Οι ψαράδες των Γιανιτσών


Η (αποξηραμένη σήμερα) λίμνη των Γιαννιτσών, ή πιο σωστά ο τεράστιος βάλτος που βρισκόταν νότια από την πόλη Γιανιτσά [Ениџе Вардар

Δημήτρης Λιθοξόου

Δημήτρης Λιθοξόου

или Пазар / Γιαννιτσά],[1] αποτελούσε τα χρόνια μετά το Ίλιντεν, καταφύγιο των κυνηγημένων, από τον στρατό, αυτονομιστικών τσετών.

Η αρχή έγινε, όταν το καλοκαίρι του 1903 μια τσέτα κυνηγημένη από το οθωμανικό ιππικό, δανείστηκε από τους ψαράδες τις λίμνης τις χωρίς καρίνα μονόξυλες βάρκες τους (τις λεγόμενες πλάβες) για να κρυφτεί μέσα στις πυκνές καλαμιές και τα βούρλα. Το ίδιο το μέρος έδωσε στους αυτονομιστές την ιδέα ότι η λίμνη μπορούσε να γίνει ένα θαυμάσιο καταφύγιο γι’ αυτούς.[2]

Μέσα στη λίμνη υπήρχαν πλωτές ξύλινες καλύβες που χρησιμοποιούσαν ήδη οι ψαράδες. Βάζοντας τσουβάλια με άμμο, περιμετρικά στο πάτωμα σε κάποιες από τις καλύβες, οι επαναστάτες τις μετέτρεψαν σε μικρά οχυρά, αόρατα, λόγω της πυκνής βλάστησης, από τα μάτια των εχθρών.[3]

Η λίμνη αποτελούσε ταυτόχρονα και γλωσσικό σύνορο. Στα χωριά που βρίσκονταν ανατολικά, βόρεια και δυτικά αυτής, η μακεδονική ήταν η επικρατούσα γλώσσα, ενώ υπήρχαν και χωριά όπου κατοικούσαν Τούρκοι και Τσιγγάνοι, μόνοι τους ή μαζί με Μακεδόνες. Νότια της λίμνης, στον τόπο που είναι γνωστός και ως Ρουμλούκι (Urumluk), οι κάτοικοι μιλούσαν ρωμαίικα.

Η ελληνική οργάνωση θεώρησε εξαρχής πως το Ρουμλούκι μπορούσε να γίνει κέντρο εξόρμησης των ελληνικών ένοπλων ομάδων, στις επιθέσεις τους, τόσο κατά των αυτονομιστών που βρίσκονταν μέσα στη λίμνη, όσο και εναντίον των γειτονικών μακεδονικών χωριών.

Την Κυριακή 20 Φεβρουάριου 1905, σύμφωνα με την αφήγηση του Λάμπρου Κορομηλά,[4] το δεκαεξαμελές ελληνικό σώμα που εδρεύει στο Ρουμλούκι, πραγματοποιεί επίθεση στην βορειοανατολική πλευρά της λίμνης, κοντά στο χωριό Τσέκρι ή Κιρκάλοβο [Чекри или Киркалово / Παραλίμνη][5]. Οι Έλληνες, με δώδεκα πλάβες και ισάριθμους πλαβιτζήδες (βαρκάρηδες), πλέουν και φτάνουν στην «καλύβα του Παύλου», την καλύβα ενός μακεδόνα ψαρά, που βρίσκεται εκεί για ψάρεμα μαζί με άλλους οκτώ μακεδόνες ψαράδες. Οι ένοπλοι της ελληνικής ομάδας τους συλλαμβάνουν όλους και τους ζητούν να τους οδηγήσουν σε μια καλύβα στη λίμνη, όπου υπάρχουν αυτονομιστές. Οι ψαράδες αρνούνται και τότε οι Έλληνες αρχίζουν να τους εκτελούν τον έναν, μετά τον άλλο. Μετά την τρίτη εκτέλεση ένας «λιποψυχεί» και δέχεται να τους οδηγήσει.

