РАЗБОЈ – ΡΑΖΜΠΟΪ – ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ

(Ένας πολύπλοκος ξύλινος μηχανισμός)

Откога Ленка остави
кошула тенка ленена
недовежена на разбој
.................................

Зошто ми, зошто остана
кошула недоткаена?
Кошула беше даровна
Кочо Рацин

(Από τότε που η Λένκα άφησε
τη λεπτή της πουκαμίσα
ατέλειωτη στον αργαλειό
...................................

Γιατί ατέλειωτη τής έμεινε, γιατί;
η πουκαμίσα που ύφαινε;
αυτή για δώρο προοριζόταν.)
Κότσσο Ράτσιν – ελεύθερη μετάφραση

Το разбој (ράζμποϊ – αργαλειός) δεν έλειπε από κανένα μακεδόνικο αγροτικό σπίτι και ήταν ένας ,,μηχανισμός,, που αν και αρκετά πολύπλοκος, κατασκευαζόταν σχεδόν απ΄όλους και αποτελούσε το βασικό εργαλείο για ткаење (τκάενιε – ύφανση) της οικοτεχνικής παραγωγής.

Το ράζμποϊ ήταν ξύλινο και συναρμολογούταν και αποσυναρμολογούταν σχετικά εύκολα από τις γυναίκες του σπιτιού. Υπήρχαν βέβαια και δεξιοτέχνες ξυλουργοί που στόλιζαν το ράζμποϊ με σκαλίσματα και το μετέτρεπαν σε έργο τέχνης.

Το συνολικό του σχήμα έχει τη μορφή κύβου. Ο πιο διαδεδομένος αργαλειός στα χωριά μας ήταν ο καθιστός τύπος. Το ύψος του ήταν 1,30 μ. και το πλάτος του ένα μέτρο. Επειδή έπιανε αρκετό χώρο και έλειπε, στηνόταν στο τέλος του есен (έσεν – φθινόπωρο) και τον αποσυναρμολογούσαν στην αρχή του пролет (πρόλετ – άνοιξη). Το χειμώνα (зима – ζίμα) που οι γυναίκες δεν απασχολούνταν στα χωράφια και οι νύχτες του χειμώνα είναι μεγάλες, κάθονταν οι γυναίκες στο ράζμποϊ και ткаеа (τκάεα – ύφαιναν) για τις ανάγκες του σπιτιού είτε τα руи (ρούι – προίκες) των θυγατέρων.

Όλες οι γυναίκες των χωριών μας ήξεραν να στήνουν και να ξεστήνουν τον αργαλειό και να υφαίνουν. Υπήρχαν πάντα βέβαια οι ταλαντούχες που δημιουργούσαν έργα τέχνης πάντα στα υφαντά και οι μοναδικές ,,σπουδές,, τους ήταν η εμπειρία τους και η δημιουργική τους φαντασία.

Στο  ράζμποϊ ύφαιναν το ρουχισμό τους (пљачките – πλιάτσσκιτε), τα στρωσίδια (постелите – ποστέλιτε), τα σκεπάσματα (покроите – ποκρόιτε), τις φλοκάτες (веленѕите – βελέντζιτε), τις κουρελούδες (чергите – τσσέργκιτε) και τα χαλιά (килимите – κιλίμιτε) και άλλα όπως τα ταγάρια (торби – τόρμπι), τα σακιά (врејќи – βρέικι), κουρτίνες (пердина – πέρντινα) κτλ.

Για να ξεκινήσει η ύφανση έπρεπε ν΄απλώσουν πρώτα το στημόνι (осноа – όσνοα) και αυτό γινόταν σε κάποια μεγάλη επίπεδη αυλή ή σε κάποιο αλώνι. Καρφώνανε πασσαλάκια σε ευθεία γραμμή και σε ίση περίπου απόσταση, παράλληλα προς τα πασσαλάκια και σε μεγάλη απόσταση καρφώνανε άλλα πασσαλάκια και σε ίσο αριθμό με τα πρώτα.

Στην συνέχεια δένονταν κλωστές (που θα αποτελούσαν τον ιστό) και συνδέονταν το πρώτο της μιας γραμμής με το πρώτο της παράλληλης, το δεύτερο με το δεύτερο κ.ο.κ. Όταν απλωνόταν και δενόταν το στημόνι, τυλιγόταν στα кросни (κρόσνι – αντιά) που ήταν δύο ειδικά κατασκευασμένα ξύλινα κυλινδρικά εξαρτήματα διαμέτρου 10 εκατοστών και πλάτους όσο ο αργαλειός. Τα αντιά τοποθετούνταν το ένα μπροστά (предно кросно – πρέντνο κρόσνο) και το άλλο πίσω (задно кросно – ζάντνο κρόσνο). Το πίσω αντί στην άκρη του, δεξιά από την υφάντρα, είχε τρύπες κάθετες προς το αντί και σ΄αυτές η υφάντρα κάθε τόσο με το χέρι της έβαζε ένα ξύλο και το χρησιμοποιούσε σαν μοχλό, оптегачка (οπτέγκατσσκα – σφίχτης) για να τεντώνει το στημόνι. Μπροστά από τα πόδια της της ткајачка (τκαγιάτσσκα – υφάντρα) έπεφτε το платно (πλάτνο – ύφασμα) που υφαινόταν. Με ένα μακρύ ξύλο χαλαρώνανε το μπροστινό αντί.

