МАКЕДОНСКИ ЗАКОП – ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΚΗΔΕΙΑ (Μεγαλοπρεπείς αποχαιρετισμός)

Одговара Шар Планина

Жена жали шест недели

Сестра жали три години

Мајка жали дур до века

НАРОДНА ПЕСНА (извадок)

(Οντγκόβαρα Σσαρ Πλάνινα

Ζζένα ζζάλι σσεστ νέντελι

Σέστρα ζζάλι τρι γκόντινι

Μάικα ζζάλι ντουρ ντο βέκα

************************

Απαντάει το βουνό Σσαρ

Η γυναίκα πενθεί έξι βδομάδες

Η αδερφή πενθεί τρία χρόνια

Η μητέρα πενθεί όλη της τη ζωή

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ – απόσπασμα)

Ο θάνατος (умирање-ουμίρανιε) είναι για τον καθένα μας το μόνο σίγουρο από τα αναμενόμενα. Όλοι ξέρουμε πως απ΄αυτόν δε θα ξεφύγουμε κι όμως κανένας δε συμβιβάζεται μ΄αυτόν και δεν υπάρχει κανένας που να μην στεναχωριέται και να μην επανακαθορίζει πολλά όταν βρεθεί ενώπιόν του. Είναι ο θάνατος η διακοπή της ζωής; Υπάρχει συνέχεια και πόσο θα γοήτευε αυτό; Εδώ στάθηκαν οι διάφορες θρησκείες και στόλισαν το θάνατο για να θαμπώσουν τη ζωή. Ο θάνατος, είπαν, είναι η αρχή μιας άλλης ζωής, της μεταθανάτιας κι επομένως δεν πρέπει να τον φοβόμαστε. Κάτω απ΄αυτό το πρίσμα και την οπτική γωνία, οι άνθρωποι συμβιβάζονται με το θάνατο. Έτσι ο νεκρός (мртовец-μ΄ρτοβετς) πρέπει να είναι έτοιμος γι΄αυτήν τη νέα ζωή κι εμείς οι ζώντες πρέπει να τον προετοιμάσουμε για ,,εκεί,,. Πρέπει να είναι καθαρός και καλοντυμένος και γι΄αυτό τον πλένουμε και τον ντύνουμε. Τα ρούχα του και τα παπούτσια του πρέπει να είναι αφόρετα, έτσι όπως θα πήγαινε σε μια μεγάλη γιορτή.

Όταν κάποιος πέθαινε, του έκλειναν τα μάτια, τον έπλεναν, δηλαδή περνούσαν με βρεγμένα πανιά όλο του το σώμα και στην συνέχεια τον έντυναν. Τους άντρες τους ξύριζαν και μ΄ένα μαντήλι σε άντρες και γυναίκες τους έκλειναν το στόμα, αν ήταν ανοιχτό, δηλαδή έδεναν το μαντήλι περιφερικά του προσώπου ώστε να κλείσει το σαγόνι κι όταν επερχόταν η νεκρική ακαμψία το έβγαζαν. Στην συνέχεια τον έντυναν και όταν τελείωναν το ντύσιμο του σταύρωναν τα χέρια και τα έδεναν με ένα μαντήλι. Τα δαχτυλίδια, ρολόι, κολιέ κι άλλα τέτοια στολίδια, ιδιαίτερα στις γυναίκες, τ΄άφηναν. Ακόμη και νερό για το ταξίδι στον κόσμο των πνευμάτων του έβαζαν σε ένα σταμνί. Στο στόμα ή στην τσέπη του έβαζαν μερικά νομίσματα, μήπως τα χρειαστεί ο ταξιδιώτης ιδιαίτερα για ναύλα. Αν ήταν μεγάλης ηλικίας, στο φέρετρο έμπαινε και το μπαστούνι.

