Мисија во Полска – Αποστολή στην Πολωνία


Πριν 3 χρόνια, τον Μάρτη του 2013 επισκέφτηκα την Πολωνία. Ήμουν επικεφαλής μιας αποστολής 140 φοιτητών από όλα τα πανεπιστήμια του Ισραήλ. Τα παιδιά νέα, όλοι τους μετά από την στρατιωτική θητεία, και στα τελευταία έτη των σπουδών τους, 23-27 ετών. Είχαν δηλαδή εμπειρίες ζωής, κάποιοι και κάποιες ήταν και παντρεμένοι.
Η αποστολή ήταν οργανωμένη από μια θρησκευτική οργάνωση με στόχο να ενισχύσει την εβραϊκή συνείδηση μέσα από την Σοά. Πρέπει να ομολογήσω πως οι τρεις ξεναγοί δεν προσπάθησαν να μας κάνουν «θρησκευτική πλύση εγκεφάλου». Χωριστήκαμε σε τρεις ομάδες, σύμφωνα με τα πανεπιστήμια. Τα περισσότερα από τα παιδιά είχαν μια σχέση με την Σοά, δηλαδή ήταν τρίτη γενιά, ορισμένοι όμως είχαν έρθει για να μάθουν και να στοχαστούν. Ο ξεναγός της δικής μας ομάδας ήταν ψυχολόγος που έκανε και ξεναγήσεις στην Πολωνία
Γενάρης σημαίνει κρύο. Στην Πολωνία το κρύο περισσότερο. Ήμουν εφοδιασμένος με θερμικά εσώρουχα, μάλινο σκούφο, χοντρό παλτό και παπούτσια ορειβασίας. Αποδείχτηκαν όλα χρήσιμα.

Δευτέρα
Ταξίδι – Βαρσοβία

Στο αεροδρόμιο και στο αεροπλάνο αρχίζω να γνωρίζω τα παιδιά, κυρίως τους φοιτητές του Πολυτεχνείου (Technion) μια και είμαι καθηγητής εκεί. Το μορφωτικό επίπεδο αναμφίβολα υψηλό. Δεν φτάνει όμως αυτό. Πολιτιστικά είναι μικρογραφία της κοινωνίας του Ισραήλ. Οι περισσότεροι έχουν τουλάχιστον ένα γονιό εσκενάζι, λίγοι σεφαραδίτες και λίγοι «μιζραχίμ» (προέλευση από χώρες βόρειας Αφρικής, Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία κλπ). Αναρωτιέμαι τι ξέρουν και τι νιώθουν.
Αντιλαμβάνομαι πως η παρουσία μου δημιουργεί ένα προστατευτικό θόλο. Τα γκρίζα μου μαλλιά, το κοντό μουσάκι, ακόμη και οι διαστάσεις μου βοηθούν.
Το πρόγραμμα είναι σφιχτό. Μας μοιράζουν σάντουιτς στο λεωφορείο, όλα γρήγορα. Πρώτος σταθμός το εβραϊκό νεκροταφείο της Βαρσοβίας.

