ГРЧКАТА АНТИМАКЕДОНСКА БОРБА – ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΝΤΙΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

(седма глава – έβδομο κεφάλαιο)

Στην Κεντρική Μακεδονία στις αρχές του 1905

Οι πληροφορίες των πηγών είναι άνισες σε ποιότητα και σε έκταση. Άλλοτε υπάρχει στη διάθεση του ερευνητή άφθονο υλικό και άλλοτε οι ειδήσεις κρύβονται μέσα σε λίγες λέξεις.

Στην ελληνική επίθεση που πραγματοποιείται στη Μακεδονία, την περίοδο 1903-1905, αυτό συμβαίνει συχνά.

Δημήτρης Λιθοξόου

Δημήτρης Λιθοξόου

Χρονικά και γεωγραφικά ενοποιημένες, οι μικρές σκόρπιες ειδήσεις, συγκροτούν κι αυτές κεφάλαια της μεγάλης σφαγής, αποκαλύπτουν καλύτερα την έκταση του μακελειού του αντιμακεδονικού αγώνα.

Ας δούμε λοιπόν, με αυτό τον τρόπο, πως υφαίνεται ο καμβάς της ιστορίας, κάνοντας αρχή με την περιοχή ευθύνης του ελληνικού προξενείου Θεσσαλονίκης, τους πρώτους μήνες του 1905:

Στις 4 Ιανουαρίου, η ελληνική οργάνωση δολοφονεί στην Γευγελή [Гевгелија]  то μακεδόνα δάσκαλο Ηλία Κωνσταντίνου, και τους εξαρχικούς παπάδες Θωμά και Ιβάν Ποπόφ. Ελληνική συμμορία εισβάλλει, τις πρώτες μέρες του χρόνου, στο μακεδονικό χωριό Γκέρτσιστε της Γευγελής, καίει τα βιβλία της εξαρχικής εκκλησίας και τρομοκρατεί τους κατοίκους, για να δηλώσουν υποταγή στον Πατριάρχη.

Δύο ή τρεις εξαρχικοί εργάτες δολοφονούνται την ώρα που δουλεύουν στη συντήρηση του δρόμου Θεσσαλονίκη-Χορτιάτη.

Στις αρχές Ιανουαρίου, ένα ελληνικό σώμα εισβάλλει στο χωριό Μπαγιάλτσα [Бајалца / Πλατανιά]  της Γευγελής, που θεωρείται «έδρα κομιτατζήδων». Οι αντάρτες συγκεντρώνουν τους κατοίκους μπροστά στον αρχηγό του σώματος, ο οποίος τους ανακρίνει «πρόχειρα». Μετά αυτός ξεχωρίζει τέσσερα άτομα και τα τουφεκίζει.

Η ομάδα του καπετάν Ανδρέα μπαίνει στις 17 Ιανουαρίου στο χωριό Νόβο Σέλο ή Γενί Κιόι ή Νεοχωρούδα [Ново Село или Ени Ќој или Неохоруда]  της Θεσσαλονίκης και σκοτώνει ένα κάτοικό του (ως συνεργάτη του Κομιτάτου). Η ίδια ομάδα καίει το σπίτι του Αστερίου, ενός ρουμανιστή Βλάχου.

Στα μέσα Ιανουαρίου η ελληνική οργάνωση εκτελεί τον εξαρχικό δάσκαλο στο μακεδονικό χωριό Γκράντομπορ [Градобор / Πεντάλοφος].

Την Τετάρτη 2 / 15 Φεβρουαρίου 1905, η ελληνική οργάνωση δολοφονεί το Ρουμανόβλαχο Economu Emmanuel, ηγούμενο της μονής Oršan (: Αρχαγγέλου Όσσιανης του καζά Γευγελής).