Το φέρετρο (ковчег-κόβτσσεγκ) το έφτιαχνε με σπιτικά σανίδια ο ξυλουργός του χωριού. Όταν έβαζαν το νεκρό μέσα στο φέρετρο, το μετέφεραν από το κρεβάτι σ΄ένα άλλο δωμάτιο όπου κι έρχονταν σχεδόν όλοι οι συγχωριανοί και από άλλα χωριά συγγενείς και φίλοι να τον ,,αποχαιρετήσουν,, (πριβόντατ) συνήθως με λουλούδια.

Δύο γυναίκες αναλάμβαναν το ρόλο της νοικοκυράς για τις διάφορες δουλειές και μόνιμα η μία από τις δύο ήταν πάντα δίπλα στο νεκρό για να μην ξαφνιαστεί, αν αφυπνιστεί σε περίπτωση νεκροφάνειας. Για τον ίδιο λόγο τον έθαβαν μετά από 24 ώρες ή μετά από δύο μέρες όπως έλεγαν, εννοώντας να μεσολαβήσει μια νύχτα. Οι δύο γυναίκες σέρβιραν και ,,καφέ,, σ΄άλλο χώρο από το δωμάτιο που βρισκόταν ο νεκρός. Ο ,,καφές,, ήταν καβουρδισμένο κριθάρι και ρεβίθι. Στις γυναίκες που αναλάμβαναν τη ,,φύλαξη,, του νεκρού και τις άλλες δουλειές, το σπιτικό τους έκανε ένα καλό δώρο. Πολλοί ήταν αυτοί που έμεναν όλη τη νύχτα στο σπίτι του νεκρού – γκο οσούνβαα (τον ξενυχτούσαν) – και σ΄αυτούς προσφερόταν ξηρά τροφή.

Την ημέρα που θα ενταφιαζόταν ο νεκρός, τέσσερα άτομα, που δεν έπρεπε να είναι στενοί συγγενείς, έσκαβαν τον τάφο (γκρομπ). Το μήκος το υπολόγιζαν με καλάμι βρίζας, επειδή πίστευαν ότι η χρήση μέτρου ήταν απρέπεια και ασέβεια προς το νεκρό.

Βρτικοπ-Σκύδρα, 1917, φαγητό στο τάφο συγγενή

Βρτικοπ-Σκύδρα, 1917, φαγητό στο τάφο συγγενή

Όταν ο νεκρός ήταν άντρας έσφαζαν π΄ρτςς (τράγο) κι αν ήταν γυναίκα έσφαζαν όβτσα (προβατίνα) για φαγητό μετά το ζάκοπ (κηδεία). Την συκωταριά την έδιναν στην εκκλησία. Οι γυναίκες, παράλληλα μ΄όλες τις δουλειές και προετοιμασίες, φρόντιζαν να ζυμώσουν και να ψήσουν ψωμί και πούπτσσινα (ψωμάκια).

Στα άτομα που έσκαβαν τον τάφο (γκρόμπαρι) πήγαιναν κολατσιό στον τάφο και μετά τον ενταφιασμό έρχονταν στο τραπέζι μαζί με τους άλλους. Παλαιότερα η μεταφορά προς την εκκλησία και το νεκροταφείο (γκρόμπισστα) γινόταν με τα χέρια και το νεκρό το μετέφεραν οι τρεις που έσκαβαν τον τάφο, ενώ ο τέταρτος πρόσεχε τον τάφο για να μη μπει κάποιο ζώο. Η μεταφορά προς εκκλησία και νεκροταφείο δε γινόταν από την συντομότερη διαδρομή, αλλά γινόταν μια περιφορά στο χωριό και στάσεις με την συνοδεία του παπά και ψάλτη, που δεν έπαυαν να ψάλλουν.