Οι ένοπλοι, με τους πέντε αιχμαλώτους ψαράδες, πλέουν για την «καλύβα του Μποζίνου». Μόλις πλησιάζουν εκεί, βάζουν έναν ψαρά, που τον ήξεραν, να τους μιλήσει από απόσταση. Από την καλύβα φεύγουν δυο πλάβες με πέντε άτομα, να τους συναντήσουν. Οι Έλληνες ανοίγουν πυρ εναντίον τους και αφού τους σκοτώνουν, στη συνέχεια σημαδεύουν όποιον υπάρχει πάνω στην καλύβα. Οι Μακεδόνες ανταπαντούν στα πυρά και οι επιτιθέμενοι φεύγουν έχοντας έναν νεκρό πλαβιτζή. Κατά την επιστροφή, σκοτώνουν τους δεμένους ψαράδες, που έχουν μαζί τους.

Ο έλληνας πρόξενος σημειώνει πως οι απώλειες του εχθρού[6] ήταν οι δεκατέσσερις στην καλύβα και οι εννιά αιχμάλωτοι ψαράδες, σύνολο είκοσι τρεις νεκροί. Ο Χιλμή Πασάς δηλώνει αργότερα πως όλοι «οι φονευθέντες ήταν απλοί ψαράδες» και «κατακρίνει σφόδρα τους Έλληνες».[7]

Η μαρτυρία του Αλέξανδρου Ξανθόπουλου

Ο Αλέξανδρος Ξανθόπουλος, που στο παρελθόν είχε δουλέψει για οκτώ χρόνια ως μηχανοδηγός στο σιδηρόδρομο Θεσσαλονίκης-Κωνσταντινούπολης, είναι ένας οπλαρχηγός της ελληνικής οργάνωσης, επικεφαλής δέκα ανδρών, που δρα στην περιοχή του Κιλκίς.

Το Μάιο του 1905, συντάσσει μια έκθεση[8] για την ένοπλη δραστηριότητα των ελληνικών ομάδων, κατά το προηγούμενο διάστημα, στους καζάδες Θεσσαλονίκης [Солунска], Κιλκίς [Кукушка], Δοϊράνης [Дојранска] και Γιανιτσών [Енидже Вардарска].

Ο Ξανθόπουλος γράφει στην έκθεση, πως υπάρχουν εδώ οι εξής πολιτοφυλακές:

Στο τμήμα Θεσσαλονίκης. Μία στο χωριό Βάλτσα ή Μπάλτσα [Балџа / Μελισσοχώρι],[9] με αρχηγό τον Πασχάλη. Έχει ένα μάλινχερ, δεκατέσσερα όπλα γκρα και ισάριθμα περίστροφα. Δεύτερη στη Δρεμιγκλάβα ή Ντρεμίγκλαβα [Дремиглава / Δρυμός],[10] με αρχηγό τον Αντώνη. Διαθέτει ένα μάλινχερ, δεκατρία όπλα γκρα και ισάριθμα περίστροφα. Τρίτη στη Νιοχωρούδα ή Νιοχώρι [Неохор / Νεοχώρι][11] με τρία όπλα γκρα. Τέταρτη στο Γκράντομπορ [Градобор / Πεντάλοφος],[12] ένα μικτό χωριό πατριαρχικών και εξαρχικών Μακεδόνων, όπου η οργάνωση έχει οκτώ περίστροφα.

Στο τμήμα της Δοϊράνης, μία πολιτοφυλακή στη Μπογδάντσα. Εδώ αρχηγός είναι ο Μιχάλης (Σιωνίδης) που έχει στη διάθεσή του ένα μάλινχερ, επτά όπλα γκρα και ισάριθμα περίστροφα.

Και τέλος μία πολιτοφυλακή στο τμήμα των Γιανιτσών, με δέκα όπλα γκρα και άλλα τόσα περίστροφα.

Εκτός από τις προαναφερόμενες πολιτοφυλακές, σε αυτό το γεωγραφικό διαμέρισμα δρούσαν τρεις ένοπλες ομάδες. Μία στην περιφέρεια Γιανιτσών, υπό την ηγεσία του καπετάν Γεωργάκη (Γιώργος Πέτρου). Δεύτερη στην περιφέρεια Δοϊράνης, με οπλαρχηγό τον Ζήρια (Γιάννη Σακελαρόπουλο) και τρίτη στην περιφέρεια Κιλκίς, με οπλαρχηγό, αρχικά τον Τζώρτζη (ανιψιό του τσιφλικά της περιοχής Γιώργου Χαρίση) και στη συνέχεια τον συντάκτη της έκθεσης, Αλέξανδρο Ξανθόπουλο.