Ο πρόξενος Λάμπρος Κορομηλάς γράφει, την Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 1905, σε αναφορά του προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, ότι «δικοί μας» έστησαν ενέδρα και σκότωσαν τον εξαρχικό Πρόδρομο, από την προαναφερόμενη Νεοχωρούδα, καθώς αυτός επέστρεφε στο σπίτι του, από τη Θεσσαλονίκη.

Σε άλλο έγγραφο του, ο έλληνας πρόξενος γράφει ότι την Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 1905, ένας Έλληνας, «υπηρέτης καφενείου», μαχαίρωσε και πλήγωσε σοβαρά, στη συνοικία Βαρδάρη της Θεσσαλονίκης, τον πρόκριτο του Σόροβιτς [Сорович / Αμύνταιο]  και μέλος του Κομιτάτου, Χατζημίσεφ ή Μίσο Μίτζοφ.  Μετά τη πράξη του, ο δράστης κατέφυγε και κρύφτηκε στο ελληνικό προξενείο. Ο Κορομηλάς, ενημερώνει το υπουργείο, πως αυτός «διαφέρει των άλλων» (: εκτελεστών της ελληνικής οργάνωσης), γιατί ούτε προσωπικό συμφέρον είχε για την πράξη, ούτε πληρώθηκε γι’ αυτή, όπως συνήθως γίνεται. Καταλήγει δε λέγοντας πως θα τον στείλει κρυφά στην Ελλάδα και ζητάει να ανταμειφθεί από την κυβέρνηση και να «του χορηγηθεί εργασία ή θέση», να του προσφερθεί δηλαδή ένας διορισμός στο δημόσιο.

Η ανακοίνωση της σύλληψης «των υπαλλήλων και των υπηρετών» της μονής  της Αγίας Τριάδας, που βρίσκεται ανατολικά και κοντά στα Βοδενά και η μεταφορά τους στη Θεσσαλονίκη, με την κατηγορία της συμμετοχής τους στη δολοφονία ενός εξαρχικού (κατά το μήνα Ιανουάριο) κάνει το Λάμπρο Κορομηλά να ενημερώσει τον προϊστάμενο υπουργό, ότι ο φόνος αυτός πραγματοποιήθηκε από «ελληνική συμμορία».

Τη νύχτα της Πέμπτης προς Παρασκευή, 3η προς 4η Μαρτίου, ένα ελληνικό σώμα πιάνει, έξω από το χωριό Γιανάκοβο [Јанаково / Γιαννακοχώρι]  των Βοδενών, δύο άτομα  και τα τουφεκίζει ως συνεργάτες του Κομιτάτου.

Το δεύτερο δεκαήμερο του Μαρτίου, ο Χατζή-Αντώνης από το χωριό Αϊβάτοβο [Ајватово / Λητή],  ο οποίος θεωρείται από την ελληνική οργάνωση ως «οδηγός των κομιτατζήδων»,  δολοφονείται με τρεις σφαίρες, ενώ επέστρεφε στο σπίτι του από τη Θεσσαλονίκη [Солун].

Σε έγγραφο του άγγλου πρόξενου στη Θεσσαλονίκη Graves, με ημερομηνία 25 Μαρτίου / 7 Απριλίου 19057 Απριλίου 1905, προς τον άγγλο πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Sir Nicholas O’Conor, μεταξύ άλλων διαβάζουμε: «Κύριε, λαμβάνω την τιμή να ανακοινώσω ότι τα ελληνικά σώματα εξακολουθούν να περιφέρονται ελεύθερα στο βιλαέτι της Θεσσαλονίκης, ιδιαίτερα δε στον καζά του Γενιτζέ, της Γευγελής και της Δοϊράνης. Από της εποχής εντούτοις των άγριων φόνων, που διαπράχθηκαν την 4η Μαρτίου κοντά στο Γενιτζέ Καρά Αζμάκ, όπως ανέφερα ήδη στο χρονολογούμενο από της 11ης του περασμένου μήνα εγγράφου μου, δεν διέπραξαν τέτοια σοβαρά εγκλήματα, όπως είναι αυτά που αναγγέλλονται από τα νότια διαμερίσματα του βιλαετίου Μοναστηρίου, αλλά περιορίστηκαν στο να τρομοκρατούν τα χωριά των εξαρχικών και να χρησιμεύουν ως κατάσκοποι του τουρκικού στρατού».

