ПЧЕНКА ИЛИ МИСЕРКА – ΠΤΣΣΕΝΚΑ ΙΛΙ ΜΙΣΕΡΚΑ [Καλαμπόκι ή Αραβόσιτος]

Το καλαμπόκι μάς ήρθε από την

Αμερική και το ερώτημα είναι οι

Μακεδόνες που τρέφονταν μ΄αυτό,

τι έτρωγαν πριν τον 15ο αιώνα;

Σίγουρα δεν έτρωγαν κάτι διαφο-

ρετικό απ ότι έτρωγαν όλοι οι

παραμεσογειακοί λαοί.

Το 19ο αιώνα μ.Χ. και το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα, οι Μακεδόνες έφτιαχναν το ψωμί τους (леб – λεμπ) είτε με пченка – πτσσένκα (καλαμπόκι) είτε με пченица – πτσσένιτσα (σιτάρι). Πριν από τί άραγε έφτιαχναν το ψωμί τους;

Γραπτά για απαντήσεις στα ερωτήματα καθημερινής ζωής των Μακεδόνων δεν υπάρχουν από τους ίδιους, γιατί οι Μακεδόνες ως υποτελείς της οθωμανικής αυτοκρατορίας ζούσαν απωθημένοι κυρίως σε ορεινές περιοχές, σχολεία το μεγαλύτερο διάστημα δεν υπήρχαν και πολλοί ήταν αναλφάβητοι.

Σ΄αυτές τις περιπτώσεις, οι ερευνητές ψάχνουν την ιστορία σε επιτύμβιες επιγραφές, απεικονίσεις (κεντήματα, εικόνες, ζωγραφιές κτλ.), σε περιγραφές περιηγητών, στα τραγούδια, στα παραμύθια και τις διηγήσεις (προφορική ιστορία).

Μας διηγούνται οι γέροντες πως οι φτωχοί έτρωγαν ечмен леб (έτσσμεν λεμπ – κριθαρένιο ψωμί) και οι πιο ευκατάστατοι ржен леб (ρ΄ζζεν λεμπ – ψωμί σίκαλης). Όταν ήρθε το καλαμπόκι, οι ευκατάστατοι έτρωγαν пченкен леб (πτσσένκεν λεμπ – καλαμποκίσιο ψωμί ή μπομπότα) και οι φτωχοί παρέμειναν στο κριθάρι και μερικοί στην σίκαλη με κριθάρι ανακατεμμένα.

Στα ορεινά ευδοκιμεί η σίκαλη γιατί αναπτύσσεται γρήγορα και ,,πνίγει,, τα ζιζάνια, το ίδιο γίνεται και με το κριθάρι που φυτρώνει πρώιμα και προλαβαίνει τα ζιζάνια. Τα φυτοφάρμακα την εποχή εκείνη για όλους ήταν άγνωστα.

Το καλαμπόκι είναι ένα υγρόφιλο φυτό και ευδοκιμεί σε нивја навада (νίβια νάβαντα – ποτιστικά χωράφια) και έχει μεγάλη παραγωγή ανα στρέμμα (погон – πόγκον) σε σχέση με τ΄άλλα αγροστώδη φυτά. Οι Μακεδόνες καθότι στα ορεινά είχαν λίγα χωράφια κατάλληλα, που τα συνδύαζαν με παραγωγή боб (μπομπ – φασόλια). Μερικοί έβαζαν και σε ξερικά χωράφια, αλλά η απόδοση σ΄αυτά ήταν πολύ μικρή.

Το καλαμποκίσιο ψωμί δεν ,,αντέχει,, πολλές ημέρες γιατί η υγρασία που κρατάει το κάνει να μουχλιάζει. Οι τσορμπατζήδες τότε ανακάλυψαν το σιτάρι κι έτρωγαν чист леб (τσσίστ λεμπ – καθαρό ψωμί/σταρένιο ψωμί). Το σιτάρι όμως είναι ευαίσθητο φυτό και στα ορεινά η απόδοσή του περιορισμένη κι έτσι οι φτωχοί δεν το είχαν σε αφθονία κι αν είχαν λίγο σιτάρι το ανακάτευαν με σίκαλη για το ψωμί.

Το φυτό του καλαμποκιού είναι μονοετές. Στα μέρη μας φυτεύεται στα τέλη Απριλίου με αρχές του Μάη по ветко (πο βέτκο – με το παλιό) και μάλιστα όταν το έδαφος έχει αρκετά ζεσταθεί. [Ένας πρακτικός κανόνας για να ελέγξουν την καταλληλότητα της θερμοκρασίας ήταν να κάθεσαι καταγής και να μην παγώνει ο πισινός σου – да седиш наземја и да не ти мрзне газот].

Τέλη του Μάη και Ιούνη γίνεται το πρώτο прашање (πράσσανιε – σκάλισμα) και редчење (ρέντσσενιε – αραίωμα), τέλη Ιουλίου το грлење (γκ΄ρλενιε – αυλάκιασμα) και μετά ακολουθεί το вадење (βάντενιε – πότισμα) τουλάχιστον κάθε δέκα μέρες κι αυτό εξαρτάται από τον καιρό.