Αυτές οι πολιτοφυλακές και τα σώματα απαιτούν συνεχώς «μεγάλες υλικές θυσίες», δηλαδή άφθονο χρήμα για να πληρώνονται τα μέλη που τις αποτελούν, χρήμα το οποίο παρέχει το ελληνικό προξενείο Θεσσαλονίκης.

Όσον αφορά τη δράση τους, οι πολιτοφυλακές της Μπάλτσας και της Δρεμιγκλάβας, βρίσκονται σε «ασυμφωνία» μεταξύ τους. Συνεργάζονται μόνο μια φορά για να σκοτώσουν έναν εξαρχικό στη Νιοχωρούδα. Η επταμελής πολιτοφυλακή της Μπογδάντσας, παραδίνεται μαζί με τον αρχηγό της, όταν συναντάει τυχαία ένα στρατιωτικό απόσπασμα. Τα μέλη της ωστόσο αποφυλακίζονται μετά δυο μήνες.[13]

Το σώμα του καπετάν Γεωργάκη, δύναμης ογδόντα αντρών, παραδίνεται δίχως μάχη στον οθωμανικό στρατό.[14]

Η ομάδα του Ζήρια, με δεκατρία μέλη, παραδίνεται[15] κι αυτή χωρίς αντίσταση στον στρατό, στις 12 Μαρτίου 1905. Ο αρχηγός Ζήριας και ένας άνδρας του, που ήταν στην οπισθοφυλακή, διαφεύγουν. Προηγουμένως η ομάδα έχει επιτεθεί στο μακεδονικό χωριό Μπάλιντσι [Балинци][16] της Δοϊράνης, όπου αιχμαλώτισε και στη συνέχεια τουφέκισε οκτώ κατοίκους του.

Η αρχηγία της ομάδας της περιφέρειας Κιλκίς, πέρασε στον Ξανθόπουλο, όταν ο προηγούμενος αρχηγός Τζώρζης αυτοτραυματίστηκε, παίζοντας με ένα περίστροφο.

Ο Ξανθόπουλος και η ομάδα του πραγματοποιούν δύο επιθέσεις κατά μακεδονικών στόχων.

Το πρώτο χτύπημα δίνεται στο χωριό Πόποβο [Попово / Μυριόφυτο][17] της Δοϊράνης. Στις 3 Μαρτίου 1905, κατά τις 6 το απόγευμα, ο Ξανθόπουλος και οι άντρες του, ντυμένοι με στολές του οθωμανικού στρατού, προσποιούμενοι πως είναι τουρκικό απόσπασμα, για να εξαπατήσουν τα θύματά τους, μπαίνουν στο χωριό και ψάχνουν να βρουν το σπίτι του εξαρχικού ιερέα Ιβάν Μίτοφ[18], που τον θεωρούν συνεργάτη των αυτονομιστών. Βρίσκουν τυχαία στο δρόμο δυο Μακεδόνες, από ένα γειτονικό χωριό. Πρόκειται για τον μυλωνά της περιοχής και το γιο του. Τους ζητούν να τους δείξουν το σπίτι του παπά και εκείνοι αρνούνται. Τότε σφάζουν τον πατέρα. Τρομοκρατημένο το παιδί, τους οδηγεί στον παπά. Χτυπάνε την πόρτα και ζητάνε, μιλώντας τουρκικά, να τους ανοίξουν. Όταν βλέπουν πως δεν ανοίγουν, βάζουν δυναμίτη στους τοίχους του σπιτιού και προσπαθούν να το τινάξουν στον αέρα, μαζί με όσους βρίσκονται μέσα. Με τον θόρυβο της έκρηξης, βγαίνουν στο δρόμο οι γείτονες. Οι άντρες του Ξανθόπουλου ανοίγουν πυρ εναντίων των χωρικών. Πολλοί τραυματίζονται. Ένας Τούρκος σκοτώνεται μπροστα στην πόρτα του σπιτιού του.[19] Οι εισβολείς φεύγουν ανενόχλητοι,[20] πιστεύοντας ότι έχουν σκοτώσει συνολικά οκτώ άτομα.[21]