Στα τέλη Μαρτίου, προξενικό έγγραφο καταγράφει, τη σύλληψη δύο χωρικών, από ελληνική ομάδα, στο μακεδονικό Μέσιμερ [Месимер / Μεσιμέρι]  του καζά Βοδενών και το φόνο τους έξω από το χωριό.

Στις 10 Απριλίου ένα ένοπλο ελληνικό σώμα, μπαίνει σε κάποιο νερόμυλο που βρίσκεται ανάμεσα στα χωριά Βρέζοτ ή Βρες [Брежот или Врес / Άγιος Λουκάς]  και Λιπαρίνοβο [Липариново / Λιπαρό]  του καζά Γιανιτσών και σκοτώνει έξι Μακεδόνες. Τρεις μέρες μετά, μια άλλη ελληνική ομάδα εισβάλλει στο χωριό Γκολίσανι [Голишани / Λευκάδια]  των Βοδενών και σκοτώνει έξι κατοίκους του.

Το δεύτερο δεκαήμερο του Απριλίου, μια ελληνική ομάδα μπαίνει στο χωριό Νέγκορτσι [Негорци]  της Γευγελής. Κατευθύνεται «στο σπίτι του Παύλου», τον οποίο οι Έλληνες θεωρούν οδηγό (ανιχνευτή) των τσετών. Σπάνε την πόρτα, αλλά δέχονται πυροβολισμούς μέσα από το σπίτι και αναγκάζονται να φύγουν, αφού όμως πρώτα σκοτώνουν ένα «κομιτατζή».

Σε εμπιστευτικό σήμα του, ο Κορομηλάς αναφέρει, πως στις αρχές Μαΐου, ένα ελληνικό σώμα έπιασε έξω από το μακεδονικό χωριό Τσερκόβιανι [Црковјани / Εκκλησιοχώρι]  του καζά Βοδενών, τρεις κατοίκους του χωριού, τους έδεσε και μετά τους κρέμασε.

Εκείνες τις μέρες, μια ελληνική ομάδα αιχμαλωτίζει έξω από το Σμπόρσκο [Сборско или Зборско / Πευκωτό]  των Βοδενών, εννιά κατοίκους του χωριού και τους παίρνει μαζί της. Ανάμεσα στους συλληφθέντες υπάρχουν γυναίκες και μικρά παιδιά. Ένας χωρικός που διαφεύγει της προσοχής των ενόπλων κατά τη σύλληψη, πηγαίνει αμέσως και καταγγέλλει το γεγονός στις οθωμανικές αρχές, οι οποίες στέλνουν ένα στρατιωτικό απόσπασμα για να καταδιώξει τους απαγωγείς. Οι Έλληνες μόλις βλέπουν τους στρατιώτες να πλησιάζουν, εγκαταλείπουν τα θύματά τους και φεύγουν βιαστικά στο βουνό.

Ένα άλλο ελληνικό σώμα δύναμης σαράντα ανδρών, που περνάει την Κυριακή 8 Μαΐου μέσα από το χωριό Τσόρνοβο [Чорново / Φυτεία]  του καζά Βέροιας [Берска], συναντάει στο δρόμο του χωριού ένα χωροφύλακα. Ο καπετάνιος του σώματος, διαβεβαιώνει τον χωροφύλακα πως δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από τους Έλληνες, γιατί αυτοί καταδιώκουν μόνο τους κομιτατζήδες. Και για του λόγου το αληθές, του δείχνει τρεις αιχμαλώτους Μακεδόνες που έχει μαζί του και πρόκειται, όπως του λέει, σύντομα «να τιμωρήσει».