Στα ποτιστικά χωράφια το φυτό μπορεί να φτάσει σε ύψος 2-3 μέτρα. Ο κορμός του (коренка – κόρενκα) είναι γεμάτος με ψύχα. Τα φύλλα του είναι μεγάλα σπαθοειδή και είναι μόνοικο φυτό με δίκλινα άνθη, δηλαδή στο ίδιο φυτό υπάρχει αρσενικό άνθος (κορυφή) και θηλυκό (μουστάκια) και βρίσκονται σε διαφορετικές θέσεις.

Το берење (μπέρενιε – συγκομιδή) γινόταν τέλος Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, ενώ είχε προηγηθεί το κόψιμο των φύλλων και του κορμού πάνω από τη ρόκα που περιβάλλεται από πολλά φύλλα (сечеме лушки – σέτσσεμε λούσσκι). Στην συγκομιδή υπήρχε κάποιος συντονισμός, δηλαδή ο претугер (πρέτουγκερ – κλητήρας) ειδοποιούσε για την περιοχή που θα μάζευαν τα καλαμπόκια και έτσι πήγαιναν όλοι μαζί. Χαρακτηριστική εικόνα ήταν ότι κοπάδια ζώων περίμεναν, αφού φορτωθούν οι καρποί, να μπούνε για να φάνε τα ζώα ότι έμεινε από τη ρόκα και άλλα χόρτα, αφού το χωράφι ήταν απάτητο από ζώα. Η όλη εικόνα φάνταζε γιορταστική.

Την συγκομιδή την πήγαιναν στ΄αλώνια όπου γινόταν το лупење (λούπενιε – ξεφλούδισμα) τη νύχτα από τους νέους και νέες, που γι΄αυτούς ήταν κάτι σαν τα σημερινά πάρτι. Οι νοικοκύρηδες τους κερνούσαν варена пченка (βάρενα πτσσένκα – βρασμένα κοτσάνια) ή φρούτα (σταφύλια, μήλα κ.α.) και το ωραίο ήταν ότι ακούγονταν πολλά τραγούδια και ,,αναδεικνύονταν,, οι καλλίφωνες και οι καλλίφωνοι νέοι του χωριού.

Η εκκόκκιση παλαιότερα γινόταν με ροπαλοειδή ξύλα και με χτυπήματα στο σωρό με τις  ρόκες  (чукање – τσσούκανιε) ή αργότερα με εκκοκκιστική μηχανή (вртење – β΄ρτενιε). Ακολουθούσε το веање (βέανιε – λύχνισμα) είτε στον αέρα που πετούσαν τον καρπό με ξύλινα φτυάρια (дрвени лопати – ντ΄ρβενι λόπατι) ή σε веачка макина (βέατσσκα μακίνα). Στην συνέχεια άπλωναν τον καρπό στ΄αλώνι να ξεραθεί, το έβαζαν σε вреќи (βρέκι – σακιά) και το αποθήκευαν στ΄αμπάρια.

Το φυτό του καλαμποκιού ήταν ένα φυτό με μεγάλη οικονομική σημασία αφού χρησιμοποιήθηκε ως τροφή του ανθρώπου, αλλά και ως ζωοτροφή. Τρώγεται προτού ωριμάσει βραστό ή ψητό κι απ΄αυτό γινόταν το пченкен леб (πτσσένκεν λεμπ – καλαμποκίσιο ψωμί ή μπομπότα). Τα ζώα δεν τρώνε μόνο τον καρπό, αλλά και τα φύλλα της ρόκας που ξεφλουδίζουμε και αυτά που παίρνουμε με το ξάκρισμα. Ακόμη και τους κορμούς τους χρησιμοποιούσαν για να ,,κάψουν,, τους φούρνους και τα κοτσάνια της ρόκας (кочавинки – κοτσσαβίνκι) για προσάναμμα στην σόμπα, στο τζάκι και σαν ,,χαρτί υγείας,, για να σκουπιστούν όταν αποπατούσαν.

Υπάρχουν είδη καλαμποκιού από τα οποία παίρνουμε τα шапки или пуканки или пуканици (σσάπκι ή πούκανκι ή πουκανίτσι – ποπ κορν) και βραστό ως σαλάτα.

ΑΙΓΑΙΑΤΗΣ  ΜΑΚΕΔΟΝΑΣ

δεν επιτρέπονται τα σχόλια.

Κατηγορίες

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


ALPHA BANK

Account 852 00 2101 031390

IBAN: GR47 0140 8520 8520 0210 1031 390

BIC: CRBAGRAA

Μηνιαίες Εκδόσεις

Македонска Ризница
  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2016 (147)
  • 2015 (416)
  • 2014 (404)
  • 2013 (377)
  • 2012 (372)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)