Τοίχος τούβλινος ψηλός προστατεύει το νεκροταφείο. Για να μπεις περνάς μέσα από μια μεγάλη σιδερένια πόρτα. Ο καιρός μουντός και το χώμα υγρό. Από την κοινότητα αυτή μόνο το νεκροταφείο έμεινε και ελάχιστοι Εβραίοι που η διατήρηση της μνήμης έγινε ο σκοπός της ζωής τους. Περπατάμε τους διαδρόμους ανάμεσα στους καφεγκρίζους τάφους. Λίγο χιόνι στις άκρες και πάνω στους τάφους. Έκταση τεράστια. Κοιτάμε δεξιά και αριστερά, πλάκες παλιές, οι νεώτερες 70 χρόνων. Διακρίνω εβραϊκά γράμματα στις περισσότερες. Δεν υπάρχουν μορφές σκαλισμένες. Μπορείς όμως να ξεχωρίσεις τους πλούσιους και τους διάσημους. Οι τάφοι τους είναι ψηλοί, μαρμάρινοι, ορισμένοι περιφραγμένοι και είναι κοντά στους διαδρόμους. Οι φτωχοί και άσημοι είναι πιο μέσα, όρθιες οι ταφόπετρες, η μια δίπλα στην άλλη. Τουλάχιστον οι νεκροί αυτοί «κέρδισαν» δυο σπιθαμές γης, λίγο χώμα και μια πλάκα. Ο ξεναγός μάς μιλάει για τους διάφορους διακεκριμένους Εβραίους που είναι θαμμένοι εκεί. Ξαφνικά βλέπω τον τάφο του Ζάμενχοφ, το όνομά του σκαλισμένο με λατινικούς χαρακτήρες. «Doctoro Lazaro Lvodoviko Zamenhof – Kriento de ESPERANTO – Naskita 15-XII-1859 – Mortis 14-IX-1912». Στην Χάιφα μένω στην οδό Ζάμενχοφ και νιώθω σαν να τον ξέρω προσωπικά.
Επίσκεψη στο μουσείο Γιάνους Κόρτσακ και στον τοίχο που έχει απομείνει από το γκέτο. Πίσω από τον τοίχο πολυκατοικίες «σοσιαλιστικές», εργατουπαλληλικές. Οι κάτοικοι της περιοχής έχουν αρρωστήσει από τους επισκέπτες που φωνασκούν. Τους καταλαβαίνω. Τους αναλογεί λίγη ησυχία. Στο νεκροταφείο κανείς δεν μιλούσε, εκεί άνοιξαν τα στόματα.
Προχωράμε προς τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό και φτάνουμε στο μνημείο των θυμάτων της Σοά της Βαρσοβίας. Μου λένε να καταθέσω στεφάνι και να πω δυο λόγια. Περιορίζομαι στο «Καταθέτουμε στεφάνι εκ μέρους των πανεπιστημίων του Ισραήλ». Αυτό. Ούτε «Ποτέ ξανά», ούτε πίστη και πατρίδα.

Τρίτη
Τικτίν

Το Τικτίν είναι ένα χωριό όπου ζούσαν κάποτε πολλοί Εβραίοι. Τους μάζεψαν οι ναζί ένα πρωινό του Αυγούστου, με τα πόδια τούς πήγαν στο δάσος λίγα χιλιόμετρα έξω από το χωριό και τούς εκτέλεσαν. Ήταν 1400. Τους έθαψαν σε τρείς μεγάλους λάκκους. Οι λίγοι που έλειπαν και επέστρεψαν την επομένη εκτελέστηκαν από την πολωνική αστυνομία.

Πάμε στο δάσος με τα λεωφορεία. Κάνει κρύο και προχωράμε μέσα στα δέντρα. Πυκνό το δάσος. Χιόνι παντού. Φτάνουμε στους λάκκους που είναι περιφραγμένοι και στολισμένοι με λουλούδια και με σημαίες του Ισραήλ. Οι διάφορες αποστολές αφήνουν τα σημάδιά τους. Οι σημαίες με εκνευρίζουν. Γιατί, νικήσαμε; Το ξέρουν και οι δολοφονημένοι;
Τρεμπλίνκα

Δεν έχει μείνει τίποτα. Όλα τα κατέστρεψαν οι Γερμανοί πριν φύγουν. Ακόμη και η σιδηροδρομική γραμμή είναι τσιμεντένια, νεοφτιαγμένη να θυμίζει την παλιά. Περίπου 700.000-900.000 Εβραίοι δολοφονήθηκαν εκεί ανάμεσα στο 1941 και 1944. Από όλη την Ευρώπη. Οι Εβραίοι της ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης ανάμεσα σ’ αυτούς.

Αν ξεχάσεις τι έγινε, βλέπεις μια όμορφη φύση. Το χιόνι είναι μαγευτικό. Έχει όμως κάτι που σε βαραίνει. Μια ιδέα που δεν μπορείς να την εγκαταλείψεις. Το όνομα Τρεμπλίνκα που από μόνο του σε τρομάζει, Τρεμπλίνκα-Τρόμος. Σαν να φωνάζουν οι νεκροί.
Ο καθένας περπατάει μόνος του. Φτάνουμε στο μεγάλο μνημείο. Κάθε χώρα έχει ένα βράχο με τ’ όνομά της. Ξανά στεφάνι και τελετή.
Μια καλύβα στο δάσος και τα λεωφορεία γύρω γύρω. Έχουν ετοιμάσει σούπα ζεστή. Το υγρό που κυλάει μέσα μου μού κάνει καλό, ζητάω και δεύτερη μερίδα.