Την Παρασκευή 6 Μαΐου, το ένοπλο σώμα του επιλοχία Ανδρέα Παπαγεωργίου (καπετάν Βελίτσα), αποτελούμενο από ρωμιούς μισθοφόρους, στρατολογημένους στο χωριό Ντρεμίγκλαβα της Θεσσαλονίκης, επιτίθεται στο Αμπάρ Κιόι [Амбар Ќој / Μάνδρες]  του Κιλκίς. Αναζητεί ανεπιτυχώς, να βρει και να σκοτώσει τον παπά του χωριού, εκτελεί όμως έναν νεαρό βοσκό και φεύγει, αφού πρώτα καίει αρκετά σπίτια Μακεδόνων.

Την Παρασκευή 13 Μαΐου, ένοπλοι Έλληνες σκοτώνουν έξω από το χωριό Στογιάκοβο [Стојаково]  του καζά Γευγελής, τρεις εξαρχικούς χωρικούς.

Τέσσερις μέρες αργότερα, στις 17 Μαΐου, ένα ελληνικό σώμα μπαίνει στο χωριό Βούντριστα ή Σαρή Καντή [В’дриста или Сари Кади / Παλαιός Μυλότοπος]  των Γιανιτσών, μαζεύει τους προύχοντες και τους απειλεί πως αν δεν πάνε στις αρχές, να δηλώσουν πως επιστρέφουν στο Πατριαρχείο, θα κάψει το χωριό.

Στις 25 Μαΐου η ελληνική οργάνωση σκοτώνει κοντά στο Σαρμουσακλί [Сармусакли / Πεντάπολη]  των Σερρών, τον Άγκελ Ζαχάριεφ, κάτοικο του μακεδονικού χωριού Ντρένοβο [Дреново / Δράνοβον],  του ίδιου καζά.

Τη Δευτέρα 30 Μαΐου 1905, ο υπολοχαγός Μαζαράκης (Ακρίτας) αποφασίζει να «τιμωρήσει» το μακεδονικό χωριό Γκολίσανι των Βοδενών, καθώς το θεωρεί «εχθρικό χωριό». Το σώμα του Μαζαράκη, δύναμης 57 ανδρών, επιτίθεται το βράδυ, χωρισμένο σε τρεις ομάδες. Ωστόσο οι μακεδόνες κάτοικοι του χωριού έχουν πληροφορηθεί τα σχέδια των Ελλήνων και προβάλουν σθεναρή αντίσταση, με τη βοήθεια και άλλων χωρικών από τα γύρω χωριά. Το ελληνικό σώμα αναχωρεί το πρωί, μόλις γίνεται γνωστή η άφιξη του οθωμανικού στρατού, αφήνοντας πίσω του 20 νεκρούς Μακεδόνες.  Από τους Έλληνες σκοτώνονται τρία άτομα.

Gevgelija. Αναφέρεται και ως Gjevgjelija, Gjevgjeli, Gevgelij. Στις ελληνικές πηγές υπάρχει με την ονομασία Γευγελή ή Γεβγελή. Έδρα του ομώνυμου καζά. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 5.200 άτομα. Η μεγάλη πλειοψηφία τους ήταν χριστιανοί Μακεδόνες. Υπήρχαν λίγοι Βλάχοι, Αλβανοί, Τσιγγάνοι και Ρωμιοί χριστιανοί. Οι πατριαρχικοί αποτελούσαν τα 2/3 του χριστιανικού πληθυσμού. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός ανερχόταν σχεδόν σε 1.200 άτομα. Οι περισσότεροι ήταν Τούρκοι. Υπήρχαν ωστόσο ανάμεσά τους Τσερκέζοι, Μακεδόνες και Τσιγγάνοι.

«Φιλιππούπολις», Τρίτη 18 Ιανουαρίου 1905.

«Εμπρός» και «Σκριπ», Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 1905.

