Κατηγορία | Ударни вести

ЖЕТВА – ΖΖΕΤΒΑ [Θέρισμα]

Οργώσανε μετά το θέρισμα, αν είχαν βροχές

ξαναοργώσανε τον Οκτώβρη – Νοέμβρη,

σβαρνίσανε και σπείρανε το Νοέμβρη και με το

θέρισμα βλέπανε τον κόπο τους, τη σοδειά

τους, γι΄αυτό όσο σκληρή δουλειά κι αν είναι

το θέρισμα, ακούγονταν τραγούδια.

Η жетва – ζζέτβα (θέρισμα) ήταν μια από τις σκληρές δουλειές στα μακεδόνικα χωριά μας, γιατί γινόταν με το срп – σ΄ρπ (δρεπάνι), έπρεπε να είσαι σκυφτός (καταπόνηση της половина – πολόβινα/μέση) και Ιούλιος μήνας με τις αφόρητες ζέστες. Υπάρχουν και δρεπάνια με πιο μακρύ χερούλι, πιο βαριά και θεωρούνται αντρικά δρεπάνια (лилјаци – λίλιατσι). Η δουλειά διαρκούσε 13-14 ώρες την ημέρα.

Ανάλογα με το είδος του αγρωστώδους γινόταν και το θέρισμα. Για παράδειγμα, το ечмен – έτσσμεν (κριθάρι) έπρεπε να θερίζεται πολύ πρωινές ώρες γιατί όταν χτυπούσε ο ήλιος και προς το μεσημέρι σπάνε τα квасја – κβάσια (στάχυα) και χάνονται μεγάλες ποσότητες της σοδειάς.

Η пченица – πτσσένιτσα (σιτάρι) δεν έπρεπε να ωριμάζει πολύ γιατί αρχίζει και ρίχνει семе – σέμε (καρπό) από το στάχυ, το ίδιο ισχύει και για το рж – ρζζ (σίκαλη) και στα δύο πέφτει ο καρπός στο έδαφος (се ронат – σε ρόνατ).

Το  овес – όβες (βρόμη) θερίζεται πιο εύκολα γιατί κόβεται εύκολα. Το όβες μας δίνει την καλύτερη слама – σλάμα (άχερο), ακολουθεί το έτσσμεν, μετά η πτσσένιτσα και τελευταίο το ρζζ. [Σημειώνουμε σχετικά με την ποιότητα του άχερου αφού αυτό αποτελούσε τη βασική ζωοτροφή για τα μεγάλα ζώα. Αυτός ήταν ο λόγος που θέριζαν σύρριζα με το έδαφος].

Η σίκαλη στο θέρισμα θεωρείται πιο εύκολη γιατί ψηλώνει πολύ και ο жетвар – ζζέτβαρ (θεριστής) θερίζει σχεδόν όρθιος, ξεκούραστα και δεν ενδιέφερε πολύ το άχερο αφού υστερούσε σε ποιότητα.

Όταν χρειάζονταν την σίκαλη για να φτιάξουν ежички – εζζίτσσκι (δετικά) ή για τα чатии – τσσάτιι (στέγες), τότε θεριζόταν σύρριζα με το έδαφος και στην συνέχεια ραβδιζόταν και δημιουργούταν η арженица – αρζζενίτσα (ραβδισμένη σίκαλη).

[Είναι γνωστή η φράση ,, на граница куќа од арженица – να γκράνιτσα κούκια οντ αρζζένιτσα (στα σύνορα σπίτι από ραβδισμένη σίκαλη)].

Όταν οι ζζέτβαρι (θεριστές) πήγαιναν στο χωράφι, ο πρωτοθεριστής χάραζε καθορίζοντας το τμήμα (пашка – πάσσκα) που θα θεριζόταν, θερίζοντας  ίδιος μέχρι να τελειώσει, γι΄αυτό κι έπρεπε να είναι ο ταχύτερος [Εδώ υπήρχαν χαρακτηριστικές φράσεις προς τον πρωτοθεριστή: пашката да не биде од вол или од магаре, нека биде од јагне или од јаре (πάσσκατα ντα νε μπίντε οντ βολ ίλι οντ μάγκαρε, νέκα μπίντε οντ ιάγκνε ίλι οντ ιάρε – η ουρά να μην είναι από βόδι ή από γάιδαρο, ας είναι από αρνάκι ή από κατσικάκι, εννοώντας να είναι μικρή)].

Όταν τελείωνε το κομμάτι που είχαν χαράξει, έπαιρναν για λίγα λεπτά μια ανάσα, έπιναν νερό και συνέχιζαν.

Όταν θερίζανε, στο ένα χέρι κρατούσαν το δρεπάνι και στο άλλο μάζευαν ότι θέριζαν. Όταν γέμιζε το χέρι – υπήρχε ξύλινο εργαλείο, η паламарка – παλαμάρκα που φοριόταν περίπου σαν нараквица – ναρακβίτσα (γάντι) που ,,προέκτεινε,, τα δάχτυλα κι έτσι δεν χρειαζόταν συχνά να σταματάνε για να αποτεθεί το χειροβόλο και να το πιέζει με το δρεπάνι για να μην το παίρνει ο άνεμος. Πολλά χειροβόλα δημιουργούσαν ένα полог – πόλογκ (σωρό, αγκαλιά) και αυτά ήταν σκόρπια στο χωράφι (нива – νίβα).

Όταν τελείωνε το θέρισμα του ενός χωριαφιού ακολουθούσε το δέσιμο. Είχαν δεμάτια από ραβδισμένη σίκαλη που τα είχαν αφήσει ώρες στο νερό για να μαλακώσει και να μην σπάει και μ΄αυτήν έφτιαχναν με ειδική τεχνική τα εζζίτσσκι (δετικά).

