα παιδιά. Εμένα, και τις αδερφές μου Βάσιλκα, Ρόζα και Ντίτα). Ο θείος μου Ίλια, γεμάτος με μαχητικό πνεύμα, συμμετείχε στις τάξεις του Δημ.Στρατού και μέσω Αλβανίας, με τα ανώνυμα πλοία, βρέθηκε στην Πολωνία, απ΄όπου αργότερα, μαζί με την οικογένεια που εκεί είχε δημιουργήσει, ήρθε και εγκαταστάθηκε στο Σκόπιε.ο θείος μου Πέτσε, εργαζόταν ως έμπορος μαζί με τον πατέρα μου, κυρίως στη Μπίτολα. Όταν φτάσαμε εκεί (πρώτα με φορτηγό, έπειτα με κάρο και στο τέλος με τρένο από την Κρεμένιτσα), εγκατασταθήκαμε όλοι μαζί σε ένα δωμάτιο και αργότερα ακολούθησε η μεγάλη διαδρομή, ως τη Βοϊβόντινα. Εδώ θα πρέπει να αναφέρω και ένα όμορφο γεγονός που συνέβη στη Μπίτολα το 1947. Ήταν το πρώτο βαλκανικό φεστιβάλ παραδοσιακών χορών και τραγουδιών, όπου συμμετείχε και χορευτική ομάδα νέων από τα μακεδόνικα χωριά της Ελλάδας. πρωτοχορευτής ήταν η αδερφή μου Βάσιλκα και μεταξύ των άλλων, χόρεψαν και ακόμη δύο κοπέλες από τη Μπάνιτσα, η Αβγκούλα Μπόγκλεβα και η Νάντεζζντα Μαλίνοβα. Όταν θυμάμαι τη Μπάνιτσα, πάντα στη μνήμη μου έρχεται ο πατέρας μου Κ΄ρστε, μεγάλος ανθρωπιστής, κοινωνικός και διπλωμάτης, ποτέ του δεν έπιασε όπλο στα χέρια, αλλά με τα λόγια κατάφερε να σώσει κατοίκους του χωριού από βέβαιο θάνατο. Στην σκέψη του ήταν πάντα η οικογένειά του και από στεναχώρια γι΄αυτήν, πέθανε το 1950 στο Τσσέρβενμπρεγκ της Βουλγαρίας, απ΄όπου δεν μπορούσε να επιστρέψει, επειδή είχε φυλακιστεί λόγω του αγώνα του για τα δίκαια των Μακεδόνων. Για το θάνατό του μας πληροφόρησε ο Μπόιτσσε Μπόιτσσεβ από το χωριό Емборе,Кајларско-Έμπορε,Κάιλαρσκο (Εμπόριο Πτολεμαίδας), ο οποίος βρισκόταν στην ίδια φυλακή. Έγραφε και έστελνε κάρτες σε κάθε παιδί χωριστά, πολλές φορές το χρόνο. Η μητέρα μου, παρόλα τα βάσανα και τις τραγικές οικογενειακές συμφορές, ποτέ της δεν έχασε την αισιοδοξία της και έφυγε από αυτόν τον κόσμο ευχαριστημένη, αμέσως μετά την μεταφορά των οστών του πατέρα στο Σκόπιε το 1982.
βάσανα, η φτώχεια, η ανασφάλεια, τα φαḯ από καζάνι συσσίτιου, η αλλαγή πολλών κατοικιών και τοποθεσιών, σε κάνουν υπεύθυνο και με ισχυρή θέληση. ,,Να πιστεύεις πως μπορείς αποτελεί φιλοσοφία ζωής,,. Με αλληλεγγύη, συντροφικότητα, ανθρωπιά, αξιοπρέπεια, αισιοδοξία και αγάπη, αντέχεις, δεν πρέπει να δέχεσαι τα πράγματα ως έχουν, αλλά να κυριαρχείς πάνω τους και να μην γονατίζεις. Να δέχεσαι τα άδικα γεγονότα που καθημερινά συμβαίνουν. Έτσι είναι η ζωή. Μέχρι και ο θάνατος συγγενών και φίλων, αναπόφευκτο γεγονός, πρέπει να το αποδεχτούμε ως τέτοιο, θέλουμε δεν θέλουμε και να αφιερωθούμε με όλη μας τη δύναμη στη ζωή και την υγεία, την οικογένεια, τα παιδιά, τα εγγόνια, τους φίλους, γενικά τους ανθρώπους. Με μια τέτοια φιλοσοφία, καταφέρνεις τα πάντα.