Bajalca, Bajalci, Bajaldža. Και Μπαγιάλτσα στα ελληνικά. Χωριό του καζά Γευγελής. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 250 εξαρχικοί Μακεδόνες. Η Μπαγιάλτσα κάηκε από τον ελληνικό στρατό στο δεύτερο βαλκανικό πόλεμο. Οι περισσότεροι κάτοικοί της κατέφυγαν στη Βουλγαρία και κάποιοι στη γειτονική Γευγελή. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στον οικισμό 243 πατριαρχικούς πρόσφυγες, από τον Πόντο και τον Καύκασο. Το 1928 η Μπαγιάλτσα μετονομάστηκε Πλατάνι και το 1940 Πλατανιά.

«Καιροί», Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 1905.

Jenikjoi ή Eni Kjoj ή Novo Selo. Και Νεοχωρούδα στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 800 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Οκτώ οικογένειες έφυγαν με τη συνθήκη της Νεϊγύ για τη Βουλγαρία. Το 1928 ο οικισμός είχε περίπου 900 κατοίκους.

«Καιροί» και «Χρόνος», Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 1905.

«Εμπρός», Τρίτη 25 Ιανουαρίου 1905.

Rubin, σ. 189.

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 75, 6 Φεβρουαρίου.

Sorovič ή Surovičevo. Το Σόροβιτς των ελληνικών εγγράφων. Οικισμός του ναχιγιέ Ρούντνικ (Rudnik) του καζά Φλώρινας. Τα τελευταία χρόνια της οθωμανικής περιόδου ζούσαν εδώ περίπου 900 χριστιανοί (εξαρχικοί και πατριαρχικοί) Μακεδόνες και 100 μουσουλμάνοι Τούρκοι (Τούρκοι και Τσιγγάνοι). Μεταξύ των ετών 1903 -1910 μετανάστευσαν από τον οικισμό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» 21 άτομα. Το 1913 ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο Σόροβιτς ως πρόσφυγες, λίγοι πατριαρχικοί Βλάχοι από τα Μπίτολα. Μέχρι το 1924 όλοι οι μουσουλμάνοι έφυγαν υποχρεωτικά και τη θέση τους πήραν χριστιανοί πρόσφυγες από την Τουρκία. Το 1928 ο νόμιμος πληθυσμός του οικισμού υπολογίζεται σε 1.400 γηγενείς Μακεδόνες και 250 πρόσφυγες. Το 1928 μετονομάστηκε Αμύνταιον.

Draganof, σ. 275.

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 81, 23 Φεβρουαρίου.

Τα μοναστήρια της Μακεδονίας, που βρίσκονταν στον έλεγχο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, αποτελούσαν βάσεις των ελληνικών σωμάτων. Αυτός είναι ο λόγος που αρκετά από τα μοναστήρια έγιναν στόχος των αυτονομιστικών τσετών, οι οποίες και τα έκαψαν.

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 86, 27 Φεβρουαρίου.

Janakovo. Και Γιαν(ν)άκοβο(ν) στις ελληνικές πηγές. Χριστιανικό χωριό του καζά Βοδενών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 50 πατριαρχικοί Μακεδόνες. Μέχρι το 1924 η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε εδώ και 80 πατριαρχικούς πρόσφυγες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Γιαννακοχώρι και το 1940 Γιαννακοχώριον.

Οι εφημερίδες «Εμπρός», «Σκριπ» και «Καιροί», της 25ης Απριλίου, ανεβάζουν σε επτά τον αριθμό των φονευμένων στο Γιανάκοβο

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 96, 9 Μαρτίου.

Ajvatovo και Aivatli. Το Αιβάτι(ον) των ελληνικών πηγών. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 1.500 πατριαρχικοί Μακεδόνες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Λητή.

«Σκριπ», Δευτέρα 28 Μαρτίου 1905.