Λίγες μέρες αργότερα, στις 11 / 24 Μαρτίου 1905, στις 5 το απόγευμα, ο Ξανθόπουλος εισβάλλει στο χωριό Νταούτ Μπαλή [Даут Бали / Ωραιόκαστρο][22] της Θεσσαλονίκης. Εκτός από τους άντρες του, έχει μαζί του κι εκείνους της πολιτοφυλακής της Μπάλτσας και της Δρεμιγκλάβας. Οι ένοπλοι γυρίζουν μέσα στο χωριό και τρομοκρατούν τους κατοίκους. Φεύγουν μετά από μια ώρα, παίρνοντας μαζί τους οκτώ χωρικούς. Ανεβαίνουν σε ένα λόφο που βρίσκεται κοντά στο βουνό και ανακρίνουν τους αιχμαλώτους. Αφήνουν τους μισούς να ζήσουν, «με τον όρο» ότι θα στραφούν κατά των αυτονομιστών και θα ξαναγίνουν πατριαρχικοί. Τους άλλους μισούς τους καταδικάζουν σε θάνατο, ως συνεργάτες του Κομιτάτου. Τον ένα από αυτούς τον σφάζουν και τους άλλους τρεις τους εκτελούν με τουφεκισμό.[23]

Ο Ξανθόπουλος κλείνει την έκθεσή του, μεταξύ άλλων, με τρεις ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις.

Πρώτον, οι αρχηγοί των ενόπλων ομάδων αγνοούν «τον τόπο, τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα των εγχωρίων».

Δεύτερον, τα ελληνικά σώματα μπαίνουν στα «φιλικά» χωριά επιδεικτικά και χωρίς προφύλαξη. Διαμένουν οκτώ έως δέκα μέρες στο ίδιο κατάλυμα, ενώ δεν πρέπει, για λόγους ασφαλείας, να μένουν εκεί πάνω από σαράντα οκτώ ώρες. Τριγυρίζουν ανέμελα στους δρόμους, εκκλησιάζονται οπλισμένοι και πάνε στα καφενεία όπου διασκεδάζουν και φλυαρούν, προδίδοντας μυστικά της οργάνωσης στους χωρικούς.

Τρίτον, οι αρχηγοί πιστεύουν πως η «επίσημη Τουρκία» συμμερίζεται την ελληνική ένοπλη δράση στη Μακεδονία και είναι δυνατή η συνεργασία μας με τις οθωμανικές αρχές.[24] Έτσι «ευκολύνουμε την ύβρη, που μας έχει προσάψει η Ευρώπη, ότι δηλαδή συμμαχούμε με την Τουρκία και καταθέτουμε τα όπλα μόλις εμφανιστεί ο τουρκικός στρατός». Με τη συμπεριφορά μας, καταλήγει ο Ξανθόπουλος, αφενός μεν «δεν κάνουμε τίποτα άλλο από το να επιβεβαιώνουμε αυτή τη συμμαχία, που δεν μπορεί να διαφύγει της προσοχής του πολιτισμένου κόσμου, εις βάρος μας», αφετέρου δε «απογοητεύουμε τους μακεδονικούς πληθυσμούς που γεμίζουν τις τουρκικές φυλακές».


[1] (J)enidže Vardar ή Pazar. Στα ελληνικά κείμενα το βρίσκουμε σαν Γενιτσά, Γιανετσά, Γιανιτσά και Γιαννιτσά (επίσημη ονομασία, από το 1926). Έδρα του ομώνυμου καζά. Οι κάτοικοι του ήταν κυρίως μουσουλμάνοι Τούρκοι και χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Υπήρχαν ακόμα λίγοι μουσουλμάνοι Τσιγγάνοι και Εβραίοι. Το 1913 η πόλη είχε πληθυσμό 7.167 άτομα. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 448 εξαρχικές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Με τη συνθήκη της Λοζάνης, όλοι οι μουσουλμάνοι κάτοικοί της αναγκάστηκαν να φύγουν στην Τουρκία. Από την άλλη, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στα Γιανιτσά 1.390 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων (από τη Βουλγαρία, τη Θράκη, τον Πόντο, τη Μικρά Ασία και τον Καύκασο). Το 1928 απογράφηκαν στην πόλη 9.128 άτομα, 4.929 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

[2] Άλμπερτ Σόνισεν, Αναμνήσεις ενός μακεδόνα Αντάρτη, Αθήνα 2004, σ. 23.

[3] Κάκκαβος, σ. 106-107.

[4] Βλ. Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 82, 23 Φεβρουαρίου, Κορομηλάς προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών.

[5] Čekri, Čekre, Kirkalovo. Τσέκρι, Τσέκρε και Κιρκάλοβο στις ελληνικές πηγές. Μικρό χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 50 εξαρχικοί Μακεδόνες. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 13 άτομα από τον οικισμό μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Το 1926 μετονομάστηκε σε Παραλίμνη.