συμβαίνουν και κάποια θετικά πράγματα στον τομέα αυτό, λόγω του αγώνα των Μακεδόνων για τα δίκαιά τους. Αυτή την άποψη εδραίωσα μετά από προσωπικές μου εμπειρίες στη Μπάνιτσα, τα τελευταία χρόνια. Εκτός από το κέντρο του χωριού όπου υπάρχουν καφενεία και οι ενήλικες συγκεντρώνονται και πάντα μιλάνε στη μακεδόνικη γλώσσα (σε ένα από τα καφενεία υπάρχει και μακεδόνικη εικονογραφία) και τα παιδιά στο δρόμο χρησιμοποιούν τα μακεδόνικα και δεν αναφέρουν πλέον τη γλώσσα ως ,,γύφτικα,, όπως παλαιότερα τους μάθαιναν στα σχολεία. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να κάνει λάθος, αλλά κάποια στιγμή θα πρέπει να αντιμετωπίσει το λάθος του και να επανορθώσει. Αυτό ισχύει και για την Ελλάδα.


συνέπειες στους Μακεδόνες, αλλά και σε όλη την ευρύτερη περιοχή. Σχεδόν όλοι οι Μακεδόνες συμμετείχαν στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας, λόγω των υποσχέσεων για θετική λύση του μακεδόνικου ζητήματος σε αυτό το τμήμα της Μακεδονίας. Μετά την ήττα του Δ.Στρατού, μπροστά στις κτηνωδίες της ελληνικής ακροδεξιάς κυβέρνησης βρέθηκαν οι Μακεδόνες από περισσότερες περιοχές: Костурско-Καστοριά, Воденско-Έδεσσα, Леринско-Φλώρινα, Мегленско-Αλμωπία, Кајларско-Εορδαία, Пазар-Γιαννιτσά. Χιλιάδες Μακεδόνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρικές τους εστίες, την πατρική τους γη. αυτό συνέβει και στην οικογένειά μου. Από τον παππού και γιαγιά από πλευράς του πατέρα μου και από τη μητέρα μου, ακόμη παιδί άκουγα τις αναμνήσεις τους σχετικά με τις φρικαλεότητες του Εμφυλίου. Παρόλες τις συνέπειες, στα μέλη της οικογένειάς μου και τις αφηγήσεις τους, ποτέ δεν υπήρξε τόνος μίσους για τον ελληνικό λαό. Η ιστορία δεν πρέπει να ξεχαστεί για να μην επαναληφθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι εμείς οι Μακεδόνες ζητούμε εκδίκηση – απλώς ζητούμε η Ελλάδα να μας αναγνωρίσει το δεδηλωμένο μακεδόνικο εθνικό συναίσθημα. Στ΄αλήθεια είναι ακατανόητο που και σήμερα, εξήντα δύο χρόνια από τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, η ελληνική ιστοριογραφία ισχυρίζεται ότι ο πόλεμος αυτός ήταν ιδεολογικός, μεταξύ της αριστεράς και της δεξιάς και δεν αναφέρεται καθόλου το γεγονός ότι εκεί συμμετείχαν και σκοτώθηκαν και άνθρωποι, οι οποίοι δήλωναν Μακεδόνες στην εθνικότητα και όχι γεωγραφικά.