Τετάρτη
Μαϊντάνεκ

Λένε πως το Μαϊντάνεκ ήταν χειρότερο από το Άουσβιτς. Ελάχιστοι βγήκαν από ‘κει ζωντανοί. Συρματοπλέγματα, θάλαμοι αερίων, κρεματόρια.
Η μέρα είναι όμορφη. Ανοιχτός ουρανός και ήλιος.
Το Μαϊντάνεκ έχει μείνει ανέπαφο. Περπατάμε ανάμεσα στα συρματοπλέγματα και μπαίνουμε στα παραπήγματα και τους θαλάμους. Τα αποδυτήρια καθαρά, σαν να τα εγκαινιάζουμε εμείς. Λείπουν οι φωνές και ο τρόμος. Νομίζω πως τα θύματα ήξεραν τι τους περίμενε εκεί. Οι προσταγές των Γερμανών, schnell-schnell! Οι θάλαμοι των αερίων ανοιχτοί. Σε λίγο θα κλείσει η σιδερένια πόρτα και θα πέσει το Cyclon B. Δεν γίνεται τίποτα όμως και εμείς καθόμαστε στο πάτωμα. Ομολογώ πως ενώ όλα φαίνονται ζωντανά, νιώθω ξένος, αμήχανος. Η φοιτήτρια δίπλα μου κλαίει.
Προχωράμε προς τα κρεματόρια. Καθαρά και περιποιημένα, σαν να μην έχουν χρησιμοποιηθεί.
Στο ψηλότερο σημείο φτιάχτηκε ένας λάκκος γεμάτος στάχτες. Βαδίζουμε προς εκεί. Όλοι μαζί σε εξάδες. Με τα χέρια σφικτά αγκαζέ. Πολλοί φοιτητές τυλιγμένοι με σημαίες του Ισραήλ. Στην πρώτη σειρά, στο κέντρο, εγώ. Μέσα μου δεν το θέλω, αλλά δεν μπορώ να το αρνηθώ. Πρέπει να περάσω το «σωστό» μήνυμα.

Ο τάφος του σοφού ραββίνου
Πηγαίνουμε σε ένα χωριό που βρίσκεται ο τάφος ενός μεγάλου ραββίνου. Ο τάφος είναι μέσα σε ένα μικρό σπιτάκι σε μια ανηφόρα. Πολλοί πηγαίνουν. Οι ξεναγοί λένε πως οι ανύπαντρες που θα προσευχηθούν θα βρουν γαμπρό. Εγώ δεν ψάχνω ούτε νύφη ούτε γαμπρό. Ακούω μια φοιτήτρια της ιατρικής να λέει στην φίλη της, «Αχ, μακάρι να μου κάνει πρόταση, μακάρι!» Και οι γιατρίνες παρακαλούν για γαμπρό.
Κολλάω σε μια ομάδα φοιτητών που πηγαίνουν για μπύρα στο χωριό. Δοκιμάζω την πολωνική μπύρα. Δεν είναι άσχημη. Στη επιστροφή, μια άλλη ομάδα με κιθάρα τραγουδάει παλιά και σύγχρονα. Δεν θέλω πολλά για να πιάσω το τραγούδι.
Στα λεωφορεία για Κρακοβία. Φαγητό και μετά συζήτηση. Αρχίζουν οι κριτικές. Ένας φοιτητής ενοχλήθηκε που μετά το τέλος της επίσκεψης στο Μαϊντάνεκ, όταν μπήκαμε στο λεωφορείο, ορισμένοι άρχισαν να τρώνε αμέσως πριν φύγουμε.
Μίλησα τελευταίος. «Δεν υπάρχουν κανόνες και πρέπει», είπα. «Ο καθένας πράττει όπως νιώθει, αυτά που είδαμε έχουν αντίκτυπο, η πτώση ζαχάρου απαιτεί τροφή και αυτό γίνεται από μόνο του χωρίς να το συνειδητοποιείς. Δεν έχει νόημα η κριτική. Το αντίθετο.» Ο ξεναγός μας, ο ψυχολόγος, ήλθε, με αγκάλιασε και με φίλησε.

Πέμπτη
Ζακοπάνε

Πρωί πρωί φεύγουμε για την κωμόπολη Ζακοπάνε. Είναι μέρα ανάπαυσης. Οι οργανωτές το σκέφτηκαν πολύ καλά, απαιτείται μια διακοπή στην ιστορία της φρίκης. Μια διακοπή να νιώσει ο άνθρωπος πως είναι άνθρωπος. Η Ζακοπάνε έχει πίστες για σκι, ανεβαίνεις με τελεφερίκ. Μπύρες και πατάτες τηγανιτές. Τραγούδι στην χιονισμένη βεράντα. Αστεία.
Κάτω στην πόλη έχει λαϊκή αγορά. Ζώνες, καπέλλα, κάλτσες, εσώρουχα, παιγνίδια, μαχαίρια. Αγοράζω παντόφλες που μου είχε ζητήσει η κόρη μου που είχε έλθει την προηγούμενη χρονιά. Αγοράζω και μια μινιατούρα Εβραίου που κρατάει πουγκί.
Το βράδυ συζήτηση, με θέμα «πού ήταν ο θεός στην Σοά;».