[6] Ο Dakin (σ. 310), γράφει πως «στις 4 Μαρτίου (νέα ημερομηνία) ένα ελληνικό σώμα δολοφόνησε οκτώ εξαρχικούς ψαράδες κοντά στα Γιανιτσά». Περιορίζει έτσι τον αριθμό των νεκρών, καθώς αναφέρεται μόνο στους νεκρούς ψαράδες της καλύβας του Παύλου και όχι στους σκοτωμένους στην καλύβα του Μποζίνου.

[7] Η είδηση διοχετεύεται από το ελληνικό προξενείο στην «Ανατολική Επιθεώρηση» και από εκεί αναδημοσιεύεται στις εφημερίδες: «Εμπρός» και «Αθήναι» της 2ας Μαρτίου 1905, «Σκριπ», «Άστυ», «Νέον Άστυ», «Καιροί» της 5ης Μαρτίου και «Ακρόπολις» της 10ης Μαρτίου.

[8] Βλ. Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905: με τίτλο «Η εν Μακεδονία δράσις», και ημερομηνία «εν Αθήναις τον Μάιον 1905» (αντίγραφο που κράτησε ο Αναστάσιος Παπασωτηρόπουλος τον Ιούλιο του 1905).

[9] Baldža. Και Μπάλτσα ή Μπάλτζα στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 2.700 πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1926 μετονομάστηκε Μελισσοχώρι και το 1928 Μελισσοχώριον.

[10] Dremiglava ή Dremi Glava. Αναφέρεται ακόμα σαν Dirmil και Darmos. Στις ελληνικές πηγές το βρίσκουμε ως Δερμίλ, Δριμύλ, Δρυμίγκλαβα, Δρυμιγκλάβα, Δριμύγλαβα. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 2.200 πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Σιδηροκέφαλο και το 1927 Δρυμός.

[11] Nihor και Neohori. To Νεοχώρι, Νηχώρι και Νεοχώριον (επίσημη ονομασία) των ελληνικών κειμένων. Χωριό της περιοχής Ρουμλουκίου του καζά Θεσσαλονίκης. Ήταν ένα τσιφλίκι στο οποίο ζούσαν και δούλευαν 270 περίπου χριστιανοί Ρωμιοί. Η σύνθεση του πληθυσμού δεν άλλαξε μετά τους βαλκανικούς πολέμους.

[12] Gradobor. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Γραδομπόρι, Γραδοβόρι, Γραδοβόρι, Γραδιμπόριον, Γραδεμπόριον. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 800 Μακεδόνες (εξαρχικοί και Πατριαρχικοί). Με τη συνθήκη της Νεϊγύ μετανάστευσαν στη Βουλγαρία έξι οικογένειες. Μέχρι το 1924 εγκαταστάθηκαν στο χωριό λίγες οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1928 ζούσαν εδώ περίπου 900 άτομα, 70 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής. Το 1953 ο οικισμός μοτονομάστηκε Πεντάλοφος.

[13] Αναφερθήκαμε πριν στη δωροδοκία της οθωμανικής διοίκησης, από το Λάμπρο Κορομηλά, για την απελευθέρωση τους.

[14] Τα 4/5 των ανδρών του σώματος αυτού, είχαν στρατολογηθεί στην Ελλάδα. Το σώμα παραδόθηκε στον οθωμανικό στρατό, όταν περικυκλώθηκε από τον τελευταίο, στο μακεδονικό χωριό Πέτροβο των Γιανιτσών. Στο Πέτροβο ο καπετάν Γεωργάκης είχε συλλάβει 13 κατοίκους, τους οποίους «επρόκειτο να τιμωρήσει διά θανάτου», αλλά δεν πρόλαβε. Βλ. Κάκκαβος, σ. 98-99.

[15] Η εφημερίδα «Άστυ» γράφει στις 17 Μαρτίου πως ο οπλαρχηγός «καπετάν Ζήρας», ενώ βρισκόταν με έντεκα άνδρες του στην περιοχή της Δοϊράνης, περικυκλώθηκε από τον τουρκικό στρατό ο οποίος του ζήτησε να παραδοθεί. Ο Ζήρας σημειώνει η εφημερίδα «εκπλαγείς από αυτή την πρόταση, επειδή συχνά είχε ξανασυναντηθεί με τουρκικά αποσπάσματα χωρίς να ενοχληθεί, έσπευσε εντούτοις να παραδοθεί μαζί με τους οπαδούς του».