ζητήματα των μειονοτήτων, δεν έχουμε μεγάλες θετικές αλλαγές. Οι εθνικά Μακεδόνες δεν απολαμβάνει τα δικαιώματα που σε δημοκρατικές κοινωνίες είναι εγγυημένα με διεθνείς νομικούς κανονισμούς, σχετικούς με αυτή την άποψη κοινωνικής ζωής. Οι Μακεδόνες της Ελλάδας θα πρέπει να γίνουν γέφυρα συνεργασίας μεταξύ των δύο γειτονικών κρατών, αλλά αμφιβάλω εάν στο εγγύ μέλλον θα έχουμε αλλαγές στην πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων σχετικά με αυτό το ζήτημα. Η ελληνική εθνική πολιτική, η οποία συνεχώς δείχνει προς κάποια υποτιθέμενη απειλή της ελληνικής κρατικής επικράτειας από πλευράς της μακεδόνικης εθνικής μειονότητας, θα πρέπει να εγκαταλείψει αυτές τις θέσεις, οι οποίες δεν έχουν καμιά πραγματική βάση. Την εποχή που η Ευρώπη και όλος ο κόσμος, τείνουν προς την απομάκρυνση των συνόρων και την εσωτερική δημοκρατικοποίηση, αυτές οι θέσεις αποτελούν τμήμα του παρελθόντος και δεν οδηγούν σε βελτίωση της κατάστασης, σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα των Μακεδόνων στην Ελλάδα.
αρνητικά και στη Δ.Μακεδονίας, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή. Για το λόγο αυτό η Δ.Μακεδονίας έχει συμφέρον ο νότιος γείτονάς μας να ξεπεράσει την κρίση και να ξαναστήσει την οικονομία του σε ισχυρές βάσεις. Εκτός αυτού, στη Δ.Μακεδονίας υπάρχει μεγάλος αριθμός εταιριών, στις οποίες έχει επενδυθεί ελληνικό κεφάλαιο και η πιθανή του απόσυρση θα επιδράσει και στη μακεδόνικη οικονομία.
στοιχείο κυριαρχεί και όχι το ελληνικό. Η εθνική δομή του πληθυσμού άλλαξε σημαντικά μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης το 1923, όταν στο τμήμα αυτό της Μακεδονίας, οι ελληνικές αρχές εγκατέστησαν περίπου 600.000 εποίκους, οι περισσότεροι από τους οποίους με μη ανεπτυγμένη την ελληνική εθνική συνείδηση. Από τότε οι Μακεδόνες έγιναν δεύτερο εθνικό στοιχείο, πίσω από το ελληνικό, το οποίο εμφυτεύτηκε στους εποίκους από Μικρά Ασία, Πόντο κ.α. παρόλα αυτά όμως, οι Μακεδόνες παρέμειναν πλειοψηφία σε αρκετές περιοχές, όπως στο Костурско-Καστοριά, Леринско-Φλώρινα, Воденско-Έδεσσα, Мегленско-Αλμωπία, Ениџевардарско-Γιαννιτσά, Негуш-Νάουσα. Στη μεσοπολεμική περίοδο, στα ντοκουμέντα του Κομουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, οι Μακεδόνες ήταν αναγνωρισμένοι ως ξεχωριστός λαός με δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού και δημιουργίας ανεξάρτητου μακεδόνικου κράτους. Για να σβύσει το μακεδόνικο εθνικό χαρακτήρα από το κομμάτι γνωστό ως ,,Μακεδονία του Αιγαίου,, το 1926 η ελληνική κυβέρνηση ψήφισε νόμο περι αλλαγής των μακεδόνικων ονομάτων και τοπονυμίων, με ελληνικά. Έτσι, εξελληνίσθηκαν τα ονόματα πόλεων και χωριών, ποταμών και βουνών, λιμνών και τοποθεσιών και από επι αιώνες μακεδόνικα ονόματα, έλαβαν άσχετα ελληνικά. Με τον τρόπο όμως αυτό δεν έκλεισε το ζήτημα, όπως έλπιζε το ελληνικό κράτος. Τη δεκαετία του ΄30, μέχρι και από το βήμα του ελληνικού κοινοβουλίου, Έλληνας Βουλευτής έκανε λόγο για την ιδιαιτερότητα του μακεδόνικου εθνικού στοιχείου και το δικαίωμα του στην αυτοδιάθεση. Κατα τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και Εμφυλίου Πολέμου, οι Μακεδόνες ενεργά συμμετείχαν στους αγώνες, ελπίζοντας ότι έτσι θα δημιουργήσουν δικό τους κράτος, ή τουλάχιστον θα αποκτήσουν εθνικά δικαιώματα στα πλαίσια του ελληνικού κράτους. Όλα αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία, όπως και αμέτρητα άλλα, δείχνουν ότι οι Μακεδόνες υπήρχαν στο χώρο, ότι είναι αυτόχθονος λαός αυτό και ότι δεν εγκαταστάθηκαν τώρα τελευταία. Από προοπτική του σήμερα, το ελληνικό κράτος πρέπει να αναγνωρίσει αυτά τα αδιάσειστα στοιχεία και να αναγνωρίσει την ύπαρξη εθνικά Μακεδόνων στο βόρειο τμήμα της επικράτειάς της.