Το врзвајне – βρζβάινε (δέσιμο) γινόταν αφού τα θερισμένα полози – πόλοζι (αγκαλιές) ξεραίνονταν στον ήλιο ώστε να μην υπάρχει υγρασία και βλάψει τον καρπό. Ένας από τους θεριστές, συνήθως ο πρωτοθεριστής, άπλωνε ένα δετικό και σ΄αυτό αποθέτανε οι άλλοι τις αγκαλιές και όταν ο σωρός γινόταν τόσος που να μπορεί να δεθεί και το сноп – σνοπ (δεμάτι) να μπορεί να το σηκώσει κάποιος, ο τελευταίος που απόθετε το χειρόβολο στεκόταν απέναντι από αυτόν που έδενε, έπιανε ο ένας την άκρη του δετικού που αντιστοιχούσε στον άλλο και έσφιγγαν το δεμάτι. Όταν το σφίξιμο ήταν αρκετό ο δέτης έστριβε τις άκρες του δετικού και με ειδική τεχνική και ειδικό όργανο (вител – βίτελ) έδενε το σνοπ και το πήγαινε σε μια θέση. Η επιλογή της θέσης ήταν τέτοια που αν τύχαινε και βρέξει να μην μαζεύεται νερό και τα τοποθετούσε με ειδική τεχνική κι έφτιαχνε τα стави – στάβι (θημωνιές).

Η στάβα ήταν σωρός από εννέα ή δέκα σνόπιε συνήθως τοποθετημένα κατάλληλα ώστε να μη βρέχονται ούτε και να τα ρίχνει ο άνεμος. Τοποθετούσαν συνήθως τέσσερα σνόπιε σε σχήμα σταυρού, έτσι ώστε τα στάχυα του ενός να σκεπάζουν τα στάχυα του άλλου και ακολουθούσαν άλλες δύο στρώσεις κι από πάνω και στο κέντρο ένα σνοπ που κάλυπτε τα στάχυα. Η στάβα δε γινόταν πολύ ψηλή για να μην τη γκρεμίζει ο αέρας και να φυλάγεται από τη βροχή. Ένας άλλος λόγος που τοποθετούσαν τα στάχυα προς τα μέσα ήταν να προστατεύεται ο καρπός από τα ζώα που θα έμπαιναν και από τα πουλιά.

Τα σνόπιε φορτώνονταν στα коли – κόλι (κάρα) ή σε γάιδαρους για να μεταφερθούν στο гумно – γκούμνο (αλώνι). Αν το χωράφι ήταν πολύ μεγάλο και κοντά σε μαντρί τους, το αλωνίζαν επιτόπου και τ΄άχερα στοιβάζονταν με ειδική τεχνική (жлема или сламник – ζζλέμα ή σλάμνικ) και σκεπάζονταν με папра – πάπρα (φτέρη).

Στα ορεινά χωριά επειδή δε μπορούσαν σε όλα τα χωράφια, η μεταφορά των σνόπιε γινόταν με магариња – μαγκάρινια (γαϊδουράκια), από δύο σνόπιε σε κάθε ζώο.

Το φαγητό των θεριστών; Συνήθως ξίδι με αλάτι μπόλικο, σκόρδο λιωμένο και νερό (киселина или аргатска салата – κισέλινα ή άργκατσκα σαλάτα) ήταν το πιο συχνό μεσημεριανό γεύμα, γιατί έτρωγαν κάτι πρόχειρο για πρωινό, κάτι πρόχειρο πάλι απογευματινό και καλό βραδινό. Το μεσημεριανό φαίνεται ήταν δοκιμασμένο αφού το αλάτι τους προστάτευε από την αφυδάτωση, το ξίδι για την καύση του λίπους και το ευεργετικό лук – λουκ (σκόρδο) κυρίως στο κυκλοφορικό σύστημα.

Την τελευταία μέρα του θέρους, ένας από τους θεριστές θέριζε μια рака – ράκα (χειρόβολο), το  έδενε και το πήγαινε αμίλητος μέχρι το αλώνι για να το δέσει στο стежер – στέζζερ (βουκάνι), ενώ σ΄άλλα χωριά το έδενε στο αμπάρι.

Η νοικοκυρά τους υποδεχόταν εκείνη τη μέρα με καλό φαγητό και ψωμί ψημένο στο ταψί, αφράτο και λίγο προζύμι (погача – πόγκατσσα).

ΑΙΓΑΙΑΤΗΣ  ΜΑΚΕΔΟΝΑΣ

δεν επιτρέπονται τα σχόλια.

Κατηγορίες

Ευχαριστούμε θερμά τους Μακεδόνες οικονομικούς μας μετανάστες σε Αυστραλία, Καναδά και δυτική Ευρώπη, όπως και τους φίλους μας απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, για την οικονομική στήριξη της έκδοσης της Нова Зора. Благодариме - Μπλαγκοντάριμε


ALPHA BANK

Account 852 00 2101 031390

IBAN: GR47 0140 8520 8520 0210 1031 390

BIC: CRBAGRAA

Μηνιαίες Εκδόσεις

Македонска Ризница
  • ,ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΤΕΥΧΩΝ
    РАЗГЛЕДУВАЊЕ НА ПРЕТХОДНИ БРОЕВИ
  • 2016 (147)
  • 2015 (416)
  • 2014 (404)
  • 2013 (377)
  • 2012 (372)
  • 2011 (323)
  • 2010 (202)