[16] Balinci, Balince. Και Μπαλίντσα στις ελληνικές πηγές. Χωριό του καζά Δοϊράνης. Το 1910 κατοικούσαν εδώ 148 εξαρχικοί Μακεδόνες. Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 164 άτομα.

[17] Popovo. Και Πόποβο(ν) στα ελληνικά. Χωριό του καζά Δοϊράνης. Το 1910 κατοικούσαν στο Πόποβο 256 εξαρχικοί Μακεδόνες και 80 μουσουλμάνοι Τούρκοι. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ οι περισσότεροι Μακεδόνες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Όλοι επίσης οι μουσουλμάνοι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό και να φύγουν για την Τουρκία. Από την άλλη, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο Πόποβο 429 πατριαρχικοί πρόσφυγες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Μυριόφυτον. Το 1928 απογράφηκαν εδώ 473 άτομα.

[18] Draganof, σ. 229-230.

[19] «Φιλιππούπολις», Σάββατο 19 Μαρτίου 1905.

[20] Βλ. Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 95, 9 Μαρτίου, Λάμπρος Κορομηλάς προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Εδώ γίνεται λόγος για δυο νεκρούς Μακεδόνες και έναν Τούρκο.

[21] Ο Dakin (σ. 310) γράφει αόριστα πως ένα ελληνικό σώμα μπήκε στο Πόποβο και «προσπάθησε να ανατινάξει τον ιερέα Μίτοφ». Ο Βακαλόπουλος (σ. 115) μιλάει για νέα «επιτυχία» του καπετάν Ζήρια, σε σύγκρουσή του με κομιτατζήδες στο Πόποβο, αν και φαίνεται πως γνωρίζει την έκθεση του Ξανθόπουλου (σ. 79). Η εφημερίδα «Σκριπ» γράφει, στις 18 Μαρτίου 1905, πως τα θύματα των Ελλήνων στο Πόποβο ήταν έξι, εκ των οποίων ο ένας ήταν Τούρκος.

[22] Dautbali ή Daoutbal ή Davut Bali. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται σαν Νταούτ Μπαλή και Δαούτ Μπαλή. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 250 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Μέχρι το 1924 η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στον οικισμό και πρόσφυγες από διάφορα μέρη του Πόντου και του Καυκάσου. Από αυτούς άλλοι μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο και άλλοι την τουρκική γλώσσα. Το 1928 ζούσαν εδώ σχεδόν 780 άτομα, 300 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Ωραιόκαστρον.

[23] Την επίθεση σημειώνει ο Dakin (σ. 310), δίχως να δίνει καμιά άλλη πληροφορία για αυτήν. Το «Εμπρός» γράφει ψευδώς, στις 15 Μαρτίου, ότι οι κάτοικοι του χωριού κλείστηκαν στα σπίτια τους και άρχισαν να πυροβολούν τους Έλληνες. Επίσης ανεβάζει τον αριθμό των νεκρών κομιτατζήδων σε δέκα. Την άλλη μέρα το «Σκριπ» σημειώνει πως οι νεκροί στο Νταούτ Μπαλή ήταν τρεις.

[24] Σε εμπιστευτικό έγγραφό του προς τους προϊσταμένους του, ο έλληνας πρόξενος Θεσσαλονίκης, γράφει την ίδια εποχή, πως ένας Κρητικός, μέλος ένοπλης ελληνικής ομάδας, που συνελήφθη, είπε στις αρχές ότι οι Κρητικοί εξαπατήθηκαν από την ελληνική οργάνωση, γιατί τους είπαν πως όταν πάνε στη Μακεδονία θα καταδιώκουν μόνο τους κομιτατζήδες, ενώ δεν θα συγκρούονται με τον τουρκικό στρατό, ο οποίος και δεν θα τους καταδιώκει. Βλ. Προξενείο Θεσσαλονίκης, 1905, έγγραφο 158, 22 Μαΐου.

δεν επιτρέπονται τα σχόλια.

Κατηγορίες

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


ALPHA BANK

Account 852 00 2101 031390

IBAN: GR47 0140 8520 8520 0210 1031 390

BIC: CRBAGRAA

Μηνιαίες Εκδόσεις

Македонска Ризница
  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2016 (147)
  • 2015 (416)
  • 2014 (404)
  • 2013 (377)
  • 2012 (372)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)