αιώνα. Το Μουσείο είναι διαιρεμένο σε 13 τμήματα, σύμφωνα με χρονολογική-θεματική προσέγγιση και αφθονεί με γνήσια έγγραφα, αυθεντικό οπλισμό, αντικείμενα, φωτογραφίες, καλλιτεχνικά έργα και κέρινα ομοιόματα εξέχοντων Μακεδόνων επαναστατών και ακτιβιστών, οι οποίοι άφησαν βαθιά τα σημάδια τους στην εποχή τους. Το μουσείο προκάλεσε τεράστιο ενδιαφέρον, όχι μόνο στη Δ.Μακεδονίας, αλλά και σε όλη την ευρύτερη περιοχή. Εώς και σήμερα, το έχουν επισκεφτεί περισσότερα από 20.000 άτομα, από τη χώρα και το εξωτερικό.



Όταν είδα την ευκολία με την οποία δρούσαν και έσπερναν μίσος και τρομοκρατία τέτοιου είδους ακροδεξιά εθνικιστικά στοιχεία και την απάθεια της ελληνικής αστυνομίας και των ελληνικών αρχών γενικά, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι ,,Εάν η Ελλάδα είναι λίκνο της δημοκρατίας, τότε το λίκνο είναι σπασμένο,,. Σήμερα όμως θα πρόσθετα ότι τα λίκνα είναι για τα μωράκια και ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε το τώρα και να πάμε μπροστά. Πρέπει όλοι να βλέπουμε τί μπορούμε να κάνουμε σήμερα για μια κοινωνία χωρίς ρατσισμό, για μια κοινωνία της διαφορετικότητας και της προόδου.
παρακολούθησε με εντυπωσίασε. Ήταν ένα σημάδι που έδειξε ότι οι εθνικά Μακεδόνες της Ελλάδας άρχισαν να ξυπνούν και να μη φοβούνται πλέον, ότι άρχισαν να ενδιαφέρονται για πολιτιστικά, πολιτικά και γλωσσικά θέματα που τους αφορούν. Παλαιότερα συμμετείχαν σε τέτοιες εκδηλώσεις λιγότερα άτομα, κυρίως άντρες. Στο Λέριν είδα και πολλές γυναίκες και νεαρά άτομα. Πολύ ευχάριστο αυτό. Πάντως, το καλύτερο σχόλιο νομίζω το έκανε ο φίλος μου Paul Clyne (Πώλ Κλάιν), ο οποίος ήρθε μαζί μου στο Λέριν για να δει την περιοχή και να γνωρίσει από κοντά εθνικά Μακεδόνες. Όταν είδε κάποια στιγμή τους χούλιγκανς της Χρυσής Αυγής (ευτυχώς πολύ μικρός ο αριθμός τους) και τις αστυνομικές δυνάμεις, λίγα μέτρα από το ξενοδοχείο, μου είπε ότι αισθάνεται πιο ασφαλής στο επικίνδυνο νότιο τμήμα του Σικάγου. Παρόλα αυτά, το σημαντικότερο ήταν ότι μαζί με τους Μακεδόνες αισθανόταν και αυτός, όπως όλοι, ευτυχισμένος και καλοδεχούμενος. Ήταν μια πολύ επιτυχημένη παρουσίαση, σε περιοχή όπου οι Μακεδόνες αποτελούν πλειοψηφία.