Saloniki, Solun, Selanik, Thesaloniki. Στα Ρωμαίικα Σαλονίκη και στα ελληνικά Θεσσαλονίκη (επίσημη ονομασία). Έδρα του ομώνυμου καζά και βιλαετίου. Ο πληθυσμός της πρωτεύουσας της Μακεδονίας είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Σύμφωνα πάντως με τις πηγές, πριν τους βαλκανικούς πολέμους φαίνεται πως ζούσαν στη Θεσσαλονίκη, σε στρογγυλούς αριθμούς και με κάθε επιφύλαξη, 60.000 ισπανόφωνοι Εβραίοι, 35.000 μουσουλμάνοι (οι περισσότεροι Τούρκοι, δευτερευόντως εξισλαμισμένοι Εβραίοι ή Ντονμέδες, καθώς επίσης και ένας αριθμός Τσιγγάνων), 16.000 χριστιανοί Ρωμιοί, 8.000 χριστιανοί Μακεδόνες, 2.000 χριστιανοί Βλάχοι και μερικές χιλιάδες άτομα από διάφορες άλλες γλωσσο-θρησκευτικές ομάδες. Μετά τις υποχρεωτικές και «εθελούσιες» ανταλλαγές των πληθυσμών, η εικόνα που παρουσιάζεται στην απογραφή του 1928 είναι η εξής: Στην πόλη απογράφονται 244.680 άτομα, μεταξύ των οποίων υπάρχουν 117.041 πρόσφυγες. Περίπου 20.000 άτομα έχουν γεννηθεί σε κάποιο οικισμό της Μακεδονίας, εκτός της πόλης. Άλλα 20.000 περίπου άτομα έχουν γεννηθεί σε κάποιο γεωγραφικό διαμέρισμα της Ελλάδας, εκτός της Μακεδονίας (προφανώς τα περισσότερα από τα τελευταία στελεχώνουν τον κρατικό μηχανισμό). Επίσημα απογράφονται 54.196 ισπανόφωνοι Εβραίοι, στην πλειοψηφία τους παλαιοί κάτοικοι της πόλης. Την τουρκική έχουν για μητρική γλώσσα 6.452 χριστιανοί (οι πιο πολλοί πρόσφυγες) και 364 μουσουλμάνοι (εξαιρεθέντες της υποχρεωτικής ανταλλαγής). Μεγάλη ομάδα αποτελούν οι 5.109 χριστιανοί Αρμένιοι (σχεδόν όλοι πρόσφυγες). Από τους αλβανόφωνους, εμφανίζονται μόνο οι 486 εξαιρεθέντες της ανταλλαγής μουσουλμάνοι, αλλά όχι και οι χριστιανοί. Η στατιστική υπηρεσία μειώνει τα νούμερα, αλλά καταγράφει την ύπαρξη κατοίκων της πόλης που έχουν ως μητρική γλώσσα την «μακεδονοσλαυϊκή» (: μακεδονική), την «κουτσοβλαχική» (: βλαχική ή αρουμάνικη), την αλβανική, την «αθιγγανική» (: τσιγγάνικα). Χωριστά εμφανίζονται 602 καθολικοί Ιταλοί και 340 ορθόδοξοι Ρώσοι.

«Νέον Άστυ», Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 1905.

Mesimer ή Mesmer ή Mismer. Στα ελληνικά αναφέρεται ως Μεσημέρι(ον). Χριστιανικό χωριό του καζά Βοδενών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 850 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί).

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 113, 30 Μαρτίου.

Vrežot, Vres, Vireš. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται σαν Βρες, Βρέσι, Βρεζ, Βρέζι. Χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Οι κάτοικοί του ήταν μουσουλμάνοι Τσιγγάνοι και πατριαρχικοί Μακεδόνες. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 330 άτομα. Με τη συνθήκη της Λοζάνης, όλοι οι μουσουλμάνοι του χωριού υποχρεώθηκαν να φύγουν στην Τουρκία. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Άγιος Λουκάς. Το 1928 κατοικούσαν στο χωριό 150 Μακεδόνες.