Παρασκευή – Σάββατο
Κρακοβία

Το τέλος της βδομάδας το περνάμε στην Κρακοβία. Το ξενοδοχείο καλό. Οι πιστοί πηγαίνουν στην συναγωγή του ξενοδοχείου που έχει φτιαχτεί επί τούτου. Οι άλλοι αναπαύονται. Καμπαλάτ-Σαμπάτ και φαγητό εσκεναζίτικο. Λίγοι μένουμε μέσα, οι φοιτητές πηγαίνουν σε παμπ και ντισκοτέκ. Αλλάζουν δωμάτια για τα ζευγάρια που έχουν δημιουργηθεί. Το σεξ είναι απόδειξη ζωής.
Το Σάββατο πρωί τριγυρίζουμε την παλιά πόλη. Όμορφη η Κρακοβία, εντυπωσιακό το κάστρο. Εκκλησίες και πανηγύρια. Ζαχαροπλαστεία και μπυραρίες.
Το βράδυ μιλάω στους φοιτητές για την Θεσσαλονίκη, για την οικογενειακή μου ιστορία. Την άλλη μέρα το Άουσβιτς.

Κυριακή
Άουσβιτς

Άουσβιτς, και μόνο το όνομα μού προκαλεί δέος. Ξυπνάμε πρωί, τελευταία μέρα και δύσκολη. Λεωφορείο, οι βαλίτσες φορτωμένες. Ξέρουμε πως ο καιρός θα είναι κακός, φυσάει και ρίχνει χιονόνερο.

Πρώτα το Άουσβιτς Ι. Πάρκινγκ μεγάλο, εστιατόρια και καφετέριες. Μπαίνουμε από την κεντρική είσοδο, γραφεία και μουσείο που δεν λειτουργεί. Η γνωστή επιγραφή, «Arbeit macht frei», «Η εργασία απελευθερώνει». Δουλεύουμε – είμαστε ελεύθεροι. Πάλι συρματοπλέγματα, κτήρια πέτρινα, το καθένα παίζει τον ρόλο του. Εδώ τα μαλλιά, εκεί οι βαλίτσες, πιο πέρα τα γυαλιά, οι οδοντόβουρτσες, οι φωτογραφίες. Ταχτοποιημένα δείγματα της υποδειγματικής γενοκτονίας.

Ξανά στα λεωφορεία για το Άουσβιτς ΙΙ-Μπίρκενάου. Ένας από τους ξεναγούς μας που άκουσε το Σάββατο το βράδυ την ιστορία της Θεσσαλονίκης μάς πηγαίνει στο σημείο που ήταν η παλιά ράμπα, εκεί που κατέβηκαν οι δικοί μας. Η γνωστή ράμπα μέσα στο στρατόπεδο έγινε για τους Εβραίους της Ουγγαρίας, αργότερα. Τα λεωφορεία μάς αφήνουν εκεί. Στην γραμμή ένα βαγόνι. Σπίτια γύρω γύρω, με αυλές και θράκες για μπάρμπικιου τα καλοκαιρινά σαββατοκύριακα.