πρώτο μεγάλο ξέσπασμα μετά την καταχνιά που έπεσε στη χώρα με το τέλος του Εμφυλίου πολέμου και την επικράτηση της πιο αντιδραστικής δεξιάς. Αλλά πριν προλάβουμε να συνειδητοποιήσουμε αυτό που συνέβαινε ήρθαν το 1967 τα τανκς του Παπαδόπουλου και της χούντας των στρατιωτικών να συντρίψουν όλα τα όνειρα για μια αναγέννηση του τόπου. Η αστυνομοκρατία αντικαταστάθηκε από την στρατοκρατία. Ο ερχομός της δικτατορίας έφερε και την υποχρεωτική αυτοεξορία στη Γαλλία στην αγωνιώδη αναζήτηση ενός τόπου ελευθερίας. Αλλά η ιδανική εικόνα που είχε ο κάθε καλλιτέχνης για το «λαμπερό» Παρίσι γκρεμίστηκε σε ελάχιστους μήνες με τη μεγαλειώδη εξέγερση του 1968. Η στυγνή πραγματικότητα που οριοθετούσε και το τέλος της μεταπολεμικής ευημερίας και για τις χώρες της κεντρικής Ευρώπης, εισέβαλε βίαια και μάλλον όρισε άλλες προτεραιότητες. Δεν μπορούσες να συνεχίσεις αυτό που βίαια διακόπηκε στην Ελλάδα. Βρισκόσουν σ ένα ξένο τόπο όπου κυριαρχούσε η πρωταρχική ανάγκη της επιβίωσης, κι αυτό δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Ουσιαστικά η ίδια η πραγματικότητα με ώθησε στο «περιθώριο» του καθώς πρέπει κόσμου, στον προβληματισμό και στην αμφισβήτηση. Η αμφισβήτηση που επεκτάθηκε και στην «επίσημη», όπως λένε, αριστερά που κουβαλούσε το σταλινικό παρελθόν. Έτσι οριοθετήθηκε για μένα ένα διπλό «περιθώριο».
Κατ αρχήν να ξεκαθαρίσω ότι δεν κάνω πολιτικές ταινίες. Δυο μικρού μήκους με καθαρά πολιτικό θέμα που είχα κάνει μέχρι τότε, μια για τον Γιώργο Ζιούτο κι άλλη μια για τη Μαρία Καραγιώργη, δυο πολύ σημαντικά αλλά παραγνωρισμένα πρόσωπα της Ελληνικής αριστεράς, ήταν για περιορισμένη χρήση. Εδώ και πολλά χρόνια ασχολούμαι συστηματικά με τον κινηματογράφο, τον κινηματογράφο σαν κοινωνικό φαινόμενο. Πάνω σ αυτό έχω φτιάξει βιβλία και ταινίες.
καταγράφει μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Μεμονωμένες αντιδράσεις μόνο υπήρξαν. Αυτό πρέπει να οφείλεται στο γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια οι επαγγελματίες ιστορικοί ασχολούνται όλο και περισσότερο με τον Εμφύλιο Πόλεμο. Εκδίδονται βιβλία, γίνονται συνέδρια κλπ. Έχουν αποκαλυφθεί πολλές αλήθειες αν και πολλές μένουν στο σκοτάδι. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι πια δεν υπάρχουν «ταμπού» με την κλασσική έννοια, αυτά που επέβαλε η κρατική λογοκρισία κι η Ασφάλεια.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σήμερα είναι το γεγονός ότι για πρώτη φορά στην ιστορία στοχοποιείται άμεσα η αιτία του κακού: το μεγάλο κεφάλαιο κι όλοι οι μηχανισμοί που χρησιμεύουν για την αφαίμαξη των εργαζομένων, οι τράπεζες, τα χρηματιστήρια, οι οίκοι αξιολόγησης κλπ. Τα απρόσωπα τέρατα που συντάσσουν λογιστικούς πίνακες και παίζουν με τις ζωές ανθρώπων.
Εγώ, ο Δρ.Λέφτερ Μάντσσε, γεννήθηκα στις 29 Σεπτεμβρίου 1935 στο χωριό Загоричани, Костурско – Ζαγκορίτσσανι Κόστουρσκο (Βασιλειάδα Καστοριάς). Η μητέρα μου λεγόταν Александра-Цана (Αλεξάντρα-Τσάνα, γεννημένη Пелтичкова-Πελτίτσσκοβα) και ο πατέρας μου Методи Џиндров (Μετόντι Τζζίντροβ). Ο πατέρας μου, μαζί με 72 άλλους άντρες του χωριού, τον Απρίλιο του 1945, συλλήφτηκε από το μοναρχοφασιστικό στρατό, καταδικάστηκε σε 101 χρόνια φυλάκισης και στάλθηκε στα ερημονήσια του Αιγαίου. Η μητέρα μου Τσάνα, μαζί με 16 άλλους κατοίκους του Ζαγκορίτσσανι (κοπέλες αρραβωνιαστικές, μητέρες και πατεράδες παρτιζάνων), δολοφονήθηκε το 1949 από τις μοναρχοφασιστικές επιτροπές τιμωρίας.