Κάθετα προς το στημόνι ήταν τοποθετημένο το брдо (μπ΄ρντο – χτένι), που μοιάζει με χτένι που τα ,,δόντια,, του είναι από καλάμι μήκους 70 εκατοστών περίπου με πυκνότητα των δοντιών ανάλογη με το είδος της ύφανσης. Το μπ΄ρντο αυτό ήταν τοποθετημένο στο брдило (μπ΄ρντιλο – ξυλόχτενο) που αποτελούσε το πλαίσιο του χτενιού.

Το μπ΄ρντιλο άδραχνε η υφάντρα και χτυπούσε το νήμα που το είχε περάσει με τη суалка (σούαλκα – σαϊτα) [τάκου τάκου ο αργαλειός μου – όπως λέει το τραγούδι, αφού το χτύπημα είναι διπλό].

Πάνω σχεδόν από το μπ΄ρντιλο κρέμονταν τα нишелки (νίσσελκι – μιταριά) δυο κυλινδρικά ραβδιά, παράλληλα κρεμασμένα, στα οποία ήταν τυλιγμένα νήματα και μ΄ένα σύστημα μικρών ξύλινων τροχαλιών το ένα ανέβαινε το άλλο κατέβαινε για να πλέκεται το νήμα, αφού έτσι εγκλωβιζόταν. Το ανεβοκατέβασμα ρυθμιζόταν από την υφάντρα με τα поднозки (πόντνοζκι – πατήθρες).

Η ξίγκλα ήταν δύο σιδερένιες λάμες μήκους 60 εκατοστών και πλάτους 26 εκατοστών, ενωμένες με τέτοιο τρόπο που μπορούσε να αυξομειώνεται το μήκος της. Με την ξίγκλα διατηρούταν το πλάτος του υφαντού σταθερό, αφού στις άκρες της είχε ένα заб (ζαμπ – δόντι) που σταθεροποιούσε και συγκρατούσε το предено (πρέντενο – υφάδι) κι έτσι δε χαλούσε η ουγιά.

Η суалка (σούαλκα – σαϊτα) ήταν μια ξύλινη θήκη σε σχήμα ψαριού, μήκους 25 εκατοστά εξωτερικά, ομόκεντρα και στο ίδιο σχήμα υπήρχε ένα κενό. Στα άκρα του εσωτερικού μέρους σφηνωνόταν ένας άξονας περιστροφής του πρέντενο/μασουριού. Η σουάλκα περνούσε από τη μια πλευρά του στημονιού μέχρι την άλλη για να επιστρέψει, αφού χτυπηθεί με το μπ΄ρντιλο, με αντίθετη φορά και να ξαναχτυπηθεί και γίνει η πλέξη με κίνηση των νίσσελκι.

Για να δημιουργηθεί το νήμα παρεμβάλονταν ένα σωρό εργασίες και όργανα. Стрижење (στρίζζενιε – κούρεμα), попарвање (ποπάρβανιε – πλύσιμο με ζεστό νερό) για να καθαριστεί από βρομιές, ζωύφια και μικρόβια, чепкање (τσσέπκανιε – ξάσιμο) [αυτό γινόταν στα пупретки – πούπρετκι – χειμερινά νυχτέρια, δείτε Νόβα Ζόρα τεύχος 56] και ακολουθούσαν οι гремни (γκρέμνι – λανάρες). Το единак (έντινακ – μεγάλη λανάρα) που είχε δόντια προς τα πάνω και ήταν μεγάλα και χοντρά, έπαιζε το ρόλο του διαλογέα, αφού ξεχώριζε τις μακριές τρίχες, ενώ τα γκρέμνι/μικρές λανάρες ήταν τετράγωνες ξύλινες πλάκες, μία σταθερή κάτω με τα μικρά δοντάκια προς τα πάνω και μία ελεύθερη μ΄ένα χερούλι και τα δοντάκια προς τα κάτω.

Στα γκέμνι γίνονταν τα кадели (κάντελι – κούκλες) για να πάνε στο врти тркало (β΄ρτι τ΄ρκαλο – ροδάνι) ή στη ρόκα και να γίνει σε νήμα. Το νήμα τυλιγόταν σε клопчиња (κλόπτσσινια / κουβάρια).

ΑΙΓΑΙΑΤΗΣ  ΜΑΚΕΔΟΝΑΣ

δεν επιτρέπονται τα σχόλια.

Κατηγορίες

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


ALPHA BANK

Account 852 00 2101 031390

IBAN: GR47 0140 8520 8520 0210 1031 390

BIC: CRBAGRAA

Μηνιαίες Εκδόσεις

Македонска Ризница
  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2016 (147)
  • 2015 (416)
  • 2014 (404)
  • 2013 (377)
  • 2012 (372)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)