Liparinovo και Lipara. Στα ελληνικά κείμενα αναφέρεται σαν Λιπαρίνοβο(ν) και Λιπαρά. Χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Οι κάτοικοί του ήταν χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί) και λίγοι Τσιγγάνοι. Το 1912 αριθμούσε περίπου 140 άτομα. Το 1928 απογράφηκαν στο χωριό 188 άτομα, 18 εκ των οποίων ήταν πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν εδώ μετά το 1922. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Λιπαρό και το 1940 Λιπαρόν.

Golišani. Αναφέρεται επίσης ως Gulišane και Gališan. Στις ελληνικές πηγές την συναντάμε σαν Γκολέσανη, Γκολουσάνη, Γκολουσιάνη, Γκολεσιάνι, Γκολέσιανη, Γκολεσιάνη, Γκολισιάν. Χριστιανικό χωριό του καζά Βοδενών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 130 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Μέχρι το 1924 η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στον οικισμό και 64 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1926 μετονομάστηκε Γυμνοτόπι και μετά Λευκάδι. Το 1928 η ονομασία άλλαξε πάλι και έγινε Λευκάδια.

Κάκκαβος, σ. 23. «Ακρόπολις», «Καιροί» και «Εμπρός», της 23ης Απριλίου 1905.

Negorci. Νέγκορτσα και Νεγκόρτσα στα ελληνικά κείμενα. Χωριό του καζά Γευγελής. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους, ζούσαν εδώ 92 οικογένειες χριστιανών Μακεδόνων (εξαρχικών και πατριαρχικών) και 95 οικογένειες μουσουλμάνων τούρκων. Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 1.133 άτομα.

«Εμπρός», «Αθήναι» και «Σκριπ», της 30ης Απριλίου 1905.

Crkovjani ή Crkoveni ή Čerkovjan. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Τσερκόβιανη και Τσερκόβιανη. Χριστιανικό χωριό του καζά Βοδενών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 100 εξαρχικοί Μακεδόνες. Μέχρι το 1924 η ελληνική διοίκηση εγκαθιστά στο χωριό και 143 πατριαρχικούς πρόσφυγες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάζεται Κλησοχώρι και το 1940 Εκκλησιοχώριον.

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 137, 6 Μαΐου. «Καιροί» και «Σκριπ», της 21ης Μαΐου 1905.

Sborsko και Zborsko. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Σμπόρτσκο(ν) και Σμπόρσκο. Χωριό της περιοχής Μογλενών του καζά Βοδενών και στη συνέχεια του καζά Καρατζά Αμπάτ ή Καρατζόβας. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 1.100 εξαρχικοί Μακεδόνες. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ 15 οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Πευκωτόν. Στη γερμανική κατοχή, το χωριό έγινε ορμητήριο του ΕΛΑΣ. Μια μέρα, μεγάλη δύναμη Γερμανών με καμιόνια ανέβηκαν στο χωριό, το έκαψαν και το ισοπέδωσαν. Πολλοί κάτοικοί του εγκαταστάθηκαν δίπλα στο προσφυγικό χωριό Σεβέριανι (Βορεινό).

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 141, 9 Μαΐου.

Čornovo, Čornova. Τσέρνοβο(ν) και Τσόρνοβο(ν) στις ελληνικές πηγές. Χριστιανικός οικισμός του καζά Βέροιας. Οι κάτοικοί του ήταν πατριαρχικοί Μακεδόνες. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 600 άτομα. Το 1926 μετονομάστηκε Φυτιά και το 1940 Φυτεία.

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 141, 9 Μαΐου.