χωριού Љубојно-Λιούμποϊνο της Πρέσπας και τη Битола-Μπίτολα, με τραίνο μας μετάφεραν στην Βουδαπέστη της Ουγγαρίας. Τους πρώτους μήνες τους περάσαμε σε στρατόπεδο και έπειτα μας μοίρασαν σε διάφορα χωριά και πόλεις. Στο χωριό όπου με εγκατέστησαν υπήρχαν ακόμη 21 παιδιά από το Ζαγκορίτσσανι. Εκεί άρχισα να πηγαίνω σχολείο και έμαθα να γράφω στα μακεδόνικα. Αργότερα ξεκίνησα να εργάζομαι στο γνωστό ναυπηγείο Γκάνζ. Εκεί, κάποια στιγμή αρρώστησα και μου έγινε εγχείρηση κοίλης. Μετά την εγχείρηση όμως, ανέβασα πυρετό και πουθενά δεν μπορούσαν να διαγνώσουν την αιτία. Για να μην δημιουργηθεί πολιτικό σκάνδαλο, επειδή εκείνο το διάστημα η διεθνής κοινότητα ασχολούταν συχνά με τα παιδιά φυγάδες, η κυβέρνηση της χώρας ζήτησε δέκα αμπούλες νέου αντιβιοτικού από την πρεσβεία των ΗΠΑ, το οποίο τότε είχε παρουσιαστεί στην αγορά με το όνομα στρεπτομιτσίν. Με τη βοήθεια του νέου φαρμάκου και τις μεγάλες προσπάθειες των γιατρών, τελικά γιατρεύτηκα. Τότε ήταν που αποφάσισα να γίνω γιατρός. Με τα λίγα ουγγρικά που τότε γνώριζα, τηλεφώνησα στους αρμόδιους για τα παιδιά φυγάδες και τους είπα ότι θέλω να σπουδάσω ιατρική. Εκείνοι μου απάντησαν ότι πρώτα θα έπρεπε να τελειώσω τέσσερα χρόνια Γυμνάσιο.


Το 1987, το καναδικό περιοδικό ιατρικής, μου πρότεινε να γράψω εισαγωγική μελέτη για την λιποαναρόφηση και η μελέτη αυτή ήταν η πρώτη του είδους που δημοσιεύτηκε στην καναδική ιατρική λογοτεχνία. Λόγω του γεγονότος αυτού έγινα γνωστός και ασθενείς μου έγιναν μέχρι και συζύγοι γνωστών γιατρών της εποχής εκείνης.
Το 1992, έγραψα επιστολές προς όλα τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Με πολυάριθμους Πρωθυπουργούς και Υπουργούς είχα αλληλογραφία και μεταξύ αυτών και ο Τόνι Μπλερ, ο Πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, ο οποίος περισσότερες φορές με διαβεβαίωσε ότι η Δημοκρατία της Μακεδονίας, σε κάθε περίπτωση θα λάβει στάτους υποψήφιας χώρας για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μικρός ήμουν υπερήφανος που ήμουν Έλληνας. Μικρό παιδί ένιωθα ανώτερος από τα άλλα παιδάκια στο σχολείο. Όταν παίζαμε στο σχολείο ή στη γειτονιά, με παιδιά από διαφορετικές κουλτούρες (Βέλγους, Μαροκινούς, Κονγκολέζους, Ιταλούς, Τούρκους, Ισπανούς κτλ), συνέχεια τους έλεγα ότι εγώ είμαι Έλληνας και ότι έχουμε τη μεγαλύτερη ιστορία του κόσμου και ότι εσείς δεν είστε τίποτα. Εσείς δεν υπήρχατε και ζούσατε σε σπηλιές και τρώγατε κάτω με τα χέρια. Έτσι μου είχαν μάθει από μικρό παιδί στο σπίτι και στο ελληνικό σχολείο. Θυμάμαι μια μέρα στο ελληνικό σχολείο, ένας δάσκαλος μας είχε πει κάτι και όλη μέρα γελούσαμε μαζί με τα άλλα παιδιά: η Ελλάδα είναι χώρα 5000 χρόνια και το Βέλγιο ούτε 200 χρόνια.