Ήρθα λοιπόν. Εκεί που στις 9 Μαΐου 1943 έφτασε ο πατέρας μου με την γυναίκα του και τις δυό τους κόρες. Την Ρασέλ, 20 χρονών που δυο χρόνια πριν είχε τελειώσει πρώτη την Γερμανική σχολή και την Ρενέ 17 χρονών. Τις σκέφτομαι και τις τρεις γυναίκες, έχω μόνο μία φωτογραφία τους, στέκονται οι δυο κοπέλλες δίπλα στην μαμά τους. Η Ρασέλ, πιο ψηλή με μακρυά μαλλιά, η Ρενέ πιο κοντούλα. Η μητέρα τους, η «θεία Ρεββέκα», με κότσο. Την βλέπω κάθε βράδυ την φωτογραφία αυτή, στον τοίχο δίπλα στο κρεββάτι μου.
Βλέπω τον πατέρα μου, ψηλό, 1.80 και, να κατεβαίνει από το βαγόνι και να βοηθάει τις κόρες του και την γυναίκα του. Ακούω τα σκυλιά να γαυγίζουν, τις φωνές των Γερμανών, τα βογγητά των Θεσσαλονικιών. Βλέπω τον θείο μου που ήταν ήδη στο στρατόπεδο, είχε φτάσει ένα μήνα πριν, να αγκαλιάζονται με τον πατέρα μου. Νιώθω το δίλημά του, να του το πει ή όχι. Δεν του το’πε, δεν θα κέρδιζε τίποτα, θα τους σκότωναν όλους επί τόπου. Τον τυραννούσε αυτό μέχρι το τέλος του. Μου το εξομολογήθηκε λίγο πριν πεθάνει. Δεν το ’χε πει σε κανένα, ούτε στην γυναίκα του, ούτε στις κόρες του. Ήθελε να την συγχώρεση, την λύτρωση. Ο πατέρας μου δεν τον συγχώρεσε, το ήξερε, χωρίς να έχουν μιλήσει ποτέ γι’ αυτό ανοιχτά.
Βλέπω τη σκηνή της σελεξιόν, της επιλογής. Βλέπω την Ρασέλ, που με τα άψογα γερμανικά της εστάλη στην γραμμή της ζωής, να φωνάζει από μακρυά στον πατέρα μου πως περνάει στην άλλη γραμμή με την μαμά της και την αδελφή της.
Τα βλέπω όλα.
Περπατάμε πάνω στις ράγες προς το στρατόπεδο. Μπροστά εγώ, άι σιχτίρ.
Μπαίνουμε στο Μπίρκινάου, πάμε στην ράμπα των Ούγγρων. Φαντάζομαι το τραπεζάκι που καθόταν ο Μέγκελε και οι συνάδελφοί του που με την κίνηση του αντίχειρά του επέλεγε ποιος για ζωή και ποιός για θάνατο. Μου είπε κάποιος πως η σελεξιόν στο Άουσβιτς έσωζε. Στην Τρεμπλίνκα δεν είχε σελεξιόν. Όλοι για θάνατο.

Χιονίζει. Περνάμε από τα δυο-τρία παραπήγματα που διατηρήθηκαν. ‘Ολα οργανωμένα, βρύσες για πλύσιμο, αποχωρητήρια, δυο σειρές με τρύπες, διαγώνια η μια απ’ την άλλη να τελειώνουν γρήγορα όλοι.
Μεγάλο το στρατόπεδο. Περπατάμε και δεν έχει τελειωμό. Φτάνουμε σε ένα από τα κρεματόρια. Κανένα δεν υπάρχει πια, μόνον ερείπια.
Οι περισσότεροι από τους φοιτητές είναι τυλιγμένοι με σημαίες. Τους ζεσταίνει αυτό το πανί φαίνεται. Το προτιμούν από την φρίκη.
Γίνεται τελετή και πολλοί λένε Καντίς. Απέχω από την προσευχή. Ο καθένας βγάζει ένα χαρτί με ονόματα και τα διαβάζει. Όλοι μαζί, παράλληλα, διαβάζουν τα ονόματα. Το δικό μου έχει 32 ονόματα μέχρι βαθμό πρώτου εξαδέλφου.
Είναι το μοναδικό σημείο που δακρύζω. Τα τελευταία ονόματα δεν τα βλέπω να τα διαβάσω. Όταν τελειώνω και σηκώνω το κεφάλι μου καταλαβαίνω πως όλοι κοιτάζουν εμένα. Έχω μείνει τελευταίος. Γυρίζω και φεύγω, περπατώ στο κρύο δάσος. Η θερμοκρασία είναι -10 βαθμοί.
Φτάνουμε στην έξοδο. Φωτογραφία ομαδική. Ενθύμιο από το Μπίρκινάου. «Ήμουν και γω εκεί.»
Ποτισμένη με αίμα η γη της Πολωνίας. Την καταράστηκε ο θεός των Εβραίων.
Τέλος
Πέρασαν τρία χρόνια μέχρι να μπορέσω να γράψω τις εντυπώσεις μου από το ταξίδι.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια.

Κατηγορίες

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


ALPHA BANK

Account 852 00 2101 031390

IBAN: GR47 0140 8520 8520 0210 1031 390

BIC: CRBAGRAA

Μηνιαίες Εκδόσεις

Македонска Ризница
  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2016 (147)
  • 2015 (416)
  • 2014 (404)
  • 2013 (377)
  • 2012 (372)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)