Ambar Kjoj ή Hambar Kjoj. Και Αμπάρ Κιόι στα ελληνικά. Χωριό του καζά Αβρέτ Χισάρ (ή Κιλκίς ή Κούκους). Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 300 εξαρχικοί Μακεδόνες και 70 μουσουλμάνοι Τούρκοι. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους το χωριό ερημώνει. Οι Μακεδόνες κάτοικοί του μετανάστευσαν στη Βουλγαρία και οι μουσουλμάνοι στην Τουρκία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στο Αμπάρ Κιόι 125 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων (κυρίως Αλβανούς από την Ανατολική Θράκη). Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Μάνδρες και το 1940 Μάνδραι.

ΔΙΣ, σ. 184. Draganof, σ. 230.

Stojakovo. Και στα ελληνικά Στογιάκοβο(ν) Χωριό του καζά Γευγελής. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ 1.397 χριστιανοί Μακεδόνες (1.333 εξαρχικοί και 64 πατριαρχικοί) και 128 μουσουλμάνοι (Τούρκοι και Τσιγγάνοι). Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 1.396 άτομα.

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 144, 15 Μαΐου.

V’drišta, Vadrišta, Sari Kadi. Στα ελληνικά κείμενα τη βρίσκουμε σαν Βούδριστα ή Σαρή Καδή. Χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Το 1912 είχε περίπου 350 κατοίκους (εξαρχικούς Μακεδόνες και μουσουλμάνους Τσιγγάνους). Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, οκτώ εξαρχικές οικογένειες έφυγαν για τη Βουλγαρία. Με τη συνθήκη της Λοζάνης, όλοι οι μουσουλμάνοι υποχρεώθηκαν να φύγουν για την Τουρκία. Από την άλλη, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στο χωριό 226 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1927 ο οικισμός μετονομάζεται Μυλότοπος και το 1940 Παλαιός Μυλότοπος. Το 1928 απογράφηκαν εδώ 1.098 άτομα, 700 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 152, 19 Μαΐου.

Sarmusakli. Στα ελληνικά Σαρμουσακλή ή Σαρμουσακλί. Χωριό του καζά Σερρών. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 1.800 πατριαρχικοί Ρωμιοί. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών εγκαταστάθηκαν στο χωριό και αρκετοί πατριαρχικοί πρόσφυγες. Το 1928 απογράφηκαν στο Σαρμουσακλή 3.102 άτομα, 317 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής. Ο οικισμός μετονομάστηκε Πεντάπολις, το 1928.

Drenovo ή Drjanovo ή Dovišta. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται σαν Δριάνοβα, Δράνοβο(ν) και Δράνοβα. Χωριό του καζά Σερρών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 400 εξαρχικοί μακεδόνες και 20 μουσουλμάνοι Τσερκέζοι. Ο ελληνικός στρατός έκαψε το χωριό στο δεύτερο βαλκανικό πόλεμο. Τον Αύγουστο του 1915 το χωριό ήταν εγκαταλειμμένο. Οι περισσότεροι εξαρχικοί κάτοικοί του μετανάστευσαν στη Βουλγαρία, κυρίως στη Stanimaka (Asenovgrad). Όλοι οι μουσουλμάνοι έφυγαν υποχρεωτικά στην Τουρκία. Το 1928 απογράφηκαν 78 άτομα, 12 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής. Στη συνέχεια ο οικισμός ερήμωσε.

Draganof, σ. 231.

Βλ. Μαζαράκης, σ. 247 – 249. Κάκκαβος, σ. 122.

«Σκριπ» της 9ης Ιουνίου και «Εμπρός» της 11ης Ιουνίου1905.

Η πρώτη έκδοση του «Ελληνικού Αντιμακεδονικού Αγώνα

δεν επιτρέπονται τα σχόλια.

Κατηγορίες

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


ALPHA BANK

Account 852 00 2101 031390

IBAN: GR47 0140 8520 8520 0210 1031 390

BIC: CRBAGRAA

Μηνιαίες Εκδόσεις

Македонска Ризница
  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2016 (147)
  • 2015 (416)
  • 2014 (404)
  • 2013 (377)
  • 2012 (372)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)