Έμαθα ότι πολλές ελληνικές λέξεις, στην ουσία προέρχονται από τα τούρκικα και ότι πολλοί λίγοι Έλληνες το γνωρίζουν αυτό, όπως: τζατζίκι, ζεϊμπέκικο, ντολμάδες, κεφτέδες, μπακλαβάς, καραγκιόζης, ρεζιλίκι, ντεμπέλης, χασάπης, μπουζούκι, λιμάνι κτλ, αλλά και ότι πολλές είναι λατινικές, όπως πόρτα, σκάλα, βάρκα κ.α.
2000-3000 χρόνια προ Χριστού. Και ότι αμα η σημερινή Ελλάδα λέγεται Hellas και οι πολίτες της Έλληνες και πιστεύουν ότι έχουν άμεση σύνδεση με τους αρχαίους Έλληνες, τότε για μένα δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα να λέγονται Μακεδόνες στη γειτονική χώρα και να πιστεύουν ότι είναι απόγονοι του Αλέξανδρου.
Γεννήθηκε το 1956 στην Ξάνθη, όπου και τελείωσε το δημοτικό και γυμνάσιο-λύκειο. Ο Φιλόλογος καθηγητής του, επειδή τον «αγαπούσε» πολύ, τον άφησε 2 χρόνια στην ίδια τάξη λόγω των Αρχαίων Ελληνικών. Με αυτό τον τρόπο “εμπέδωσε” τον ελληνικό πολιτισμό. Γράφτηκε στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών της Άγκυρας, αλλά τελικά δεν αποφοίτησε. Παντρεύτηκε το 1977 και έχει 4 παιδιά και 3 εγγόνια. Επι τριανταένα χρόνια εκδίδει την τουρκoελληνόφωνη εφημερίδα Trakya’nın Sesi. Δούλεψε επίσης για 25 χρόνια σε διάφορα διεθνή μέσα ενημέρωσης ( ΑΡ- ΑFP- BBC- DW- Hurriyet- Milliyet- Zaman- CHA- STV). Επι χρόνια και πολλές φορές και σήμερα ακόμα, δέχεται πιέσεις και απειλές να σταματήσει να ομιλεί δημόσια για όλα αυτά που επίμονα το ελληνικό κράτος και παρακράτος προσπαθεί με όλα τα μέσα να αποκρύψει. Δίκες, συκοφαντίες, τραμπουκισμοί, συλλήψεις, απειλές, δεν κατάφεραν να «λυγίσουν» τον Ντεντέ και να τον απομακρύνουν από τα ιδανικά του. Είναι και αυτός, όπως και πολλοί άλλοι αγωνιστές για τα δικαιώματα της Τούρκικης μειονότητας στη Θράκη, ένα αγκάθι στο πόδι του συστήματος, ένα «μαύρο πρόβατο» στο «κάτασπρο κοπάδι». Όπως και οι εθνικά Μακεδόνες, οι εθνικά Βλάχοι, οι πιστοί σε άλλα δόγματα κτλ. αποτελούν και αυτοί για τις αρχές, «άτομα επικίνδυνα, προδότες, πληρωμένους πράκτορες, ανθέλληνες» και πολλά άλλα τέτοιου είδους «δημοκρατικά» επίθετα που χρησιμοποιεί το ελληνικό κράτος.
υποκατηγορίες, πείθοντας τους εαυτούς τους ότι με αυτό τον τρόπο θα εξαφάνιζαν την επιρροή της Τουρκίας από τη μειονότητα. Πέτυχαν ακριβώς το αντίθετο. Τέτοια ηλίθια μειονοτική πολιτική μόνο η Ελλάδα μπορούσε να ασκήσει.