Κατά το μεσημέρι ερχόταν ο παπάς για να ,,σηκώσει,, το νεκρό. Πάνω στο φέρετρο διάβαζε ευχές, στην συνέχεια γινόταν η πορεία προς την εκκλησία όπου ακουγόταν η νεκρώσιμη ακολουθία και ακολουθούσε ο τελευταίος ασπασμός και ο νεκρός μεταφερόταν στο νεκροταφείο. Ακολουθούσε ο ενταφιασμός. Πρώτος ο παπάς έριχνε λίγο χώμα στο φέρετρο κι ακολουθούσαν οι άλλοι, ενώ κάπου παράμερα γυναίκες με στάμνες έριχναν νερό για να πλύνουν τα χέρια τους και πετσέτες για να σκουπιστούν.

Σε περίπτωση που πέθαινε ο άντρας και η γυναίκα ήταν νέα και ήθελε να ξαναπαντρευτεί, δεν πήγαινε στον τάφο. Αν ξαναπαντρευόταν και είχε παιδιά, αυτά έμεναν στην οικογένεια του άντρα. Οι συγγενείς του νεκρού πενθούσαν και το πένθος εκδηλώνονταν μέσω αποχής από γιορτές και πανηγύρια, μαύρη φορεσιά οι γυναίκες και γενειάδα επί πολλούς μήνες οι άντρες.

Την επόμενη του ενταφιασμού, οι συγγενείς πήγαιναν στον τάφο (τρι ντένα) για να ,,ξυπνήσουν,, το νεκρό. Κάθονταν γύρω από τον τάφο και πρόσφεραν φαγώσιμα και κυρίως αυτά που άρεσαν στο νεκρό, με την πίστη ότι κι αυτός τ΄απολαμβάνει. Όλοι αναφέρονταν στο νεκρό και διηγούνταν διάφορα συμβάντα σχετικά μ΄αυτόν.

Το νεκρό το ,,διάβαζαν,, όταν συμπλήρωνε μια βδομάδα (ντέβετ ντένα), τρεις βδομάδες, σαράντα μέρες (με παράθεση γεύματος), τρεις μήνες, ένα χρόνο και τρία χρόνια (με γεύμα).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Πίστευαν πως η ντούσσα (ψυχή) είναι ,,κάτι,, το υλικό, που μπορούμε να το αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας. Αυτό το ,,κάτι,, μπορεί να είναι ένα ζωύφιο και γι΄αυτό εάν κάποιος βρισκόταν κοντά σε κάποιον που ξεψυχούσε, κοίταζε το χώρο γύρω του για να εντοπίσει την ψυχή. Εάν έβλεπε π.χ. κάποιο έντομο, τότε πίστευε ότι είχε εντοπίσει την ψυχή.

Μέχρι τα σαράντα μετά το θάνατο κάποιου, πίστευαν ότι η ψυχή του επισκέπτεται όλα τα μέρη όπου είχε ζήσει. Ήταν σίγουροι ότι θα επέστρεφε και στο σπίτι του. Κάθε μέρα άφηναν τροφή στην σόφρα για να φάει η ψυχή και για το διαπιστώσουν αυτό έστρωναν το καθιστικό με ένα στρώμα στάχτης για ν΄αφήσει τα ίχνη της, όταν η ψυχή θα επισκεπτόταν το σπίτι. Αν έβρισκαν ίχνη από κάποιο ζωύφιο (πεταλούδα, σαύρα, ποντίκι κτλ), τότε ήταν σίγουροι ότι η ψυχή επισκέφτηκε το σπίτι και ήρεμη πια, ευχαριστημένη και χορτάτη θα περνούσε στον άλλο κόσμο.

ΑΙΓΑΙΑΤΗΣ  ΜΑΚΕΔΟΝΑΣ

δεν επιτρέπονται τα σχόλια.

Κατηγορίες

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


ALPHA BANK

Account 852 00 2101 031390

IBAN: GR47 0140 8520 8520 0210 1031 390

BIC: CRBAGRAA

Μηνιαίες Εκδόσεις

Македонска Ризница
  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2016 (147)
  • 2015 (416)
  • 2014 (404)
  • 2013 (377)
  • 2012 (372)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)